Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημασιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σημασιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/6/08

Στοπ καρέ

Στην αγαπημένη μου Ρένα
για την όγδοη επέτειο του γάμου μας


Αν σας αρέσουν οι φωτογραφίες, θα έχει συμβεί να δείτε εικόνες τής περιοχής ή του τόπου σας, όπως έχει φωτογραφηθεί από άλλους. Ακόμη και αφού σας διαβεβαίωσαν ότι αυτό που βλέπετε είναι η συνοικία ή το σπίτι σας, οπωσδήποτε χρειαστήκατε λίγα λεπτά για να επαληθεύσετε την πληροφορία. Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιείτε, προσπαθούσατε να ξαναδείτε κάτι οικείο μέσα από το βλέμμα κάποιου άλλου και αυτό απαίτησε προσαρμογή.

Η στάση μας απέναντι στις διαφορετικές λήψεις τού φωτογραφικού φακού μπορεί να ρίξει φως σε πλευρές τής σημασιολογικής αλλαγής που συνήθως επισκοτίζονται από τη διασπορά των ειδών ή μορφών της. Σε προηγούμενα άρθρα έχουμε παρατηρήσει ότι η αχλύς που καλύπτει τις αιτίες των μεταβολών μάς αναγκάζει κάποτε να σκεφτόμαστε στο κενό, όταν μοχθούμε να εξακριβώσουμε ή να κατονομάσουμε την εξέλιξη. Η ειδολογική μάλιστα μελέτη δεν έχει πάντοτε παρουσιάσει τον κοινό παρονομαστή των αλλαγών, τέτοιον που να εφαρμόζεται σε αφιστάμενες περιπτώσεις.

Όταν επιχειρούμε να επανασυνθέσουμε τη διαδρομή μιας λέξεως, κατά κανόνα στοχεύουμε στη συνένωση στιγμιοτύπων τής πορείας της, προκειμένου να ξετυλιχτεί μπροστά μας το βιογραφικό της σημείωμα. Εντούτοις, η γνωσιακή σημασιολογία [cognitive semantics] μας προσφέρει μία ακόμη πολύτιμη δυνατότητα: να αντιληφθούμε τον ρόλο που παίζει στη σημασιολογική αλλαγή η εκάστοτε οπτική γωνία, η λήψη τού φωτογραφικού φακού.

Ας ξαναθυμηθούμε το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε με τη φωτογραφία. Με τα δικά μας μάτια τα οικεία αντικείμενα έχουν ορισμένη και συγκεκριμένη αντιληπτική θέση, αναλύονται υπό καθορισμένη ταξινομική διάταξη, η οποία μας βοηθεί να αναγνωρίσουμε το φωτογραφικό πλάνο. Η θέση και η σειρά των στοιχείων απαρτίζουν τον οικείο μας χώρο, τον οποίο έχουμε δημιουργηθεί να συλλαμβάνουμε ως όλον. Αν κάποια από τις διαστάσεις ξαφνικά αλλάξει, π.χ. αν μας δείξουν την ίδια φωτογραφία μεγεθυσμένη ή τον ίδιο τόπο από άλλη οπτική γωνία, η αναγνώριση δυσχεραίνεται και προϋποθέτει επεξεργασία, η οποία αποκαλείται ερμηνευτική ανάλυση [construal].

Ομοίως, οι σημασίες των λέξεων δεν γίνονται ποτέ αντιληπτές in vacuo, αλλά εντός ορισμένης κάθε φορά φωτογραφικής λήψης, η οποία εκ φύσεως περιέχει και άλλες εικόνες, όπως μια φωτογραφία τελικά εικονίζει αντικείμενα ή πρόσωπα που ακούσια περιλάβαμε στο πλάνο. Το σύνολο των εννοιακών διαστάσεων που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό τής σημασίας αποκαλείται πλαίσιο [frame] ή νοητικός χώρος [mental space]. Όταν ο ομιλητής μεταχειρίζεται μια λέξη για να επικοινωνήσει, προϋποθέτει ότι ο συνομιλητής του μπορεί να αντιληφθεί με παρόμοιο τρόπο τα βασικά στοιχεία τού πλαισίου, ακριβώς όπως δείχνουμε μια φωτογραφία σε κάποιον και περιμένουμε να μοιραστεί τις εντυπώσεις μας.

Μερικά απλά παραδείγματα εξηγούν πιο παραστατικά πώς λειτουργεί το πλαίσιο στο γνωσιακό σύστημα των ομιλητών. Αν χρησιμοποιήσουμε έξω από τη σχολική τάξη τον όρο υποτείνουσα, ίσως νιώσουμε την ανάγκη να μεταχειριστούμε προσδιορισμούς όπως γεωμετρικός, επειδή αντιλαμβανόμαστε ότι το μόνο πλαίσιο που επιτρέπει τη σημασιολογική αναγνώριση της λέξης περιλαμβάνει ένα ορθογώνιο τρίγωνο (παράδειγμα του R. Langacker). Οι λέξεις αγοράζω, πουλώ θα ήταν ασαφείς έξω από το πλαίσιο της ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ και η λέξη αμυντικός, ως ουσιαστικό, προϋποθέτει πλαίσιο που θα συνδεόταν ίσως με αθλητική αναμέτρηση. (Συνηθίζεται να κεφαλαιογραφούνται τα πλαίσια, όταν κατονομάζονται στη σημασιολογική ανάλυση).

Η λειτουργία τού πλαισίου ερμηνεύει ικανοποιητικά την πολυσημία, η οποία είναι αναγκαία για την αλλαγή σημασίας. Σε κάθε επικοινωνιακή πράξη δεν είναι δυνατον να αναγγελθούν περισσότερες από μία έννοιες, διότι αυτό θα ακύρωνε τη μετάδοση του μηνύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, μία από τις σημασιολογικές πτυχές τής λέξεως προβάλλεται ή αναδεικνύεται ανάλογα με τις συνθήκες ή με την οπτική γωνία που έχει επιλεγεί. Ονομάζουμε αυτή την επιλεκτική προβολή προώθηση στο προσκήνιο [foregrounding].

Η λέξη στόμιο, παραδείγματος χάριν, αποκτά διαφορετική γνωσιακή υπόσταση αν προβληθεί στα πλαίσια ΦΙΑΛΗ, ΣΠΗΛΙΑ ή ΣΩΛΗΝΑΣ. Τα γερμανικά ρήματα essen και fressen σημαίνουν «τρώω», αλλά το πλαίσιο αναφοράς τους είναι διακριτό, διότι το πρώτο αφορά σε ανθρώπους, ενώ το δεύτερο σε ζώα. Η λέξη κακούργημα προσδιορίζει γενικότερο νοητικό χώρο στην καθημερινή ομιλία εν σχέσει με τη χρήση της στο δικαστήριο, όπου πρέπει να ενταχθεί στο ίδιο πλαίσιο με το οποίο ερμηνεύονται οι αντίστοιχοι όροι πλημμέλημα και πταίσμα. Αν πείτε μάλλον έχει ιό, ο προσδιορισμός τού πλαισίου είναι αναγκαίος για την κατανόηση, επειδή πρέπει να εξακριβωθεί αν εννοείτε άνθρωπο ή ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα του πλαισίου ως μηχανισμού σημασιολογικής ανάλυσης είναι ότι επιτρέπει στη γλώσσα να εντάσσει στον ίδιο νοητικό χώρο λέξεις με διαφορετικές σημασίες, που όμως ανήκουν στην ίδια εικόνα, στο ίδιο καρέ. Οι λέξεις πατέρας, μητέρα, θείος, ανεψιός, παππούς εγγράφονται στο πλαίσιο της ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ. Ωστόσο, οι λέξεις αυτές εννοιοποιούν επίσης αντίληψη από ποικίλα επίπεδα. Όπως εξήγησε ο G. Lakoff, η λέξη μητέρα περιέχει πληροφορίες που αντιστοιχούν, μεταξύ άλλων, στα εξής πλαίσια:

ΤΟΚΕΤΟΣ: Η γυναίκα που φέρνει το παιδί στον κόσμο, που τίκτει.
ΓΕΝΕΤΙΚΗ: Η γυναίκα που παρέχει το γενετικό υλικό για τη σύλληψη της νέας ζωής.
ΑΝΑΤΡΟΦΗ: Η γυναίκα που ανατρέφει και μεγαλώνει το παιδί.
ΓΑΜΟΣ: Η σύζυγος του πατέρα.
ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ: Η πλησιέστερη συγγενής τού παιδιού.
ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ: Η πεθερά σε σχέση με τον σύζυγο της κόρης της.

Η ανάλυση αυτή συνενώνει πολλαπλά πλαίσια, στα οποία εντάσσεται γνώση τής γλώσσας που είναι επίσης εγκυκλοπαιδική ή πραγματολογική. Επειδή η χρήση των λέξεων δεν απαιτεί οπωσδήποτε εξοικείωση με κάθε στοιχείο τού πλαισίου, τα επί μέρους εννοιακά συστήματα ονομάζονται ιδεοποιημένα γνωσιακά πρότυπα [Idealised Cognitive Models, ICMs]. Η εκάστοτε χρήση τής λέξης μητέρα μπορεί να προωθεί στο προσκήνιο ένα ή περισσότερα από αυτά τα πρότυπα, απεικονίζοντας ένα ή περισσότερα φωτογραφικά στιγμιότυπά της. Αν, επί παραδείγματι, αναφέρεται στη «μητρυιά», η λέξη θα προβάλλει τα πλαίσια ΓΑΜΟΣ, ΑΝΑΤΡΟΦΗ και όχι τα υπόλοιπα· αν αναφέρεται στη «βιολογική μητέρα», θα προβάλλει το πλαίσιο ΓΕΝΕΤΙΚΗ, αλλά όχι απαραιτήτως τα υπόλοιπα· αν δηλώνει την «άγαμη μητέρα», δεν θα περιλαμβάνει τα πρότυπα ΓΑΜΟΣ, ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ και παρόμοια.

Εν τέλει, το πλαίσιο υποδεικνύει την πορεία που ακολούθησε η αλλαγή σημασίας, καθώς προσδιορίζει τη σημασία που προωθείται στο προσκήνιο. Ενώ οι λήψεις τού γλωσσικού φακού είναι για κάθε λέξη πολλές, η εστίαση είναι κατά την πρόσληψη μία, αφήνοντας τις υπόλοιπες στο περιθώριο, ακριβώς όπως η εστίαση του φωτογραφικού φακού σε κοντινό αντικείμενο καθιστά τα είδωλα του παρασκηνίου θολά.

Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα: Το αγγλικό επίθετο rude «αγενής» προέρχεται (μέσω της παλαιάς Γαλλικής) από το λατ. rudis «τραχύς – ωμός» και αυτή ήταν η σημασία του όταν εισήχθη στην Αγγλική τον 15ο αι. Παρατηρήστε, όμως, τη διαδρομή που αποκαλύπτουν τα ακόλουθα χρονολογημένα παραδείγματα:

(1536) They shall leave their cure not to a rude and unlerned person, but to a good, lerned and experte curate [«όχι σε κάποιον αμόρφωτο και αμαθή»]
(1609) Some obey whilest they are rude or in a low state [«είναι ακαλλιέργητοι ή χαμηλού επιπέδου»]
(1788) It was the design of Otho the Third to abandon the ruder counties of the north [«να εγκαταλείψει τις πιο τραχιές/ακαλλιέργητες κομητείες τού βορρά»]
(1812) The production of metals from rude ores [«από ακατέργαστα μεταλλεύματα»]
(1865) The new religion was first promulgated by rude men unacquainted with learning and rhetoric [«από ακαλλιέργητους ανθρώπους»]

Προφανώς το επίθετο rude συλλαμβανόταν στον γλωσσικό φακό ως προσδιορισμός κυρίως «πραγμάτων» στο αρχικό τους στάδιο (προτού υποβληθούν σε κατεργασία) και κατόπιν «προσώπων» που δεν είχαν ακόμη εκπολιτιστεί, εκπαιδευτεί ή καλλιεργηθεί. Βαθμηδόν προωθήθηκε στο προσκήνιο η λήψη που εθεωρείτο χαρακτηριστικότερη: η αναφορά σε ανθρώπους που είχαν παραμείνει αμόρφωτοι και τραχείς, πράγμα που επηρέασε τη συμπεριφορά τους. Η απόσταση ώς τη σημασία «αγενής» δεν ήταν πλέον μεγάλη και διανύθηκε γρήγορα.

Είναι εμφανές ότι η ικανότητα του ανθρώπου να συλλαμβάνει και να ερμηνεύει τις σημασίες συνεπάγεται αναγνώριση διαφορετικών πλαισίων, τα οποία αποτελούν το πρίσμα τής σημασιολογικής ανάλυσης. Αν από τη γλωσσική σημασία απουσίαζε ο ρόλος τού πλαισίου, η ερμηνεία θα έτεινε να είναι μοναδική, ενιαία και ομοιόμορφη. Η απλουστευτική αυτή αντιμετώπιση θα αδυνατούσε να εξηγήσει την ανάπτυξη νέων σημασιών και τις διαφορές αντιλήψεως των ίδιων σημασιολογικών πεδίων, όπως υπογραμμίζεται από τα παραδείγματα που ακολουθούν.

Αρκετές γλώσσες χρειάζονται περισσότερα του ενός πλαίσια, για να εννοιοποιήσουν τη σημασία ΟΛΟΣ. Η Αρχαία Ελληνική διακρίνει σταθερά τα επίθετα πᾶς «πλήρης – κάθε είδους», ἅπας «συνολικός – (πληθ.) όλοι γενικά», ἕκαστος «καθένας χωριστά» (χωρίς κατ’ ανάγκην συμπεριληπτική αναφορά), ὅλος «πλήρης – (πληθ.) πάντες (συμπεριληπτική αναφορά)». Εντούτοις, η Γαλλική φαίνεται να αντιδιαστέλλει μόνο τις λέξεις tout «όλος» και chaque «κάθε», ενώ η Εβραϊκή δεν λεξικοποιεί καθόλου τη διάκριση αυτών των πλαισίων: η λέξη kol σημαίνει τόσο «όλος» όσο και «κάθε» (π.χ. kol hayom «όλη μέρα», kol boker «κάθε πρωί»).

Η εστίαση της αντιλήψεως δεν παραμένει αμετάβλητη. Αν σας ρωτούσαν τι χαρακτηρίζει περισσότερο την έννοια «κήπος», θα χρησιμοποιούσατε προφανώς πλαίσιο που περιλαμβάνει χώρο με λουλούδια σε κάποιον βαθμό περιποιημένα. Ωστόσο, φαίνεται ότι ομιλητές αρχαίων γλωσσών προωθούσαν στο προσκήνιο διαφορετική εικόνα, που σημαίνει ότι αντιλαμβάνονταν τη σημασία υπό εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.

Το ινδοευρωπαϊκό θέμα *gher- εικάζεται ότι σήμαινε «περικλείω, περιφράσσω» (και «παίρνω, αποκτώ»). Δεν είναι περίεργο ότι από μεταπτωτική βαθμίδα αυτού του θέματος προήλθε το λατ. hortus, που αρχικά σήμαινε «κλειστός, περιφραγμένος χώρος, περίβολος». Σταδιακά, ο κλειστός περιφραγμένος χώρος θεωρήθηκε κατάλληλος για ανθοκομία και έτσι η λέξη hortus έφθασε να σημαίνει «κήπος».

Η αλλαγή πλαισίου, όμως, δεν σταμάτησε εδώ. Η παλαιά γαλλική λέξη ort «κήπος» (< λατ. hortus) δεν διατηρήθηκε. Ποια λέξη για τον «κήπο» θα χρησιμοποιούσε τώρα η Γαλλική; Από το ίδιο Ι.Ε. θέμα προήλθε η παλαιά τευτονική λέξη *gardon, από την οποία σχηματίστηκε το υστερολατινικό gardo «φράχτης, περίβολος» και, καθώς πιστεύουμε, το επίθετο *gardinus «περιφραγμένος, περίκλειστος». Το επίθετο σχημάτισε τη συνεκφορά *hortus gardinus «περίκλειστος κήπος, περιφραγμένος κήπος», τα στοιχεία τής οποίας συνδέθηκαν τόσο στενά, ώστε θεωρήθηκαν ότι ανήκαν, όχι απλώς στην ίδια λήψη τού γλωσσικού φακού, αλλά και στο ίδιο καρέ, στο ίδιο στιγμιότυπο. Ως εκ τούτου, το επίθετο *gardinus απορρόφησε τη σημασία όλης της συνεκφοράς και οδήγησε στο παλαιό γαλλ. gardin «κήπος», από όπου το γαλλ. jardin και το αγγλ. garden.

Δεν είναι περιττό να υπογραμμιστεί ότι από το Ι.Ε. θέμα *gher- σχηματίστηκε επίσης κανονικά το αρχ. χόρτος, που, όπως θα αναμέναμε, σήμαινε «περίβολος, περιφραγμένος τόπος» και ειδικότερα «περίκλειστος βοσκότοπος». Η λέξη δεν διατήρησε το ίδιο πλαίσιο με τους ρομανικούς και γερμανικούς όρους· ο γλωσσικός φακός προέβαλε τη σημασία «τροφή ζώων (σε περίκλειστο βοσκότοπο)» και κατέληξε στη σημασία «χόρτο, χορτάρι». Προφανώς αυτό που κάποια γλωσσική κοινότητα φωτογραφίζει με συγκεκριμένο τρόπο παρουσιάζει μερική μόνο επικάλυψη με το πλαίσιο άλλων ομιλητών. Όταν νέα πλαίσια αναπτύσσονται, οι ήδη υπάρχουσες λέξεις αναγκάζονται, τρόπον τινά, να υπαχθούν σε άλλη ταξινόμηση και αυτό μεταβάλλει αρχικά τις συνυποδηλώσεις τους, προτού επηρεάσει τον πυρήνα τής λεξικής σημασίας.


Αν οι φωτογραφίες αρέσουν στους περισσότερους ανθρώπους, είναι ίσως επειδή τους θυμίζουν εικόνες, περιστάσεις ή πρόσωπα που δεν ανήκουν πια στο παρόν, που ο φακός μας έχει πλέον προσπεράσει. Είναι ίσως ευτύχημα ότι τα στιγμιότυπα του γλωσσικού φακού δεν περνούν ποτέ χωρίς να αφήσουν στις σημασίες των λέξεων αποτύπωμα που, αντί να συνθλιβεί από τον χρόνο, παραμένει μόνιμο τμήμα τής περιουσίας τους.

29/2/08

Στη μηχανή τού γλωσσικού χρόνου

Hazman yaassé et shelo

Από την εικόνα τής πλάστιγγας ή ζυγαριάς προέκυψαν στη Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική δύο αξιοσημείωτα ρήματα, εντελώς διαφορετικής σημασίας: το ρήμα γέρνω «κλίνω προς τα κάτω» (που ανάγεται στο αρχ. ἐγείρω «υψώνω») και το ρήμα σηκώνω «υψώνω» (που ανάγεται στο ελληνιστικό σηκῶ «ζυγίζω στην πλάστιγγα»). Από τις πρώτες ετυμολογικές μελέτες των εν λόγω ρημάτων διατυπώνουμε την εικασία ότι αφετηρία των δύο σημασιών υπήρξε η εικόνα μιας πλάστιγγας, στην οποία ο βαρύτερος δίσκος πέφτει τη στιγμή που υψώνεται ο ελαφρύτερος. Αγνοούμε όμως την ακριβή αιτία τής διαφοροποίησης. Εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε γιατί η ίδια εικόνα παρήγαγε σημασιολογικώς αντίθετα αποτελέσματα, αφ’ ενός μεν «κλίνω προς τα κάτω» (ρήμα γέρνω), αφ’ ετέρου δε «υψώνω» (ρήμα σηκώνω).

Ο Σαίξπηρ έγραψε για τον χρόνο ότι «ταξιδεύει με διαφορετικό βηματισμό» και φαίνεται πως αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν όταν προσπαθούμε να τον παρατηρήσουμε.

Ειδικά για τη μελέτη τής σημασιολογικής μεταβολής έχει ευφυώς λεχθεί ότι περισσότερα είναι τα ερωτήματα από τις διαθέσιμες απαντήσεις. Μερικές φορές ο ιστορικός γλωσσολόγος απλώς αγγίζει ορατές πλευρές τής εξέλιξης ή αρκείται να συγκρίνει παράλληλες μεταβολές σε διάφορες γλώσσες, για να φωτίσει μέσω αυτών κάποιας μορφής κανονικότητα. Κάποτε, όταν έχει φέρει στο φως αρκετά στοιχεία (όπως στο παράδειγμα των δύο ρημάτων), νιώθει σαν να προσπαθεί να καλλιεργήσει με ακατάλληλα εργαλεία μια τέχνη ελλειπτική. Ακόμη και όταν με πολλή προσπάθεια καταφέρουμε να ταξιδέψουμε πίσω στον γλωσσικό χρόνο, αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι οι βιογραφίες των λέξεων που επανασυνθέσαμε θα επαναληφθούν.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που η μελέτη των σημασιολογικών μεταβολών προκαλεί τόσες ερμηνευτικές δυσκολίες στον ιστορικό γλωσσολόγο. Ένας ισχυρός λόγος είναι ότι οι πιθανές αλλαγές σημασίας δεν διέπονται από τα όρια των φωνητικών και μορφολογικών αλλαγών. Ενώ κάθε γλώσσα διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό φωνημάτων και μορφημάτων, πράγμα που συνεπάγεται πεπερασμένες δυνατότητες συνδυασμού και μεταβολών τους, οι σημασίες δεν αποτελούν κλειστό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και αν εντοπιστούν συγκεκριμένες τάσεις ή κανονικότητες, αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα ούτε δεσμεύουν τυχόν μελλοντική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία μας να προσδιορίσουμε επακριβώς και πλήρως τις αιτίες των σημασιολογικών μεταβολών εξηγεί εν πολλοίς γιατί δεν μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους που να τις περιγράφουν. Εφόσον η δομή των σημασιών κατ’ ουσίαν αποτυπώνει τη δομή τής αντιλήψεως, η χαρτογράφηση των αλλαγών τους θα απαιτούσε ίσως μια γραμματική τής σκέψης.

Το πράγμα περιπλέκεται αν αναλογιστούμε επιπλέον το εξής:

Αν κάποτε είμαστε αρκετά τυχεροί, το ταξίδι στον γλωσσικό χρόνο μπορεί να μας αποκαλύψει μια καλή ιστορία. Και τότε όμως η περιγραφή της παρουσιάζεται σαν τετελεσμένο γεγονός, του οποίου έχουν προηγηθεί στάδια που ίσως αγνοούμε ή μηχανισμοί που δεν μελετήσαμε. Όταν σε ένα λεξικό διαβάζουμε αναλυμένη τη βιογραφία μιας λέξεως, αυτό έχει συμβεί συνήθως χάρις σε καλές μαρτυρίες των ενδιαμέσων σταδίων της, που έτυχε να διασωθούν, μάλλον παρά εξαιτίας τής ευφυούς ετυμολογικής εργασίας τού γλωσσολόγου.

Ο γλωσσικός χρόνος δεν χαρακτηρίζεται από αυστηρή γραμμικότητα· σπανίως μας δίνει μια ιστορία όπως θα θέλαμε να την ακούσουμε: με αρχή, μέση και τέλος. Πολλές φορές είμαστε ικανοποιημένοι μόνο και μόνο επειδή στην ανοιχτή θάλασσα βρήκαμε διάσπαρτα νησιά που μοιάζουν να χωρίζονται από χάσματα, αλλά διακρίναμε ότι επικοινωνούν στον αβυσσαίο βυθό. Όταν βρούμε στοιχεία που τεκμηριώνουν την υποθαλάσσια σύνδεση, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι κάτω από την επιφάνεια υπήρχε σχήμα, σχέση, μηχανισμός και βάση.

Μια από τις λίγες περιπτώσεις στις οποίες έχουμε προσδιορίσει με αξιόπιστα στοιχεία τις αδιόρατες αυτές συνδέσεις είναι οι αλλαγές σημασίας που προκαλούνται από τη γραμματικοποίηση [grammaticalisation]. Ο όρος αυτός υποδηλώνει, κατά τον Meillet, «την απόδοση γραμματικού χαρακτήρα σε προηγουμένως ανεξάρτητη λέξη» ή την τροπή μιας ανεξάρτητης λέξης σε όρο με γραμματική λειτουργία (1912, ‘L’evolution des formes grammaticales’, Scientia 12, 6).

Εξετάστε τα ακόλουθα μεσαιωνικά παραδείγματα:


· Βλέπε αυτός ο λογισμός, μήμπα να σε πλανέσει (Ερωτόκριτος).
· Ογιά να μήμπα να θαρρεί πως τον παρακαλούμε, πε του πως δεν παντρεύγομαι (Φορτουνάτος).
· Εφοβήθην (μ)πας και στείλουν απέ τα ξύλα τους (Μαχαιράς).


Από την ετυμολογία μαθαίνουμε πώς εκτυλίχθηκε η ιστορία αυτών των συνδέσμων. Σε προγενέστερα κείμενα συναντούμε τις ακολουθίες μην πας (> μπας) και μην πά(ει) (> μήμπα), από όπου προέκυψε ο νεοελληνικός σύνδεσμος μπας. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις φωνητικές μεταβολές και τη φωνολογική μείωση, που περιλαμβάνονται στα γνωρίσματα της γραμματικοποίησης, υπάρχει κάτι στην πορεία τής σημασίας που έλκει αμέσως την προσοχή: η μετάβαση από τη λεξική σημασία «μην πας» στη γραμματική λειτουργία τού ενδοιαστικού συνδέσμου. Επειδή η αλλαγή αυτη συνεπάγεται απώλεια στοιχείων τής λεξικής σημασίας και άμβλυνση των χαρακτηριστικών της, δηλώνεται εύγλωττα με τον όρο σημασιολογικός αποχρωματισμός [semantic bleaching].

Ο όρος φέρνει εύλογα στον νου αυτό που μπορεί να συμβεί στα ζωηρόχρωμα ρούχα, αν κάποτε ξεχαστούμε και τα βουτήξουμε σε λευκαντικό όπως η χλωρίνη. Αν μεταχειριστούμε δε ζεστό νερό, είναι βέβαιο ότι το ύφασμα θα ξεβάψει.

Η γραμματικοποίηση ενός όρου επηρεάζει τόσο δραστικά τη λεξική σημασία του, επειδή μεταβάλλει τον λειτουργικό ρόλο και συρρικνώνει το σημασιολογικό πεδίο του. Ως αποτέλεσμα, η λέξη χάνει μέρος τού φορτίου της, διότι ενσωματώνει τώρα λειτουργίες που προηγουμένως επιτελούνταν από στοιχεία τού συντακτικού περιβάλλοντος ή υπονοούνταν από τη συνομιλία. Η προσαρμογή αυτή αποκαλείται υποκειμενοποίηση [subjectification], επειδή είναι προσανατολισμένη στην οπτική γωνία τού ομιλητή και φέρει την ευθύνη για τη σταδιακή άμβλυνση της σημασίας.

Ίσως δεν θα απείχαμε από την αλήθεια αν παρατηρούσαμε ότι ο αποχρωματισμός επιδρά με τρόπο που θυμίζει έντονα το ξέβαμμα των ρούχων: απαιτεί την ισχύ ενός δραστικού παράγοντα (π.χ. λευκαντικού), όπως είναι η διαδικασία τής γραμματικοποίησης, και ευνοείται από το περιβάλλον (π.χ. ζεστό νερό), όπως όταν συμβάλλουν οι συμφραστικές και συντακτικές συνθήκες.

Τώρα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τι συνέβη στις παρακάτω περιπτώσεις, στις οποίες η γλωσσική αναδρομή έχει αποδώσει καλούς καρπούς.

Στα κείμενα της κλασικής Λατινικής η φρ. clara mente σημαίνει, ως είναι φυσικό, «με καθαρό μυαλό» (clarus + mens, -ntis). Εντούτοις, αργότερα, στη δημώδη Λατινική το συμφραστικό περιβάλλον ευνόησε την ερμηνεία «ξεκάθαρα, σαφώς, με σαφή τρόπο». Ως αποτέλεσμα, το β΄ συστατικό μέρος -mente αποχρωματίστηκε και θεωρήθηκε δηλωτικό τού τρόπου. Αυτό υπήρξε η αφετηρία των επιρρημάτων σε -ment(e) που χρησιμοποιούν οι σύγχρονες ρομανικές γλώσσες (π.χ. γαλλ. lente-ment «αργά», douce-ment «γλυκά»), τα οποία καθόλου δεν ανακαλούν στον νου την αρχή τους (λατ. mens, -ntis «νους, μυαλό»).

Διαφορετική ήταν η εξέλιξη του παλαιού γαλλικού επιθέτου verai (> σύγχρονο γαλλ. vrai), το οποίο σήμαινε, όπως σήμερα, «αληθινός» και προήλθε από το λατ. verus (με τη μεσολάβηση του υστερολατινικού *veraius). Ώς τον 14ο αι. το παλαιογαλλικό verai είχε περάσει στην Αγγλική, όπου διατηρούσε τη βασική σημασία του. Τότε όμως συνέβη μια αξιοσημείωτη αλλαγή. Καθώς συνόδευε διάφορα ονόματα, η συντακτική λειτουργία τής λέξεως μεταβλήθηκε και απέκτησε απλώς εμφατικό ρόλο ως επίρρημα. Κατά συνέπεια, φράσεις τής παλαιάς Αγγλικής όπως veray good(e) «αληθινά καλός» απέκτησαν ήδη τον 15ο αι. τη γενικότερη σημασία «πολύ καλός» και η Αγγλική το πολύχρηστο σήμερα επίρρημα very.

Σε περιπτώσεις προχωρημένου αποχρωματισμού, όταν η γραμματικοποίηση έχει προκαλέσει θεμελιώδεις μεταβολές στην υποκείμενη δομή τής λέξεως, η ανίχνευση της διαδοχής των ρόλων δεν είναι εύκολη. Το κοινό λατινικό ουσιαστικό homo «άνθρωπος» αποκτά στη δημώδη Λατινική την επιπρόσθετη σημασία «άνδρας», σχέση κοινή στο γνωσιακό σύστημα των ομιλητών (πβ. αρχ. ἄνθρωπος < *ἄνδρ-ωπος «που μοιάζει με άνδρα»). Η αλλαγή αύξησε τη συχνότητα χρήσεως της λέξης, η οποία υπέστη περαιτέρω φωνολογική μείωση (παλ. γαλλ. omne) και κατέληξε στην απλή γαλλ. αντωνυμία on (πβ. κ. αγγλ. man «άνθρωπος – άνδρας», γερμ. Mann «άνδρας» - man «κάποιος»).


Οι περιπτώσεις αποχρωματισμού που έχουν μελετηθεί αποκαλύπτουν ότι κατά τη γραμματικοποίηση παρουσιάζεται ισχυρή τάση προσαρμογής τής σημασίας στη ροή τής συνομιλίας ή της επικοινωνίας. Δυστυχώς, τα γραπτά κείμενα του παρελθόντος σπανίως μας παρέχουν πληροφορίες για το περιβάλλον τής επικοινωνίας, τα υπονοήματα των συμμετεχόντων, τη χροιά ή το ύφος τής συνομιλίας. Η ιστορική σημασιολογία μάς επιτρέπει μόνο να αρκεστούμε στη βεβαιότητα ότι «ο χρόνος θα κάνει το μέρος του». Και ευχόμαστε να αφήσει πίσω του αποτυπώματα ικανά για να ταξιδέψουμε σε αυτόν.

Σημείωση: Με τον αποχρωματισμό και την αποσημασιοποίηση έχω ασχοληθεί εκτενώς στο άρθρο μου «Το επίρρημα τάχα: Μεταβολές σημασίας και ο ρόλος τής γραμματικοποίησης» (Γλωσσολογία, 2006, τόμ. 15, σελ. 51-64). Επιπλέον, ένας οξύνους αναγνώστης είχε την καλοσύνη να διατυπώσει εύστοχες παρατηρήσεις για τον γλωσσικό χρόνο από την οπτική γωνία των θετικών επιστημών. Τον ευχαριστώ θερμά.

21/9/07

Γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία

Man talks in order to get something
George Zipf (1949)

Ανάμεσα σε μια παρτίδα τένις και σε ένα παιχνίδι με ρακέτες στην αμμουδιά υπάρχει η εξής θεμελιώδης διαφορά: Στο τένις ο ένας παίκτης αγωνίζεται να ξεγελάσει τον άλλον χτυπώντας τη μπάλα με τέτοιον τρόπο και τόση δύναμη, ώστε να καθιστά την απόκρουση αδύνατη. Στις ρακέτες οι παίκτες προσπαθούν να βρίσκουν ο ένας τον άλλον με στόχο να ανταλλάξουν όσο το δυνατόν περισσότερες μπαλιές. Με δύο λέξεις, στο τένις υπάρχουν αντίπαλοι, ενώ στις ρακέτες συμπαίκτες.

Αν η γλωσσική επικοινωνία πρέπει οπωσδήποτε να παρομοιαστεί με ένα από τα δύο παιχνίδια, αυτό ασφαλώς δεν είναι το τένις. Η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ πομπού και δέκτη προϋποθέτει συνεργασία με αυξημένο βαθμό αμοιβαιότητας. Δεν είναι παράξενο που αρκετοί γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η σημασία τού εκφωνήματος [utterance] είναι προϊόν διαπραγματεύσεως από τους συνομιλητές με επιτυχή κατά το πλείστον κατάληξη. Όπως στις ρακέτες, πασχίζουμε να βρούμε τη θέση τού συνομιλητή μας και μοχθούμε να συλλάβει, όχι μόνο το μήνυμα, αλλά και το συνοδευτικό του πλαίσιο.

Η παρατήρηση αυτή, κοινός τόπος σε κάθε σημασιολογική θεωρία, εγείρει ένα καίριο πρόβλημα: Εφόσον το γλωσσικό σύστημα και οι αρχές τής συνομιλίας εγγυώνται την επικοινωνιακή επάρκεια, γιατί να συμβούν αλλαγές που θα διατάρασσαν την ισορροπία και θα έπλητταν την επικοινωνία; Αν, όπως έγραψε ο Zipf, «ο άνθρωπος μιλάει για να αποκομίσει κάτι», γιατί να επέλθουν μεταβολές που θα διακινδύνευαν ό,τι προσδοκά από τη συνομιλία; Εν ολίγοις, γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία;

Οι σημασιολογικές αλλαγές συνιστούν ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα αντικείμενα της ιστορικής γλωσσολογίας. Επειδή είναι εύκολο να προσελκύσουν την προσοχή ακόμη και του μη ειδικού, τείνουν να συναρπάζουν τους μελετητές και τους αναγνώστες. Αν θελήσουμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον κάποιου στο πεδίο ερευνών τής ιστορικής γλωσσολογίας ή της ετυμολογικής λεξικογραφίας, αρκεί να ξετυλίξουμε ενώπιόν του μερικές βιογραφίες λέξεων. Εντούτοις, οι δυσχέρειες στην επιστημονική διερεύνηση των σημασιολογικών αλλαγών ίσως περνούν απαρατήρητες. Ξεκινώντας από το υλικό, ας εξετάσουμε λίγα παραδείγματα και ας προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε πού έγκειται η δυσκολία. Κατόπιν θα κάνουμε ένα βήμα πίσω και θα επιχειρήσουμε να συζητήσουμε αν είναι δυνατή η ένταξη των μεταβολών σε συστηματικό ερμηνευτικό πλαίσιο.

1) Στον Έμπορο της Βενετίας τού Σαίξπηρ διαβάζουμε: My ships are safely come to road. Το λεξιλόγιο εκπλήσσει τον σύγχρονο αναγνώστη. Πώς τα πλοία βγαίνουν στον δρόμο ― και τι δουλειά έχουν εκεί;

2) Σε μεσαιωνικά κείμενα διαπιστώνουμε ότι το αρχ. ρήμα ἐκπτύω «φτύνω – αποβάλλω» απαντά επίσης με τη σημασία «ξεβράζω – αποδιώχνω». Οι άοριστοι ἐξέπτυσαν, ἐξεπτύσθησαν, καθώς και η μορφολογία τού ρήματος, επιβεβαιώνουν την υποψία μας ότι από αυτό προήλθε το ν.ελλ. ξεφτύζω. Αναρωτιόμαστε: Πώς φτάσαμε στη σημασία «φθείρομαι» και πώς εξηγείται η αλλαγή;

3) Ο φυσικός ομιλητής τής Γαλλικής δεν δυσκολεύεται καθόλου με τον ενεστώτα τού ρήματος aller «πηγαίνω», τον οποίο εμείς πρέπει να μάθουμε με προσπάθεια: je vais – tu vas – il va – nous allons – vous allez – ils vont. Ο ιστορικός γλωσσολόγος γνωρίζει, ωστόσο, ότι οι τύποι vais, vas, va, vont έχουν εξελιχθεί από το λατ. vadere «πηγαίνω», ενώ τα α΄ και β΄ πρόσωπα του πληθυντικού allons, allez προέρχονται από το υστερολατινικό ambulare «περπατώ». Γιατί η γλώσσα ενσωμάτωσε κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ακατανόητη ανωμαλία;

Ενώ οι λύσεις σε αυτά τα αινίγματα είναι καθ’ αυτές άκρως ενδιαφέρουσες, συχνά απλώς αυξάνουν τη δυσπιστία μας ως προς τη δυνατότητα να εξηγήσουμε γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία, ενώ ήδη καλύπτουν ανάγκες επικοινωνιακές. Ακόμη και όταν καταφέρνουμε να ταξινομήσουμε με τρόπο λογικό τις μεταβολές, αστοχούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί ένα λειτουργικό σύστημα σημασιών επιδέχεται αλλαγές που μπορεί να το πλήξουν.

Η αιτιολόγηση των σημασιολογικών μεταβολών προκάλεσε ευθύς εξ αρχής αμηχανία. Ήδη από τον καιρό των Νεογραμματικών γλωσσολόγων καθιερώθηκε η εδραιωμένη πια συνήθεια να παραλείπεται οποιαδήποτε νύξη περί σημασιολογικής αλλαγής από τις ιστορικές γραμματικές των διαφόρων γλωσσών. Ο αναγνώστης που ανοίγει μια ιστορική γραμματική έχει προετοιμάσει τον εαυτό του για πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των φωνημάτων, την αλλαγή των μορφολογικών σχημάτων και τις μεταβολές στη σύνταξη· οι μεταβολές σημασιών, απεναντίας, δεν θεωρούνται αντικείμενο τέτοιων έργων και οι συγγραφείς τους δεν αισθάνονται προς αυτές καμμία οφειλή. Όπως τόνισε εύστοχα ο Yakov Malkiel, οι σημασίες αναφέρονται απλώς ως ερμηνεύματα των λέξεων, όχι ως στοιχεία προς επιστημονική έρευνα (Etymology, 1993).

Κάτι ακόμη που ενισχύει τις ανωτέρω διαπιστώσεις: Οι μελέτες ιστορικής σημασιολογίας συνήθως μοχθούν να ταξινομήσουν τις ήδη διαπιστωμένες αλλαγές σε συστήματα ή σχήματα με μεγαλύτερη ή μικρότερη αντιπροσωπευτικότητα. Παρά ταύτα, τα χρήσιμα συμπεράσματα τέτοιων μελετών δείχνουν να εξαντλούνται σε αυτό, έχουν μικρή προβλεψιμότητα και αποφεύγουν να ασχοληθούν με την κινητροδότηση του όλου σχήματος. Ως εκ τούτου, καλογραμμένα σύγχρονα εγχειρίδια, όπως το βιβλίο Γλωσσική Μεταβολή των συναδέλφων Ε. Καραντζόλα & Α. Φλιάτουρα (Αθήνα 2005), μνημονεύουν τα είδη και τους μηχανισμούς των σημασιολογικών μεταβολών, αλλά δεν πραγματεύονται καθόλου τις αιτίες τους.

Η στάση αυτή εμπεριέχει την άλλοτε έμμεση και άλλοτε απροκάλυπτη ομολογία ότι δεν είναι εφικτό να εξηγήσουμε γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία. Ο R.S.P. Beekes, από τους αξιολογότερους ιστορικοσυγκριτικούς γλωσσολόγους, το διατυπώνει ως εξής: «Η επαρκής περιγραφή των σημασιολογικών αλλαγών και η εξακρίβωση των αιτίων που τις προκαλούν είναι ενασχολήσεις που δεν προσφέρουν καμιά ιδιαίτερη ικανοποίηση στον συγκριτικό γλωσσολόγο· πρέπει να παραδεχθούμε ότι ως τώρα κανείς δεν έχει βρει μια πραγματικά ικανοποιητική μέθοδο προσέγγισης αυτών των θεμάτων» (Εισαγωγή στη Συγκριτική Ινδοευρωπαϊκή Γλωσσολογία, ελλ. μτφρ. 2004, σελ. 140).

Αν δυσκολευόμαστε να συμφωνήσουμε με αυτή τη δήλωση, την οποία έχουν διατυπώσει επίσης σημασιολόγοι όπως ο St. Ullmann και ο H. Sperber, ας εξετάσουμε εν συντομία τι μπορούμε να προσδοκούμε από τις μέχρι τώρα προτάσεις.

Ο Antoine Meillet στο περίφημο μελέτημά του Comment les mots changent de sens «Πώς οι λέξεις αλλάζουν σημασία» (1921) αναγνώρισε τρεις κατηγορίες σημασιολογικών μεταβολών: α) δομικές [structurales], δηλ. οφειλόμενες στον τύπο τής λέξεως και στη θέση της στο λεξιλόγιο, β) αναφορικές [referentielles], δηλ. οφειλόμενες σε αλλαγή τού πράγματος (αντικειμένου αναφοράς), και γ) κοινωνικές [sociales], δηλ. οφειλόμενες στις μεταβολές των κοινωνικών ομάδων ή δικτύων, όπου ανήκουν οι ομιλητές.

Η περιγραφική αυτή ταξινόμηση άσκησε βαθιά επίδραση στη διερεύνηση της σημασιολογικής μεταβολής και περιέχει οξυδερκείς παρατηρήσεις. Ωστόσο, όταν καλούμαστε να την εφαρμόσουμε σε συγκεκριμένους τύπους αλλαγών, αμέσως αναρωτιόμαστε αν τα ερωτήματά μας βρίσκουν απάντηση.

Ας προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τη διαπίστωση εν σχέσει με τα παραδείγματά μας:

1) Η σαιξπηρική φράση My ships are safely come to road θα ήταν απολύτως λογική για τα ελισαβετιανά Αγγλικά. Η λέξη road σήμαινε «ασφαλές, υπήνεμο λιμάνι», στο οποίο μπορούσαν να καταφύγουν τα πλοία. Γιατί όμως κατέληξε να σημαίνει «δρόμος»; Ο αναγνώστης μου θα απαντήσει ίσως «Εδώ έχετε παράδειγμα αναφορικής σημασιολογικής αλλαγής (μεταβολή τού πράγματος)», αλλά εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε γιατί οι ομιλητές θεώρησαν εύστοχη τη μεταφορά.

2) Τα μεσαιωνικά κείμενα δείχνουν την πορεία αλλαγής τού ρήματος ἐκπτύω στον τύπο ξεφτύζω με τη νεοελληνική σημασία. Σε ιστορικό κείμενο διαβάζουμε: τὸ δὲ στέμμα τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀκοντισθὲν μέρος τῶν μαργαριτῶν ἐξέπτυσεν τῶν κεχαλασμένων (βλ. Γ. Χατζιδάκι, Ακαδημεικά Αναγνώσματα, τ. Γ: Γενική Γλωσσική, σελ. 216). Είναι προφανές ότι από τη σημασία «φτύνω – ξεβράζω» προέκυψε η κατοπινή «αποβάλλω, χάνω», που θα πρέπει να θεωρήθηκε αρκετά εκφραστική στην αφετηρία της. Σε ποια από τις κατηγορίες τού Meillet μπορείτε αιτιολογημένα να εντάξετε την αλλαγή;

3) Η αλλαγή στο κλιτικό παράδειγμα του ρήματος aller είναι ακόμη δυσκολότερη ως προς την ταξινόμησή της. Από την εποχή τής ύστερης Λατινικής το εν λόγω ρήμα παρουσιάζει ανάμιξη τύπων από τα ρήματα ire «πηγαίνω» και vadere «προχωρώ (γρήγορα), πηγαίνω (κάπου)»: vado – vadis – vadit – imus – itis – vadunt. Κατά τον 6ο αι. μ.Χ. οι τύποι τού α΄ και β΄ πληθυντικού αντικαθίστανται από αντίστοιχα πρόσωπα του μετακλασικού ambulare «περπατώ»: ambulamus – ambulatis, από όπου προήλθαν τα γαλλ. allons – allez. Ζητήματα προς εξέταση: Γιατί οι ομιλητές έκριναν εύχρηστο αυτό το μικτό σύστημα; Γιατί η ανάμιξη συνέβη μόνο στο α΄ και β΄ πληθυντικό πρόσωπο; Και γιατί, εν τέλει, επικράτησαν οι τύποι τού πολυσύλλαβου ambulare με αλλαγή σημασίας, η οποία «υποχρέωσε» τρόπον τινά τη Γαλλική να δανειστεί από την παλαιά Γερμανική το ρήμα marcher, προκειμένου να καλύψει τη σημασία «περπατώ»;

Οι παρατηρήσεις αυτές εκθέτουν ζητήματα πέρα από υποκειμενική κρίση. Δείχνουν γιατί προτιμούμε να μη μιλούμε για «νόμους» αλλά για τάσεις σημασιολογικής μεταβολής και εξηγούν ίσως γιατί δυσκολευόμαστε να τιθασεύσουμε το γλωσσικό υλικό που έχουμε συγκεντρώσει.

Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι τα στοιχεία που διαθέτουμε για ολοκληρωμένη, συνθετική ανάλυση του φαινομένου είναι τόσο ανεπαρκή, ώστε φαίνεται σαν να ζητούμε βοτανολογική ταξινόμηση όλων των φυτών από κάποιον που έχει μελετήσει μόνο τη μαργαρίτα, το μανιτάρι και τη λεύκα. Για να επιστρέψουμε στο παιχνίδι με τις ρακέτες, μοιάζει σαν να είμαστε θεατές μιας εξαιρετικά εκτελεσμένης παρτίδας, στην οποία οι συμπαίκτες αλλάζουν συνεχώς, χωρίς εμείς να βλέπουμε πότε η ρακέτα αλλάζει χέρια και, το κυριότερο, χωρίς ποτέ να πέσει κάτω το μπαλάκι.

Υπάρχει τρόπος να ερευνήσουμε βαθύτερα τις αιτίες των αλλαγών, χωρίς να χρειαστεί να σταματήσουμε τον χρόνο ή ενόσω ακόμη αποτελούμε μέρος του;

Με αυτό το ζήτημα θα ασχοληθώ σε επόμενο άρθρο.

30/3/07

Η σημασιολογική δείνωση - Μέρος Β΄

Πάνω στο κομοδίνο της είναι ένα μικρό κουτάκι. Δεν έχει τίποτε σπουδαίο: ένα φτηνό κολιέ με πολλές πολύχρωμες χάντρες. Αλλά δίπλα του υπάρχει μια κάρτα. Λέει ότι το κολιέ είναι δώρο από την οχτάχρονη κορούλα της, που ξόδεψε για αυτό όλες της τις οικονομίες. Τώρα το ασήμαντο κουτάκι παίρνει στα μάτια της άλλη αξία. Η μητέρα αγκαλιάζει την κόρη της συγκινημένη και γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Όπως τα πράγματα, έτσι και οι λέξεις συχνά εξαρτούν την αξία τους από το ποιος τις χρησιμοποιεί. Το περιβάλλον χρήσεως, το ποιόν των ομιλητών και η αντίληψη της γλωσσικής κοινότητας αποκτούν ξεχωριστό ρόλο στο σημασιολογικό φορτίο μιας λέξεως και επηρεάζουν την πορεία ενδεχόμενης μεταβολής. Αν η μητέρα που αναφέρθηκε στον πρόλογο δεχόταν το ίδιο δώρο σε επέτειο γάμου από τον σύζυγό της, οπωσδήποτε η αξιολόγησή του θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Στο προηγούμενο άρθρο μου εξήγησα ότι η σημασιολογική δείνωση συνεπάγεται μείωση του κύρους μιας λέξεως, η οποία ακολουθείται από κακοσημία. Ως αποτέλεσμα, η λέξη απαντά πλέον σε άλλο συγκείμενο και με διαφορετικά υπονοήματα. Όπως συμβαίνει με το σύνολο των σημασιολογικών μεταβολών, τις περισσότερες φορές δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε το σημείο αφετηρίας μιας αλλαγής, αλλά νιώθουμε απλώς ικανοποιημένοι όταν μπορούμε να απεικονίσουμε τη μετέπειτα εξέλιξη.

Η ενασχόληση με τις τάξεις των σημασιολογικών μεταβολών, κυρίως δε με τη δείνωση, καθιστά απαραίτητη μια διασάφηση. Η παραδοσιακή εικόνα των αλλαγών σημασίας βασιζόταν στην απατηλή εντύπωση ότι κατά κάποιον τρόπο η νεότερη σημασία προέρχεται ή εκπηγάζει από την προηγούμενη ή ότι η παλαιότερη σημασία μετατρέπεται στη νέα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί. Αμφότερες οι σημασίες πρέπει να είναι διαθέσιμες στην ίδια γλωσσική κοινότητα υπό τον όρο τής ομοχρονίας, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες που ευνοούν κάποια αλλαγή.

Η αρχή αυτή είναι διαυγέστερη όταν εξετάζουμε τη σημασιολογική αλλαγή φράσεων, όχι απλώς λέξεων. Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα δείνωσης:

Η φράση έφαγε της χρονιάς του σήμερα σημαίνει «ξυλοκοπήθηκε άγρια». Εντούτοις, η αρχή της δεν ήταν κακόσημη. Τα σώματα κειμένων δείχνουν ότι αρχικώς αναφερόταν σε κάποιον ο οποίος έφαγε από τις προμήθειες που είχε αποθηκεύσει εκείνη τη χρονιά. Είναι φανερό ότι, αφού οι εν λόγω προμήθειες ήταν προϊόντα εποχής, υπήρχαν σε αφθονία, επειδή ο σκοπός τους ήταν να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του έτους. Η χρήση τής φράσης με τη σημασία «ξυλοκοπήθηκε» ήταν στην αρχή ευφημιστική, δηλαδή αποσκοπούσε στην απόδοση δυσμενούς σημασίας με λεκτικά μέσα που δεν είχαν χρωματιστεί ως κακόσημα.

O δίαυλος αλλαγής τής σημασίας συνδέεται άρρηκτα με το περιβάλλον επικοινωνίας, όχι μόνο το συγκειμενικό, αλλά το ευρύτερο. Ο ομιλητής χρησιμοποιεί τη λέξη ή τη φράση με άλλη σημασία, επειδή αυτό υπηρετεί τα αξιώματα της επικοινωνίας. Σε αυτά περιλαμβάνεται επίσης η επιθυμία τού ομιλητή για πρωτοτυπία και εκφραστικότητα, ειδικά όταν νιώθει ότι τα διαθέσιμα μέσα έχουν υποστεί κατά κάποιον τρόπο κορεσμό.

Για να παραμείνουμε στο εννοιακό πεδίο τού «ξυλοκοπήματος», η φράση τον έκανα του αλατιού «τον έδειρα» δεν ήταν εξ αρχής κακόσημη. Φαίνεται ότι αφετηρία της υπήρξε η συνήθεια να κοπανίζουν το μπαγιάτικο ή σκληρό κρέας (κυρίως στα στρατόπεδα του 19ου αιώνα), για να μαλακώσει, ώστε στη συνέχεια να αλατιστεί. Το κοπανισμένο κρέας ήταν πλέον του αλατιού, κατάλληλο για αλάτισμα. Αυτή η κοινή εικόνα προσέδιδε στον λόγο ευφυΐα και πρωτοτυπία, όταν μεταφερόταν στην απόδοση του ξυλοκοπήματος.

Το περιβάλλον δεν είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Οι ομιλητές τείνουν να αξιολογούν τον τρόπο επικοινωνίας, τον δικό τους και των άλλων, και να αντλούν συμπεράσματα για τη γλώσσα. Σε αρκετές περιπτώσεις η άποψή τους για άλλους ομιλητές επηρεάζει τις λέξεις, όπως το επίπεδο των κατοίκων επηρεάζει την εικόνα μιας περιοχής.

Στην περίπτωση των λέξεων dilettante (ιταλ.), amateur (γαλλ.) και ερασιτέχνης αυτός ακριβώς είναι ο λόγος τής σημασιολογικής δείνωσης. Οι πηγές δείχνουν ότι οι λέξεις αυτές αναφέρονταν σε κάποιον που εκδήλωνε πραγματική αφοσίωση σε κάτι, αν και δεν το ασκούσε ως επάγγελμα, αποτελούσε δε ενασχόληση των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Βαθμηδόν οι ομιλητές άρχισαν να αντιδιαστέλλουν τέτοιες ασχολίες προς την ειδική επιστημονική γνώση των ειδημόνων. Τελικά, ερασιτέχνης αποκλήθηκε, όχι πλέον ο εραστής τής τέχνης, αλλά κυρίως ο ανειδίκευτος, ο άπειρος, ο μη ειδικός.

Οι όροι αγαθός και αθώος, μολονότι δεν έχουν χάσει τις αρχικές σημασίες τους, έφθασαν στη Νέα Ελληνική να δηλώνουν επίσης τον «ανόητο» ή «εύπιστο» άνθρωπο, πράγμα που κινείται παράλληλα προς τη δείνωση σημασίας την οποία υπέστησαν οι γαλλικές λέξεις innocent «αθώος – ανόητος» και bonhomme «καλός, καλοκάγαθος – ανόητος, εύπιστος». Στην ίδια κατηγορία ανήκει η λέξη κρετίνος «ηλίθιος», η οποία ανάγεται στο γαλλ. crétin, που δύσκολα αποκαλύπτει την καταγωγή του από το υστερολατινικό christianus (< ελνστ. χριστιανός).

Χαρακτηριστική περίπτωση σημασιολογικής χειροτέρευσης αποτελεί η αγγλική λέξη gay, η οποία επί αιώνες σήμαινε «πρόσχαρος, ζωηρός, εύθυμος» και ώς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δινόταν συχνά ως προσωπικό όνομα. Η αλλαγή σημασίας της ξεκίνησε από την αργκό των φυλακών, όπου η φράση gay cat σήμαινε «νεαρός αλήτης που τον εκμεταλλεύεται (συχνά σεξουαλικά) άλλος εμπειρότερος» και κατόπιν «νεαρός ομοφυλόφιλος», πράγμα που οδήγησε στη γενίκευση της σημασίας «ομοφυλόφιλος» (Webster’s Dictionary of Word Histories, Springfield Mass., 1992). Η επικράτηση της σημασίας αυτής είχε ως αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί εντελώς η ιστορικά κληρονομημένη χρήση «εύθυμος, ζωηρός», η οποία σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια από τον μέσο ομιλητή χωρίς σοβαρή παρεξήγηση.

Ιδιαίτερα επιρρεπή στη σημασιολογική δείνωση είναι τα λεξικά δάνεια. Αυτό δεν οφείλεται σε εγγενή κατωτερότητα των δανείων ούτε υπάρχει τίποτε το «χυδαίο» στη χρήση λέξεων ξένης προελεύσεως. Εντούτοις, το λεξικό δάνειο δεν μεταφέρει στην αποδέκτρια γλώσσα τις σημασιολογικές και μορφολογικές συνάψεις (γλωσσολογικώς, τις παραδειγματικές και συνταγματικές σχέσεις) που είχε στη γλώσσα προελεύσεως (φαινόμενο κλεψύδρας). Αυτό καθιστά τέτοια δάνεια επιρρεπή σε επανερμηνεία με βάση κυρίως τη φωνητική ομοιότητα.

Η λέξη παλάβρα είναι ισπανοεβραϊκής προελεύσεως και αρχικά σήμαινε, όπως και στα Ισπανικά, «λέξη, λόγος». Η ισπανοεβραϊκή γλώσσα (λαντίνο) αποτελούσε επί μακρόν lingua franca κατά τις εμπορικές συναλλαγές στην προπολεμική Θεσσαλονίκη (ακόμη και εκτός των σεφαραδίτικων κοινοτήτων) και έτσι η λέξη παλάβρα πέρασε στην Ελληνική. Στην αποδέκτρια γλώσσα, όμως, η ισχυρή παρετυμολογική επίδραση του ήδη μεσαιωνικού επιθέτου παλαβός (λόγω φωνητικής ομοιότητας) κινητροδότησε τη σημασιολογική δείνωση και έτσι σήμερα η λέξη παλάβρα έφθασε να σημαίνει «τρέλα», το δε παράγωγο παλάβρας έγινε συνώνυμο του παλαβός.

Όταν ένα λεξικό δάνειο ανταγωνίζεται μια λόγια λέξη, είτε επανεισηγμένη είτε νεόπλαστη, η σημασιολογική δείνωση μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος, αν το δάνειο συνδέεται με τη λαϊκή γλώσσα. Επειδή το ξένο λαϊκό δάνειο είναι φυσικό να έχει ευρεία χρήση, πιθανόν να αποφεύγεται στον γραπτό λόγο, ο οποίος στην εποχή μας αποκτά αυξανόμενη σπουδαιότητα. Ως εκ τούτου, ο μέσος ομιλητής ίσως αρχίσει να παίρνει αποστάσεις. Αυτή είναι πολλές φορές η αφετηρία διαφόρων μειωτικών χρήσεων. Επί παραδείγματι, τα λεξικά δάνεια λούστρος, χαμάλης, τενεκές, χασάπης, αν χρησιμοποιηθούν ως προσφωνήσεις, αποκτούν ευθύς αμέσως μειωτικό χαρακτήρα (π.χ. λούστρο! χαμάλη! τενεκέ! χασάπη!), τον οποίο δεν έχουν οι λόγιες αντίστοιχες: στιλβωτής, μεταφορέας, λευκοσίδηρος, κρεοπώλης.

Ο Δ. Τομπαΐδης προβάλλει την αντίρρηση ότι η αποδοχή αυτής της εξήγησης θα οδηγούσε στην άποψη πως «η γλώσσα των ανώτερων τάξεων μπορεί να ρυθμίζει τις σημασίες ή τις αποχρώσεις των σημασιών που παίρνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται από το λαό» (Λεξιλογικά τής Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1998, σελ. 35). Αν και η αντίληψη του άνωθεν (von oben nach unten) καθορισμού των σημασιών δεν είναι ίσως ελκυστική, το ειδικό βάρος στην πλάστιγγα φέρει η χρήση ή η σημασία που κερδίζει κύρος στους ομιλητές. Μολονότι αυτή δεν γέρνει πάντοτε προς την πλευρά των ανωτέρων τάξεων, η εισαγωγή λόγιων όρων ή η υιοθέτηση αρχαίων σε αντικατάσταση λεξικών δανείων ώθησε, την εποχή τού καθαρισμού, αρκετές ξένες λέξεις σε σημασιολογική χειροτέρευση.

Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

Η λέξη χάλι προέρχεται από το τουρκικό hal, το οποίο σημαίνει απλώς «κατάσταση» (χωρίς μειωτικό χαρακτήρα). Η επανεισαγωγή τής λέξης επίσκεψη ώθησε τη λαϊκή βίζιτα (δάνειο από την Ιταλική) στη μειωτική σημασία «επίσκεψη πόρνης». Οι λέξεις μαντάτο (λατ.) και χαμπέρι (τουρκ.) δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ίδιο συγκείμενο με τη λέξη είδηση (π.χ. η φράση πήρα τα μαντάτα / τα χαμπέρια δηλώνει ότι κάποιος έμαθε μάλλον άσχημα νέα, πράγμα που δεν αποδίδεται από την αντίστοιχη φράση πήρα / έλαβα τις ειδήσεις).


Η σημασιολογική δείνωση είναι μέρος τού συνόλου των αλλαγών σημασίας, που αποτελούν το πλέον δυσπρόσιτο αντικείμενο έρευνας της ιστορικής γλωσσολογίας. Η ανακάλυψη κανονικοτήτων ή γενικών τάσεων δεν είναι εύκολη, επειδή πάντοτε υπάρχουν αντιπαραδείγματα που φαίνεται να ακυρώνουν την ομαλή ταξινόμηση. Αντί να κατονομάσει την αλλαγή, ο ιστορικός γλωσσολόγος πρέπει ίσως να αρκεστεί να την ερμηνεύσει, αναζητώντας τον παράγοντα που φέρει το ειδικό βάρος και κυριαρχεί στην επικοινωνία. Και στην επικοινωνία οι ερωτήσεις ποιος, σε ποιον, πώς και γιατί έχουν τον βαρύνοντα ρόλο.

Σημείωση: Προστέθηκαν μερικές λέξεις από τις πηγές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο.

13/3/07

Η σημασιολογική δείνωση

Προς το τέλος τής ζωής του ο Βασιλιάς τής Αγγλίας Ιάκωβος Β΄ (King James II, 1633-1701) επισκέφθηκε τον τόπο όπου γίνονταν οι εργασίες για την αποκατάσταση του καθεδρικού ναού τού Αγ. Παύλου στο Λονδίνο. Ο ναός είχε καταστραφεί ολοσχερώς από την πυρκαγιά τού 1665 και επανασχεδιάστηκε με βάση το αναγεννησιακό πρότυπο που κυριαρχούσε τότε. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος, καταφανώς ευχαριστημένος από τη νέα μορφή τού κτηρίου, το χαρακτήρισε amusing, awful and really artificial.

O σύγχρονος αναγνώστης δύσκολα θα συμπέραινε ότι ο βασιλιάς έφυγε ευδιάθετος! Οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα ταίριαζαν ίσως σε φουτουριστικό θέατρο, οπωσδήποτε όχι σε μεγαλοπρεπή λατρευτικό χώρο. Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι οι ακροατές τού Βασιλέως Ιακώβου δεν παρεξηγήθηκαν από τα σχόλιά του. Στον καιρό τους τα λόγια του σήμαιναν ότι ο ναός ήταν «ευχάριστος, αξιοσέβαστος, πραγματικό καλλιτέχνημα», όχι «ευτράπελος, απαίσιος και στην πραγματικότητα τεχνητός /ψεύτικος»…

Η ιστορία των λέξεων αποδεικνύει σαφώς ότι habent verba fata sua… Καθώς βυθιζόμαστε στον ιστορικό χρόνο αναζητώντας πληροφορίες για τη χρήση και τη σημασία των λέξεων, ενίοτε διαπιστώνουμε ότι αρκετές από αυτές μοιάζουν με οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς. Λόγω της απουσίας αξιόπιστων κειμένων ή άλλων αναφορών, πολλές φορές δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε την αιτία τους ή να προχωρήσουμε σε κάποια αληθοφανή εικασία για την αφετηρία τους.

Στις μείζονες ταξινομήσεις των σημασιολογικών μεταβολών τού 20ού αιώνα (M. Bréal, G. Stern, S. Ullmann κ.ά.) βρίσκει πάντοτε θέση η κατηγορία που αποκαλούμε δείνωση ή χειροτέρευση (αγγλ. pejoration, γερμ. Pejorisierung ή Verschlechterung). Με αυτόν τον όρο κατονομάζονται οι αλλαγές σημασίας που δηλώνουν μείωση του κύρους ή της αξίας τού αντικειμένου αναφοράς και συνεπάγονται υποβάθμισή του. Ως αποτέλεσμα, λέξεις που κατά το παρελθόν θεωρούνταν εύσημες από τους ομιλητές τείνουν τώρα να αποφεύγονται στο ίδιο γλωσσικό περιβάλλον ή συγκείμενο.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση της σύγχρονης γλωσσολογίας ότι οι μεταβολές σημασίας δεν υπόκεινται σε αυστηρά καθορισμένη κανονικότητα. Εξαιτίας τής φύσεως του λεξιλογίου, οι δυνατές αλλαγές είναι ουσιαστικά απεριόριστες, διότι δεν υφίστανται τους περιορισμούς συνδυασμού (ή υποκατηγοριοποιήσεως, κατά τον γλωσσολογικό όρο) των φωνημάτων και των μορφημάτων, οι οποίοι επικαθορίζουν τις φωνολογικές και μορφολογικές μεταβολές. Επιπλέον, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι οι αλλαγές αντιλήψεων των ομιλητών αφ’ ενός και η αλλαγή τής χρήσεως ή της σύστασης των αντικειμένων αναφοράς αφ’ ετέρου είναι σε θέση να επιφέρουν μετατόπιση του σημασιολογικού φορτίου με τρόπο που δεν μπορεί εύκολα να ταξινομηθεί. Εν ολίγοις, για να εξηγήσουμε γιατί μια λέξη έγινε κακόσημη (pejorative), χρειάζεται να γνωρίζουμε τι συνέβη στο γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον της.

Σε αυτό και στο επόμενο άρθρο θα επιχειρήσω σύντομα να παρουσιάσω δύο αιτιολογικούς παράγοντες που φαίνεται να ευνοούν ή να κινητροδοτούν (motivate) τη σημασιολογική δείνωση. Οι εν λόγω παράγοντες είναι (α) συγκειμενικοί (contextual) και (β) εξωγλωσσικοί (linguistic-external).

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα:

Ένα σπίτι που επί πολλές δεκαετίες εθεωρείτο επαρκές και ικανοποιητικό σιγά-σιγά υφίσταται τις συνέπειες του χρόνου. Ακόμη, η γειτονιά του αρχίζει να υποβαθμίζεται επειδή κατοικίες που μαρτυρούν χαμηλό βιοτικό επίπεδο οικοδομούνται στην περιοχή, η οποία βαθμηδόν χάνει το κύρος ή την αίγλη που άλλοτε είχε.

Οι λέξεις δεν αποτελούν αυτόνομες νησίδες, αλλά είναι οργανωμένες σε σύνολα παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων, τα οποία συχνά αποκαλούνται ακτινωτά δίκτυα (radial networks). Ενώ ο πυρήνας τής λεξικής σημασίας είναι ευκρινώς προσδιορισμένος, η ασάφεια (fuzziness) των περιφερειακών σημασιών αφήνει περιθώριο για επικάλυψη ή αλληλεπίδραση με αντίστοιχες σημασίες άλλων λέξεων. Τελικά, η αλλαγή στη χρήση ενός στοιχείου τού ακτινωτού δικτύου ενίοτε προκαλεί αλυσιδωτή αντίδραση που παρασύρει ένα ή περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη.

Επί παραδείγματι, η αγγλική λέξη undertaker σήμαινε «αυτός που αναλαμβάνει συγκεκριμένο έργο, εργολάβος». Ωστόσο, η συχνή χρήση της στη φράση funeral undertaker «εργολάβος κηδειών» περιόρισε την παρουσία της αποκλειστικά σε αυτό το συγκείμενο. Τελικά, η λέξη έφθασε να σημαίνει αποκλειστικά «νεκροθάφτης, εργολάβος κηδειών».

Μερικές φορές, η απόδοση αρνητικής σημασίας είναι υπόρρητη (implicit) και ο ακροατής την εκλαμβάνει ως τέτοια από το συγκειμενικό περιβάλλον. Αν η χρήση ενός όρου περιοριστεί σε περιβάλλον με συσσωρευμένα αρνητικά υπονοήματα (implicatures), η σημασιολογική δείνωση είναι επί θύραις. Παραδείγματος χάριν, η χρήση τής αγγλικής λέξης notorious «αξιοσημείωτος» σε συγκείμενο με αρνητικά υπονοήματα (όπως μαρτυρούν τα σώματα κειμένων τής Αγγλικής) οδήγησε στη σημασία «αξιοσημείωτος για κάτι κακό, περιώνυμος για άσχημο λόγο» και η λέξη έφθασε να σημαίνει «διαβόητος» (όπως ακριβώς και η ελληνική λέξη διαβόητος «διάσημος, φημισμένος» > «πασίγνωστος για άσχημο λόγο, κακόφημος»).

Η επίδραση άλλων μελών τού ακτινωτού δικτύου είναι εμφανής στο γερμανικό ουσιαστικό Dirne, το οποίο τον 15ο αιώνα σήμαινε «νεαρή υπηρέτρια», έννοια που αποδιδόταν επίσης από τις λέξεις Dienerin και Magd. Βαθμηδόν, οι λέξεις αυτές απορρόφησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη σημασία και ώθησαν τον όρο Dirne στην κακόσημη δήλωση της «πόρνης», η οποία υπήρχε ήδη ως ευφημιστική περιφερειακή χρήση. Σήμερα η λέξη Dirne σημαίνει αποκλειστικά «πόρνη».

Σε ορισμένες περιπτώσεις η κινητροδότηση μπορεί να είναι εξωγλωσσική, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω, αλλά η αλυσιδωτή αντίδραση συγκειμενική. Αυτό συμβαίνει συχνά με όρους που αποδίδουν την έννοια «αποχωρητήριο».

Η αρχαία λέξη απόπατος θεωρήθηκε πολύ εκφραστική και ίσως προσβλητική για δημόσια χρήση. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για νέες σημασίες στις λέξεις αποχωρητήριο, μέρος (οι οποίες αρχικώς δεν σήμαιναν «τουαλέτα»), η δε λέξη καμπινές κρίθηκε ακατάλληλη για να εκφράσει αυτό που δήλωναν λιγότερο περιγραφικά η γαλλική λέξη τουαλέτα και η ιταλική λέξη μπάνιο (αν και αντιδάνειο). Οι λέξεις αυτές, επειδή δήλωσαν άλλο είδος υγιεινής από τη λεκάνη τουαλέτας (που σήμαινε η λ. καμπινές και κρίθηκε, ως εκ τούτου, χυδαία για δημόσια συζήτηση ή για ερώτηση πληροφορίας), βαθμηδόν κυριάρχησαν εν σχέσει με τα υπόλοιπα συνώνυμα. Η στάθμιση του βαθμού ευγένειας γίνεται εύκολα, όταν ο ομιλητής πρέπει να αποφασίσει ποιον όρο θα χρησιμοποιήσει σε δημόσια ερώτηση πληροφορίας, όπως: παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε πού είναι το μπάνιο/η τουαλέτα/ο καμπινές/το λουτρό/το μέρος κ.τ.ό…;

Ότι η τάση αυτή αποτελεί κοινό κτήμα και άλλων γλωσσών είναι φανερό από αντίστοιχους όρους τής Αγγλικής. Η φραστική λέξη Water Closet (W.C.) άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ελλιπώς ευγενής όρος, πράγμα που προκάλεσε αλυσιδωτή αντίδραση στο ακτινωτό δίκτυο και έφερε στην επιφάνεια διαδοχικώς τα ουσιαστικά lavatory «λουτρό», κατόπιν bathroom «μπάνιο» και restroom «δωμάτιο ανακούφισης (!)» (κυρίως στις Η.Π.Α.). Το γαλλικό δάνειο toilet (η βασική λέξη στη Βρετανική Αγγλική), ως όρος ξένης προελεύσεως, δεν έφερε τη φόρτιση των γηγενών λέξεων και διατηρήθηκε χωρίς πρόβλημα. Ακόμη και η σήμανση των χώρων επηρεάστηκε, με αποτέλεσμα οι πινακίδες W.C. να αντικαθίστανται σταδιακά από τις λέξεις Gents’ (Gentlemen’s) και Ladies’ (στις Η.Π.Α.).

Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας οδηγεί στον δεύτερο αιτιολογικό παράγοντα της σημασιολογικής δείνωσης, που σχετίζεται, όχι με τη γλώσσα καθ’ αυτήν, αλλά με τη στάση των ομιλητών προς την έννοια ή το αντικείμενο αναφοράς. Για να θυμηθούμε το παράδειγμα του κτηρίου, μια κατοικία μπορεί να υποβαθμιστεί, όχι μόνο επειδή δίπλα της βρίσκονται ελλιπώς συντηρημένα ή φτωχά σπίτια, αλλά και επειδή οι παρατηρητές εικάζουν ότι οι ένοικοι της περιοχής είναι χαμηλού βιοτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Σταδιακά, ολόκληρη η γειτονιά γίνεται κατά κάποιον τρόπο κακόφημη και προσελκύει την προσοχή μόνο με αυτή την ιδιότητα.

Ομοίως, η χρήση ορισμένων λέξεων από/για ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή στάσεις μπορεί να συντελέσει ώστε οι ομιλητές να ταυτίσουν τον όρο με τις εν λόγω ομάδες και να αποφύγουν την περαιτέρω αναφορά.

Με αυτό όμως θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος τού άρθρου.

Σημείωση: Πολλά παραδείγματα αντλήθηκαν από το θαυμάσιο βιβλίο τού Gerd Fritz, Historische Semantik (Stuttgart 1998). Ζητώ συγγνώμη για τους αγγλικούς όρους που συχνά παρεντίθενται, αλλά σκέφτηκα ότι ο αναγνώστης που αναζητεί περαιτέρω βιβλιογραφία θα χρειαζόταν οπωσδήποτε τις λέξεις-κλειδιά.