Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσική μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσική μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/1/13

Βασ. Αργυρόπουλου: Ο πόλεμος των φθόγγων (Αθήνα 2012, εκδ. CaptainBook.gr)

Βιβλιοκριτική παρουσίαση
 

«Μέχρι η αλήθεια να φορέσει τα παπούτσια της, το ψέμα έχει κάνει τον γύρο τού κόσμου». Αυτή η ρεαλιστική διαπίστωση, που αποδίδεται στον Μαρκ Τουέιν, επαληθεύτηκε με τρόπο σωρευτικό το καλοκαίρι τού 2012, όταν μια δασκάλα διατύπωσε την ασύστατη κατηγορία ότι η νέα Γραμματική τής Ε΄-Στ΄ δημοτικού (υπό Ε. Φιλιππάκη-Warburton, Μ. Γεωργιαφέντη, Γ. Κοτζόγλου, Μ. Λουκά) καταργεί γράμματα του αλφαβήτου. Η σαγήνη αυτού του ψέματος ήταν τόσου βαθμού και τέτοιας φύσεως, ώστε να σταθεί αφορμή για την αλυσίδα δημοσιευμάτων που αποτέλεσαν τη φωνηεντιάδα, όπως έξυπνα αποκλήθηκε, ή τον πόλεμο των φθόγγων, όπως εύστοχα τον προσδιόρισε ο συγγραφέας στον τίτλο τού βιβλίου του.

Σε όλη αυτή τη ροή δημοσιευμάτων, κειμένων, άρθρων στο διαδίκτυο, σχολίων, ακόμη και επερωτήσεων στο κοινοβούλιο, αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε είναι το δικαίωμα που έχει ένα επιστημονικό βιβλίο να κριθεί επιστημονικά, εν προκειμένω ένα βιβλίο γλωσσικής διδασκαλίας να κριθεί γλωσσολογικά, όχι ιδεολογικά ή ιδεοληπτικά. Αντ’ αυτού, ο διχαστικός λόγος αποσυνέθεσε ευθύς εξ αρχής τη σχετική συζήτηση, αφού στόχος του στάθηκε να εξοντώσει τον αντίπαλο, όχι να βρει ή να αναδείξει την αλήθεια.

Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ το βιβλίο Ο πόλεμος των φθόγγων του αγαπητού συναδέλφου γλωσσολόγου Βασ. Αργυρόπουλου έργο πραγματικά θαρραλέο. Ο συγγραφέας, από τους πρωτοπόρους στην εδραίωση του γλωσσολογικού αντιλόγου στο διαδίκτυο, ήξερε τι είχε να αντιμετωπίσει, έχοντας ήδη περάσει από τη στενή πύλη με το προηγούμενο, εκτενέστερο και συστηματικότερο βιβλίο του Αρχαιολατρία και γλώσσα (Αθήνα 2009, εκδ. Σ. Ζαχαρόπουλος). Παρά την ταχύτητα διαδόσεως των μύθων και την κακοπιστία που εγείρει η αντιμετώπισή τους, ο Β.Α. αφήνει με υπομονή την επιστημονική αλήθεια να δέσει σχολαστικά και «να φορέσει τα παπούτσια της», περιμένοντας βάσιμα ότι μόνο αυτή μπορεί να βαδίσει στο σκληρό έδαφος που είχε διαμορφωθεί από την πόλωση. Με ζήλο, επιμονή και επιμέλεια αναλαμβάνει έργο άχαρο, την ανασκευή των ψευδοεπιστημονικών επικρίσεων, γνωρίζοντας ότι ελάχιστοι θα το εκτιμήσουν, ότι αρκετοί δυσαρεστημένοι θα θεωρήσουν την εργασία του ύποπτη και μερικοί ίσως την κρίνουν περιττή. Και για τον λόγο αυτόν το μικρό αυτό βιβλίο αξίζει, καθώς πιστεύω, να χαρακτηριστεί γενναίο.

Ο πόλεμος των φθόγγων, βιβλίο γεννημένο από την επικαιρότητα, είναι στην ουσία σχολιολόγιο δεκατεσσάρων αντιρρητικών κειμένων, άρθρων και συνεντεύξεων, που δημοσιεύτηκαν με σκοπό να κατηγορήσουν τη νέα σχολική Γραμματική. Την εισαγωγή και τον πίνακα περιεχομένων μπορεί ο αναγνώστης να βρει στον ιστότοπο του εκδότη, ενώ στους συνδέσμους που παραθέτει ο συγγραφέας στο ιστολόγιό του είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κανείς τις ενδιαφέρουσες ομιλίες των συναδέλφων κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Κριτικές παρατηρήσεις και ενδιαφέροντα σχόλια έχει γράψει επίσης ο φιλόλογος και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος.

Ο συγγραφέας προτάσσει του κύριου μέρους ένα εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο «Βασικές έννοιες». Η ενότητα αυτή αποδίδει με εύληπτο τρόπο επιστημονικό περιεχόμενο σε όρους που περιλαμβάνονται στην επίμαχη συζήτηση και αποτελεί, τρόπον τινά, συμβόλαιο που υπογράφει ο συγγραφέας με τον αναγνώστη. Για να αποκτήσει κανείς εποπτεία τού ζητήματος, είναι απαραίτητο να ενημερωθεί ως προς θεμελιώδεις έννοιες, όπως φθόγγος, γράμμα, φωνήεν, σύμφωνο, φώνημα, φωνητική ορθογραφία, οι οποίες ορίζονται εύστοχα και επαρκώς. Το νόημα που υπόκειται σε αυτή την εισαγωγή είναι προφανές: Αν είχε κατανοηθεί ότι οι όροι φωνήεν και σύμφωνο αφορούν σε φθόγγους, δηλ. έναρθρους ήχους, και όχι σε γράμματα, η σαθρή συλλογιστική γραμμή των επικριτών τής νέας Γραμματικής θα αποδεικνυόταν απλώς άσκηση ματαιότητας. Ο Β.Α. τονίζει επανειλημμένα, κάποτε επιμένοντας μονότονα, ότι η ρίζα τής παρανόησης έγκειται στην ατελή αντίληψη της διαφοράς μεταξύ προφοράς και γραφής, φθόγγου και γράμματος.

Η καίρια αυτή αστοχία έχει διηθήσει βαθιά σχεδόν όλα τα αντιρρητικά κείμενα που καταχωρίζονται στο βιβλίο. Ο Β.Α. δεν αφήνει κανένα περιθώριο για υπεκφυγή, καθώς επισημαίνει μερικές από τις παρεπόμενες απόψεις που χρωμάτισαν ανεξάλειπτα τη φωνηεντιάδα. Αυτές είναι: 1) Η υιοθέτηση του μύθου ότι η νέα Γραμματική συμμετέχει σε οργανωμένο σχέδιο καταστροφής τής γλώσσας (σ. 21), 2) Η πλάνη ότι η νέα Γραμματική εμμέσως προωθεί τη φωνητική ορθογραφία (σ. 30), 3) Η πλάνη ότι η Ελληνική αποτελεί μη συμβατική γλώσσα και ότι έχει μαθηματικό χαρακτήρα (σ. 32), 4) Η ανυπόστατη παραδοχή ότι η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων υφίσταται στη Νέα Ελληνική (σ. 55-6), και 5) Η πλάνη ότι η ελληνική γραφή και ορθογραφία παρέμεινε διαχρονικώς αναλλοίωτη (σ. 105).

Ο Β.Α. απαντά σε όλες αυτές τις άκριτες παραδοχές αναδεικνύοντας, όχι μόνο την επιστημονική όψη κάθε ερωτήματος, αλλά και το ιδεολογικό φορτίο με το οποίο είναι εμποτισμένο. Σε αρκετές περιπτώσεις διαβάζει επιδέξια κάτω από τις γραμμές. Ως αποτέλεσμα, σωστά επισημαίνει ότι το αρχικό δημοσίευμα της εκπαιδευτικού, από το οποίο προέκυψε η οξεία αυτή συζήτηση, μαρτυρεί άγνοια θεμελιωδών στοιχείων αρθρωτικής φωνητικής, καθώς και προφανή έλλειψη κατάρτισης σχετικά με την ιστορία τού γλωσσικού ζητήματος (σ. 26). Επιπλέον, ανασκευάζοντας σημεία από δημοσίευμα της καθηγήτριας κ. Ξανθάκη-Καραμάνου, σχολιάζει εύστοχα την απροθυμία της να αξιολογήσει αρνητικά τις επιθέσεις κατά της νέας Γραμματικής, ιδίως δε την περίτεχνη διατύπωση με την οποία η καθηγήτρια παρενείρει την απειλή τού λατινικού αλφαβήτου (σ. 90-1). Όπως εξηγείται σωστά αλλού (σ. 31), η αλλαγή αλφαβήτου —πράξη που γλωσσολογικά αποκαλείται ολικός επανεγγραφισμός— ουδέποτε απέκτησε απήχηση στην ελληνική κοινωνία, τα δε μειονεκτήματά της θα ήταν ανυπολόγιστα. Παρόμοιο και εξίσου άτοπο αποδεικνύεται το συμπέρασμα του καθηγητή κ. Τσαγκαράκη, ότι η νέα Γραμματική αποτελεί βήμα προς τη φωνητική ορθογραφία (σ. 99).

Μερικές από τις ευστοχότερες δηλώσεις που περιέχονται στο βιβλίο προσφέρουν τροφή για ώριμη σκέψη. Σε αυτές ανήκει ότι «η γλώσσα είναι υπόθεση της γλωσσικής κοινότητας, αλλά η ακριβής περιγραφή της αποτελεί υπόθεση του γλωσσολόγου» (σ. 63). Προσυπογράφει κανείς την επισήμανση του συγγραφέα, ότι σε σχέση με τη φωνητική περιγραφή «επικρίνεται η γραμματική γι’ αυτό ακριβώς για το οποίο έπρεπε να επαινείται» (σ. 47), καθώς και ότι οι επικριτές της καταφεύγουν συστηματικά σε «δογματικές αποφάνσεις και λεκτικές ακρότητες» (σ. 37). Δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος με τη θλιβερή πραγματικότητα ότι «ο φανατικός δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, συνήθως μάλιστα δεν λαμβάνει καν υπόψη του τον αντίλογο» (σ. 108).

Καθώς οι επικριτικές δημοσιεύσεις που παρατίθενται στο βιβλίο θίγουν πολλά επί μέρους θέματα, είναι εύλογο ότι δυσκολεύεται κανείς να αποφασίσει τι πρέπει να ανασκευάσει πρώτο—και ο συγγραφέας ομολογεί σε διάφορα σημεία αυτόν τον προβληματισμό του. Δεν θα ήταν, επομένως, άσκοπο να προσθέσω εδώ δυο-τρία σημεία που κρίνω ότι αξίζουν περαιτέρω σχολιασμό.

Κατ’ αρχάς, είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι, ενώ στο παρελθόν οι εκπρόσωποι του ψευδοεπιστημονικού χώρου κατηγορούσαν τη γραμματική Τριανταφυλλίδη και τις σχολικές αναπροσαρμογές της για προώθηση της αγλωσσίας στους μαθητές, τώρα παρουσιάζονται έτοιμοι να στοιχηθούν πίσω της, συνήθως χωρίς να την έχουν μελετήσει. Επιπλέον, είναι σημαντικό να παρατηρηθεί ότι στην επιστολή τού μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου, η οποία καταχωρίζεται στο βιβλίο, οι γλωσσικές απόψεις τού Σεφέρη, ενός από τους μάστορες του νεοελληνικού λόγου, παρουσιάζονται σαν συμπληρωματικές τής ιδεολογίας των επικριτών. Ο Σεφέρης, όμως, υποστήριζε θερμά την καλλιέργεια της Νέας Ελληνικής, όχι την άχρωμη καθαρεύουσα και τη δημοσιογραφική προχειρογραφία που ήταν του συρμού και στη δική του εποχή, και είχε προτείνει από το 1937 να συγκροτηθεί επιτροπή με τη συμβολή τού Μανόλη Τριανταφυλλίδη, η οποία θα καταπιανόταν με διάφορους τομείς τής γλώσσας (μορφολογία, ορθογραφία, νέες λέξεις· βλ. Νέα Γράμματα, 13 Φεβρουαρίου 1937, σ. 2). Ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης εκτιμούσε τη συμβολή τής επιστημονικής γλωσσολογίας στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής και είναι εξ ολοκλήρου άτοπο να τον τοποθετεί κανείς απέναντι στη γραμματική. Τέλος, με αφορμή τον άστοχο ισχυρισμό τού καθηγητή κ. Τσαγκαράκη, ότι «η όποια συζήτηση για φωνήεντα και φθόγγους της Νέας Ελληνικής πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις νεοελληνικές διαλέκτους», ο οποίος αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχουν περισσότεροι από πέντε φωνηεντικοί φθόγγοι στη Νέα Ελληνική, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κινείται παράλληλα με τον συλλογισμό των υποστηρικτών τής καθαρεύουσας στις αρχές τού 20ού αιώνα, οι οποίοι διατείνονταν επίμονα ότι δεν υπάρχει κοινή δημοτική, που θα μπορούσε να καθιερωθεί ως γλώσσα τής διοίκησης και της εκπαίδευσης, παρά μόνο διάλεκτοι και ιδιώματα.

Η διάρθρωση του βιβλίου έχει, όπως ελέχθη, τον χαρακτήρα σχολιολογίου τής κειμενογραφίας σχετικά με τη νέα Γραμματική. Συνεπώς, θεωρώ χρήσιμη την τακτική να παρουσιάζονται τα κρινόμενα κείμενα τμηματικά και να παρεμβάλλονται τα σχόλια του συγγραφέα ως ανασκευές των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Αυτό καθιστά το βιβλίο πιο ευανάγνωστο και διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον τού αναγνώστη.

Εντούτοις, ακριβώς επειδή συμβαίνει οι ίδιοι ανερμάτιστοι ισχυρισμοί να προβάλλονται σε αρκετά από τα κρινόμενα δημοσιεύματα, το βιβλίο περιέχει αρκετές επαναλήψεις, άλλοτε αναπόφευκτες και άλλοτε κουραστικές. Ίσως ήταν προτιμότερο να προσπερνά ο συγγραφέας δηλώσεις που έχουν ήδη απαντηθεί επαρκώς (όπως π.χ. η αστοχία στη διάκριση μεταξύ γράμματος και φθόγγου), παραπέμποντας στο κατάλληλο σημείο, πράγμα που θα του έδινε την ευχέρεια να ασχοληθεί εν συνεχεία με ό,τι δεν έχει σχολιαστεί.

Η μεταφορά σε βιβλίο κειμένων που αρχικά γράφτηκαν για το διαδίκτυο είναι, προφανώς, σχετικά καινούργιο κειμενικό είδος. Επειδή η πρώτη ύλη αυτών των κειμένων χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό προφορικότητας, έχει το πλεονέκτημα της αμεσότητας και του αυθορμητισμού, που κερδίζει ευθύς την προσοχή. Εντούτοις, η παρουσίασή τους ως ενοτήτων βιβλίου αποτελεί νέα πρόκληση, διότι η ύλη πρέπει να δουλευτεί ξανά, για να αποκτήσει χαρακτήρα δοκιμιακής μελέτης και όχι απλού αθροίσματος συζητήσεων.

Δεν είμαι βέβαιος ότι ως προς αυτό ο συγγραφέας βρήκε την κατάλληλη ισορροπία. Σε αρκετά σημεία τού βιβλίου το ύφος μοιάζει ανεπεξέργαστο ή και αφημένο, με αποτέλεσμα να δίνει την εντύπωση προχειρότητας ή βιασύνης―και αυτό αδικεί τη στερεή επιχειρηματολογία που περιέχεται στα κείμενα. Τέτοιου είδους χαρακτηριστικά είναι, εν προκειμένω, η συχνή χρήση τού β΄ ενικού προσώπου (π.χ. αν πας και πεις στο παιδί… - τι να του απαντήσεις τώρα;), οι επανειλημμένες ανακλητικές ερωτήσεις (π.χ. είναι σοβαρά πράγματα αυτά; - τι θα πει «πρέπει»; - μα σε τι επιτέλους αντιστέκονται;), καθώς και ορισμένες φράσεις τού προφορικού λόγου (π.χ. είναι και παραείναι σαφές ότι ισχύει – θέλει, λέει, την καθαρή απάντηση!). Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν ασφαλώς σε συνομιλία, αλλά δεν έχουν τη χροιά που αρμόζει στον δοκιμιακό λόγο, ο οποίος αναδεικνύεται περισσότερο όταν είναι διατυπωμένος ψυχραιμότερα. Ο ουδέτερος ή ταλαντευόμενος αναγνώστης, προς τον οποίο πρωταρχικώς απευθύνεται ο συγγραφέας, θα εκτιμήσει περισσότερο μια πραγματεία πυκνὸν ἔχουσα νόον παρά κείμενα που έχουν μεν ισχυρή βάση, αλλά μοιάζουν σε ορισμένα σημεία να έχουν γραφτεί με αγανάκτηση.

Το γεγονός ότι η φυσιογνωμία ενός αξιόλογου έργου μπορεί να αλλοιωθεί, αν το ύφος χρωματιστεί από συναισθηματική αντίδραση, φαίνεται καθαρότερα στις σελίδες 43-45, όπου ο συγγραφέας σε μακρά παρέκβασή του εκφράζει πικρά παράπονα για πρόσωπα του πανεπιστημίου που κρίνει ότι τον έβλαψαν και τον αδίκησαν. Στο θέμα αυτό επανέρχεται και παρακάτω (σ. 73), οι δε υπαινιγμοί που συνοδεύουν τα σχετικά σχόλια στις εν λόγω σελίδες δεν είναι, λυπούμαι να πω, γραμμένοι με νηφαλιότητα και με τη δέουσα πάντοτε κοσμιότητα.

Κατανοώντας πόσο δύσκολο είναι να χειριστεί κανείς συσσωρευμένα πληγωμένα αισθήματα, θα περιοριστώ σε δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, αρκετές σελίδες στην ιστορία τής γλωσσικής επιστήμης σημαδεύτηκαν, όπως είναι γνωστό, από προσωπικές κατηγορίες, σφοδρές επιθέσεις, κάποτε και από ανοίκειους χαρακτηρισμούς. Ο Χατζιδάκις, ο Ψυχάρης, ο Φιλήντας, για να αναφερθώ σε τρία μόνο γνωστά πρόσωπα του παρελθόντος, μεταχειρίστηκαν αρκετές φορές ύφος και γλώσσα που αποσκοπούσε να μειώσει τους αντιγνώμους τους. Ανεξαρτήτως του αν είχαν ή όχι δίκιο σε κάθε ορισμένη περίπτωση, οι σελίδες αυτές δεν ήταν οι καλύτερές τους. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του Ανδριώτη για τη Μεγάλη ρωμαίικη επιστημονική γραμματική, που συνέγραψε ο Ψυχάρης προς το τέλος τής ζωής του: «Οἱ παρεκβάσεις ὅμως οἱ σχετικὲς μὲ τὸ γλωσσικὸ ζήτημα καὶ μὲ τὰ προσωπικὰ πάθη εἶναι ἀφάνταστα πολλὲς καὶ μακρές. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὰ ἔξω τῶν ἐλαιῶν τῆς ἐπιστήμης, μαζὶ μὲ τὴν ἀπέχθεια τοῦ συγγραφέα πρὸς τὶς γνῶμες τοῦ Γ. Χατζιδάκι (…), φαρμακώνουν καὶ ἀσχημίζουν ὁλόκληρο τὸ ἐξαίρετο ἔργο καὶ ἀδικοῦν τὴν ἀναμφισβήτητα καλὴ θέληση ποὺ τὸ διαπνέει» (Νέα Εστία 55, 1954, σ. 573). Το μάθημα που διδάσκει ο Ανδριώτης είναι, καθώς πιστεύω, διαχρονικά ευεργετικό και πάντοτε ωφέλιμο.

Δεύτερον, εφόσον περιστοιχιζόμαστε από την αδικία, δεν είναι απροσδόκητο ότι σε κάποια στιγμή ενδέχεται να πληγούμε προσωπικά. Πώς θα αντιδράσουμε τότε; Έχω τη γνώμη ότι η αποκρυσταλλωμένη σοφία που περιέχουν δύο στίχοι τού Θεόγνιδος διατηρεί την ισχύ της: Οὐ χρὴ πημαίνειν ὅ τε μὴ πημαντέον εἴη, οὐδ’ ἔρδειν ὅ,τι μὴ λῷον ᾖ τελέσαι. Εν τέλει, αν αναμοχλεύουμε μια παλιά αδικία, επειδή πληγωθήκαμε προσωπικά και το ζήτημα δεν τακτοποιήθηκε, τότε επιτρέπουμε σε όποιον μας έβλαψε να συνεχίσει να μας πληγώνει.

Ευελπιστώ και εκφράζω την πεποίθηση ότι σε μελλοντική επανέκδοση του βιβλίου ο αγαπητός συνάδελφος θα ασκήσει καλύτερη κρίση.

Ορισμένοι αναγνώστες μέμφθηκαν το βιβλίο, θεωρώντας έλλειψή του ότι δεν παραθέτει επακριβώς διάφορες απαντήσεις προς τους επικριτές τής νέας Γραμματικής και κυρίως την εκτενή δήλωση που υπογράψαμε οι 140 γλωσσολόγοι ως τοποθέτηση της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με τις αστήρικτες κατηγορίες που διατυπώθηκαν. Πιστεύω ότι οι επικρίσεις αυτές δεν είναι δικαιολογημένες για δύο ισχυρούς λόγους. Πρώτον, ο Β.Α. αναφέρεται και παραπέμπει συχνά στην εν λόγω δήλωση (π.χ. σ. 76, 79), υποστηρίζοντας ρητά το περιεχόμενό της ως αξιόπιστο και έγκυρο. Δεύτερον, παραβλέφθηκε, νομίζω, ένα βασικό στοιχείο: Το βιβλίο σχολιάζει τα αντιρρητικά προς τη νέα Γραμματική δημοσιεύματα, όχι όσα γράφτηκαν προς ανασκευή τους, και επιπλέον δεν αποσκοπεί στη συγκέντρωση όλων των σχετικών με το θέμα κειμένων. Ο αναγνώστης που θα ήθελε να κατατοπιστεί περαιτέρω μπορεί να συμβουλευτεί την πληρέστατη βιβλιογραφία στο τέλος τού βιβλίου, στην οποία παραπέμπει τακτικά ο συγγραφέας.

Ένα από τα πιο καλογραμμένα τμήματα του βιβλίου είναι ο επίλογός του (σ. 107-110). Εκεί ο Β.Α. αναλύει συνοπτικά τις αιτίες και τις συνέπειες του πολέμου των φωνηέντων και προχωρεί χωρίς αμηχανία να προτείνει σκέψεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου που τον εξέθρεψε και τον αναπαρήγαγε. Έχοντας ξαναγράψει αναλυτικά για το ζήτημα, θα περιοριστώ να προσθέσω ότι η άγνοια και ο φανατισμός (αιτίες που μνημονεύει ο συγγραφέας) ευδοκιμούν κυρίως όταν συνδέονται με τον φόβο και την αναζήτηση ταυτότητας, οι δε πλαστές ταυτότητες συνεπάγονται την κατασκευή αντιπάλων που πρέπει να εξαλειφθούν. Δεν είναι παράδοξο ότι, όπως τόσες φορές μαρτυρεί η ιστορία, στη θέση αυτού του απειλητικού αντιπάλου έχει συχνά τοποθετηθεί η επιστήμη.

Ο Β.Α. αγγίζει με θάρρος πραγματικές ελλείψεις τού σύγχρονου πνευματικού βίου, όταν εισηγείται την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την ανάπτυξη κριτικής σκέψης ως διδακτικό στόχο, αλλά και όταν παρουσιάζει την αξιόλογη πρόταση να ανατίθενται στους φοιτητές εργασίες σχετικές με την κατάρριψη της κινδυνολογικής ρητορείας και των παραγλωσσολογικών μύθων. Ενισχύοντας τις παραπάνω σκέψεις θα ήθελα να προσθέσω ότι σε αυτό μπορεί να συμβάλει η διδασκαλία στοιχείων ιστορικής γραμματικής και ιστορίας τού γλωσσικού ζητήματος. Δύσκολα όμως θα αναπτυχθεί κριτική συνείδηση σε σχέση με τη γλώσσα και τον πολιτισμό, αν η διδασκαλία τής αρχαίας λογοτεχνίας και ιστορίας δεν γίνεται με τρόπο που να βοηθεί τους μαθητές να διακρίνουν την αρχαιογνωσία από την αρχαιολατρία. Αλλά αυτό είναι ζήτημα που αξίζει χωριστή συζήτηση.

Η συζήτηση για τα φωνήεντα και τη νέα Γραμματική έθεσε ανοιχτά ορισμένα σκληρά ερωτήματα, που αποκάλυψαν συμπτώματα παθολογίας τής πνευματικής ζωής. Στο βιβλίο του Ο πόλεμος των φθόγγων ο Β.Α. επωμίζεται θαρραλέα τον ρόλο που του υπαγόρευσε η επιστήμη στην οποία αφιέρωσε τις σπουδές του. Αναλύοντας βήμα προς βήμα κάθε αντίρρηση, ο συγγραφέας δείχνει ξανά την αξία που έχει η άσκηση στοχασμού ως προϊόν επιμελούς μελέτης σε αντιδιαστολή προς τους εύπεπτους μύθους. Το βιβλίο αυτό βάλθηκε να αναμετρηθεί με τον νωχελικό οραματισμό που έχει σε πολλές περιπτώσεις κρατήσει αμβλυμμένη την αντίδραση του κοινού προς τη διάδοση ασύστατων αντιλήψεων σχετικά με τη γλώσσα. Ακολουθώντας τον δύσκολο δρόμο, ο συγγραφέας έγραψε αυτό το συναρπαστικό πόνημα για να ταχθεί με το μέρος τής αλήθειας, γνωρίζοντας ότι, όταν αυτή προηγηθεί, η κατανόηση θα ακολουθήσει.

18/8/08

Ατοπήματα και ουτοπία

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ
Ελύτης

Αν έχετε πεζοπορήσει σε άγνωστο μέρος ή επιχειρήσατε κάποτε να πλοηγήσετε ένα σκάφος, θα είστε ασφαλώς εξοικειωμένοι με τη σπουδαιότητα της πυξίδας. Θα ξέρετε, όμως, ότι αυτό το στοιχειώδες αξιόπιστο όργανο μπορεί να αποδειχθεί εντελώς άχρηστο, αν δεν έχετε φέρει μαζί σας λεπτομερή χάρτη. Χωρίς τον χάρτη οι ενδείξεις τής πυξίδας δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν, επειδή αδυνατούμε να τις αντιστοιχίσουμε στην πραγματικότητα.

Ο χώρος τής γλωσσικής μυθολογίας ηγεμονεύεται από τη στρεβλωτική συλλογιστική γραμμή, ότι η μελέτη των δεδομένων έχει τελεολογικό χαρακτήρα: αποσκοπεί στη θεμελίωση της υπεροχής. Από όσους πέφτουν θύματα αυτού του ιδεολογήματος δεν λείπει η αγάπη για τη γλώσσα. Ωστόσο, ο συναισθηματικός χώρος που καλύπτεται από τέτοια μυθεύματα αλλοιώνει τον ήχο τους και θολώνει την κρίση. Ως αποτέλεσμα, η άρθρωση των μύθων φτάνει στα αφτιά τόσο παραμορφωμένη, ώστε για ορισμένους να ακούεται σαν ατόφυα ελληνική φωνή.

Από όσους αισθάνονται αγαλλίαση εξαιτίας τής γλωσσικής μυθολογίας λείπει ο λεπτομερής χάρτης, τον οποίο έχουμε στο παρελθόν αποκαλέσει κατάρτιση. Η σοβαρή αυτή έλλειψη αφήνει τα γλωσσικά σήματα ακατάληπτα, τα δε ερμηνευτικά χάσματα σκεπάζονται βιαστικά από την ατημελησία που χαρακτηρίζει τον νηπιακό ενθουσιασμό. Η ευγενής ιδέα ανακηρύχθηκε κριτήριο αφ’ εαυτού ικανό να αντισταθμίσει όλες τις μεθοδολογικές ατέλειες και να αποζημιώσει για όλα τα ατοπήματα που ρυμουλκούνται από την ουτοπία.

Πριν από λίγα χρόνια δημοσιεύθηκε σε περιοδικό που φιλοξενεί γλωσσικές εικασίες άρθρο το οποίο αποσκοπεί στην επανεξέταση ή αναθεώρηση των «κρατουσών θεωρητικών υποθέσεων» για τη γλώσσα. Ερευνητές, σχολιαστές, εκδότες και ολιγάριθμοι ανεπαρκώς ενημερωμένοι φιλόλογοι και ιστορικοί έχουν αφεθεί να παρασυρθούν από τα συμπεράσματά του και παραπέμπουν σε αυτό, υποστηρίζοντας ότι ανατρέπει τα πορίσματα της επιστήμης για την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία.

Από το άρθρο δεν λείπουν οι συνήθεις διαπιστωμένες ακρότητες, που είναι συνυφασμένες με τα κείμενα γλωσσικής μυθολογίας. Αναφέρω εν συντομία μερικές: Άστοχη χρήση γλωσσολογικών όρων και ελλιπής κατανόηση του περιεχομένου τους – Αθέτηση των μορφολογικών ορίων των λέξεων – Επιλεκτική άντληση υλικού από διάφορα εγχειρίδια και λεξικά, ενίοτε εκτός συγκειμένου, όταν κρίνεται συμφέρουσα για τον στόχο – Αντιπαραβολή υλικού που δεν ανήκει στην ίδια συγχρονία και, παρά ταύτα, αντιμετωπίζεται σαν ομοστρωματικό. Τέλος, παρατηρείται η διαδεδομένη σύγχυση μεταξύ ομορρίζων και παραγώγων τής ετυμολογικής αλυσίδας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παραπλανητική μεταφορά των στοιχείων που παρέχουν τα λεξικά.

Διαβάζοντας τέτοια κείμενα, ο γλωσσολογικά ενήμερος αναγνώστης νιώθει βαθιά αμηχανία, όχι μόνον από την ισχυρή αυτοπεποίθηση των συντακτών, αλλά και από την τακτική τους να στηρίζονται στην αισθητική εντύπωση και όχι στην επιστημονική ανάλυση. Δυστυχώς, η κακή χρήση τού υλικού από (συχνά καλοπροαίρετους) ερευνητές, που όμως στερούνται επιστημονικού υποβάθρου, δεν είναι παρά απαρίθμηση σοφισμάτων που αποτιμήθηκαν σαν επιχειρήματα.

Έχω στο παρελθόν εξηγήσει (και εμμένω σε αυτή τη θέση) ότι δεν έχει νόημα η λεπτομερής αναίρεση κάθε γλωσσικού μύθου, ότι είναι περιττή εφόσον έχουμε εξασκήσει τις δυνάμεις αντιλήψεώς μας μέσω της κατάρτισης, ώστε ευθύς να αναγνωρίζουμε την πλάνη. Συμβαίνει κάποτε, όμως, η πλάνη να είναι καλά κρυμμένη πίσω από τη συγκίνηση που προκαλεί και τα γλωσσολογικά εργαλεία να χρησιμοποιούνται με παροδηγημένο ρομαντισμό, καθώς ο ερευνητής πασχίζει να συμμορφώσει τη γλωσσική ύλη με την έμπνευση, θεωρώντας ότι η επιστήμη υποχρεούται να λογοδοτήσει σε κάποια ωραία (εθνική ή άλλη) ιδέα.

Προσέξτε, παρακαλώ, την ακόλουθη ένδειξη:

Στο προαναφερθέν άρθρο διατυπώνεται η κεντρική ιδεολογική θέση ότι οι διαπιστωμένες σχέσεις μεταξύ γλωσσών τεκμηριώνουν «τὴν δυνατότητα καὶ ἐπάρκεια τῆς Ἑλληνικῆς νὰ ἑρμηνεύη ἐτυμολογικῶς καὶ ἐν πολλοῖς καὶ μορφολογικῶς ὁποιαδήποτε γλῶσσα». Οι συντάκτες ισχυρίζονται ότι αυτό «ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἀρχικὴ γλῶσσα ἄμεσο πρόγονο τῆς Ἑλληνικῆς, τὴν Ἑλληνοπελασγική, τὴν βάση τῆς ἑνιαίας ὁμογλωσσίας τοῦ ἀρχέγονου ἑλληνικοῦ χώρου, τῆς κοιτίδας τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ».

Επειδή οι εσφαλμένες αυτές απόψεις χαρακτηρίζονται από ηχητικό πληθωρισμό που ακούεται ευχάριστα στα απρόσεκτα αφτιά, έκρινα σκόπιμο να στρέψω την προσοχή σε δύο βασικές μεθοδολογικές πλάνες που υπόκεινται σε τέτοια κείμενα και αιχμαλωτίζουν τον τρόπο σκέψεως, ώστε να παράγει στάση αδιάφορη για την επιστήμη.

1) Έλλειψη συστηματικότητας.

Η χρήση τού υλικού σε εργασίες γλωσσικής μυθολογίας διακρίνεται από ρευστότητα, ασυνέπεια και σύγχυση. Οι όποιες συγκρίσεις δεν υπαγορεύονται από καμμία συστηματική αντιστοιχία, αλλά υποτάσσονται μόνο στην τυχαιότητα, αν ο επιδιωκόμενος σκοπός φαίνεται προσιτός.

Το ακόλουθο παράδειγμα από το ίδιο άρθρο είναι, καθώς πιστεύω, ικανό να επεξηγήσει τα ανωτέρω:

Οι συντάκτες συνδυάζουν διάσπαρτα γλωσσικά στοιχεία, τα οποία νομίζουν ότι αποδεικνύουν σχέση καταγωγής τής Φινλανδικής από την Ελληνική. Κατά τη συνήθη τακτική των κειμένων αυτής της κατηγορίας, ο προσφορότερος στόχος είναι λέξεις που εμφανίζουν κάποια ομοιότητα στη μορφή και είναι παραπλήσιες στη σημασία. Ως εκ τούτου, φινλανδικές λέξεις ανάγονται αδίστακτα σε αρχαίες ελληνικές, π.χ. φινλ. vesi «νερό» (αρχ. Fύδωρ), aina «πάντοτε» (αρχ. αἰωνίως), tuli «φωτιά» (αρχ. σέλας), sulo «χάρη» (αρχ. θάλλειν), riekale «κουρέλι» (αρχ. ῥάκος με κατάληξη –ύλλον = -ale), puu «δέντρο» (αρχ. φύειν) και παρόμοια. (Οι τύποι γράφονται ακριβώς όπως τους παραθέτουν οι συντάκτες τού άρθρου).

Φοβούμαι πως οι ανωτέρω συγκρίσεις συνιστούν καθαρή άσκηση παρετυμολογίας. Οι συγγραφείς απομονώνουν τεμάχια λέξεων βασισμένοι σε επιφανειακή και τυχαία ομοιότητα, παραθεωρώντας ότι η ετυμολογία προϋποθέτει αυστηρή και αναλυτική επεξήγηση της όποιας αντιπαραβολής. Συνεπώς, η συσχέτιση των aina – αἰωνίως, sulo – θάλλειν, tikki – στίζειν και άλλων δεν προσφέρει απολύτως τίποτε, διότι στηρίζεται μόνο στη φαντασία και δεν αποδεικνύει συστηματική σύνδεση του πλήρους κλιτικού και μορφολογικού παραδείγματος των λέξεων. Οι συντάκτες έχουν ακόμη παρερμηνεύσει διάφορες υποθέσεις για δάνεια μεμονωμένων λέξεων των φιννοουγγρικών γλωσσών από γειτονικές (κυρίως τευτονικές) γλώσσες, όπως εικάζεται ότι συνέβη π.χ. με το φινλ. tikki (πβ. αρχ. γερμ. *stik-i- > γοτθ. stiks «τσίμπημα, ραφή», ομόρριζο των αρχ. στίζω, λατ. *stingo, σύνθ. di-stinguo), οι οποίες ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι πηγή προελεύσεως είναι η Ελληνική.

Η ετυμολογία, ως απαιτητικός γλωσσολογικός κλάδος, επιβάλλει επίσης ικανοποιητική ερμηνεία κάθε εικαζόμενης φωνητικής αλλαγής. Η υποτιθέμενη προέλευση του φινλ. vesi από το αρχ. ὕδωρ δεν εξηγείται με την επιπόλαιη υπόθεση ότι έχουμε «τροπὴ ὀδοντικοῦ δ σὲ σ»· η εν λόγω τροπή είναι σπανιότατη και εμφανίζεται σε ορισμένο φωνητικό περιβάλλον (κυρίως όταν γειτονεύει με ημιφωνικό φθόγγο), όχι όποτε μας εξυπηρετεί. Το ζεύγος tuli – σέλας δεν ερμηνεύεται με το σόφισμα «δωρικὴ τροπὴ σ- > τ-», αφ’ ενός μεν διότι αυτή η εξέλιξη δεν είναι καθολική στις δωρικές διαλέκτους, αφ’ ετέρου δε διότι δεν επηρεάστηκε ο τύπος σέλας.

Η έλλειψη συστηματικότητας που διέπει αυτή τη συλλογιστική γραμμή φανερώνει την ανεπάρκειά της και με έναν ακόμη τρόπο. Οι συγκρίσεις αφορούν μόνο σε τυχαίες ομοιότητες λέξεων, ουδέποτε σε αντιστοιχίες συστημάτων και μορφολογικών παραδειγμάτων.

Εξηγούμαι:

Οι ερευνητές που καταγίνονται με τέτοιες θεωρητικές υποθέσεις δεν μπορούν να νίψουν τας χείρας των παρουσιάζοντας απλώς το ζεύγος π.χ. vesi – (F)ύδωρ. Οφείλουν να αποδείξουν ισχυρές αντιστοιχίες για ολόκληρο το κλιτικό παράδειγμα, π.χ. ὕδατος, ὕδατα (πβ. τα όντως ομόρριζα χεττ. wātar, wetenas, γοτθ. wato, watins). Οφείλουν να εξετάσουν ολόκληρο το σύστημα του ρήματος π.χ. θάλλω, για να εντοπίσουν αναλογία (που υπερβαίνει την τυχαία ομοιότητα) στην κλίση, στα πρόσωπα και στους χρόνους με φινλανδικό ρήμα (και όχι με το ουσ. sulo «χάρη»). Οφείλουν να παραθέσουν ομάδες ελληνογενών λέξεων με παραγωγικό μόρφημα που να προέρχεται από το αρχ. -ύλον. Και είναι υποχρεωμένοι να παράσχουν πειστικές αποδείξεις ότι η γλώσσα-στόχος (Φινλανδική) συμμερίζεται τουλάχιστον κάποιες από τις μορφολογικές ιδιαιτερότητες της υποτιθέμενης γλώσσας-πηγής (Αρχαίας Ελληνικής, όπως είναι ο αναδιπλασιασμός, η ρηματική αύξηση, το μεταπτωτικό σύστημα), για να μη μνημονεύσουμε στοιχεία ταυτότητας της γλώσσας, που δεν γίνονται εύκολα αντικείμενο δανεισμού (όπως οι αντωνυμίες, τα στερητικά μορφήματα και οι τύποι τού προσωπικού ρήματος «είμαι»).

Συμπέρασμα: Τα γλωσσικά μυθεύματα αστοχούν οικτρά στον τομέα τής σύγκρισης, επειδή αποτυγχάνουν να αποδείξουν συστηματικότητα στη δομή. Η Φινλανδική ανήκει σε άλλη γλωσσική οικογένεια (ουραλική) και είναι μάταιο να αναζητούμε την αφετηρία της σε οποιονδήποτε κλάδο τής ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας.

2) Ελλιπής αξιολόγηση του υλικού.

Οι ουτοπικές γλωσσικές θεωρίες αναζητούν αδυναμίες τής ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας, για να εκφράσουν τη διαφωνία τους με πάταγο. Οι εισηγητές τους σύρονται από τη σκέψη ότι έτσι ανοίγουν τον δρόμο, για να θέσουν στην αφετηρία τής ομογλωσσίας την Ελληνική. Εντούτοις, όσοι προβαίνουν σε τέτοιους έωλους ισχυρισμούς καταλήγουν απλώς να ακυρώνουν κάθε εργαλείο τής επιστημονικής έρευνας.

Ας επιστρέψουμε στο προαναφερθέν άρθρο, που χρησιμεύει ως παράδειγμα στη συζήτησή μας, για να επισημάνουμε το πρόβλημα.

Οι συντάκτες κατακρίνουν μία από τις επιχειρηθείσες διαιρέσεις των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, την πεπαλαιωμένη ταξινόμηση σε γλώσσες centum και satem (από το αριθμητικό εκατό, όπως απαντά σε διάφορες γλώσσες). Αξίζει να παρατηρηθεί ότι η συγκεκριμένη διαίρεση δεν θεωρείται πλέον λειτουργική στη σύγχρονη Ι.Ε. γλωσσογεωγραφία, επειδή βασίζεται σε ένα μόνο χαρακτηριστικό και δεν παράγει ισόγλωσσο που να ανταποκρίνεται σε όσα γνωρίζουμε για τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Εφόσον οι γλώσσες των δύο αυτών κατηγοριών δεν μοιράζονται άλλα συστηματικά στοιχεία, δεν θεωρούμε σήμερα ότι η διαίρεση centum – satem συμβάλλει στις γνώσεις μας για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (Π.Ι.Ε.) φωνολογία. (Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται θεωρητικά για το ζήτημα μπορεί να συμβουλευτεί, μεταξύ άλλων, το εξαιρετικό πρόσφατο εγχειρίδιο του James Clackson, Indo-European Linguistics, Cambridge 2007, σ. 49-53).

Οι συντάκτες τού άρθρου, όμως, αποτυγχάνουν να παρακολουθήσουν την επιστημονική σκέψη και τη διαδρομή που διήνυσε η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία από το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα και ύστερα. Ενώ ισχυρίζονται ότι «αὐτὴ ἡ διάκριση [δηλ. centum – satem] εἶναι λανθασμένη καὶ σκοποθηρική», στη συνέχεια πιστεύουν πως επιλύουν το ζήτημα τοποθετώντας απλώς στην αφετηρία την ελληνική γλώσσα. Προβάλλουν τη θέση ότι «ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἤδη ἀπὸ τῆς μυκηναϊκῆς διαλέκτου εἶναι ἡ μόνη ποὺ καλύπτει τὴν ἑρμηνεία τῆς ἐναλλαγῆς σ/κ». Οι ατέλειες της διαίρεσης centum – satem μπορούν, επομένως, να αρθούν «ἐὰν δεχθοῦμε τὸ γεγονὸς τῆς συνύπαρξης ἐναλλακτικῶς τῶν φθόγγων σ/κ σὲ ὁμόρριζα τῆς Ἑλληνικῆς». Κατόπιν αναφέρονται μερικές περιπτώσεις, στις οποίες νομίζουν ότι υπάρχει ασυνέπεια, όπως σανσκριτικές λέξεις που εμφανίζουν k αντί συριστικού φθόγγου και παραδείγματα αρχαιοδιαλεκτικών τύπων με διπλή αντιπροσώπευση (-κ- και -σ-). Λυπούμαι ότι οι θέσεις αυτές επαναλήφθηκαν έκτοτε από ολιγάριθμους κλασικούς φιλολόγους με τον ισχυρισμό ότι εδραιώνουν κάποιου είδους «ιαπετική» (εννοούν, αντίθετα από τον Γ. Χατζιδάκι, ελληνογενή) ομογλωσσία.

Έχω χρέος να επισημάνω ότι οι αρθρογράφοι έχουν καθ’ ολοκληρίαν παρανοήσει τις παραμέτρους τού ζητήματος. Θα προσπαθήσω να περιγράψω με αδρές γραμμές το επίμαχο θέμα, χωρίς (πολύ φοβούμαι) να αποφύγω τη σχολαστικότητα που συνεπάγεται η πραγμάτευσή του.

Για να αντιληφθούμε ποιοι τύποι είναι συγκρίσιμοι, απαιτείται να έχουμε υπ’ όψιν τι έχει αποδείξει / αποκαταστήσει η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία σχετικά με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό φωνολογικό σύστημα για τον προκείμενο τομέα. Τα οροφικά σύμφωνα της Π.Ι.Ε. (παλαιότ. gutturals, τώρα συνήθως dorsals) διαιρούνται σε τρεις σειρές: α) ουρανικά [palatals]: *k΄, *g΄, *g΄h, β) υπερωικά [velars]: *k, *g, *gh, γ) χειλοϋπερωικά [labiovelars]: *kw, *gw, *gwh. Από τις τρεις αυτές σειρές μόνον η πρώτη (των ουρανικών) παρουσιάζει την τάση για συριστικοποίηση στις αποκαλούμενες satem γλώσσες, πρόκειται δε σαφώς για νεωτερισμό (όχι αρχαϊσμό) των συγκεκριμένων γλωσσών.

Οι συντάκτες τού άρθρου αναμειγνύουν ετερόκλιτα στοιχεία, παραβάλλοντας δεδομένα από διαφορετικές συμφωνικές σειρές, ενώ επιπλέον παραβλέπουν εντελώς τον ρόλο των γειτονικών φωνηέντων.

Εξετάστε μερικά από τα παραδείγματα που επικαλούνται:

Περίπτωση 1: Το αρχ. κείρω, που ανάγεται σε Ι.Ε. θέμα *sker- «κόβω, διαιρώ», συνδέεται με ομόρριζα όπως τα συνώνυμα λιθ. skìrti, skiriù και σανσκρ. krntati, kartati (γ΄ ενικό πρόσωπο). Εδώ το οροφικό σύμφωνο είναι καθαρό υπερωικό, το οποίο διατηρείται σε όλη την ομογλωσσία και επομένως δεν σχετίζεται με τη διαίρεση centum – satem.

Περίπτωση 2: Συνθετότερη είναι η περίπτωση της ερωτηματικής αντωνυμίας τίς. Ποιο είναι το αρχικό σύμφωνο; Το υλικό τής ομογλωσσίας παρέχει τα εξής στοιχεία προς σύγκριση: λατ. quis, χεττ. kwis, γοτθ. hwas, σανσκρ. kas, λιθ. kas. Είναι προφανές ότι ο αρχικός οροφικός φθόγγος είναι το χειλοϋπερωικό *kw- (όχι κάποιο «ελληνοπελασγικό» qπ) και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στη διαίρεση centum – satem, η οποία, όπως ελέχθη, αφορά στη σειρά των ουρανικών συμφώνων.

Ας σημειωθεί ότι οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι δεν εξελίχθηκαν ομοίως στις Ι.Ε. γλώσσες και στις επί μέρους διαλέκτους, αλλά η αντιπροσώπευσή τους είναι αυστηρά συνδεδεμένη με το εκάστοτε γειτονικό φωνήεν. Επί παραδείγματι, το Ι.Ε. χειλοϋπερωικό *kw απαντά στη Σανσκριτική κανονικά ως k, αλλά εξελίχθηκε σε c, όταν ακολουθούσε *e, *i, *j. Παραδείγματα: σανσκρ. pañča (< *penkwe, πβ. αρχ. πέντε, αιολ. πέμπε), čakra- (< θ. *kwel-, πβ. αρχ. κύκλος, παλ. σκανδ. hvel).

Συνεπώς, κατανοούμε ότι η κάποτε διαφορετική αντιπροσώπευση ενός φθόγγου στις διαλέκτους αποτελεί χωριστή εξέλιξη υπαγορευόμενη από το άμεσο φωνητικό περιβάλλον. Όσα γνωρίζουμε από την ιστορική πορεία των γλωσσών μάς πείθουν ότι οι σύνθετης άρθρωσης χειλοϋπερωικοί φθόγγοι, που δεν διατηρήθηκαν στην Ελληνική, έχουν σαφώς αρχαϊκό χαρακτήρα. Η αντιπροσώπευση π.χ. του Ι.Ε. *gw- στη Λατινική ως gu- (διατήρηση), g- (διατήρηση του υπερωικού στοιχείου) και v/f (διατήρηση του χειλικού στοιχείου) συμφωνεί με τον ρεαλισμό που πρέπει να διέπει την αποκατάσταση ή επανασύνθεση. Αν αγκιστρωθούμε στην ελληνοκεντρική γλωσσική μυθολογία, ότι τα αρχαία σύμφωνα βρίσκονται στην αφετηρία τής αλυσίδας, δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να εξηγήσουμε τη διπλή άρθρωση των λατ. qu-, χεττ. kw- και ομοίως.

Περίπτωση 3: Η άτοπη χρήση τού υλικού φανερώνεται ακόμη στην περίπτωση των αρχ. ρημάτων κίω «φεύγω, τρέχω», κινῶ (-έω) και σεύω / σεύομαι «τρέχω, κυνηγώ», που δεν αποκλείεται να συγγενεύουν ετυμολογικώς. Το γεγονός ότι το θέμα κι- συνδέεται με το λατ. ci-tus «ταχύς» και ότι το σεύω ίσως σχετίζεται με το σανσκρ. cyávate «περπατώ, βαδίζω» και το αρμεν. čogay «πήγα», δεν αποδεικνύει ότι οι ελληνικοί τύποι είναι οι αρχικοί. Για να έχουμε διττή εξέλιξη, χρειαζόμαστε συμφωνικό φθόγγο που να την επιτρέπει και αυτός είναι, πιθανότατα, το ουρανικό *k΄ ή *kj (I.E. θέμα *kjew-). Όπως ο νεοελληνικός τσιτακισμός [affrication] προϋποθέτει ουράνωση [nasalisation], η οποία τελείται πριν από πρόσθιο φωνήεν /e, i/, ομοίως η αρχαία συριστικοποίηση [sibilisation] απαιτεί επίσης προσθίωση της άρθρωσης [k΄] / [kj] (προ των e, i). Αν το ουρανικό στοιχείο χαθεί, τότε το οροφικό σύμφωνο διατηρείται ως απλό [k].

Ελάχιστα αρχαιοελληνικά θέματα εμφάνισαν εξέλιξη και προς τις δύο κατευθύνσεις, αλλά το ίδιο συνέβη και σε γλώσσες όπως η Τοχαρική, όπου το ουρανικό *k΄ απαντά ως [š] πριν από /e, i/ και ως [k] στα υπόλοιπα φωνητικά περιβάλλοντα. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η Τοχαρική είναι η πηγή τής ομογλωσσίας.

Έχοντας ήδη αρκετά μακρηγορήσει, δεν θα επιμείνω άλλο στα ατοπήματα του άρθρου. Υποσημειώνω το εξής: Οι παραπομπές σε αναγνώσματα όπως του μουσικολόγου Nors Josephson για υποτιθέμενα ελληνικά στοιχεία γλωσσών τής Πολυνησίας και του γλωσσομαθούς ερασιτέχνη Γιοσέφ Γιαχούντα (Joseph Yahuda), ο οποίος διατύπωσε εντελώς αστήρικτους ισχυρισμούς για τη σχέση Εβραϊκής και Ελληνικής, στερούν από το άρθρο οποιαδήποτε βιβλιογραφική και επιστημονική θεμελίωση.

Η αναζήτηση τεκμηρίων, όταν στο βάθρο έχει ήδη τοποθετηθεί ένα μύθευμα, καταδικάζει εξ αρχής την προσπάθεια, ακόμη και αν πηγάζει από γνήσια αγάπη για τη γλώσσα. Επειδή το αίσθημα της αρέσκειας εξουσιάζει την κρίση, με λύπη διαπιστώνουμε ότι le coeur a ses raisons, que la raison ignore…

Στα μάτια ενός μικρού παιδιού ό,τι λάμπει ή γυαλίζει φαντάζει άκρως ελκυστικό, παρ’ ότι μπορεί να είναι ασήμαντης αξίας. Παρόμοια, τα γλωσσικά μυθεύματα τροφοδοτούν την αισθητική συγκίνηση και υπαγορεύουν ιδέες αλλοιωμένες, που όμως αστράφτουν μέσα στην άγνοια από την οποία απορρέουν.

Ας παραδεχτούμε ότι η επιστημονική ανάλυση έχει άλλες αξιώσεις, που επικαθορίζονται από την αντικειμενικότητα των στοιχείων. Ας παραδεχτούμε ότι αυτός ο λεπτομερής επιστημονικός χάρτης είναι ο μόνος δοκιμασμένος στον χρόνο, στην παραγωγή αποτελεσμάτων και στον έλεγχό τους. Και ας παραδεχτούμε ότι μόνο η πυξίδα που επαληθεύεται με αυτόν μπορεί να μας προστατέψει από τα ατοπήματα της ουτοπίας.

20/7/07

Γλωσσική παραμυθία: Η αρχή τής ομοχρονίας

―Le temps s’en va, le temps s’en va, ma Dame
―Las, le temps non, mais nous, nous en allons

Pierre de Ronsard (1555)


Στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας οι δρομείς έχουν την υποχρέωση να ανταλλάξουν τη σκυτάλη μέσα σε περιορισμένη απόσταση. Από την ικανότητα των αθλητών να συνεργαστούν σε αυτό το μικρό διάστημα εξαρτάται, όχι μόνο η επιτυχία τους, αλλά η ίδια η εγκυρότητα της συμμετοχής τους. Η αλλαγή απαιτεί συγχρονισμένη και σαφώς οριοθετημένη συμπόρευση.

Αν συζητούμε τη διαδικασία τής γλωσσικής μεταβολής, δεν είναι ίσως άστοχο να λάβουμε υπ΄ όψιν το αγώνισμα της σκυταλοδρομίας. Οι αλλαγές στη γλώσσα, είτε είναι ταχείες είτε βραδείες, είτε ριζικές είτε ανεπαίσθητες, προϋποθέτουν οπωσδήποτε συγχρονισμένη και σαφώς οριοθετημένη συμπόρευση. Μπορούμε να αντιληφθούμε τη γλωσσική αλλαγή ως διαδικασία κατά την οποία το παλαιό και το νέο συνυπάρχουν, συμβαδίζουν και συμπορεύονται, μέχρις ότου η σκυτάλη παραδοθεί και το νέο επικρατήσει. Αποκαλούμε αυτή την αναγκαία συνθήκη ομοχρονία. Ο ιστορικός γλωσσολόγος έχει την αυτονόητη υποχρέωση να αποδείξει, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Γεωργίου Χατζιδάκι, «ὅτι ὅτε ἐλέχθη τὸ νεώτερον, ὑπῆρχεν ἔτι τὸ ἄλλο».

Οι γλωσσικές μελέτες πριν από την ανάπτυξη της επιστημονικής γλωσσολογίας και τη συνειδητοποίηση των κριτηρίων που πρέπει να πληρούνται υπέπιπταν συχνά σε σφάλματα αναχρονισμού. Ενθουσιώδεις ερευνητές των ελληνικών γραμμάτων, γλωσσοδίφες των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων, έσπευδαν να ανακαλύπτουν παντού ομηρικά στοιχεία, ίχνη τού δίγαμμα, ασυναίρετους τύπους και να εμφανίζουν συμπεράσματα που έδειχναν ατελή αντίληψη της γλωσσικής πραγματικότητας. Στη σπουδή τους να καταδείξουν τη γλωσσική συνέχεια, πραγματοποιούσαν χρονικά και λογικά άλματα, ακυρώνοντας τα συμπεράσματά τους, ακριβώς όπως ο δρομέας θα ακυρωθεί αν προσπαθήσει από μακριά να πετάξει τη σκυτάλη στον επόμενο συναθλητή του.

Η αρχή τής ομοχρονίας στηρίζεται στον ρεαλισμό. Ο ιστορικός γλωσσολόγος θεωρεί αδιανόητο να παραβλέψει ότι η μεταβολή προϋποθέτει επαφή τού παλαιού με το νέο, ότι ο δανεισμός απαιτεί (σε κάποιον βαθμό) δίγλωσσους ομιλητές και ότι καμμία εικαζόμενη αλλαγή δεν γίνεται δεκτή, αν δεν εντάσσεται ομαλά στο φωνολογικό και μορφολογικό σύστημα της συγκεκριμένης γλωσσικής φάσης. Αν δεν κρίνουμε κάθε μας εισήγηση υπό τους όρους τής ομοχρονίας, τα συμπεράσματά μας δεν ευθυγραμμίζονται με τη γλωσσική πραγματικότητα και τα ευγενή μας κίνητρα να αποδείξουμε τη γλωσσική συνέχεια δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσουν αυτό που η τεκμηρίωση απαιτεί: μαρτυρίες, σώματα κειμένων, συστηματική ανάλυση.

Στην περίοδο της προεπιστημονικής γλωσσολογίας ελάχιστα ετίθετο υπ’ όψιν των μελετητών η αναγκαιότητα ελέγχου τής ομοχρονίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε στον ελληνικό χώρο η απήχηση που γνώρισε η αποκαλούμενη αιολοδωρική θεωρία, την οποία δίδασκαν και προωθούσαν πολυμαθείς λόγιοι, όπως ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο Ιωάννης Βηλαράς, ο Δημήτριος Μαυροφρύδης και άλλοι. Η εν λόγω θεωρία πρέσβευε ότι η Νέα Ελληνική προερχόταν από «ανάμιξη» στοιχείων των αρχαίων αιολικών και δωρικών ιδιωμάτων, όχι από μετεξέλιξη της Ελληνιστικής Κοινής. Για την εποχή εκείνη, όταν αμφισβητείτο έντονα το ελληνικό στοιχείο και διαδίδονταν ευρέως μεταξύ των λογίων οι απόψεις περί σλαβικής καταγωγής των Ελλήνων, η αιολοδωρική θεωρία έβρισκε χωρίς δυσκολία πρόσφορο έδαφος και ευήκοα ώτα.

Εντούτοις, οι αγαθές προθέσεις δεν προσφέρουν γλωσσολογικά τεκμήρια. Μολονότι σήμερα δεχόμαστε ότι οι περιφερειακές κυρίως διάλεκτοι διατήρησαν αξιοσημείωτους αρχαϊσμούς από τις αρχαιοδιαλεκτικές νησίδες όπου ανήκαν, η αιολοδωρική θεωρία κατέφευγε σε αστήρικτους αναχρονισμούς, οι οποίοι μοιάζουν πολύ με τα έωλα ευρήματα των γλωσσικών μύθων.

Οι λόγιοι της εποχής αθετούσαν συστηματικά τον παράγοντα του χρόνου και επικαλούνταν επιφανειακές ομοιότητες. Επί παραδείγματι, στους νεοελληνικούς τύπους αγαπάει, τιμάει, νικάει έβλεπαν ασυναίρετες ομηρικές μορφές (έγραφαν, για λόγους εντελώς διαφορετικούς από τον Γ. Χατζιδάκι, ἀγαπᾷει, νικᾷει, τιμᾷει). Δεν είχαν αναλογιστεί ότι οι ασυναίρετοι τύποι είχαν από πολλούς αιώνες πάψει να είναι λειτουργικοί στη γλώσσα (σπανίζουν στους αττικούς συγγραφείς). Στην πραγματικότητα, η παρέκταση αγαπά-ει, τιμά-ει, νικά-ει δεν έχει καμμία σχέση με την αρχαία συναίρεση, αλλά οφείλεται σε αναλογική επέκταση του επιθήματος -ει που χαρακτηρίζει το γ΄ ενικό πρόσωπο.

Ομοίως, οι τύποι των θηλυκών ουσιαστικών τιμές, χώρες, ψυχές κτλ. δεν αποτελούν επιβιώματα αιολικών τύπων (πράγμα που ωθούσε τους αιολοδωριστές να γράφουν τιμαῖς, χώραις, ψυχαῖς) ούτε το αρχαίο άρθρο τού πληθυντικού αἱ τράπηκε με κάποιον μυστηριώδη τρόπο σε (οι αιολοδωριστές έγραφαν ᾑ ψυχαῖς, ᾑ χώραις), αλλά προέρχονταν από επίδραση των παλαιών τριτοκλίτων (π.χ. γυναίκες, ελπίδες, παγίδες) και του αρσενικού άρθρου οι, το οποίο επεκτάθηκε αναλογικά στο θηλυκό. Περαιτέρω, η αρχή τής ομοχρονίας δεν ελήφθη υπ’ όψιν από εκείνους που έβλεπαν δωρικό φωνήεν -α- στις γενικές του πατέρα, της ακρίδας κτλ. ούτε βάρυνε καθόλου στη σκέψη όσων ετυμολογούσαν νεοελληνικές λέξεις μιλώντας για «προσθήκη» ή «αφαίρεση» γραμμάτων.

Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε την ίδια πλάνη, το ίδιο πλαστό ή πεποιημένο συμπέρασμα, σε σύγχρονους δημοφιλείς μύθους. Ποια ομοχρονική βάση έχει ο αλματικός ισχυρισμός τού Γιοσέφ Γιαχούντα (Joseph Yahuda) ότι στο εβραϊκό ληκτικό μόρφημα מ (του πληθυντικού αρσενικών) αναγνωρίζει την αρχαία ελληνική δίφθογγο –οι, όπως όμως προφέρεται στα Νέα Ελληνικά (δηλ. /i/); Ποια ετυμολογική βάση έχει η εικασία του ότι τα αρχαία ελληνικά ρήματα σε -ζω αποτελούν την αφετηρία εβραϊκών ρημάτων μέσης φωνής, όπου η κατάληξη έχει μετατραπεί σε πρόθεμα;

Περισσότερο οικεία είναι η πλάνη που σχετίζεται με τη λέξη αφτί. Ασφαλώς ορισμένοι ομιλητές, έχοντας εξοικειωθεί με τη γραφή αυτί και θεωρώντας την ίσως πιο καλαίσθητη, έχουν το δικαίωμα να κρατούν την άποψή τους και να υιοθετούν τη γραφή τής προτιμήσεώς τους. Ωστόσο, στους μη επιστημονικούς κύκλους είναι διαδεδομένη η εντύπωση ότι η γραφή αφτί οφείλεται σε εσκεμμένη απλούστευση και σε αθέτηση της ιστορίας τής γλώσσας.

Η θεώρηση αυτή είναι καθ’ ολοκληρίαν άστοχη και εντελώς παροδηγητική. Από την εποχή τού Γεωργίου Χατζιδάκι μέχρι τώρα οι γλωσσολόγοι και τα έγκυρα λεξικογραφικά έργα έχουν εξηγήσει ότι δεν πρέπει να αθετούμε την ετυμολογική αρχή. (Το σχετικό εξαίρετο κείμενο του αγαπητού συναδέλφου Βασ. Αργυρόπουλου δίνει απαντήσεις σε κάθε πιθανή αμφισβήτηση της ετυμολογικής πορείας). Εντούτοις, παρατηρεί κανείς να επαναλαμβάνονται εικασίες και αναχρονιστικές υποθέσεις, όπως ότι πρόκειται για διατήρηση του αρχ. δωρικού τύπου αὖς, αὐτός και του υποκοριστικού αὐτίον, πράγμα που ―κατά την ίδια επικριτική άποψη― συνηγορεί υπέρ της γραφής αὐ-.

Δεν κρίνω περιττό να επαναλάβω εδώ ότι ο έλεγχος της ομοχρονίας θα έπρεπε να είχε υποψιάσει τους εισηγητές τέτοιων εκδοχών. Ο αρχαϊκός δωρικός τύπος και ο πληθυντικός ἆτα (< *αὐσατ-) είχαν περιθωριοποιηθεί ήδη από την κλασική εποχή. Όταν συναντάται το μεσαιωνικό ἀφτίον, οι δωρικοί τύποι είχαν από πολλούς αιώνες παραδώσει τη σκυτάλη στους ισχυρότερους και ομαλότερους ομολόγους τους της Ελληνιστικής Κοινής. Δεν υπήρχαν πλέον, ώστε να παίξουν ρόλο στη μεταβολή.

Οι μεσαιωνικές μαρτυρίες δείχνουν ποια υπήρξε η πορεία τής αλλαγής που οδήγησε στο ουσ. αφτί. Η συνεκφορά τὰ ὠτία οδήγησε μετά τον ιωτακισμό σε περαιτέρω φωνητική εξέλιξη: τὰ ὠτία > *ταουτία [tautía] (με στένωση του /o/ προ του ανοικτότερου /a/) > [tawtía] (ημιφωνοποίηση) > *ταφτία (με αποκρυστάλλωση του ημιφώνου ως αήχου χειλοδοντικού αντί διχειλικού) > τ’ αφτία (με επανανάλυση που επέφερε ανασυλλαβισμό) > αφτία / (ενικός) αφτί. Πουθενά στη διαδρομή τής λέξεως δεν υπήρξε αρχαία δίφθογγος αυ-, την οποία θα έπρεπε για λόγους ιστορικής ορθογραφίας να διατηρήσουμε στη γραφή.


Ο ρόλος τής ομοχρονίας, όπως και των άλλων κριτηρίων ελέγχου που ανέλυσα σε προηγούμενα σημειώματα, είναι να πιστοποιήσει την εγκυρότητα της έρευνάς μας και να βεβαιώσει ότι το νόμισμα που κρατούμε δεν είναι πλαστό. Αντί να αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί από έναν εύπεπτο μύθο, μπορούμε πάντοτε να ασκούμε το δικαίωμα να μελετούμε σε βάθος και να κατέχουμε τα κατάλληλα εργαλεία, τα επιστημονικά σύνεργα. Εργαλεία όπως η επανασύνθεση, η μορφολογική ανάλυση, η διαπίστωση αντιστοιχιών και η ομοχρονία έχουν εδώ και πολλά χρόνια καταθέσει τα διαπιστευτήριά τους και παρουσιάσει πλήθος αξιόπιστων ευρημάτων, τα οποία διεύρυναν τις γνώσεις μας για τη γλωσσική λειτουργία και εξέλιξη.

Αν κάποιος γοητεύεται από τη γλωσσική μυθολογία και τις ελκυστικές θεωρίες που την υποστηρίζουν, είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα εξής ερωτήματα: Έχω αναρωτηθεί τι οδήγησε το σύνολο της γλωσσολογικής κοινότητας σε αυτή την άποψη; Έχω προσωπικά εξετάσει τα τεκμήρια που προσάγονται και τον τρόπο εφαρμογής ή προβολής τους σε αρχαίες και σύγχρονες γλώσσες; Έχουν οι εισηγητές των αντίθετων απόψεων υποστεί τον κριτικό έλεγχο της επιστημονικής κοινότητας, υποβάλλοντας γραπτά τους σε επιστημονικά περιοδικά για ομότιμη αναθεώρηση (peer-review) και παρουσιάζοντας εργασίες τους σε συνέδρια γλωσσολογίας για να κριθούν; Έχω βεβαιωθεί ότι όσοι κατηγορούν τη συγκριτική γλωσσολογία διαθέτουν το επιστημονικό υπόβαθρο να αναιρέσουν τα πορίσματά της;

Αν η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αρνητική, τότε είναι καλό να κάνουμε (μεταφορικώς) ένα βήμα πίσω και να δώσουμε στον εαυτό μας την απαιτούμενη κατάρτιση, ώστε να εξακριβώσουμε τι ποιότητας εργαλεία χρησιμοποιούνται στη γλωσσολογία. Αν είναι ιδεολογικά, τότε ασφαλώς πρέπει να ασκήσουμε κριτική. Αν όμως είναι επιστημονικά, θα έχουμε την υποχρέωση να βρούμε εμείς ανώτερα ή καλύτερης ποιότητας.

Η σύντομη ζωή μας δεν αφήνει πολύ χρόνο για ατέρμονες περιπλανήσεις στην ψευδώνυμη γνώση. Όπως ανέφερε το αρχικό απόσπασμα από τον Ρονσάρ, δεν είναι ο χρόνος που παρέρχεται, αλλά εμείς οι περαστικοί από αυτόν. Αν παρασυρθούμε από τους μύθους, από τα ευγενή ψεύδη, κινδυνεύουμε σοβαρά να μοχθούμε για την ανακάλυψη της αλήθειας μόνοι μας, χωρίς να οικοδομούμε σε ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί. Θα ήταν σαν να ξεκινούμε κάθε φορά από την αρχή… Και δεν θα έχουμε πάντοτε διαθέσιμο ή απεριόριστο χρόνο για αυτό.

Σημείωση: Ευχαριστώ όλους τους αναγνώστες των τεσσάρων σημειωμάτων περί γλωσσικής παραμυθίας για την ανταπόκρισή τους μέσω σχολίων και ηλ. μηνυμάτων. Σημειώνω ότι την αρχή τής ομοχρονίας και τη σπουδαιότητά της για την ετυμολογία έχω παρουσιάσει αναλυτικά στο βιβλίο μου Εισαγωγή στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Ετυμολογία (σ. 184 κ. εξ.).

1/7/07

Γλωσσική παραμυθία: Η διατήρηση της δομής

Ο καλύτερος τρόπος να ανακαλύψουμε πού βασίστηκε ένας πίνακας ζωγραφικής ασφαλώς δεν είναι να κοιτάξουμε στην παλέτα τού ζωγράφου. Αν το κάνουμε, ίσως μάθουμε κάτι για τα χρώματα και τις αναλογίες τους, ίσως μάλιστα καταφέρουμε να μαντέψουμε τι είδους πινέλα μεταχειρίστηκε, αλλά μέχρι εκεί. Τα εργαλεία τού ζωγράφου δεν μπορούν να αποκαλύψουν τι υπόκειται στον πίνακα.

Αν όμως είχαμε γνώση τής παιδείας τού καλλιτέχνη, αν ξέραμε το πρότυπο που έχει υιοθετήσει και, πολλώ μάλλον, αν είχαμε ενδεχομένως ανακαλύψει κάποιο προσχέδιο του πίνακα, όσο πρόχειρο και αν ήταν, τότε θα βαδίζαμε σε ασφαλέστερο δρόμο. Το ατελές αυτό προσχέδιο μπορεί να ήταν απλώς μερικές σκιές με μολύβι ή κάρβουνο, λίγες γραμμές στο μπλοκ, αλλά οπωσδήποτε θα μας αρκούσε για να αποκτήσουμε εικόνα τού περιγράμματος και της δομής τού έργου.

Όταν αναδιφούμε το γλωσσικό παρελθόν, χρειαζόμαστε αξιόπιστα στοιχεία που να μας παρέχουν εικόνα τής δομής τής γλώσσας, ιδίως των πρώιμων φάσεών της, χρειαζόμαστε ισχυρές ενδείξεις που να σκιαγραφούν τη διάρθρωση του συστήματός της, τη διάταξη και λειτουργία των τεμαχίων της στη διαδρομή τού χρόνου. Επειδή η γλώσσα έχει πλευρές ή όψεις που τείνουν να έλκουν αμέσως την προσοχή μας, απαιτείται βαθιά μελέτη και επισταμένη ανάλυση προκειμένου να διακρίνουμε πού πρέπει να στραφούμε για να συγκεντρώσουμε τα στοιχεία που αποκαλύπτουν τη δομή της. Όπως η προσπάθεια κάποιου να χαρτογραφήσει τη διαδρομή μιας αμαξοστοιχίας με μόνα στοιχεία ορισμένους ενδιάμεσους σταθμούς, έτσι και η αποκάλυψη της διαχρονικής δομής μιας γλώσσας με μόνα στοιχεία τα ελλιπώς διατηρημένα γραπτά μνημεία τού παρελθόντος είναι εγχείρημα δύσκολο και δεν πρέπει να βασίζεται στη διαίσθηση, στον ρομαντισμό και στην ημιμάθεια, που αποτελούν την αφετηρία τής γλωσσικής μυθολογίας.

Έχει επανειλημμένως καταδειχθεί ότι ο πλέον αξιόπιστος μάρτυς που διαθέτουμε για να αποκτήσουμε αυτές τις πληροφορίες είναι η μορφολογία, το επίπεδο γλωσσικής ανάλυσης που ασχολείται με τη δομή και λειτουργία των τεμαχίων (μορφημάτων), καθώς επίσης με τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν τον σχηματισμό των γραμματικώς αποδεκτών λέξεων μιας γλώσσας. Ο Γάλλος γλωσσολόγος Antoine Meillet, από τους θεμελιωτές των ιστορικοσυγκριτικών σπουδών, τόνισε τη σπουδαιότητα αυτού του παράγοντα: «Αυτό που τελειωτικά καθορίζει τη συνέχεια μεταξύ δύο γλωσσών είναι οι τρόποι με τους οποίους εκφράζεται η μορφολογία» (La méthode comparative en linguistique historique, Oslo & Paris 1925). Η μορφολογία διακρίνεται από τη σταθερότητα που χρειαζόμαστε για να κατανοήσουμε ποια είναι η δομή των λέξεων και πώς δηλώνεται διαχρονικά.

Οι εικασίες που εμπίπτουν σε ό,τι έχουμε μέχρι τώρα αποκαλέσει «γλωσσική μυθολογία» έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι αστοχούν οικτρά στον τομέα τής μορφολογίας. Όσοι διατυπώνουν τέτοιες εικασίες έχουν μερικές φορές μοχθήσει σκληρά να εδραιώσουν τη θεωρία τους σε παρατηρήσεις για λεξική ομοιότητα, σε νύξεις περί εκφραστικότητας διαφόρων φθόγγων (π.χ. ότι μερικοί φθόγγοι είναι καταλληλότεροι από άλλους στη δήλωση της τραχύτητας ή της ηπιότητας) ή σε σύγκριση ετερόκλιτων στοιχείων από άλλες γλώσσες (όπως π.χ. πρόσφατο βιβλίο που αναζητεί μυκηναϊκές ρίζες στην κουτσοβλαχική / αρωμουνική γλώσσα). Τελικά φθάνουν να ανακατεύουν απλώς τα χρώματα της παλέτας τού καλλιτέχνη, επιχειρώντας να ζωγραφίσουν τον πίνακα από την αρχή με βάση το ιδεατό τους σχέδιο.

Συνήθη μορφολογικά λάθη: Εσφαλμένη ανάλυση της λέξεως, υποτυπώδης ή μηδενική κατανόηση του ορίου τεμαχίων (μορφημάτων), κακή αποτίμηση του ρόλου κάθε μορφήματος στη συγκριτική μελέτη και άγνοια της λειτουργικής διαφοράς κάθε μορφήματος (συμφύματος, ενθήματος, επιθήματος κτλ.). Χωρίς επαρκή εποπτεία τής μορφολογίας είναι μάλλον βέβαιο ότι θα αποσπαστεί η προσοχή μας από κάτι φαινομενικά εντυπωσιακό. Όπως οι θεατές ενός ταχυδακτυλουργού, είναι πιθανόν ότι θα κοιτάζουμε εκεί όπου θέλει ο έμπειρος διασκεδαστής και όχι εκεί όπου πραγματικά συμβαίνει ό,τι κατόπιν μας παρουσιαστεί.

Ακραία παραδείγματα ελλιπούς γνώσεως της μορφολογίας έχω παραθέσει σε παλαιότερο άρθρο μου, ευγενώς φιλοξενημένο σε άλλον ιστότοπο, και είναι περιττό να τα επαναλάβω εδώ. Αρκούμαι να σημειώσω ότι οι εσφαλμένες ετυμολογικές αναγωγές με τις οποίες ασχολήθηκα σε εκείνο το άρθρο επαναλαμβάνονται κατά καιρούς αναδιατυπωμένες ή εμπλουτισμένες, με τρόπο πάντοτε κολακευτικό στα αφτιά και ύφος που μαρτυρεί σφαλερά εδραιωμένη πεποίθηση.

Η πλάνη που οφείλεται σε ανεπαρκή κατάρτιση ως προς τη μορφολογία μπορεί να εκδηλωθεί και με πιο έμμεσο τρόπο. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν ξέρουμε πώς να αξιοποιήσουμε τα μορφολογικά στοιχεία ή όταν τα εξαναγκάζουμε να δηλώσουν αυτό που έχουμε προαποφασίσει.

Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα.

Σε πρόσφατο βιβλίο τού οποίου ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι αποδεικνύει την πρωτοελληνική καταγωγή των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, χρησιμοποιούνται επιχειρήματα από τη μορφολογία. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι η Ελληνική είναι η μόνη γλώσσα στην οποία τα παραγωγικά επιθήματα έχουν «νοηματικό» χαρακτήρα ή «νοηματική διασύνδεση», ενώ στις υπόλοιπες γλώσσες αποτελούν απλώς λείψανα παλαιότερων λειτουργιών.

Ως παράδειγμα παρουσιάζεται το επίθημα -τηρ, όπως απαντά σε ουσιαστικά τού τύπου κρα-τήρ, βα-τήρ, δο-τήρ, θυγά-τηρ, πα-τήρ, μή-τηρ κ.τ.ό., διατυπώνεται δε η άποψη ότι αντίστοιχες «ενδογενείς παραγωγικές καταλήξεις» (όπως τις αποκαλεί ο συγγραφέας) στις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. -dar, -tar, -ter, -tir, -thair, -dor κτλ.) είναι εντελώς απομονωμένες. Για τις λέξεις με επίθημα -ther στην Αγγλική προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «δεν διαθέτουν ως σύνολο καμία νοηματική ή γραμματική διασύνδεση ούτε μεταξύ τους, ούτε με τα συγγενείας σημαντικά, ούτε με κάποια άλλη ομάδα ονομάτων μέσα στην αγγλική γλώσσα, όντας άλλωστε και διαφορετικά μέρη τού λόγου, δηλαδή άλλες είναι ονόματα (ουσιαστικά ή επίθετα), άλλες ρήματα και άλλες επιρρήματα!» (η σήμανση με θαυμαστικό είναι του συγγραφέα). Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι το επίθημα αυτό έχει πρωτοελληνική αρχή, την οποία κάθε λαός προσάρμοσε στην «εκάστοτε ακουστική του αντίληψη».

Η αξιοπρόσεκτη αυτή επιχειρηματολογία κινείται σε ολισθηρό έδαφος. Εν πρώτοις, η αντιπαραβολή τής Αρχαίας Ελληνικής με γλώσσες πολύ νεότερές της (π.χ. Αγγλική), οι οποίες βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο εξελίξεως, είναι παροδηγητική και αποσπασματική. Αν και παρατίθενται σποραδικά παραδείγματα από τη Λατινική και τη Σανσκριτική, δεν παρουσιάζεται το πληρες μεταπτωτικό σύστημα των επιθημάτων αυτών των γλωσσών, το οποίο σε σύγκριση και με την Ελληνική οδηγεί σε Ι.Ε. επίθημα *-ter.

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι, ενώ στην Ελληνική το εν λόγω επίθημα δηλώνει τον δράστη τής ενέργειας, όταν απαντά σε άλλες συγγενείς γλώσσες, δεν έχει τέτοια λειτουργία. Εντούτοις, η μορφολογία τής Λατινικής ανατρέπει αυτή την ατελή εικόνα: τα παραγωγικά τέρματα -tor και -tr(ix) (θηλ.), που προέρχονται από άλλες μεταπτωτικές βαθμίδες τού Ι.Ε. επιθήματος *-ter, έχουν αυτό ακριβώς το λειτουργικό φορτίο. Παραδείγματα: lec-tor, fac-tor, ora-tor, ac-tor, vic-tor, inven-tor – vic-tr-ix, inven-tr-ix, gene-tr-ix κτλ. Ας αφήσουμε επίσης κατά μέρος το γεγονός ότι το συγκεκριμένο επίθημα δεν φαίνεται να έχει στην Ελληνική πολλές αρχαϊκές μαρτυρίες στη δήλωση του δράστη τής ενέργειας (απουσιάζει με αυτή τη λειτουργία από τα κείμενα της Γραμμικής Β΄, όπου το μοναδικό δείγμα ta-te-re δεν έχει βεβαιωμένα αναγνωσθεί *στατῆρες). Αξίζει ωστόσο να αναρωτηθούμε: Αν προς χάριν τής συζητήσεως παραδεχτούμε ότι κάποιο επίθημα ή ορισμένη μορφολογική κατηγορία εμφανίζεται πλήρως σε μια γλώσσα και ατελώς σε συγγενή της, είναι αυτό ο αξιόπιστος μάρτυς που πρέπει να αναζητήσουμε για να τεκμηριώσουμε την «πατρογονική γραμμή»;

Ορισμένα αντιπαραδείγματα μπορεί να εμπλουτίσουν τον συλλογισμό μας: Η Ελληνική έχασε (ήδη από την αρχαιότητα) τα περισσότερα ληκτικά σύμφωνα, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται να λήγει ελληνική λέξη σε σύμφωνο εκτός από ν, ς, ρ (σπανίως) με την εξαίρεση των λεξικών δανείων και ορισμένων καταλοίπων. Ωστόσο, η Λατινική διατηρεί το αρχαϊκό ληκτικό -d (π.χ. αντωνυμίες aliud, istud, id κτλ.), το οποίο στην Ελληνική ανιχνεύεται μόνο ως υπόλειμμα σε παράγωγα και χωρίς μορφολογικό ρόλο (π.χ. αρχ. ἀλλο-δ-απός, αναλογικά και πο-δ-απός). Ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι η Λατινική είναι πρόγονος της Ελληνικής. Το αξιοσημείωτο γεγονός ότι η Λιθουανική διασώζει το οκτάπτωτο ινδοευρωπαϊκό σύστημα, το οποίο έχουν ως επί το πλείστον απολέσει άλλες συγγενείς γλώσσες (μεταξύ των οποίων και η Ελληνική), δεν συνιστά βάση εκκινήσεως παρόμοιου συλλογισμού. Η διαπίστωση ότι η Σανσκριτική διατηρούσε εν πλήρει λειτουργία το μόρφημα -bhyas της Ι.Ε. δοτικής πληθυντικού (*-bhyos) και ότι η Λατινική προσεγγίζει με το επίθημα -bus, ενώ η Αρχαία Ελληνική δεν έχει κρατήσει ούτε ίχνος του με πτωτική λειτουργία, δεν είναι λόγος να υποθέσουμε ότι αυτές είναι οι μητρικές γλώσσες. Η Ελληνική συγχώνευσε διάφορες πτωτικές λειτουργίες σε κοινή μορφολογική δήλωση, χωρίς αυτό να αποτελεί μειωτικό στοιχείο ή τον αποφασιστικό παράγοντα για τη βαθμίδα εξελίξεως μιας γλώσσας.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν απεριόριστα.

Όταν ερευνούμε την ιστορία τής γλώσσας και επανασυνθέτουμε πρωτογενείς τύπους, είναι σημαντικό να ακολουθούμε το περίγραμμα της δομής που μας δίνει η μορφολογία και όχι αυτό που έχουμε χαράξει στη διάνοιά μας επειδή είναι πιο ελκυστικό. Είναι ευτύχημα ότι η γλωσσολογία έχει αναπτύξει σε εξαιρετικό βαθμό τα εργαλεία τής επανασύνθεσης ή αποκατάστασης, που μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε επαληθεύσιμες υποθέσεις για το γλωσσικό παρελθόν. Αν δεν ξέρουμε μορφολογία, είναι πιθανόν ότι τα ίδια αυτά εργαλεία θα τραυματίσουν την αξιοπιστία μας, όπως ένας λατόμος πληγώνεται από τον δικό του πέλεκυ και τη δική του αδεξιότητα. Τελικά θα πλήξουν τη θεωρία που καλοπροαίρετα διατυπώσαμε.

Στο τελευταίο άρθρο αυτής της θεματικής ενότητας θα εξετάσουμε πώς η γλωσσική μυθολογία προσκρούει στην αρχή τής ομοχρονίας, που πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα σε κάθε συγκριτική μελέτη.

Σημείωση: Ενδιαφέρον και μεστό επιχειρημάτων το άρθρο παράλληλου συλλογισμού τού αγαπητού συναδέλφου Ευθ. Φ. Παναγιωτίδη, στο οποίο μετά χαράς παραπέμπω.

16/6/07

Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία

Ο καθένας μας γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί αν ανάμεσα σε μερικά χαλασμένα φρούτα βάλουμε ένα καλό. Ανάλογα με τη θερμοκρασία τού χώρου, η σήψη είναι ζήτημα χρόνου. Η πείρα μάς έχει διδάξει επίσης ότι και αν αντιστρέψουμε την αναλογία, θα προκύψει το ίδιο αποτέλεσμα. Αν σε ένα καλάθι με ωραία, ώριμα φρούτα τοποθετήσουμε ένα σάπιο, σύντομα όλα θα χαλάσουν.

Η σήψη διαχέεται στο περιβάλλον της και έχει τον τρόπο να επικρατεί.

Δυστυχώς, οι γλωσσικοί μύθοι καταλήγουν να καταστρέφουν οποιαδήποτε καλοπροαίρετη θεώρηση της ιστορίας τής γλώσσας. Όσο και αν προσπαθήσουμε, αν κρύψουμε μια πλάνη κάτω από καλή γνώση τής αρχαίας γλώσσας και γραμματείας, κάτω από την ευφυΐα ή τη γλωσσομάθειά μας, ίσως δε και κάτω από τις καλές μας προθέσεις ή το αγνό μας κίνητρο, οι μύθοι τελικά θα υποσκάψουν και θα διαβρώσουν οτιδήποτε καλό με το οποίο τους έχουμε καλύψει.

Στο προηγούμενο άρθρο μου προσπάθησα να εξηγήσω τι καθιστά τόσο ελκυστική τη γλωσσική μυθολογία, καθώς και πόσο επιβλαβής είναι η υιοθέτησή της. Υποστήριξα ότι, ανεξάρτητα από τους λόγους που ωθούν κάποιον να ενστερνιστεί μια πλάνη, η επίδρασή της στη νοοτροπία και στον τρόπο σκέψεως είναι βαθιά αλλοιωτική. Όπως συμβαίνει με τα χαλασμένα φρούτα, διαχέεται εύκολα και διαστρέφει την κρίση.

Η καλύτερη απάντηση στην ψευδώνυμη γνώση που κυκλοφορείται με τόση αφθονία είναι σαφώς η κατάρτιση. Παρ' ότι απαιτεί μόχθο και ίσως μάλιστα να μην είναι τόσο γοητευτική ή εντυπωσιακή όπως ο μύθος, έχει στερεά βάση και θεμελιώνεται στην επιστημονική έρευνα.

Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας σε τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά που αποτελούν κριτήριο γνησιότητας στην επιστημονική συγκριτική γλωσσολογία και καταλογίζουν ανεπάρκεια σε κάθε γλωσσικό μύθο. Επειδή καθένα από αυτά απαιτεί χωριστή ανάπτυξη, στο παρόν άρθρο θα αναλυθεί μόνο το πρώτο.


Η γλωσσική μυθολογία αρκείται στην παράθεση ομοιοτήτων, ενώ η επιστημονική γλωσσολογία βασίζεται στη θεμελίωση αντιστοιχιών.


Η διαφορά μεταξύ ομοιότητας (similarité) και αντιστοιχίας (correspondance) είναι κεφαλαιώδης, διότι η πρώτη είναι επιφανειακή και έχει την αφετηρία τις σε εξωτερικές ενδείξεις, ενώ η δεύτερη εδράζεται στη δομή τής γλώσσας και έχει συστηματικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η ομοιότητα είναι μεμονωμένη, κατ’ ουσίαν απομονωμένη από το υπόλοιπο γλωσσικό υλικό, ενώ η αντιστοιχία παρατηρείται σε πλήθος ομοειδών περιπτώσεων.

Εξετάστε το ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Γνωστό βιβλίο γλωσσικής μυθολογίας διατείνεται, μεταξύ πολλών άλλων, ότι η εβραϊκή λέξη כל kol «όλος» προέρχεται από την ελληνική όλος. Διατυπώνεται μάλιστα ο ισχυρισμός ότι η σημασιολογική συμπεριφορά των δύο επιθέτων είναι παρόμοια, ενισχυτική τής εικαζόμενης συγγένειας.

Ο μη ειδήμων αναγνώστης ίσως βρει ελκυστική την εικασία, αλλά ας σκεφθούμε: Αιτιολογεί ο εισηγητής της την απουσία τού αρχικού k- από την ελληνική λέξη; Μπορεί να παρουσιάσει άλλες περιπτώσεις, στις οποίες έχουμε αποδεδειγμένη τέτοια αποβολή τού αρχαίου κ- ως αρκτικού συμφώνου; Παραθέτει άλλα ομοειδή ζεύγη που να καθιστούν αναντίρρητη την προτεινόμενη αντιστοιχία εβρ. k- ↔ αρχ. ø στην αρχή των λέξεων;

Ο γλωσσολόγος που επιθυμεί να τεκμηριώσει συγκεκριμένη αντιστοιχία, η οποία δεν αιωρείται στην τυχαιότητα, θα αναζητήσει περισσότερο υλικό. Διαπιστώνει εν προκειμένω ότι στη γραμματεία απαντά επίσης ο ιωνικός τύπος οὖλος. Από αυτό επάγεται ότι στη βάση τού συστήματος βρίσκεται αμάρτυρος τύπος *ολ-Fος, από όπου το ιωνικό οὖλος με αναπληρωτική έκταση (δηλ. αποβολή τού ημιφώνου και τροπή τού βραχέος φωνήεντος που προηγείται σε μακρό κλειστό: [hólwos] > [hó:los]).

Η ορθότητα του συμπεράσματος επαληθεύεται από ομοειδείς περιπτώσεις, οι οποίες ακυρώνουν οποιαδήποτε συμπτωματική ή τυχαία ομοιότητα. Παραδείγματα: αττ. μόνος / ιων. μοῦνος < *μον-Fος, αττ. ξένος / ιων. ξεῖνος < *ξεν-Fος, αττ. κόρη / ιων. κούρη < *κορ-Fᾱ κ.ά. Η Γραμμική Β΄ (Μυκηναϊκή) επιβεβαιώνει τα ανωτέρω στοιχεία. Είναι φανερό τώρα ότι το φωνητικό φαινόμενο που περιγράψαμε απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ομοιότητα: πρόκειται για συστηματική αντιστοιχία.

Η εξέταση παράλληλων περιπτώσεων από άλλες γλώσσες καταδεικνύει επιπλέον ότι ο τύπος *όλ-Fος, τον οποίο επανασυνθέσαμε, θα πρέπει να ανάγεται σε ένσιγμο θέμα *sol-, όπως επιμαρτυρούν αντίστοιχοι τύποι άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, π.χ. λατ. sal-vus «σώος – υγιής», sol-idus «σταθερός», σανσκρ. sar-va- «ακέραιος, άθικτος, πλήρης», αρμεν. olj «ολόκληρος –υγιής» (< *sol-jo-).

Τώρα είμαστε σε καλύτερη θέση να απορρίψουμε τη συσχέτιση με το εβρ. kol, με το οποίο η μερική ομοηχία δεν έχει συστηματικό αλλά τυχαίο χαρακτήρα.


Στο επόμενο άρθρο θα συζητήσουμε πώς η γλωσσική μυθολογία προσκρούει στην αρχή τής διατηρήσεως της δομής, η οποία αποτελεί θεμέλιο της συγκριτικής μορφολογίας.

Σημείωση: Δεν πρέπει να αναμένουμε από την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία να επιλύσει ζητήματα που απαιτούν εμμάρτυρες αρχαιολογικές αποδείξεις. Πληροφορίες για την καταγωγή των ινδοευρωπαϊκών φύλων ή την αρχική τους κοιτίδα, καθώς και η σχετική συλλογιστική, υπάρχουν τώρα διαθέσιμες σε πλούσια βιβλιογραφία. Οι διιστάμενες απόψεις σε ζητήματα γλωσσικής παλαιοντολογίας δεν ανατρέπουν την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία, η οποία στηρίζεται σε ισχυρά τεκμήρια. Στους ενδιαφερομένους συστήνω τα ακόλουθα βιβλία:

• Gamkrelidze, H.C. & V.V. Ivanov, 1995: Indo-European and the Indo-Europeans. A reconstruction and historical analysis of a proto-language and a proto-culture. Berlin & New York.

• Mallory, J.P., 1989: The Indo-Europeans (μτφρ. Οι Ινδοευρωπαίοι. Γλώσσα, Αρχαιολογία και Μύθος, Αθήνα 1995).

• Renfrew, C., 1987: Archaeology and language. The puzzle of Indo-European origins. London.

Σε αυτά και σε άλλα ζητήματα είναι αναμενόμενο ότι η επιστήμη δεν έχει δώσει οριστικό πόρισμα για το κάθε τι. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας αποτρέψει από το δικαίωμα να εξετάσουμε τον επιστημονικό συλλογισμό και να μοχθήσουμε προκειμένου να αποκτήσουμε την κατάρτιση που απαιτείται για να επεξεργαζόμαστε σωστά το γλωσσικό υλικό. Όταν παρέχουμε στον εαυτό μας αυτή την ευκαιρία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για χρόνο καλά τοποθετημένο, ο οποίος στη συνέχεια θα μας ανταμείψει.

21/5/07

Γλωσσική παραμυθία

nos propterea aliquid bonum judicare,
quia id conamur, volumus, appetiamus atque cupimus


Baruch Spinoza

Ήταν πριν από κάμποσα χρόνια, όταν σεβαστός εκδότης με ιστορία στον χώρο των γραμμάτων μπήκε ανήσυχος στο γραφείο μου. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι Θ.», είπε: «Αυτό το φασούλι η Ινδοευρωπαϊκή πώς μας προέκυψε;» Τον ρώτησα τι εννοούσε. Έκανε μια κοφτή χειρονομία. «Εγώ Ινδοευρωπαϊκή δεν ξέρω. Ξέρω για τη γλώσσα των Ελλήνων, των Ρωμαίων… Γιατί αυτή η γλώσσα η αρχική να μην είναι η Ελληνική;»

Η διατύπωση της ερώτησης με είχε τότε στενοχωρήσει. Ένιωθα ότι ο συνομιλητής μου ήταν απογοητευμένος από τα συμπεράσματα της επιστημονικής γλωσσολογίας. Ήταν βαθιά λυπημένος από το γεγονός ότι σε προχωρημένη ηλικία είχε αναγκαστεί να μάθει πως έπρεπε να αποχωριστεί κάτι που αγαπούσε, στο οποίο είχε επενδύσει ψυχικά. Κατανοούσα ότι οι γλωσσικές του πεποιθήσεις είχαν τόσο ζυμωθεί με τον τρόπο σκέψης του, ώστε συμμετείχαν στις αξίες του και προσέδιδαν στις ιδέες του νόημα.

Όπως έγραψε ο Σπινόζα στο παραπάνω χωρίο: «Θεωρούμε κάτι καλό επειδή αγωνιζόμαστε για αυτό, επειδή το ευχόμαστε, το αποζητούμε ή το ποθούμε».

Όπως κάθε μύθος, η γλωσσική μυθολογία έχει ρόλο παραμυθητικό. Προσφέρει παρηγοριά και ψυχική ικανοποίηση σε ανθρώπους που αγαπούν τη γλώσσα και γοητεύονται από τα μυστικά τής λειτουργίας της. Αποτελεί άγκυρα στην αναζήτηση ταυτότητας, αναδεικνύοντας τον κάτοχό της και την ξεχωριστή, διακεκριμένη του θέση. Όσο οι καιροί ηγεμονεύονται από την ηθική ακαθοριστία, όσο η ουσία τής αξίας μένει αινιγματική, το πλαίσιο που ευνοεί την άνθηση τέτοιων ιδεολογημάτων θα είναι στερεά υφασμένο, ελκυστικό στην όψη και κολακευτικό στα αφτιά.

Οι γλωσσικοί μύθοι καλύπτουν αμέσως τα κενά. Χαρακτηριστικό τους είναι η σαφής απόδοση ρόλου και ταυτότητας στους μετέχοντες. Όπως σε κάθε παραμύθι, γίνεται εύκολα νοητό ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ο δε ακροατής αισθάνεται ευτυχής που ξέρει ότι το καλό τελικά θα υπερισχύσει. Ομοίως, όσοι εντρυφούν σε γλωσσικούς μύθους αναζητούν στρατόπεδα, παρατάξεις, συνωμοσίες και προδότες. Από τη βαθιά τους ανησυχία για πιθανή απώλεια εικάζουν ότι έχουν ευθύς αμέσως εντοπίσει ποιος είναι ο αντίπαλος και από πού ενεργεί. Κατόπιν αναπτύσσουν λόγο καταγγελτικό των υποτιθέμενων προθέσεών του. Ως εκ τούτου, στην ινδοευρωπαϊκή συγκριτική γλωσσολογία, στα πορίσματα της επιστήμης για την προέλευση του αλφαβήτου, στο γλωσσικό ζήτημα, σε θέματα ετυμολογίας οι μύθοι παρέχουν αμέσως την ελκυστική εναλλακτική λύση, τέτοια που να μπορούν να αγαπήσουν και να αγωνιστούν για χάρη της.

Τα μυθεύματα γλωσσικής υπεροχής χαρακτηρίζονται επίσης από τη φαντασίωση της έμπνευσης. Ο αυτόκλητος ερευνητής θέτει συγκεκριμένο στόχο (π.χ. να παρουσιάσει την Πρωτοελληνική σαν μητέρα-γλώσσα) και κατόπιν επιλέγει τα δεδομένα που ταιριάζουν στην εικασία του. Συρράπτει ετερόκλιτα στοιχεία με βάση εκκινήσεως την εξωτερική ομοιότητα και πασχίζει να συμμορφώσει το γλωσσικό υλικό που είναι διαθέσιμο. Αν ερωτηθεί γιατί απουσιάζουν τα γλωσσικά τεκμήρια που να βεβαιώνουν κάποια μεταβολή (π.χ. γιατί δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Ετρουσκική προέρχεται από την Ελληνική), ο εμπνευστής τού μύθου κραδαίνει το ευέλικτο argumentum ex silentio: αν κάποτε τα τεκμήρια βρεθούν, θα θριαμβολογήσει· αν δεν βρεθούν, μπορεί πάντοτε να ισχυρίζεται ότι θα εντοπιστούν στο μέλλον και ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του…

Οι γλωσσικοί μύθοι διακρίνονται ακόμη από ημιμάθεια, η οποία δεν αναιρείται από τις αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής Εσκιμώος ανάγεται αβίαστα στο επίθ. άσχημος και το αγγλ. sin στο ομηρικό σίνομαι «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια.

Εν τέλει, το πλέον λυπηρό γνώρισμα όσων εντρυφούν σε τέτοιους μύθους είναι η αλλοίωση της κρίσης και της ικανότητας σκέψεως. Όσοι γοητεύονται από τη γλωσσική μυθολογία και προσκολλώνται σε αυτήν γρήγορα επιτρέπουν στον εαυτό τους να καλλιεργεί ισχυρό μίσος για την αντιγνωμία―αποστροφή και καχυποψία που παραμορφώνει την οπτική γωνία υπό την οποία αντικρίζουν τους άλλους.

Αυτό το κεκαλυμμένο μίσος είναι λάθος. Όταν μια ιδέα τείνει να υποβάλλει την αυτάρεσκη υπεροψία, να τροφοδοτεί την αυθάδεια και την εχθρότητα και να μας στερεί την ικανότητα να ακούμε στοχαστικά την αντίθετη άποψη, χρέος έχουμε να προστατευτούμε. Η αλήθεια θα πρέπει να οικοδομεί την ισορροπία. Εν ολίγοις, κάθε αναγνώστης, φοιτητής, καθηγητής, μεταπτυχιακός συνεργάτης, λεξικογράφος ή επιστήμονας προερχόμενος από άλλον κλάδο θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η υποστήριξη της αλήθειας είναι πραγματικά ευγενής ιδέα.

Η υπεράσπιση της αλήθειας δεν είναι όμως εύκολο εγχείρημα.

Αξιόλογοι συνάδελφοι γλωσσολόγοι εκφράζουν ανησυχία για τη διάδοση των παραγλωσσικών και πρωτογλωσσικών μύθων. Αναρωτιούνται δικαιολογημένα πώς είναι εφικτό να ανασκευαστεί κάθε πλάνη, πώς είναι δυνατόν να συμμαζευτεί κάθε ψεύδος που έχει κυκλοφορηθεί με τον μανδύα τής πρωτότυπης έρευνας. Η ανησυχία είναι εύλογη, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ακόμη και μεταξύ μη κατηρτισμένων φιλολόγων παρατηρείται σύγχυση ή απροθυμία ως προς την υποστήριξη της επιστημονικής αλήθειας. Επιπλέον, η βαριά κληρονομιά τής αρχαίας γλώσσας έχει χρησιμοποιηθεί (χωρίς να φταίει η ίδια) ως πηγή τέτοιων μύθων από όσους δεν γνωρίζουν πώς να προσλάβουν ή πώς να αποδεχθούν αυτό το πολύτιμο καταπίστευμα.

Ίσως πρέπει να ξεκινήσουμε αλλιώς.

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα: Για να προστατευτούμε από τη χρήση πλαστών χαρτονομισμάτων, που κατασκευάζονται πλέον με ολοένα και μεγαλύτερη πιστότητα, θα ήταν οπωσδήποτε μάταιο να θελήσουμε να εξοικειωθούμε με κάθε τύπο πλαστού χαρτονομίσματος που κυκλοφορείται. Πρακτικότερο και πιο συνετό θα ήταν μάλλον να γνωρίσουμε και να κατέχουμε καλά τα χαρακτηριστικά των γνήσιων χαρτονομισμάτων. Αυτό θα μας παρείχε τον αναμφισβήτητο μετρικό κανόνα για να κρίνουμε την αλήθεια. Ό,τι δεν ταιριάζει με το γνήσιο θα είναι οπωσδήποτε και αυτόχρημα πλαστό.

Ομοίως, δεν έχει νόημα να καταπιαστούμε με την ανασκευή κάθε γλωσσικού μύθου. Δεν ωφελεί ο ατέρμων αγώνας να δείξουμε πού πλανώνται όσοι μιλούν για Πρωτοαιγαιακή μητέρα-γλώσσα ή γιατί είναι εντελώς αστήρικτη η εικασία τού Γιοσέφ Γιαχούντα (Joseph Yahuda) ότι τα Εβραϊκά είναι Ελληνικά ή πόσα έτη φωτός αφίσταται της αληθείας η υπόθεση ότι οι Ίνκα μιλούσαν δωρική διάλεκτο ή τι καθιστά ανυπόληπτη την άποψη ότι η νεοελληνική προφορά δεν διέφερε πολύ από την αρχαία κ.ο.κ. Προτιμότερο είναι να δώσουμε στον εαυτό μας τον χρόνο (και τη βιβλιογραφική κατάρτιση) να εξοικειωθεί με τον επιστημονικό τρόπο σκέψεως της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αν αναπτύξουμε την ικανότητα και τη μέθοδο να διακρίνουμε την αλήθεια, οι γλωσσικοί μύθοι θα αποσυρθούν μόνοι τους στο περιθώριο, όπως τα παραμύθια που πάψαμε να αναζητούμε μόλις μεγαλώσαμε.

Σε επόμενο άρθρο θα ήθελα να φέρω στην προσοχή τού αναγνώστη τρία μόνο από τα διακριτικά γνωρίσματα της γλωσσολογικής μεθόδου. Συνάδελφοι άλλων επιστημών (π.χ. ιστορικοί, αρχαιολόγοι) έχουν κατά καιρούς καταθέσει τα δικά τους τεκμήρια, αλλά εδώ θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες που προσφέρει η επιστημονική γλωσσολογία.


Όταν ξαναφέρνω στον νου τη συζήτηση με τον καλοπροαίρετο εκείνο εκδότη, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ικανοποίησαν οι εξηγήσεις τής επιστήμης. Με άκουσε με υπομονή για λίγα λεπτά, μετά κούνησε το κεφάλι και είπε φανερά στενοχωρημένος: «Δεν ξέρω τι θα γίνει σε τριάντα χρόνια ―εγώ δεν θα ζω πια― αλλά δεν βλέπω μέλλον στην ελληνική γλώσσα. Και θα έχουμε φταίξει εμείς…» Έφυγε απογοητευμένος.

Εννοούσε ότι «εμείς», κυρίως «εμείς» με τις μακροχρόνιες ειδικές σπουδές, δεν έχουμε υπερασπιστεί τη γλώσσα που αγαπούμε όσο θα έπρεπε; Εννοούσε ότι, ακόμη και αν κάτι δεν είναι επιστημονικά διακριβωμένο, εφόσον πληροί την προϋπόθεση να προάγει την ελληνική γλωσσική υπεροχή, οφείλουμε να το υποστηρίξουμε; Εννοούσε ότι ο γλωσσικός μύθος είναι τελικά παραμυθία, που δεν μπορούμε να στερηθούμε;

Ο σεβαστός συνομιλητής μου πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Δεν είχαμε έκτοτε ξαναμιλήσει για το θέμα. Το κείμενο αυτό έχει αφορμή εκείνη τη συζήτηση, όπως ένα χρέος που δεν έχουμε ακόμη ξεπληρώσει.


Τα άρθρα που πραγματεύθηκαν αυτά τα αιτήματα είναι:
Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία
Γλωσσική παραμυθία: Η διατήρηση της δομής
Γλωσσική παραμυθία: Η αρχή τής ομοχρονίας