04/10/2009

Προσεχώς

Παναγιώτη Κριμπά: Η επίδραση της νεότερης Ελληνικής στις βαλκανικές γλώσσες
(Αθήνα 2007: Εκδόσεις Γρηγόρη)

βιβλιοκριτική παρουσίαση

16/06/2009

Πίσω από τις γραμμές

Με αφορμή τη μετάφραση του βιβλίου τής Henriette Walter,
Η περιπέτεια των γλωσσών τής Δύσης, μετάφραση: Έφη Μαργέλη,
επιμέλεια: Παν. Χαραλαμπάκος (Αθήνα 2007, εκδ. Ενάλιος)


Γνώρισα την κ. Βαλτέρ αρκετά χρόνια αφότου είχα διαβάσει το βιβλίο της. Ακούοντάς την να μιλάει αναρωτήθηκα γιατί μου φαινόταν οικείο το πρόσωπό της. Με το ύφος που στολίζει η καλοσύνη και η αποκτημένη ωριμότητα, η κ. Βαλτέρ μιλούσε όπως έγραφε: βιογραφώντας τις λέξεις και μεταδίδοντας ευγενικούς στοχασμούς για τις γλώσσες και τους ομιλητές τους.

Από την πρόσφατη ελληνική μετάφραση του γαλλικού βιβλίου δεν ανέμενα να μεταφέρει το συνομιλητικό και πρόσχαρο ύφος τού πρωτοτύπου· αναγνωρίζω πόσο είναι άδικο να επωμίζεται ο μεταφραστής ρόλο που αρμόζει σε εκ νέου συγγραφή. Εφόσον, όμως, πρόκειται για γλωσσολογικό κείμενο προορισμένο να κερδίσει το ευρύ κοινό, θα προσδοκούσαμε εύλογα επιστημονική ακρίβεια και γλωσσική ισοδυναμία, ενδείξεις ότι η μεταφράστρια και ο επιμελητής αγωνίστηκαν να υπηρετήσουν το κείμενο.

Η εξακοσίων σελίδων μετάφραση που έχουμε στα χέρια μας είναι τεράστιο έργο και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να εργαστεί κανείς υπό πίεση χρόνου σε τέτοιο απαιτητικό βιβλίο. Η εξιστόρηση της πορείας τόσων διαφορετικών γλωσσών, η παράθεση δεκάδων λεξικών τύπων και παραδειγμάτων και η ευφυής παρουσίαση της επιστήμης με τρόπο αφηγηματικό υφαίνουν από κοινού ολόκληρο τον ιστό των δυτικοευρωπαϊκών ανταλλαγών χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη. Δυστυχώς, όμως, ο χειρισμός τέτοιου και τόσου υλικού με άφθονους τύπους, οικωνύμια, τοπωνύμια και επιστημονικούς όρους ήγειρε υψηλές προσδοκίες, στις οποίες φοβούμαι ότι η ελληνική μετάφραση δεν κατάφερε γενικά να ανταποκριθεί.

Τα επιστημονικά βιβλία, ακόμη και όταν παρέχουν εκλαϊκευμένες γνώσεις, ζητούν από τον μεταφραστή να είναι κάτοχος του πλαισίου αναφοράς τους, γνώστης των τεχνικών όρων και των διακρίσεών τους, απαιτούν εν ολίγοις να διαθέτει κοινό υπόβαθρο επικοινωνίας με τον συγγραφέα. Ειδάλλως, υπάρχει κίνδυνος να φθείρει το κείμενο μεταφράζοντας επιπόλαια, χωρίς συνέπεια και υπό το νέφος τής αμηχανίας, η οποία δίχως άλλο θα φτάσει στον αναγνώστη.

Παρακαλώ τώρα να μου συγχωρηθεί μια δήλωση που ίσως ακουστεί κατηγορηματική: Μπορώ να φανταστώ τον μεταφραστή και τον επιμελητή τού επιστημονικού βιβλίου μονάχα τριγυρισμένους από μια απέραντη βιβλιοθήκη, να καλοζυγίζουν κάθε λεξική επιλογή και να ζητούν συμβουλές ειδικών στα θέματα που δεν κατέχουν. Η μεταφραστική εργασία που γίνεται από μνήμης, χωρίς βιβλιογραφία και επίπονη έρευνα, δεν κερδίζει καθόλου τον σεβασμό μου.

Η εν λόγω μετάφραση είναι σε μεγάλο βαθμό άνιση. Παρ’ ότι γραμμένη σε γλώσσα στρωτή και γενικά ομαλή, παρ’ ότι καταβλήθηκε προσπάθεια να παρουσιαστούν τα εθνωνύμια και τοπωνύμια με την αντίστοιχη ελληνική ονομασία (αναγνωρίζω την εγκυκλοπαιδική έρευνα που οπωσδήποτε έγινε), στα αυστηρώς γλωσσολογικά του σημεία, αυτά που κατ’ εξοχήν χρωματίζουν το πρωτότυπο, το μεταφρασμένο κείμενο προχωρεί ψηλαφητά και αφήνει τον αναγνώστη σε πυκνή ομίχλη.

Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις με βοηθούν να ξεχωρίσω στη συνέχεια δύο κατηγορίες μεταφραστικών αστοχιών που υποπίπτουν αμέσως στην προσοχή.

Εν πρώτοις, η απόσταση από το αντικείμενο του βιβλίου καταφαίνεται από τον ατυχή χειρισμό αρκετών γλωσσολογικών όρων. Το βιβλίο αδικείται κατάφωρα όταν ο όρος sons distinctifs «ήχοι με διακριτική αξία» (δηλ. φωνήματα) αποδίδεται «χαρακτηριστικοί ήχοι» (σ. 44) ή όταν χρησιμοποιείται ο όρος «μεταγραφή» (σ. 46) για να αποδοθεί το γαλλ. translittération, που όμως δηλώνει τον «μεταγραμματισμό». Οι formes prestigieuses δεν είναι φυσικά «περίβλεπτοι τύποι» (σ. 58), αλλά «τύποι κύρους», η δε reconstruction μεταφράζεται αδέξια «ανακατασκευή των γλωσσών» (σ. 89) ή «ανασκευή των μορφών τής γλώσσας» (σ. 235, 474), ενώ οι καθιερωμένοι όροι είναι «επανασύνθεση» ή έστω «αποκατάσταση».

Η αβεβαιότητα στην παρουσίαση των επιστημονικών όρων έχει επιπλέον ως αποτέλεσμα η mutation consonantique «συμφωνική τροπή» να μεταφράζεται απρόσεκτα «μεταλλαγή των συμφώνων» (σ. 95), «μετάλλαξη» (στον πληθ., σ. 97, 114), πράγμα που παρέσυρε τη μεταφράστρια στον ατυχή νεολογισμό «αμετάλλακτοι κανόνες» (σ. 168) αντί «αμετάβλητοι κανόνες» (γαλλ. règles immuables). Το ελληνικό κείμενο συγχέει αδικαιολόγητα τους τεχνικούς όρους désinence «κατάληξη» και suffixe «επίθημα» μεταφράζοντάς τους αδιακρίτως ως «καταλήξεις» (σε διάφορα σημεία, π.χ. σ. 311) και αποδίδει άστοχα τη λέξη formes ως «μορφές» αντί «τύπους». Επιπρόσθετα, η λέξη calque, η οποία δηλώνει τύπους σχηματισμένους κατά το πρότυπο ξένων όρων, αποδίδεται βιαστικά «αντίγραφο» (σ. 304, 478) αντί «μεταφραστικό δάνειο», ο γλωσσολογικός όρος notation «δήλωση» μεταφράστηκε ασταθώς «σημειογραφία» (των φωνηέντων, σ. 41) και «προσδιορισμός» (της έρρινης προφοράς, σ. 123) και ο φωνητικός όρος voiced dorsal spirant «ηχηρό οροφικό συριστικό» (από αγγλικό τίτλο, σ. 517) αλλοιώθηκε σε «προφερόμενο ραχιαίο συρριστικό [sic] ήχο».

Μερικοί ακόμη αλλοιωμένοι γλωσσολογικοί όροι: «χαρακτηριστικά ένωσης» (σ. 363, αντί του ορθού «ενωτικά», γαλλ. traits d’union), «σημειολογία» (σ. 361, αντί του ορθού «σημασιολογία», γαλλ. sémantique), «διάλεκτοι» (σ. 352, αντί του ορθού «τοπικά ιδιώματα», γαλλ. patois), «παραγωγική ερμηνεία» (σ. 598, αντί του ορθού «γενετική ερμηνεία», αγγλ. genetic interpretation, από βιβλιογραφικό τίτλο).

Η δεύτερη κατηγορία λαθών είναι, καθώς πιστεύω, απόρροια της πρώτης. Η ατελής κατανόηση του γλωσσολογικού περιεχομένου τού βιβλίου αποκόπτει μερικές φορές εξ ολοκλήρου τη μετάφραση από το πρωτότυπο. Επί παραδείγματι, διαβάζοντας τη φράση «σταδιακή κατάρρευση του τυχαίου συστήματος» (σ. 155) χρειάστηκε να καταφύγω στο πρωτότυπο για να ανακαλύψω ότι επρόκειτο περί του «πτωτικού συστήματος» (γαλλ. du système casuel). Από θολή αντίληψη της ατμόσφαιρας που μεταδίδει το βιβλίο η καθαρεύουσα χαρακτηρίστηκε «επιστημονική, ελιτίστικη και λίγο θεοποιημένη» (σ. 59, αντί «λόγια, ελιτίστικη και κάπως μνημειακή», γαλλ. savante, élitiste, un peu statufiée). Το λατινικό ρήμα delirare δεν σήμαινε αρχικώς «βγαίνω από τη δεξιά γραμμή» (σ. 134), αλλά «φεύγω από την ευθεία, παρεκκλίνω» (γαλλ. sortir de la ligne droite). Στη σελίδα 331 μια άκρως ενδιαφέρουσα υποενότητα τιτλοφορείται «Λέξεις με την ίδια ετυμολογία», αλλά απαιτείται να την αντιπαραβάλουμε με τον πρωτότυπο τίτλο Les doublets ne sont pas des synonymes, για να κατανοήσουμε ότι η σωστότερη απόδοση είναι «Ομόρριζα αλλά όχι συνώνυμα».

Μερικές ακόμη αστοχίες αυτής της κατηγορίας: «ανάθεση κυρίων ονομάτων» (σ. 233, αντί του δόκιμου «ονοματοδοσία», γαλλ. attribution des noms propres), «Οι απόπειρες που αποβλήθηκαν» (σ. 167, τίτλος υποενότητας, αντί του ορθού «Αποτυχημένες απόπειρες», γαλλ. Tentatives avortées), «προνομιακή ορθογραφία» (σ. 489, αντί του ορθού «προτιμώμενη ορθογραφία», γαλλ. orthographe préférentielle), «παρούσα προφορά» (σ. 46, αντί του ορθού «τρέχουσα προφορά», γαλλ. prononciation actuelle), «Δύο ειδικότητες της ολλανδικής γραμματικής» (σ. 490, τίτλος υποενότητας, αντί του ορθού «Δύο ιδιαιτερότητες της ολλανδικής γραμματικής», γαλλ. Deux spécialités de la grammaire néerlandaise).

Τα λάθη πληθύνονται όταν πρόκειται για λέξεις ή φράσεις από γλώσσες με τις οποίες η μεταφράστρια δεν είναι εξοικειωμένη, π.χ. λατ. nec plus ultra «το μη περαιτέρω, (λαϊκ.) ώς εδώ και μη παρέκει» (που αποδόθηκε «δεν υπάρχει καλύτερο», σ. 160), λατ. tandem «τελικά, τέλος πάντων» (που αποδόθηκε «ζευγάρι», σ. 159), γερμ. Fahrkarte «εισιτήριο» (που αποδόθηκε «χαρτονόμισμα», σ. 441), γερμ. Regiment «σύνταγμα» (που αποδόθηκε «στράτευμα», σ. 441).

Το πρόβλημα επιτείνουν περιπτώσεις κατά τις οποίες καθιερωμένες αποδόσεις αγνοήθηκαν και παρουσιάζονται αγνώριστες. Εν προκειμένω, το άρθρο τού ελληνικού συντάγματος του 1911, που καθιέρωνε την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα, ξαναμεταφράζεται από τα Γαλλικά στη Νεοελληνική (σ. 60) με αποτέλεσμα να ακυρώνεται το περιεχόμενό του (που όριζε ως επίσημο τον γλωσσικό τύπο στον οποίο ήταν γραμμένο). Το ευρέως γνωστό έργο τού Ντεκάρτ Λόγος περί της μεθόδου (1637) μεταφέρεται αδέξια ως Πραγματεία σε σχέση με τη μέθοδο (σ. 164), η δε Εξουσιοδοτημένη Μετάφραση της Βίβλου (αγγλ. Authorised Version ή King James’ Version) αποδόθηκε αδόκιμα Εγκεκριμένη εκδοχή τής Βίβλου (σ. 540, 545).

Η κακή κρίση αποφέρει τους χειρότερους καρπούς της στην ενότητα της βιβλιογραφίας και των σημειώσεων (σ. 591-631). Αντί να ευθυγραμμιστεί προς την καθιερωμένη τακτική και να παραθέτει τα ονόματα και τους βιβλιογραφικούς τίτλους όπως είναι στο πρωτότυπο, το ελληνικό κείμενο αποπειράται αφ’ ενός μεν να μεταφράσει τους τίτλους στα Ελληνικά (μόνο όμως όταν είναι στα Γαλλικά ή στα Αγγλικά), αφ’ ετέρου δε να μεταγράψει τα ονόματα στα Ελληνικά.

Λυπούμαι που πρέπει να σημειώσω ότι αυτή η απόφαση ήταν καταστροφική για την ποιότητα του βιβλίου. Όταν μεταφράζονται οι τίτλοι και μεταγράφονται τα ονόματα, ο αναγνώστης χάνει τη δυνατότητα να αναζητήσει τα σχετικά βιβλία ή άρθρα, αφού δεν μπορεί πάντοτε να ξέρει ποια είναι η αρχική μορφή τους, ποιος είναι ο αυθεντικός τους τίτλος και σε ποια γλώσσα γράφτηκαν. Δυστυχώς, η επιπόλαιη αυτή κίνηση είχε ως πρόσθετο αποτέλεσμα να παραμορφώνονται τα ονόματα διαφόρων επιστημόνων. Λόγου χάριν, ο Γάλλος Jean Haudry μεταγράφηκε Χωντρύ, ο γνωστός γλωσσολόγος Claude Hagège αποκαλείται Χάγκεκ και Χάγκεζκ (αντί Αζέζ) και ο Guy Jucqois απαντά ως Γκάι και Γκουί Ζουκουά. Μόνο προχειρότητα μαρτυρεί η αλλοίωση του ονόματος του Γερμανού λεξικογράφου Walter von Wartburg (που μεταγράφηκε Γουάρτμπουργκ αντί Βάρτμπουργκ), του Ιταλού λεξικογράφου Zolli (που μεταγράφηκε Ζογί αντί Τζόλι), με αποκορύφωμα το επώνυμο του ίδιου του συζύγου τής συγγραφέως, ο οποίος παρουσιάζεται αίφνης να ονομάζεται Ζεράρντ Γουώλτερ!

Το χειρότερο είναι ότι για βιβλία που η συγγραφέας συμβουλεύτηκε στα Ελληνικά —και το σημειώνει ρητά— η μεταφράστρια επιλέγει να ξαναμεταφράσει τους τίτλους από τα Γαλλικά κάνοντας τα αγνώριστα, όπως συμβαίνει με βιβλία των Γ. Μπαμπινιώτη (σημ. 57), Ν. Κοντοσόπουλου (σημ. 31) και Α. Χαραλαμπόπουλου (σημ. 75), ενώ παραβλέπει το γεγονός ότι για ορισμένα υπάρχουν δόκιμες ελληνικές μεταφράσεις (όπως για τα βιβλία των J. Haudry, A. Mirambel και R. Browning). Με στενοχωρεί να υποσημειώσω ότι η απόδοση του γαλλ. Actes ως «Πράξεις» αντί «Πρακτικά» (συνεδρίου) ή η διατήρηση αβλεψιών τού πρωτοτύπου, όπως ότι η πτώση τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έλαβε χώρα το 1450 (αντί το 1453), επιμαρτυρούν πως η μετάφραση άξιζε περισσότερη προσοχή.

Σταματώ εδώ. Θα ήθελα από καρδιάς η κ. Βαλτέρ, που παρουσίασε προσωπικά τη μετάφραση του βιβλίου της, να μπορεί να αποβλέπει στην ελληνική έκδοση με ασφάλεια και υπερηφάνεια. Συλλογίζομαι ότι οι γραμματείς των ιερών εβραϊκών Γραφών κατέληγαν να μετρούν, όχι μόνο τις λέξεις που αντέγραφαν, αλλά και τα γράμματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι δεν παρέλειψαν τίποτε. Από την κρινόμενη μετάφραση δεν προσδοκούσα τέτοια σχολαστικότητα. Θα ήθελα απλώς να αποδίδει με αξιοπιστία το πρωτότυπο. Εξάλλου, από τον μεταφραστή το μόνο που ζητείται είναι να αποδειχθεί πιστός.


Σημείωση: Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο γράφτηκε αρχικά για ένα λογοτεχνικό περιοδικό, του οποίου η έκδοση δυστυχώς δεν ευοδώθηκε. Αν και δεν είναι πια επίκαιρο, σκέφτηκα ότι, παρά να απομείνει ξεχασμένο, δεν θα ήταν ίσως άτοπο να αναρτηθεί εδώ. Ευχαριστώ.

22/05/2009

Από το σημειωματάριο ενός συνεδρίου

Η εφετινή 30ή ετήσια συνάντηση γλωσσολογίας που οργάνωσε στις 2-3 Μαΐου ο Τομέας Γλωσσολογίας τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υπήρξε συνέδριο υψηλής ποιότητας, που νομίζω ότι αποζημίωσε όσους το παρακολουθήσαμε. Η συμπλήρωση πενήντα ετών από τον θάνατο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, στον οποίο ήταν αφιερωμένες όλες οι θεματικές ενότητες, έδωσε την ευκαιρία να ανασκοπηθεί η θεμελιώδης συμβολή του στη νεοελληνική γλωσσική εκπαίδευση.

Ο Τριανταφυλλίδης υπήρξε γλωσσολόγος με εξαιρετική κατάρτιση. Ως εκ τούτου, αναγνώριζε τους περιορισμούς του και ήξερε ότι η επιστήμη θα εξακολουθούσε να προοδεύει έπειτα από αυτόν. Στο συνέδριο εξετάστηκαν διάφορες πτυχές τού έργου του υπό το φως των νεότερων ερευνών και με τη σοφία που προσφέρει η χρονική απόσταση. Εντούτοις, η συχνή επιστροφή στα κείμενα, στις επιστολές και στα βιβλία του θα προσφέρει πάντοτε, ιδιαίτερα στους νεότερους επιστήμονες, την ευκαιρία να εξακριβώσουν πόσο προσέθεσε στη συγκρότηση του μεγάλου αυτού δασκάλου η ηθική ακεραιότητα και η αρετή.

Κάθε συνέδριο συγκεντρώνει επίσης, εκτός από ιδέες, ανθρώπους. Παρατήρησα με ιδιαίτερη εκτίμηση το ενδιαφέρον και την ενεργό παρουσία φοιτητών και άλλων συναδέλφων, οι οποίοι ήταν εκεί για να παρουσιάσουν τμήματα της εργασίας τους σε προφορική ή ανηρτημένη ανακοίνωση.

Με ρωτούν μερικές φορές τι θυμούμαι από ένα συνέδριο. Ίσως η αναμενόμενη απάντηση να σχετιζόταν με την ομιλία κάποιου διαπρεπούς συναδέλφου ή με κάτι καινούργιο που ήλθε στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια των συνεδριών. Αν και αυτά έχουν την αυθυπονόητη σημασία τους, έχω τη γνώμη ότι ο έλεγχος της μνήμης πρέπει να γίνεται προτού ανοίξουμε το σημειώματάριό μας. Με αυτή τη βάση χαίρομαι που μπορώ να θυμηθώ τη ζωηρή εντύπωση μερικών ευγενικών προσώπων (μεταπτυχιακών φοιτητών, υποψηφίων διδακτόρων εδώ και στο εξωτερικό), που έδειξαν ότι ξέρουν να συζητούν, να ακούν, να ρωτούν και να μαθαίνουν.

Στις δυσάρεστες εκπλήξεις τού συνεδρίου ανήκε η γνωστή ατυχής πρυτανική προσφώνηση, η οποία περιελάμβανε την παρετυμολογική ερμηνεία τού ρήματος κυβερνώ, που ο ομιλητής ανήγαγε στις λέξεις κύβη «κεφάλι», έρως και, αν δεν τον διέκοπτε ο καθηγητής κ. Σετάτος, είμαι βέβαιος ότι θα προσέθετε τη λέξη νους. Ως μέλος τού ακροατηρίου λυπήθηκα βαθιά από την ανταπάντηση του ομιλητή, ότι η ερμηνεία του αποτελούσε «κατατεθειμένη γνώση» και όχι απλώς προσωπική του άποψη. Με στενοχώρησε ο εσωτερικός ειρμός αυτού του συλλογισμού, ότι αν αντλήσουμε γνώση από οπουδήποτε, μπορούμε στη συνέχεια να την τυλίξουμε αβίαστα με το περικάλυμμα της επιστημοσύνης. Και ήθελα να προσθέσω ακόμη αυτό: Οι γνώσεις που αντλούνται από συγγράμματα ή άρθρα γλωσσικής μυθολογίας εξυψώνουν μόνο την απερισκεψία. Όταν κάποιος αναζητήσει σε αυτές στήριγμα, τότε διαπιστώνει πως ο λογαριασμός ήταν κενός και ό,τι είχε κατατεθεί σε αυτόν έμεινε χωρίς αντίκρισμα.

Ενεργό ρόλο στην απόκρουση των κίβδηλων γνώσεων θα κληθεί να παίξει ο ιδρυόμενος, έπειτα από αρκετά χρόνια προσπαθειών, Διεθνής Σύλλογος Ελληνικής Γλωσσολογίας. Πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο επιστημονικό σωματείο που θα εκπροσωπεί τη γλωσσολογική κοινότητα στην Ελλάδα. Στο συνέδριο παρουσιάστηκε προσχέδιο του καταστατικού του και ελπίζεται ότι η σύστασή του δεν θα καθυστερήσει πολύ. Η ύπαρξη του σωματείου ίσως παρακινήσει τον Τύπο και τα μέσα επικοινωνίας να ζητούν τη γνώμη τής γλωσσολογικής κοινότητας αντί να δημοσιεύουν άκριτα και χωρίς έλεγχο κάθε γοητευτικό μύθευμα.

Σε αυτό το συνέδριο παρουσίασα την ανακοίνωση Όψεις τού μεσοπαθητικού παρατατικού, που ετοιμάστηκε σε συνεργασία με τη συνάδελφο Γεωργία Κατσούδα. Ευχαριστώ θερμά τους αγαπητούς φίλους για αυθόρμητα σχόλια ή επί μέρους παρατηρήσεις στο κείμενο που στάθηκε αφορμή τής ανακοίνωσης και μας βοήθησαν να εξετάσουμε το θέμα συστηματικότερα και πληρέστερα, προκειμένου να παρουσιαστεί στην επιστημονική κοινότητα.


Θα σχολιάσω τώρα εν συντομία μερικά κύρια σημεία τού συνεδρίου, που παρουσιάστηκαν είτε σε προφορικές είτε σε ανηρτημένες ανακοινώσεις. Η πλήρης μορφή τους θα δημοσιευτεί στις προσεχείς Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα, που μέλλουν να εκδοθούν ώς την άνοιξη του 2010.

Ο καθηγητής Χριστόφορος Χαραλαμπάκης παρουσίασε στην εναρκτήρια ομιλία με περιεκτικό και ευσύνοπτο τρόπο το έργο τού Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Εκτός από τη γνωστή συμβολή του στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ο Τριανταφυλλίδης υπήρξε πρωτοπόρος και σε τομείς εν πολλοίς ακαλλιέργητους τότε στην Ελλάδα, όπως οι ειδικές-συνθηματικές γλώσσες, η διδακτική τής γλώσσας, ακόμη και η ψυχανάλυση (είναι από τους πρώτους που γράφουν για τον Φρόιντ). Ο ομιλητής εξήρε στοιχεία τού χαρακτήρα τού δασκάλου, ο οποίος προσείλκυε στον κύκλο του νέους επιστήμονες, συγγραφείς και παιδαγωγούς, που αναζητούσαν τη συντροφιά και τις συμβουλές του. Υπήρξε προσιτός και ταπεινός μέχρι τέλους τής ζωής του.

Μια από τις ξεχωριστές περιστάσεις ήταν η ομιλία τού καθηγητή Σωφρόνη Χατζησαββίδη, ο οποίος παρουσίασε τη νέα εγκεκριμένη Γραμματική τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας για το γυμνάσιο (Σ. Χατζησαββίδης & Α. Χατζησαββίδου, Γραμματική Νέας Ελληνικής γλώσσας. Α΄, Β΄, Γ΄ Γυμνασίου, Αθήνα 2009· το κείμενο της Γραμματικής είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου). Εφόσον πρόκειται για διδακτικό εγχειρίδιο, αξίζει προσεκτική μελέτη, την οποία επιφυλάσσομαι να γράψω σε ευθετότερο χρόνο ως βιβλιοκριτική.

Η νέα Γραμματική είχε επωμιστεί το φορτίο να αντικαταστήσει την πεπαλαιωμένη πια Μικρή Σχολική Γραμματική (την αναπροσαρμογή τής Γραμματικής Τριανταφυλλίδη), αλλά οι συγγραφείς δεσμεύονταν επίσης από την προκήρυξη του διαγωνισμού τού 2003, η οποία ρητά όριζε ότι το νέο εγχειρίδιο έπρεπε να βασίζεται στη Γραμματική Τριανταφυλλίδη. Η συγκεκριμένη δέσμευση περιόριζε, όπως είναι φυσικό, τα περιθώρια της συγγραφικής ομάδας και δεν τους επέτρεψε να εφαρμόσουν όλα όσα πίστευαν. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι σωστό να επικρίνουμε τη νέα Γραμματική, επειδή δεν ακολούθησε κάποιο σύγχρονο πρότυπο γλωσσοεκπαιδευτικής περιγραφής (θα προτιμούσα π.χ. τη συστημική ή τη δομολειτουργική προσέγγιση ή ακόμη το γνωσιακό πρότυπο στον τομέα τής σημασιολογίας), όταν η προκήρυξη απέκλειε αυτές τις διεξόδους. Η κριτική που θα αγνοήσει αυτόν τον θεμελιώδη παράγοντα κινδυνεύει να ακυρώσει το περιεχόμενό της.

Χωρίς να επεκταθώ, νιώθω υποχρεωμένος να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα θετικά στοιχεία τού νέου εγχειριδίου. Πρώτη φορά σε εγκεκριμένη σχολική γραμματική υπάρχει εκτενής ενότητα για τη σύνταξη (η οποία μέχρι τώρα διδασκόταν χωριστά) και μικρότερες ενότητες για την πραγματολογία και την κειμενογλωσσολογία. Επιτέλους εισάγεται στη σχολική τάξη η θεμελιώδης έννοια του φωνήματος και δίδονται στον μαθητή νύξεις στοιχειώδους φωνητικής. Ακόμη ρυθμίζεται με λογικότερο τρόπο ο κανόνας τού τελικού -ν προς την κατεύθυνση της διατήρησής του στο άρθρο τον σε όλες τις περιπτώσεις (υπακούοντας και στη σύγχρονη τάση, όπως τόνισε ο ίδιος ο συγγραφέας). Θεωρώ επίσης σημαντικό ότι περιέχονται χρηστικά σχόλια με αναφορά στα επίπεδα ύφους (τυπικό, οικείο, ουδέτερο). Δεν με βρίσκουν σύμφωνο όλες οι επιλογές των συγγραφέων (π.χ. η μορφολογική κατάταξη των ονομάτων δεν είναι η οικονομικότερη, η διδασκαλία τής ρηματικής μορφολογίας δεν έχει επωφεληθεί όσο θα έπρεπε από τις νεότερες ταξινομήσεις, η δε παρουσίαση του σημασιολογικού τομέα, ιδίως των μεταβολών, είναι επιδερμική ή απλώς υπαινικτική), αλλά διέκρινα με ευχαρίστηση ότι οι αποφάσεις τους (ακόμη και όσες δεν κρίνω εύστοχες) δεν ελήφθησαν άκοπα και εσπευσμένα. Τα σχόλια αυτά είναι, καθώς πιστεύω, αναγκαία αφετηρία για να αντιμετωπιστεί η νέα σχολική Γραμματική με δίκαιο τρόπο.

Ο αγαπητός συνάδελφος Σπύρος Μοσχονάς ανέλυσε εύστοχα ένα αφηγηματικό σχήμα που χαρακτήρισε το έργο τού Μανόλη Τριανταφυλλίδη και καθόρισε εν πολλοίς την ιδεολογική κατεύθυνση των κειμένων του. Επρόκειτο για το ζήτημα της γλωσσικής πολιτικής τού δημοτικισμού, την οποία ο Τριανταφυλλίδης προσπάθησε να αποχωρίσει από την ιδεολογική φόρτιση, ώστε να διευκολύνει τη διάδοση της νέας γλώσσας ως κοινής.

Ο Νίκος Παντελίδης, από τους κατ’ εξοχήν ειδικούς μελετητές τής διαχρονικής διαλεκτολογίας, παρουσίασε μαρτυρίες για την εξέλιξη των νεοελληνικών ιδιωμάτων τής Πελοποννήσου. Μερικές φορές τα συγκεκριμένα ιδιώματα τείνουν να παραβλέπονται, επειδή η ιστορία τους συγχωνεύεται με την εξέλιξη της Κοινής, αλλά το γεγονός ότι το πρώτο γραπτό τους κείμενο είναι το Χρονικόν τού Μορέως θα πρέπει να μας καταστήσει προσεκτικότερους. Μου δίνεται εδώ η ευκαιρία να τονίσω πόσο μεγάλο βιβλιογραφικό κενό θα καλύψει ο αναμενόμενος τόμος Οι νεοελληνικές διάλεκτοι, τον οποίο ετοιμάζει το Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη υπό την επίβλεψη του καθηγητή Χρήστου Τζιτζιλή.

Ενδιαφέρουσα ήταν η ανακοίνωση του καθηγητή Μιχάλη Σετάτου σχετικά με τους αποκαλούμενους «κρυφούς κανόνες» στη Νεοελληνική Κοινή, δηλ. λειτουργίες φαινομενικώς ασύνδετες ή ανεξάρτητες από το σύστημα, αν και το υλικό που παρουσιάστηκε δεν δικαιολογούσε ακριβώς αυτόν τον χαρακτηρισμό. Επί παραδείγματι, ο σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών δεν υπακούει σε κανόνες σκοτεινούς και δυσδιάκριτους, αλλά παρουσιάζεται ως σύνολο επιλογών που τίθενται ενώπιον των ομιλητων και υπαγορεύονται από το ύφος τού λόγου (επίσημο ή οικείο) και από την κλιτική κατηγορία τού ονόματος.

Ετυμολογικό περιεχόμενο είχε η ανακοίνωση του συναδέλφου Δώρου Κυριαζή, ο οποίος επιχείρησε να μελετήσει τουρκικά δάνεια στη Νέα Ελληνική και στην Αλβανική. Η βαθιά του γνώση των εν λόγω γλωσσών τού επέτρεψε να διατυπώσει λεξικογραφικές παρατηρήσεις σχετικά με τη σημασιολογική συμπεριφορά των δανείων στην αποδέκτρια γλώσσα.

Δεν συμφωνώ με την πρότασή του για την ετυμολογική αρχή τής λέξης τσουτσέκι, που τα λεξικά ανάγουν στο τουρκ. çiçek «λουλούδι» (με ειρωνική χρήση). Ο ομιλητής πρότεινε συμφυρμό των τουρκικών çiçek «λουλούδι» και köçek «νεαρός χορευτής που κάνει άσεμνες κινήσεις», αφ’ ενός μεν για να δικαιολογήσει το ν.ελλ. -ου-, αφ’ ετέρου δε για να εξηγήσει τον μειωτικό χαρακτήρα τής ελληνικής λέξης. Ωστόσο, όπως έχω γράψει αλλού, ο συμφυρμός δεν λειτουργεί έτσι. Το προϊόν του θα έπρεπε να είχε εμφανιστεί πρώτα στη δότρια γλώσσα ή τουλάχιστον και τα δύο συστατικά του μέρη να είχαν αφήσει ίχνη στην αποδέκτρια γλώσσα. Επιπλέον, η τροπή /i/ > /u/ κοντά στο προστριβές /ts/ είναι κανονική στη Νέα Ελληνική, π.χ. κυλώ > τσουλώ. Συνεπώς, ο αγαπητός συνάδελφος θα μου επιτρέψει να εμμείνω στην απλούστερη πρόταση, την οποία υιοθετούν μέχρι τώρα τα λεξικά.

Το γεγονός ότι ο δανεισμός λειτουργικών τεμαχίων, όπως τα τέρματα και τα επιθήματα, είναι λιγότερο συνηθισμένος στις γλωσσικές επαφές κατέστησε ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την ανάλυση του συναδέλφου Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος ανέλυσε τη σημασολογική συμπεριφορά τού υποκοριστικού επιθήματος -ούτσικος, που ανάγεται στο ιταλ. -uccio / -uzzo.

Εξαιρετικά συγκροτημένη ήταν η σταθμισμένη ερευνητική μελέτη που παρουσίασε η καθηγήτρια Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη σχετικά με τη συμβολική αξία των γραμμάτων στην ορθογραφία. Με βάση ποσοτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένα δάνεια τείνουν να γράφονται με τρόπο που τους αποδίδει, τρόπον τινά, ελληνικότερο χαρακτήρα και συχνά παρετυμολογούνται προς στοιχεία που τα προσεγγίζουν σε ήδη γνωστές λεξιλογικές οικογένειες. Επί παραδείγματι, οι μη ετυμολογικές γραφές πολυθρόνα, συντριβάνι οφείλονται σε παρασύνδεση προς οικειότερες στον ομιλητή λέξεις (π.χ. πολύς, συντρίβω), ενώ οι αδικαιολόγητες γραφές σταύλος, καυγάς έχουν ιδεογραφική αξία, καθώς επιτρέπουν στον ομιλητή να τις κατηγοριοποιήσει σαν ελληνικές. Η έρευνα απέδειξε ότι τέτοιες γραφές είχαν αρκετές φορές παρασύρει το αναγνωστικό κοινό να ταξινομήσει λανθασμένα τις λέξεις, νομίζοντας ότι ανήκουν στο γηγενές λεξιλόγιο.

[Θα συνεχίσω με μερικά ακόμη αποσπάσματα από το σημειωματάριό μου]

24/02/2009

Αποφώνηση

Αν κάτι γνωρίζουμε για τον χρόνο, είναι ότι συνήθως τρέχουμε ασθμαίνοντας πίσω του και αγκομαχούμε να προλάβουμε υποχρεώσεις, υποσχέσεις και οφειλές. Ρεαλιστικά μιλώντας, ο χρόνος φτάνει να αποτελεί κεφάλαιο που έχει δαπανηθεί προτού καν επενδυθεί.

Το ιστολόγιο αυτό, ως επένδυση χρόνου και (λιγοστών) πρωτότυπων άρθρων, ολοκλήρωσε την παρουσία του. Ευχαριστώ θερμά όσους βρήκαν σε αυτό κάτι χρήσιμο και το συμβουλεύτηκαν για γλωσσικές απορίες. Είμαι επίσης ευγνώμων σε όσους έκαναν τον κόπο να σχολιάσουν τα άρθρα, να διαφωνήσουν ή να συζητήσουν κάποιο γλωσσολογικό θέμα και με τίμησαν με την προσοχή τους. Μεταχειρίστηκα πάντοτε τις απόψεις όλων με σεβασμό, αναγνωρίζοντας ότι η γλώσσα αποτελεί στοιχείο τής ταυτότητας και της προσωπικής παρουσίας.

Λυπούμαι ότι ο χρόνος και οι υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν πλέον να αρθρογραφώ σε αυτόν τον χώρο. Θα εξακολουθήσω ωστόσο να γράφω για εκδηλώσεις και εκδόσεις που κρίνω απαραίτητες για το κοινό, καθώς και να μεταφέρω εδώ ορισμένα άρθρα που έχουν ήδη δημοσιευτεί αλλού. Προς όλους τους αγαπητούς αναγνώστες εύχομαι από καρδιάς καλή συνέχεια και πλούσια, παραγωγική δραστηριότητα.

06/02/2009

Στον αρμό τής σύνθεσης

-ρρ- vs -ρ-

Υποθέστε ότι βρίσκεστε στο τραπέζι και ετοιμάζεστε να φάτε το φρούτο σας. Καθώς το παίρνετε στα χέρια, βλέπετε σάπιο κάποιο σημείο του. Τώρα έχετε τρεις επιλογές: Ίσως αποφασίσετε να φάτε ολόκληρο το φρούτο, αδιαφορώντας για το χαλασμένο μέρος του. Ή μπορεί να κρίνετε απαραίτητο να πετάξετε το φρούτο, ανησυχώντας μήπως φάτε κάτι σάπιο. Πιθανόν όμως να νιώθατε αρκετά ασφαλείς αν, αφού αφαιρέσετε το χαλασμένο κομμάτι, φάτε κατόπιν ό,τι έχει απομείνει από το φρούτο.

Όταν μοχθούμε να ορίσουμε ορθογραφική αρχή για κάποιο από τα δύσκολα σημεία τής Νέας Ελληνικής, ίσως χρειαστεί να σταθούμε αντιμέτωποι και με τις τρεις προηγούμενες επιλογές. Οι ορθογραφικοί μεταρρυθμιστές συνήθως θέλγονται στην αρχή από τη γοητεία των δύο πρώτων λύσεων· προτιμούν είτε να αποδεχτούν είτε να απορρίψουν με μία, αν γίνεται, ρηματική διατύπωση όλα τα στοιχεία που επηρεάζονται από τον κανόνα. Εξίσου συχνά, όμως, όσοι καταγίνονται με τις περιπλοκές τής νεοελληνικής ορθογραφίας, αφού πρώτα βηματίσουν λίγο με αμηχανία, αναγκάζονται να συμφιλιωθούν με το γεγονός ότι τα μελετώμενα στοιχεία έχουν ρίζες βαθύτερες από όσο είχαν προηγουμένως υποθέσει και ότι οι αποκλειστικές λύσεις αστοχούν να παρακολουθήσουν την πραγματικότητα. Τελικά φτάνουμε να παραδεχτούμε ότι ο κανόνας θα έχει εφαρμογή μόνον όταν αποβλέψει σε ορθογραφικό σώμα, όχι αν κλειστεί αυτάρεσκα στον εαυτό του.

Στα χρόνια πριν από τη δημοσίευση της Νεοελληνικής Γραμματικής (1941) ο δημόσιος επιστημονικός διάλογος για την ιστορική βάση τής ορθογραφίας είχε αποκτήσει λεπτομερέστερο χαρακτήρα, καθώς δεν περιοριζόταν στη διατύπωση αρχών αλλά απλωνόταν στα καθέκαστα. Από τα πολλά σημεία τριβής μεταξύ των διαφόρων ορθογραφικών κανονισμών και διαγραμμάτων που προτάθηκαν ή εφαρμόστηκαν αξίζει να σταθούμε εδώ σε ένα: τη γραφή τού διπλού -ρρ- όταν βρίσκεται στον αρμό τής σύνθεσης.

Στην αρχαία γλώσσα η γραφή τού αρκτικού -ρ- του β΄ συνθετικού ρυθμίζεται από τον εξής κανόνα: Αν το α΄ συνθετικό λήγει σε βραχύ φωνήεν, το αρκτικό -ρ- διπλασιάζεται λόγω αφομοιώσεων με σιγημένο φθόγγο και με συχνό αποτέλεσμα την άρση των αλλεπαλλήλων βραχειών συλλαβών, π.χ. ἀπο-ρρίπτω, ἰσο-ρροπία, διά-ρροια, κατα-ρράκτης, ἐπί-ρρημα. Η ίδια αρχή ισχύει στα σύνθετα με ἀ- στερητικό, όπου ο διπλασιασμός τού -ρ- ενίοτε οφείλεται σε αφομοίωση φθόγγου που έχει πλέον σιγηθεί, π.χ. ἄρρητος < *ἄ-Fρη-τος, ἄρρηκτος < *ἄ-Fρᾱκ-τος.

Εφόσον οι όροι που υπαγόρευσαν τον διπλασιασμό δεν έχουν λειτουργική ισχύ στη Νέα Ελληνική, αλλά μας βοηθούν μόνο να εξηγήσουμε την παρουσία του, είναι αναγκαίο να εξακριβώσουμε μέχρι ποιου σημείου θα ζητήσουμε από τον αρχαίο κανόνα να χρησιμεύσει ως κριτήριο στην ορθογραφία μας.

Παρακαλώ τώρα τον αναγνώστη να φέρει πάλι στον νου του το αρχικό παράδειγμα. Είναι ίσως απροσδόκητα εντυπωσιακό, αλλά η ιστορία τής γλώσσας καταδεικνύει ότι οι μελετητές συνήθως πειραματίζονται και με τις τρεις λύσεις, που θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να ξαναθυμηθούμε.


Κατ’ αρχάς, αν απορείτε ότι κάποιοι θα πρότειναν να φάμε ολόκληρο το φρούτο, αδιαφορώντας για το χαλασμένο του τμήμα, ίσως πρέπει να εξετάσετε τη ριζική λύση που εισηγήθηκε η Ακαδημία Αθηνών στο ορθογραφικό της διάγραμμα το 1930:

«Αἱ ἐκ τοῦ ρ ἀρχόμεναι λέξεις διπλασιάζουν τοῦτο ἐν συνθέσει, προηγουμένου βραχέος φωνήεντος: ἀσπρόρρουχο, ἐμπορορράφτης».

Κατά την εισήγηση της Ακαδημίας, που εφαρμόστηκε σε μερικούς τόμους τού ημιτελούς Ιστορικού Λεξικού, ο αρχαίος κανόνας ρυθμίζει καθ’ ολοκληρίαν τη νεότερη σύνθεση. Στο σκεπτικό, όμως, υπόκειται ένα θεμελιώδες σφάλμα:

Αν μείνουμε αγκιστρωμένοι στον αρχαίο κανόνα, τότε τον καλούμε να κανονίσει σύνθετα που ποτέ δεν γράφτηκαν έτσι και δεν σχηματίστηκαν με βάση αρχαία ή λόγια πρότυπα. Η εισήγηση να γράφουμε συχνορρωτώ, ψευτορρομαντισμός, μονορρούφι, μισορραγισμένος, ξενορράβω κτλ. δεν διακρίνεται από γλωσσικό ρεαλισμό.


Η άλλη ριζική λύση θα ήταν να πετάξουμε ολόκληρο το φρούτο. Πράγματι, ορισμένοι αθέτησαν χωρίς δισταγμό τον αρχαίο κανόνα και, αντί να χαθούν σε λεπτομέρειες, προτίμησαν να απλογραφήσουν κάθε -ρ- που απαντά σε όριο μορφημάτων.

Στη Νεοελληνική Γραμματική τού Αγ. Τσοπανάκη (1994), επί παραδείγματι, συναντούμε γραφές όπως άρωστος, αιμοραγία, μεταρηματικός (χωρίς όμως αυστηρή συνέπεια), που αποτελούν δυσάρεστο ξάφνιασμα για τον αναγνώστη και ανάγκασαν τον Εμμ. Κριαρά να τις επικρίνει απερίφραστα (Θητεία στη γλώσσα, Αθήνα 1998, σ. 199). Η υιοθέτηση της πρότασης αυτής θα μας υποχρέωνε, δίχως άλλο, να γράφουμε π.χ. σύραξη, αρυθμία, απόρητος, διαρήκτης, επιρεπής, συρέω, διαροή, αντίρηση και παρόμοια, προκαλώντας επιπλέον σύγχυση στον αναγνώστη ή μαθητή που βλέπει διαφορετική τη γραφή των ίδιων λέξεων στα αρχαία και λόγια κείμενα. Η εισήγηση αυτή δεν διακρίνεται από γλωσσικό ρεαλισμό.


Στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις διακρίνουμε ότι η αλύγιστη εφαρμογή ενός κανόνα με στόχο την απόλυτη συνέπεια δεν έχει αντίκρισμα στη γλωσσική πράξη. Αντί να απαντά στις διδακτικές ανάγκες, η στάση αυτή αποβλέπει μόνο στον εαυτό της. Η ορθογραφική σύμβαση, όμως, δεν είναι η περιστερά τού Νώε, για να την αφήσουμε ελεύθερη να σταθεί οπουδήποτε και να επικαθίσει σε κάθε εφικτό στόχο. Είναι ίσως χρησιμότερο να αναρωτηθούμε μήπως υπάρχει κάποιο σύστημα λιγότερο τέλειο ή ιδανικό, το οποίο όμως καθρεφτίζει ακριβέστερα την ενότητα της γραφής και σφυγμομετρεί την πραγματικότητα χωρίς να ακκίζεται συνομιλώντας με το είδωλό του στον καθρέφτη.

Ο αναγνώστης μου έχει ίσως ήδη αρχίσει να βρίσκει ελκυστικότερη την τρίτη λύση. Πιθανώς μπορούμε να δείξουμε σύνεση και να φάμε το φρούτο, αφού πρώτα αφαιρέσουμε το χαλασμένο μέρος του. Φυσικά, αυτή η διέξοδος είναι δυσκολότερη· απαιτείται να μεταχειριστούμε επιδέξια το μαχαίρι και να κόψουμε σωστά. Πού όμως θα κάνουμε την τομή;

Είναι ευτύχημα ότι η αξία αυτής της δυσχερέστερης μεθόδου αναγνωρίστηκε νωρίς στον ορθογραφικό διάλογο. Ο Τριανταφυλλίδης στη μνημειώδη μελέτη του Η ορθογραφία μας (1913) θεσπίζει τον εξής απλό κανόνα: «Μὲ διπλὸ ρ γράφονται ὅσες λέξεις, ἁπλὲς ἢ σύνθετες, κληρονομήθηκαν ἔτσι ἀπὸ τ’ ἀρχαῖα: θάρρος, ἄρρωστος, αἱμορραγία, ἰσορροπία, σύρραξη. Μὲ ἁπλὸ ρ γράφονται (…) ὅλα τὰ νεωτερικὰ σύνθετα: ἀρχιραβίνος, ἀσπρόρουχα, γλυκορουφῶ, μισοραγισμένος…» Τον κανόνα υιοθέτησε, αν και χωρίς να ομολογεί την πατρότητά του, η Ακαδημία σε αναθεωρημένο ορθογραφικό της διάγραμμα το 1933 και περιλαμβάνεται στη Νεοελληνική Γραμματική, αποτελώντας έτσι διδακτικό στόχο.

Ενώ η γενική αυτή κατεύθυνση φαίνεται να λύνει το βασικό μας πρόβλημα, παρακαλώ τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει το καίριο μειονέκτημά της:

Αν μόνο οι αρχαίες και ελληνιστικές λέξεις διατηρούν το διπλό -ρρ-, τότε μετακυλίουμε στον γραφέα και στον μαθητή ή σπουδαστή τής γλώσσας την ευθύνη να ξεχωρίζει τις λέξεις αυτές από τις νεόπλαστες, να κατέχει δηλαδή στοιχεία βιογραφικά των λέξεων. Θα έπρεπε να γράφει ομόρρυθμος (αρχ.) αλλά ταχύρυθμος (νεότ.), απόρρητος, απορρίπτω, απορρυπαίνω, αντίρρηση (αρχ.) αλλά απορυπαντικό, αντιρυπαντικός (νεότ.), διαρρυθμίζω, μεταρρυθμίζω (αρχ.) αλλά απορυθμίζω (νεότ.) και παρόμοια.

Αν αποσκοπούμε σε κανόνα που θα είναι facilis victu, δεν είναι συνετό να προσθέτουμε παραμέτρους που πειραματίζονται με το επίπεδο ειδικών γλωσσικών γνώσεων των ομιλητών. Παραδείγματος χάριν, αν περιορίσουμε το διπλό -ρρ- εκεί όπου υπάρχει στερητικό α- (π.χ. άρρωστος, άρρητος) και στα σύνθετα όπου σημειώνεται αφομοίωση συμφώνου (π.χ. έρρινος, συρραφή), απαιτούμε από τον γραφέα να προχωρεί σε μορφολογική ανάλυση της δομής των συνθέτων καταλήγοντας ενίοτε σε παράλογα αποτελέσματα, π.χ. σύρριζα, συρροή, αλλά ομόριζα, διαροή, επιροή, καταροή και παρόμοια.

Το συμπέρασμά μου, αν κατορθώνω επιτυχώς να το διατυπώσω, είναι ότι και οι σοφότερες λύσεις χρειάζονται την εξασφάλιση αντικειμενικών δεδομένων που να υπακούουν στη λογική και στη συνέπεια. Το μόνο κριτήριο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως γνώμονας, έστω και αν αναγκαστούμε να κοπιάσουμε για να το περιγράψουμε, πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στη διπλή παράδοση της Νέας Ελληνικής, συνεπώς στον χαρακτηρισμό τής σύνθετης λέξης ως λόγιας ή μη, πράγμα που έχει ως επί το πλείστον ακολουθηθεί στη νεοελληνική λεξικογραφία. (Λεπτομέρειες του σκεπτικού μνημονεύει ο Γ. Παπαναστασίου στο ισορροπημένο και εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο του Νεοελληνική Ορθογραφία, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 353-4). Με αυτή τη λογική βάση ο κανόνας αναδιατυπώνεται ως εξής:

«Γράφονται με δύο -ρρ- οι σύνθετες λέξεις που αποτελούν αρχαία κληρονομιά, καθώς και τα νεότερα λόγια σύνθετα».

Η αρχή αυτή, ωστόσο, απαιτεί, αν δεν θέλουμε να την παραδώσουμε δέσμια στην ασάφεια, να ορίσουμε μερικές προϋποθέσεις που να καθιστούν ασφαλέστερη την κρίση μας, όχι μόνον επί της αρχής αλλά και στις λεπτομέρειες. Ενώ για τα αρχαία σύνθετα η κατεύθυνση είναι σαφής, ο όρος λόγια σύνθετα πρέπει να νοηθεί ότι αφορά στην προέλευση και στον σχηματισμό, όχι στη σημερινή χρήση. Ας προσπαθήσουμε τώρα να συγκεντρώσουμε εν συντομία λίγα επιπρόσθετα στοιχεία που θα δώσουν στον αναθεωρημένο κανόνα λογικό ειρμό και προγραμματική επάρκεια:

(1) Γράφονται με διπλό -ρρ- μόνο τα λόγια γηγενή σύνθετα (αγγλ. native learned compounds) και, ως εκ τούτου, απλογραφούνται όλα εκείνα που περιέχουν στα συστατικά τους ξένη λέξη ως α΄ ή β΄ συνθετικό: ασπρόρουχα (ρούχο, σλαβ. λέξη), αφισορύπανση (αφίσα, γαλλ. λέξη), αρχιραββίνος, αντιρατσιστικός, ελληνορωμαϊκός, ελληνορωσικός κ.ά.

(2) Τα λόγια σύνθετα συχνά περιέχουν δεσμευμένα μορφήματα που δεν απαντούν αυτοτελώς στη Νέα Ελληνική. Επιπλέον, αρκετές φορές διασώζουν τον αρχαίο τύπο μιας λέξης που έχει μεταπλαστεί. Παραδείγματα: ημί-ρρευστος, ομό-ρριζος, έ-ρρινος, ωο-ρρηξία, ομό-ρροπος, εμμηνό-ρροια – απο-ρρίπτω, κατα-ρρίπτω (απέρριψα, κατέρριπτα), αλλά ρίχνω, έριξα, ανα-ριχτός – συρράπτω (συνέρραψα), αλλά ράβω, έραβα, έραψα, εμπορο-ράφτης.

(3) Αν ο κανόνας μας πρόκειται να είναι συγκροτημένος, χρωστούμε τότε να αντιμετωπίζουμε συνολικά τα συστήματα λέξεων και να χειριζόμαστε ομοιοτρόπως τις λεξιλογικές οικογένειες. Εφόσον τα αρχαία σύνθετα διατηρούν τη γραφή τους, συμμορφώνουμε με αυτά όσα λόγια σύνθετα βασίστηκαν στο ίδιο πρότυπο. Παραδείγματα:

ομόρρυθμος, μεταρρυθμίζω, αρρυθμία, πράγμα που επηρεάζει τα νεότερα ταχύρρυθμος, ετερόρρυθμος, απορρυθμίζω κ.ά.
απορρυπαντικό, πράγμα που επηρεάζει τα λόγια σύνθετα αντιρρυπαντικός, ηχορρύπανση (αλλά αφισορύπανση, όπως δείξαμε στο κριτήριο 1)
ανάρρωση, επίρρωση, οπότε και αναρρώνω (παρ’ ότι μεταπλασμένο)
συρρέω, καταρρέω, διαρρέω και επομένως συνέρρευσα, κατέρρευσα, διέρρευσα πράγμα που επηρεάζει το απλό ρέω, έρρεα, έρρευσα, για να μη διασπάται η λεξιλογική οικογένεια.

Οι λίγες αυτές αρχές προφανώς δεν επιλύουν όλα τα ζητήματα ούτε απαλλάσσουν τον αναγνώστη από την ανάγκη να συμβουλεύεται τα λεξικά για την προέλευση ή τη σύσταση μερικών συνθέτων. Αν οι διέξοδοι φαίνονται ίσως αδιαφανείς και σχεδόν πάντοτε μη ριζικές, είναι προφανώς επειδή η σύσταση της γλώσσας είναι πολυμερέστερη από όσο μπορεί να περιγράψει ο κανόνας. Εξάλλου η ορθογραφική σύμβαση δεν καλείται να κυβερνήσει, όπως έγραψε ο ποιητής, in clauso ventorum carcere, αλλά στο ανοιχτό πέλαγος της γλώσσας.

27/10/2008

Όψεις τού μεσοπαθητικού παρατατικού

Though this be madness,
yet there is method in it

Shakespeare


Στο διάλειμμα ενός γλωσσολογικού συνεδρίου παρακολουθούσα από κάποια απόσταση μια συζήτηση του δημάρχου τής φιλοξενούσας πόλης, ο οποίος είχε προσκληθεί να χαιρετίσει το συνέδριο. Κάποιος από τους ακροατές, γνώστης μάλλον της τοπικής πραγματικότητας, ρωτούσε τον δήμαρχο γιατί δεν είχε τοποθετήσει σε κεντρικό δρόμο προειδοποιητικά σήματα για τις λακκούβες που τόσα χρόνια ταλαιπωρούσαν τους ντόπιους νησιώτες και τους επισκέπτες. Θυμούμαι το συγκαταβατικό χαμόγελο του δημάρχου. «Δεν το βρίσκω καλή ιδέα», είπε. Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο τού συνομιλητή του. «Αν βάλω πινακίδες, είναι σαν να παραδέχομαι ότι ο δρόμος δεν θα επισκευαστεί και ότι οι λακκούβες είναι (κοντοστάθηκε) κατά κάποιον τρόπο μόνιμες…»

Από κάποια λοξοδρόμηση του νου σκέφτηκα πόσο διαφορετική θα ήταν πιθανώς η απάντηση αν ο λόγος γινόταν, όχι για λακκούβες, αλλά για σκοπέλους ή υφάλους που μπορεί να συναντήσει ένα πλοίο στην πορεία του. Εκεί αμέσως αναγνωρίζουμε ότι, αν και θα προτιμούσαμε να μην υπάρχουν, δεν μπορούμε ωστόσο να αγνοήσουμε την παρουσία τους· το επιτάσσει η ασφάλεια του πλου. Εφόσον ο συλλογισμός μας φτάσει μέχρι εδώ, αβίαστα συμπεραίνουμε ότι η ασφάλεια είναι διακύβευμα ανώτερο από την προσωρινότητα ή μονιμότητα των εμποδίων. Ευθύς η κρίση μας γίνεται πιο ξεκάθαρη.

Ας μεταφέρουμε τώρα το παράδειγμά μας στη νεοελληνική γραμματική. Η σύνταξή της έχει συναντήσει, όπως καλά γνωρίζουμε, παγίδες ή εμπόδια που εξελέγχουν την ευθυκρισία τού γλωσσολόγου. Αντί να αποσιωπήσει τους υπαρκτούς σκοπέλους, επειδή φρονεί ότι δεν ταιριάζουν στο σύστημα ή ότι αντιβαίνουν στο κανονιστικό του περίγραμμα, ο επιστήμονας καλείται να τους χαρτογραφήσει και να τους ερμηνεύσει. Προφανώς η περιγραφική επάρκεια έχει αντικειμενική αξία που βαρύνει περισσότερο από τη δικαιολόγηση του συστήματος.

Παρακαλώ τώρα να μου συγχωρηθεί ο εμφατικός τόνος, αν παρατηρήσω πιο συγκεκριμένα: Οι συντάκτες τής Νεοελληνικής Γραμματικής (ή κρατικής / σχολικής γραμματικής, 1941) με πρωτουργό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη χειρίστηκαν με σύνεση τους περισσότερους σκοπέλους τής υπό διαμόρφωση τότε Νέας Ελληνικής. Η γλώσσα τής εποχής τους χαρακτηριζόταν από ρευστότητα που δεν μπορεί να συγκριθεί με τις λίγες ακαταστάλαχτες ζώνες τής σημερινής κοινής. Ωστόσο, επειδή η γραμματική διακρίνεται επίσης από ό,τι παραλείπει, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπήρξαν λίγα σημεία που προκάλεσαν τέτοια αμηχανία, ώστε οι συντάκτες δεν ήξεραν πώς να τα σηματοδοτήσουν ή να τα αντιμετωπίσουν.

Παραδείγματος χάριν, αναφερόμενος στα πολυάριθμα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα της Νέας Ελληνικής (π.χ. συνεχής, προφανής, διαρκής, αρτιμελής, ασφαλής, ελλιπής, πλήρης, δηλητηριώδης κτλ.), ο Τριανταφυλλίδης έγραψε: «Ὁ σχηματισμὸς τῶν ἀρχαίων δικατάληχτων ἐπιθέτων φαίνεται ζήτημα ποὺ μέλλει νὰ λυθῆ τελειωτικὰ ἀπὸ τὶς ἐρχόμενες γενεές» (Ιστορική Εισαγωγή, Αθήνα 1938, σ. 156). Ο συλλογισμός παρακίνησε τον πρωτοπόρο γλωσσολόγο να παραλείψει αυτά τα επίθετα από τη γραμματική του.

Μήπως η επιλογή του εξάλειψε αυτούς τους λόγιους σκοπέλους από το σύστημα και αναίρεσε την ανάγκη για περιγραφή τους; Όχι. Στην αναπροσαρμοσμένη σχολική έκδοση της μικρής γραμματικής (1976) η συντακτική επιτροπή αναγκάστηκε να παραδεχτεί αυτά τα επίθετα ως τμήμα τής νεοελληνικής μορφολογίας. Εν ολίγοις, η ελλιπής σήμανση ενός δρόμου δεν εξαφανίζει τις λακκούβες του.

Ό,τι προσπαθώ με κάποτε κουραστικό και σχολαστικό τρόπο να εξηγήσω είναι ότι η σχολική γραμματική, έργο ισορροπημένο και για την εποχή του αρκετά συμπεριληπτικό, παραμέρισε μερικά (ολιγάριθμα) λόγια συστήματα, που ο χειρισμός τους προκαλούσε αμηχανία. Αυτό γίνεται εμφανέστερο σε λίγες περιπτώσεις που εμπίπτουν στη ρηματική μορφολογία και οι οποίες αξίζουν, καθώς πιστεύω, την προσοχή μας. Ας επισημανθεί επιπρόσθετα ότι, όχι μόνον η παράλειψη, αλλά και ο εσκεμμένος υποβιβασμός τής έκτασης ή της σπουδαιότητας ενός στοιχείου (υποσήμανση) υποβάλλει στον αναγνώστη / μαθητή την ιδέα ότι η συγκεκριμένη κλιτική κατηγορία περιελήφθη μάλλον απρόθυμα στη γραμματική, στιγματισμένη κάποτε σαν «αρχαϊστική», «ιδιόκλιτη» ή «ανώμαλη».

1) Μεσοπαθητικά ρήματα προερχόμενα από αρχαία συνηρημένα σε -άω: εγγυώμαι, εξαρτώμαι, προτιμώμαι, καταχρώμαι, ηττώμαι, αναρριχώμαι… Η Νεοελληνική Γραμματική τα παραλείπει. Εισήχθησαν στην αναπροσαρμοσμένη σχολική έκδοση (1976) ως υποστοιχείο τής «αρχαϊκής κλίσης» με ελάχιστα παραδείγματα και χωρίς συμφραστικές χρήσεις. Ο παρατατικός τους δεν εξετάζεται.

2) Μεσοπαθητικά ρήματα προερχόμενα από αρχαία συνηρημένα σε -έω ή σχηματισμένα κατά το πρότυπό τους: διοικούμαι, θεωρούμαι, στερούμαι, μιμούμαι, προηγούμαι, εξαιρούμαι, τοποθετούμαι, παρατηρούμαι, δικαιολογούμαι, εννοούμαι… Η εκτενέστατη αυτή κλιτική κατηγορία ρημάτων (β2 συζυγία) στρυμώχνεται στη Νεοελληνική Γραμματική (σ. 342, § 909) με τα μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία, με τη σήμανση «αρχαϊκή κλίση παθητικής φωνής» και με ισχνά παραδείγματα. Απουσιάζουν οι συμφραστικές χρήσεις.

3) Μεσοπαθητικά ρήματα προερχόμενα από αρχαία σε -μι / -μαι: επιτίθεμαι, προτίθεμαι, διατίθεμαι, κατατίθεμαι, προΐσταμαι, συνίσταμαι, παρίσταμαι, υφίσταμαι, επαφίεμαι… Παραλείπονται εντελώς.

4) Μεσοπαθητικά ρήματα προερχόμενα από αρχαία σε -όω: δικαιούμαι, υποχρεούμαι, ισούμαι, καρπούμαι, πληρούμαι… Παραλείπονται εντελώς.

5) Μεσοπαθητικά ρήματα, σύνθετα του κείμαι, μερικά αποκλειστικώς τριτοπρόσωπα: έγκειται, πρόκειται, σύγκειται, πρόσκειται, εναπόκειται, υπόκειται… Παραλείπονται εντελώς.

Οι παραλείψεις που μνημόνευσα πήγασαν ασφαλώς από την πεποίθηση ότι αυτά τα κλιτικά συστήματα διαταράσσουν την ομοιογένεια του τύπου τής δημοτικής, που μόλις είχε αρχίσει να κατασταλάζει. Η υποσήμανση ή ο εσκεμμένος υποβιβασμός τους φανέρωναν επίσης την ελπίδα ότι οι ρηματικοί μεταπλασμοί θα συγχώνευαν τα ρήματα αυτά σε κλιτικές τάξεις πειθαρχημένες στο οικοδόμημα της γραμματικής. Επιπρόσθετα, η απουσία συμφραστικών χρήσεων, δηλ. παραδειγμάτων από πραγματικό κειμενικό λόγο, παρασιωπούσε την έκταση και τη σημασία τους. Ως αποτέλεσμα, όταν οι εν λόγω χρήσεις κυριάρχησαν αργότερα, μερικοί νόμισαν καλόπιστα ότι επρόκειτο για αναβιώσεις, όχι επιβιώσεις, ότι επανέρχονταν στο προσκήνιο ζητήματα που είχαν θεωρήσει από καιρό λυμένα.

Ειδικά ο σχηματισμός τού παρατατικού αυτών των κατηγοριών φαινόταν τόσο ασυμμόρφωτος, ώστε η περιγραφή του ξέφευγε ή ξεγλιστρούσε από κάθε έτοιμη μορφολογική κατηγορία. Ανασκοπώντας αυτά τα προβλήματα, η συνάδελφος Γεωργία Κατσούδα προχωρεί στο ακόλουθο, διατυπωμένο με περίσκεψη, σχόλιο: «Πολύ συχνά οι ομιλητές της νέας ελληνικής εκφράζουν την αμηχανία τους, όταν καλούνται να σχηματίσουν τον παρατατικό των παραπάνω ρημάτων. Αυτό οφείλεται και στο ότι οι νεοελληνικές γραμματικές αποφεύγουν να δώσουν συγκεκριμένα κλιτικά παραδείγματα για ρήματα αυτής της κατηγορίας. Εμείς προτιμούμε να συμπληρώσουμε το κενό με κλιτικά παραδείγματα από την αρχαία ελληνική παρά να δηλώνουμε ότι ρήματα όπως το τίθεμαι, παρίσταμαι, επαφίεμαι, εκρήγνυμαι δε σχηματίζουν παρατατικό» (Σύγχρονη πρακτική γραμματική, Αθήνα: Άγκυρα 2007, σ. 204). Οι κλιτικές αυτές τάξεις διαλαμβάνονται αναλυτικά στη Γραμματική τής Νέας Ελληνικής (Κλαίρη & Μπαμπινιώτη et al., Αθήνα 2005), μνημονεύεται δε ο παρατατικός των προερχομένων από τα αρχαία σε -μι / -μαι (εκτός από τους πίνακες των σελίδων 514 και 535, οι οποίοι περιλαμβάνουν και ρήματα που προέρχονται από τα συνηρημένα σε -έω).

Θα επιχειρήσω τώρα να εξετάσω το σύστημα κλίσεως που υπόκειται στις δύο πρώτες ρηματικές τάξεις (-άω και -έω), οι οποίες παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ρευστότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καλύπτονται πλήρως τα ζητήματα ή ότι και αυτή η ταξινόμηση λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα λόγου.


Ρήματα σε -ώμαι, -άσαι, -άται…


Η αφομοιωτική ισχύς των τεσσάρων προσαρμοσμένων αποθετικών ρημάτων θυμούμαι, κοιμούμαι, φοβούμαι, λυπούμαι (και -άμαι), παρ’ όλο που δεν έχουν όμοια μορφολογική αφετηρία, έχει συμβάλει στην εξομάλυνση του κλιτικού παραδείγματος. Τα ληκτικά μορφήματα -άσαι, -άται… συνέπιπταν με τα μορφήματα των αρχαίων συνηρημένων (π.χ. εγγυάσαι, εξαρτάται, προτιμάται, αντανακλάται) και αυτό οδήγησε σε αναλογική επέκταση των τερμάτων στον παρατατικό. Συνεπώς, τα π.χ. λυπόμουν, φοβόσουν, θυμόταν, κοιμόταν συνέτειναν ώστε τύποι όπως εγγυόμουν, εγγυόταν, διερωτόταν, αναρριχόταν να μη συναντούν αξεπέραστη αντίσταση.

Μπορούμε, κατά συνέπεια, να προσδιορίσουμε τις εξής υποπεριπτώσεις:

α) Όσα ρήματα διαθέτουν εναλλακτικό μεταπλασμένο τύπο (σε -ιέμαι), τον προτιμούν στον σχηματισμό τού παρατατικού. Παραδείγματα: καυχιόμουν, -όσουν, -όταν (καυχώμαι / καυχιέμαι), συναντιόμαστε (συναντώμαι / συναντιέμαι), βρυχιόταν (βρυχώμαι / βρυχιέμαι)…

β) Μερικές φορές ο μεταπλασμένος τύπος απαντά μόνο στον παρατατικό: π.χ. εξαρτιόσουν, εξαρτιόταν (αλλά εξαρτάται, όχι *εξαρτιέται).

γ) Αρκετά λόγια ρήματα αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε συμμορφωτική λύση και συνήθως συμπληρώνουν τα κενά με τύπους τής αρχαίας μορφολογίας, ως επί το πλείστον χωρίς τη ρηματική αύξηση. Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ομιλητές κατά κανόνα αποφεύγουν να μεταχειρίζονται τα ρήματα αυτά σε άλλα πρόσωπα πλην του γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού. Η εισήγηση του Αγ. Τσοπανάκη (Νεοελληνική Γραμματική, Αθήνα 1994, σ. 489) να πλαστεί εκ νέου εξομαλισμένος παρατατικός με τύπους που δεν έχουν έρεισμα σε καμμία γλωσσική χρήση (ο ίδιος τους σημαίνει με αστερίσκο: *τιμούμουν, *τιμούσουν, *τιμούταν…) ήταν ανεδαφική και χωρίς ελπίδα για επικράτηση. Παραδείγματα συνήθων χρήσεων, αντλημένων από πραγματικό λόγο: διερωτώντο (αλλά αναρωτιόταν), αυταπατάτο, αφορμώντο, αποπειράτο / απεπειράτο, αποκτάτο, αντανακλάτο, απορροφάτο, καταχράτο…

Συμφραστικές χρήσεις από κειμενικό λόγο: Αν συγκέντρωνε την προσοχή του σε μία μόνο ομάδα ψηφοφόρων, θα ηττάτο οπωσδήποτε από τον έμπειρο αντίπαλό του - Η νέα συμφωνία αντανακλάτο πλέον στην επενδυτική στροφή τής χώρας.


Ρήματα σε -ούμαι, -είσαι, -είται…


Για την ιδιαίτερα πολυπληθή αυτή ρηματική κατηγορία η Νεοελληνική Γραμματική παρέχει μόνο ένα παράδειγμα παρατατικού, υποβιβασμένο στα μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία: στερούμουν, στερούσουν, στερούνταν, στερούμαστε, στερούσαστε, στερούνταν (σ. 342). Η δυσκολία εντοπίζεται, καθώς έχει και από άλλους ομολογηθεί (π.χ. Τσοπανάκη, Νεοελληνική Γραμματική, σ.502), στη μορφολογική σύμπτωση του γ΄ ενικού και του γ΄ πληθυντικού προσώπου: στερούνταν.

Αν δεν θέλουμε να αδικήσουμε τον Τριανταφυλλίδη και την οξύνοια που εκδήλωνε στον χειρισμό των τυπολογικών δεδομένων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η εικόνα τής γλώσσας που κλήθηκε τότε να περιγράψει δεν ταυτιζόταν με τη γλωσσική μορφή που ακούεται και γράφεται σήμερα. Η γραπτή δημοτική, που στάθηκε το πρότυπο ή η βάση εκκινήσεως για τη Νεοελληνική Γραμματική, δεν διαχώριζε αυστηρά το γ΄ ενικό και το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της μεσοπαθητικής φωνής. Λογοτεχνικά και άλλα κείμενα του μεσοπολέμου εμφάνιζαν συχνά τύπους όπως φαίνο(υ)νταν, γράφονταν, τόσο για τον ενικό όσο και για τον πληθυντικό. Στη μορφολογική συγχώνευση συνέβαλλαν επίσης τύποι προερχόμενοι από τα νεοελληνικά ιδιώματα, των οποίων η λειτουργία δεν είχε ακόμη συρρικνωθεί από την αστυφιλία και την επέκταση του γραμματισμού. Παραδείγματα: κρητ. εκοιμούντονε (γ΄ εν. και πληθ.), Βορείου Αιγαίου αγαπιένταν (γ΄ εν. και πληθ.).

Το γνώρισμα αυτό της μεσοπολεμικής δημοτικής, η πάλη δηλ. μεταξύ ομοιομορφίας (-νταν) και διακρίσεως (-ταν / -νταν) ενικού και πληθυντικού, βαθμηδόν αμβλύνθηκε με σαφή υπεροχή των χωριστών αλλομόρφων. Η Νεοελληνική Γραμματική επιβεβαίωσε την τάση ορίζοντας στους παρατατικούς τής α΄ συζυγίας (των βαρυτόνων ρημάτων) το σχήμα που έμελλε να επικρατήσει: λεγόταν – λέγονταν, ακουόταν – ακούονταν, φαινόταν – φαίνονταν, χρειαζόταν – χρειάζονταν, χτυπιόταν – χτυπιόνταν (σ. 324 κ. εξ.). Ο τεράστιος όγκος αυτών των ρημάτων επηρέασε ολόκληρο το σύστημα και εδραίωσε στη δομή τού παρατατικού την αλλομορφική αντίθεση -τ- (γ΄ ενικό) και -ντ- (γ΄ πληθυντικό). Η εν λόγω αντίθεση είχε το πλεονέκτημα ότι επετύγχανε τη μέγιστη διάκριση (ενικού – πληθυντικού) με την ελάχιστη μεταβολή (αήχου – ηχηρού: [t] – [nd]), ήταν δε ομοκατηγοριακή, διότι δεν επέφερε μετακίνηση σε άλλη κλιτική τάξη.

Έχοντας κατά νου αυτούς τους γλωσσικούς όρους, μπορούμε τώρα να αντιληφθούμε γιατί ο τύπος στερούνταν (ως γ΄ ενικό) εξακολουθεί να ενοχλεί τους φυσικούς ομιλητές και αδυνατεί να επικρατήσει, παρ’ ότι διδάσκεται επιμελώς επί τόσες δεκαετίες. Η ομαλότερη εναλλακτική λύση, που θα ήταν η υιοθέτηση των ληκτικών τερμάτων -ούταν, -ούνταν (π.χ. θεωρούταν – θεωρούνταν, συνεννοούταν, φρουρούταν, διοικούταν, τοποθετούταν…), δεν απέκτησε ποτέ ερείσματα στη χρήση. Τα περισσότερα ρήματα, αναβιωμένα ή νεόπλαστα, έφεραν μαζί τους κλιτικό σχήμα με λόγιο τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος ανθίστατο στις μεταπλασμένες ή εξομαλισμένες κατηγορίες.

Αν επιδιώκαμε να προσδιορίσουμε τις τάσεις που κυριαρχούν στον παρατατικό αυτών των ρημάτων, δεν θα αστοχούσαμε ίσως στις εξής παρατηρήσεις:


α) Μερικά διαθέτουν εναλλακτικό μεταπλασμένο τύπο, ο οποίος δείχνει να προτιμάται από τους ομιλητές στον παρατατικό. Παραδείγματα: αρνιόταν (αλλά συνήθως αρνούμαι, -είσαι, -είται…), χρησιμοποιόταν (αλλά πάντοτε χρησιμοποιούμαι, -είσαι, -είται…), ασχολιόταν (κυρίως προφορικό, αλλά πάντοτε ασχολούμαι, -είσαι, -είται…).

β) Πολλά ρήματα τείνουν να διατηρούν τον αρχαίο τύπο -είτο (με ή συνήθως χωρίς ρηματική αύξηση), αν και σε άλλα πρόσωπα επικρατούν τα ομαλά μορφήματα. Τα ακόλουθα σχήματα, παρ’ ότι φαινομενικώς αταίριαστα, πληρούν δομικές ανάγκες τής ρηματικής μορφολογίας και συναντώνται με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα στα σώματα κειμένων. Παραδείγματα (γ΄ ενικό – γ΄ πληθυντικό): εξαντλείτο – εξαντλούνταν, διεκδικείτο – διεκδικούνταν, αποτελείτο – αποτελούνταν, καλλιεργείτο – καλλιεργούνταν, κατοικείτο – κατοικούνταν, τοποθετείτο – τοποθετούνταν, προωθείτο – προωθούνταν, ασχολείτο - ασχολούνταν και πολυάριθμα άλλα.


Συμφραστικές χρήσεις από κειμενικό λόγο: Η στάση του δεν εξηγείτο αλλιώς παρά μόνο από πείσμα - Στο ημίχρονο η ομάδα προηγείτο με 1-0 - Επί δύο χρόνια ταλαιπωρείτο από την επάρατη νόσο - Δήλωσε ότι θα παραιτείτο, αν δεν είχε την πλήρη στήριξη του συμβουλίου.


Οι σκέψεις και οι εξηγήσεις που έχω ώς τώρα παρουσιάσει αποσκοπούν να δείξουν ότι οι ασυμμόρφωτοι τύποι τού μεσοπαθητικού παρατατικού δεν χρωστούν την επικράτησή τους σε κάποιον αρχαϊστικό συρμό ούτε αποτελούν άρρητη γραφή στον τοίχο που ζητεί να αποκωδικοποιηθεί. Έχουν τουναντίον συστηματική ερμηνεία, η οποία συγκεράζει τη μέγιστη διάκριση με την ελάχιστη μεταβολή. Μολονότι διανύουμε ρευστό γλωσσικό τοπίο, αυτό δεν είναι λόγος να αμελήσουμε τη σηματοδότησή του, ευελπιστώντας ότι οι λακκούβες θα κλείσουν και οι σκόπελοι με κάποιον τρόπο θα καταδυθούν. Αν η γραμματική αναγνωρίζει επίσης ως ρόλο της ότι πρέπει να επιλύει προβλήματα, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη αρχή από το να δίνει στα εμπόδια εποπτεύσιμη μορφή.


Σημείωση: Εξαιρετικές παράλληλες σκέψεις τού συναδέλφου Ευθ. Φ. Παναγιωτίδη μπορείτε να διαβάσετε σε πρόσφατο άρθρο του.

12/09/2008

Αναλυτικός κατάλογος άρθρων

Με σκοπό τη διευκόλυνση των αναγνωστών ετοιμάστηκε ο ακόλουθος αναλυτικός κατάλογος των άρθρων που έχουν αναρτηθεί σε αυτόν τον ιστότοπο. Επειδή τα κείμενα είναι συνήθως εκτενή και η αρχειοθήκη τού ιστολογίου έχει μόνο χρονολογική και ειδολογική ταξινόμηση, η οποία δεν κατατοπίζει τον αναγνώστη, φάνηκε χρησιμότερο να υπάρχει ένας πίνακας περιεχομένων, στον οποίο τα άρθρα να καταχωρίζονται κατά θεματικές ενότητες. Ο κατάλογος θα ενημερώνεται με όσα άρθρα γραφτούν στο μέλλον και θα υπάρχει ως μόνιμος σύνδεσμος για τους επισκέπτες.

Ας σημειωθεί ότι, αν κάποιο άρθρο περιλαμβάνεται σε περισσότερα του ενός γνωστικά πεδία, θα καταχωρίζεται εκεί όπου κυρίως ανήκει ή είναι πιθανότερο να αναζητηθεί.

Εκφράζω την εκτίμησή μου προς τους αγαπητούς αναγνώστες που δαπάνησαν χρόνο να διαβάσουν ή και να σχολιάσουν τα παρακάτω άρθρα. Τους ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή τους.


Βιβλιοκριτική

  1. Paul Cartledge: Η Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας (Cambridge). Ομιλία από την παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης.
  2. Νίκου Σαραντάκου: Γλώσσα Μετ' Εμποδίων. Βιβλιοκριτική παρουσίαση, Μέρος Α΄.
  3. Γλωσσικά εμπόδια. Βιβλιοκριτική παρουσίαση (Νίκου Σαραντάκου: Γλώσσα Μετ' Εμποδίων), Μέρος Β΄.
  4. Πίσω από τις γραμμές. Κριτική τής ελληνικής μετάφρασης βιβλίου τής H. Walter.

Γλωσσική μυθολογία

  1. Γλωσσική παραμυθία. Ανατομία των γλωσσικών μύθων.
  2. Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία. Η σπουδαιότητα της συστηματικής αντιστοιχίας έναντι της επιφανειακής ομοιότητας.
  3. Γλωσσική παραμυθία: Η διατήρηση της δομής. Η μορφολογική δομή ως επαληθευτικό κριτήριο.
  4. Γλωσσική παραμυθία: Η αρχή τής ομοχρονίας. Η ομοχρονία απαραίτητη συνθήκη για κάθε γλωσσική αλλαγή.
  5. Ατοπήματα και ουτοπία. Η έλλειψη συστηματικότητας και η εσφαλμένη αξιολόγηση του υλικού στα γλωσσικά μυθεύματα.

Γνωσιακή γλωσσολογία

  1. Η εικόνα στη γλωσσική αντίληψη. Εννοιοποίηση και εικονοσχήματα.
  2. Η βάση τού μεταφορικού λόγου. Η αντίληψη ομοιότητας, ο τομέας-πηγή και ο τομέας-στόχος. Πώς λειτουργούν οι μεταφορές.
  3. Στοπ καρέ. Πλαίσιο, προώθηση στο προσκήνιο και ιδεοποιημένα γνωσιακά πρότυπα (ICMs).

Δεοντολογία

  1. Γλώσσα και αγωγή. Η αγωγή ως προϋπόθεση της επιστημονικής συζήτησης (εισαγωγικό άρθρο τού ιστολογίου).
  2. Η δεοντολογία στην επιστήμη. Ποιες αρχές πρέπει να διέπουν την επιστημονική έρευνα.
  3. Η τέχνη τής συνομιλίας. Προϋποθέσεις τού διαλόγου. Ευγένεια, σεβασμός και ευαισθησία ή ο καλός και ο κακός οδηγός.

Διδακτική τής γλώσσας

  1. Το δέντρο, τα κλαδιά και τα κύματα: Σχήματα στη γλωσσική αλλαγή. Ο ρόλος τού παραδείγματος στη διδασκαλία τής ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας.
  2. Όψεις τού μεσοπαθητικού παρατατικού. Προβλήματα περιγραφικής επάρκειας της γραμματικής σε μεσοπαθητικά ρήματα προερχόμενα από αρχαία σε -άω και -έω.

Εκδηλώσεις

  1. Εκδήλωση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών προς τιμήν τού καθηγητή Γεράσιμου Ρηγάτου. Πρόγραμμα της εκδήλωσης και συμμετοχή.
  2. 8ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας: Ιωάννινα 30/8 - 2/9/2007. Αναγγελία και στιγμιότυπα.
  3. Γλώσσα και αποταμιευμένη σοφία. Ομιλία στην εκδήλωση προς τιμήν τού καθηγητή Γεράσιμου Ρηγάτου.
  4. Από το σημειωματάριο ενός συνεδρίου. Σημειώσεις και εντυπώσεις από την 30ή ετήσια συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ετυμολογία

  1. Ετυμολογικοί μετεωρισμοί. Κριτική στο άρθρο τού Χρίστου Δάλκου, «Η ενδοσυγκριτική μέθοδος», 2003, Λεξικογραφικόν Δελτίον 24, σελ. 131-159.
  2. Φιλοξενημένα. Σύνδεσμοι προς δύο άρθρα ετυμολογικού περιεχομένου, ανηρτημένα στο Περιγλώσσιο.
  3. Ετυμολογικές παρενέργειες: Η αμαξοστοιχία και η μηχανή. Κριτική στο άρθρο τού Ι.Ν. Ηλιούδη «À propos de l’étymologie des mots κτῆνος, ζερβός, φλογέρα, καζάνι», Αθηνά, τόμ. ΠΒ΄ [2000], σελ. 229-232.

Ορθογραφία

  1. Ας μιλήσουμε για ορθογραφία. Μέρος Α΄: Προϋποθέσεις τού διαλόγου.
  2. Ας μιλήσουμε για ορθογραφία. Μέρος Β΄: Κριτική επιφυλλίδων τού κ. Γιάννη Η. Χάρη.
  3. Ας μιλήσουμε για ορθογραφία. Μέρος Γ΄: Αρχές και συστηματοποίηση της ιστορικής / ετυμολογικής ορθογραφίας.
  4. Ορθογραφία: Ο απόηχος μιας συζητήσεως. Διάλογος μεταξύ Μ. Τριανταφυλλίδη και Ν. Ανδριώτη για ζητήματα ορθογραφίας.
  5. Ορθογραφικές αμφιγραφίες: μία ή δύο λέξεις; Προτάσεις για συστηματοποίηση των λόγιων λεξικών συνδυασμών.
  6. Το τελικό -ν: Γραφέας και αναγνώστης. Αδυναμίες τής σχολικής ρύθμισης και άλλων εισηγήσεων. Γιατί ο ρόλος τού αναγνώστη έχει προτεραιότητα.
  7. Στον αρμό τής σύνθεσης. Εξέταση της γραφής των συνθέτων με -ρρ- ή -ρ-. Ποιες αρχές ρυθμίζουν την ορθογραφική επιλογή.

Σημασιολογία

  1. Η σημασιολογική δείνωση. Αιτίες και συνέπειες της σημασιολογικής χειροτέρευσης.
  2. Η σημασιολογική δείνωση: Μέρος Β΄. Παραδείγματα λέξεων και φράσεων. Ο ρόλος της στα λεξικά δάνεια.
  3. Γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία. Αιτίες τής σημασιολογικής μεταβολής.
  4. Στη μηχανή τού γλωσσικού χρόνου. Γραμματικοποίηση, αποσημασιοποίηση και αποχρωματισμός στη σημασιολογική μεταβολή.