21/5/07

Γλωσσική παραμυθία

nos propterea aliquid bonum judicare,
quia id conamur, volumus, appetiamus atque cupimus


Baruch Spinoza

Ήταν πριν από κάμποσα χρόνια, όταν σεβαστός εκδότης με ιστορία στον χώρο των γραμμάτων μπήκε ανήσυχος στο γραφείο μου. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι Θ.», είπε: «Αυτό το φασούλι η Ινδοευρωπαϊκή πώς μας προέκυψε;» Τον ρώτησα τι εννοούσε. Έκανε μια κοφτή χειρονομία. «Εγώ Ινδοευρωπαϊκή δεν ξέρω. Ξέρω για τη γλώσσα των Ελλήνων, των Ρωμαίων… Γιατί αυτή η γλώσσα η αρχική να μην είναι η Ελληνική;»

Η διατύπωση της ερώτησης με είχε τότε στενοχωρήσει. Ένιωθα ότι ο συνομιλητής μου ήταν απογοητευμένος από τα συμπεράσματα της επιστημονικής γλωσσολογίας. Ήταν βαθιά λυπημένος από το γεγονός ότι σε προχωρημένη ηλικία είχε αναγκαστεί να μάθει πως έπρεπε να αποχωριστεί κάτι που αγαπούσε, στο οποίο είχε επενδύσει ψυχικά. Κατανοούσα ότι οι γλωσσικές του πεποιθήσεις είχαν τόσο ζυμωθεί με τον τρόπο σκέψης του, ώστε συμμετείχαν στις αξίες του και προσέδιδαν στις ιδέες του νόημα.

Όπως έγραψε ο Σπινόζα στο παραπάνω χωρίο: «Θεωρούμε κάτι καλό επειδή αγωνιζόμαστε για αυτό, επειδή το ευχόμαστε, το αποζητούμε ή το ποθούμε».

Όπως κάθε μύθος, η γλωσσική μυθολογία έχει ρόλο παραμυθητικό. Προσφέρει παρηγοριά και ψυχική ικανοποίηση σε ανθρώπους που αγαπούν τη γλώσσα και γοητεύονται από τα μυστικά τής λειτουργίας της. Αποτελεί άγκυρα στην αναζήτηση ταυτότητας, αναδεικνύοντας τον κάτοχό της και την ξεχωριστή, διακεκριμένη του θέση. Όσο οι καιροί ηγεμονεύονται από την ηθική ακαθοριστία, όσο η ουσία τής αξίας μένει αινιγματική, το πλαίσιο που ευνοεί την άνθηση τέτοιων ιδεολογημάτων θα είναι στερεά υφασμένο, ελκυστικό στην όψη και κολακευτικό στα αφτιά.

Οι γλωσσικοί μύθοι καλύπτουν αμέσως τα κενά. Χαρακτηριστικό τους είναι η σαφής απόδοση ρόλου και ταυτότητας στους μετέχοντες. Όπως σε κάθε παραμύθι, γίνεται εύκολα νοητό ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ο δε ακροατής αισθάνεται ευτυχής που ξέρει ότι το καλό τελικά θα υπερισχύσει. Ομοίως, όσοι εντρυφούν σε γλωσσικούς μύθους αναζητούν στρατόπεδα, παρατάξεις, συνωμοσίες και προδότες. Από τη βαθιά τους ανησυχία για πιθανή απώλεια εικάζουν ότι έχουν ευθύς αμέσως εντοπίσει ποιος είναι ο αντίπαλος και από πού ενεργεί. Κατόπιν αναπτύσσουν λόγο καταγγελτικό των υποτιθέμενων προθέσεών του. Ως εκ τούτου, στην ινδοευρωπαϊκή συγκριτική γλωσσολογία, στα πορίσματα της επιστήμης για την προέλευση του αλφαβήτου, στο γλωσσικό ζήτημα, σε θέματα ετυμολογίας οι μύθοι παρέχουν αμέσως την ελκυστική εναλλακτική λύση, τέτοια που να μπορούν να αγαπήσουν και να αγωνιστούν για χάρη της.

Τα μυθεύματα γλωσσικής υπεροχής χαρακτηρίζονται επίσης από τη φαντασίωση της έμπνευσης. Ο αυτόκλητος ερευνητής θέτει συγκεκριμένο στόχο (π.χ. να παρουσιάσει την Πρωτοελληνική σαν μητέρα-γλώσσα) και κατόπιν επιλέγει τα δεδομένα που ταιριάζουν στην εικασία του. Συρράπτει ετερόκλιτα στοιχεία με βάση εκκινήσεως την εξωτερική ομοιότητα και πασχίζει να συμμορφώσει το γλωσσικό υλικό που είναι διαθέσιμο. Αν ερωτηθεί γιατί απουσιάζουν τα γλωσσικά τεκμήρια που να βεβαιώνουν κάποια μεταβολή (π.χ. γιατί δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Ετρουσκική προέρχεται από την Ελληνική), ο εμπνευστής τού μύθου κραδαίνει το ευέλικτο argumentum ex silentio: αν κάποτε τα τεκμήρια βρεθούν, θα θριαμβολογήσει· αν δεν βρεθούν, μπορεί πάντοτε να ισχυρίζεται ότι θα εντοπιστούν στο μέλλον και ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του…

Οι γλωσσικοί μύθοι διακρίνονται ακόμη από ημιμάθεια, η οποία δεν αναιρείται από τις αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής Εσκιμώος ανάγεται αβίαστα στο επίθ. άσχημος και το αγγλ. sin στο ομηρικό σίνομαι «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια.

Εν τέλει, το πλέον λυπηρό γνώρισμα όσων εντρυφούν σε τέτοιους μύθους είναι η αλλοίωση της κρίσης και της ικανότητας σκέψεως. Όσοι γοητεύονται από τη γλωσσική μυθολογία και προσκολλώνται σε αυτήν γρήγορα επιτρέπουν στον εαυτό τους να καλλιεργεί ισχυρό μίσος για την αντιγνωμία―αποστροφή και καχυποψία που παραμορφώνει την οπτική γωνία υπό την οποία αντικρίζουν τους άλλους.

Αυτό το κεκαλυμμένο μίσος είναι λάθος. Όταν μια ιδέα τείνει να υποβάλλει την αυτάρεσκη υπεροψία, να τροφοδοτεί την αυθάδεια και την εχθρότητα και να μας στερεί την ικανότητα να ακούμε στοχαστικά την αντίθετη άποψη, χρέος έχουμε να προστατευτούμε. Η αλήθεια θα πρέπει να οικοδομεί την ισορροπία. Εν ολίγοις, κάθε αναγνώστης, φοιτητής, καθηγητής, μεταπτυχιακός συνεργάτης, λεξικογράφος ή επιστήμονας προερχόμενος από άλλον κλάδο θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η υποστήριξη της αλήθειας είναι πραγματικά ευγενής ιδέα.

Η υπεράσπιση της αλήθειας δεν είναι όμως εύκολο εγχείρημα.

Αξιόλογοι συνάδελφοι γλωσσολόγοι εκφράζουν ανησυχία για τη διάδοση των παραγλωσσικών και πρωτογλωσσικών μύθων. Αναρωτιούνται δικαιολογημένα πώς είναι εφικτό να ανασκευαστεί κάθε πλάνη, πώς είναι δυνατόν να συμμαζευτεί κάθε ψεύδος που έχει κυκλοφορηθεί με τον μανδύα τής πρωτότυπης έρευνας. Η ανησυχία είναι εύλογη, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ακόμη και μεταξύ μη κατηρτισμένων φιλολόγων παρατηρείται σύγχυση ή απροθυμία ως προς την υποστήριξη της επιστημονικής αλήθειας. Επιπλέον, η βαριά κληρονομιά τής αρχαίας γλώσσας έχει χρησιμοποιηθεί (χωρίς να φταίει η ίδια) ως πηγή τέτοιων μύθων από όσους δεν γνωρίζουν πώς να προσλάβουν ή πώς να αποδεχθούν αυτό το πολύτιμο καταπίστευμα.

Ίσως πρέπει να ξεκινήσουμε αλλιώς.

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα: Για να προστατευτούμε από τη χρήση πλαστών χαρτονομισμάτων, που κατασκευάζονται πλέον με ολοένα και μεγαλύτερη πιστότητα, θα ήταν οπωσδήποτε μάταιο να θελήσουμε να εξοικειωθούμε με κάθε τύπο πλαστού χαρτονομίσματος που κυκλοφορείται. Πρακτικότερο και πιο συνετό θα ήταν μάλλον να γνωρίσουμε και να κατέχουμε καλά τα χαρακτηριστικά των γνήσιων χαρτονομισμάτων. Αυτό θα μας παρείχε τον αναμφισβήτητο μετρικό κανόνα για να κρίνουμε την αλήθεια. Ό,τι δεν ταιριάζει με το γνήσιο θα είναι οπωσδήποτε και αυτόχρημα πλαστό.

Ομοίως, δεν έχει νόημα να καταπιαστούμε με την ανασκευή κάθε γλωσσικού μύθου. Δεν ωφελεί ο ατέρμων αγώνας να δείξουμε πού πλανώνται όσοι μιλούν για Πρωτοαιγαιακή μητέρα-γλώσσα ή γιατί είναι εντελώς αστήρικτη η εικασία τού Γιοσέφ Γιαχούντα (Joseph Yahuda) ότι τα Εβραϊκά είναι Ελληνικά ή πόσα έτη φωτός αφίσταται της αληθείας η υπόθεση ότι οι Ίνκα μιλούσαν δωρική διάλεκτο ή τι καθιστά ανυπόληπτη την άποψη ότι η νεοελληνική προφορά δεν διέφερε πολύ από την αρχαία κ.ο.κ. Προτιμότερο είναι να δώσουμε στον εαυτό μας τον χρόνο (και τη βιβλιογραφική κατάρτιση) να εξοικειωθεί με τον επιστημονικό τρόπο σκέψεως της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αν αναπτύξουμε την ικανότητα και τη μέθοδο να διακρίνουμε την αλήθεια, οι γλωσσικοί μύθοι θα αποσυρθούν μόνοι τους στο περιθώριο, όπως τα παραμύθια που πάψαμε να αναζητούμε μόλις μεγαλώσαμε.

Σε επόμενο άρθρο θα ήθελα να φέρω στην προσοχή τού αναγνώστη τρία μόνο από τα διακριτικά γνωρίσματα της γλωσσολογικής μεθόδου. Συνάδελφοι άλλων επιστημών (π.χ. ιστορικοί, αρχαιολόγοι) έχουν κατά καιρούς καταθέσει τα δικά τους τεκμήρια, αλλά εδώ θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες που προσφέρει η επιστημονική γλωσσολογία.


Όταν ξαναφέρνω στον νου τη συζήτηση με τον καλοπροαίρετο εκείνο εκδότη, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ικανοποίησαν οι εξηγήσεις τής επιστήμης. Με άκουσε με υπομονή για λίγα λεπτά, μετά κούνησε το κεφάλι και είπε φανερά στενοχωρημένος: «Δεν ξέρω τι θα γίνει σε τριάντα χρόνια ―εγώ δεν θα ζω πια― αλλά δεν βλέπω μέλλον στην ελληνική γλώσσα. Και θα έχουμε φταίξει εμείς…» Έφυγε απογοητευμένος.

Εννοούσε ότι «εμείς», κυρίως «εμείς» με τις μακροχρόνιες ειδικές σπουδές, δεν έχουμε υπερασπιστεί τη γλώσσα που αγαπούμε όσο θα έπρεπε; Εννοούσε ότι, ακόμη και αν κάτι δεν είναι επιστημονικά διακριβωμένο, εφόσον πληροί την προϋπόθεση να προάγει την ελληνική γλωσσική υπεροχή, οφείλουμε να το υποστηρίξουμε; Εννοούσε ότι ο γλωσσικός μύθος είναι τελικά παραμυθία, που δεν μπορούμε να στερηθούμε;

Ο σεβαστός συνομιλητής μου πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Δεν είχαμε έκτοτε ξαναμιλήσει για το θέμα. Το κείμενο αυτό έχει αφορμή εκείνη τη συζήτηση, όπως ένα χρέος που δεν έχουμε ακόμη ξεπληρώσει.


Τα άρθρα που πραγματεύθηκαν αυτά τα αιτήματα είναι:
Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία
Γλωσσική παραμυθία: Η διατήρηση της δομής
Γλωσσική παραμυθία: Η αρχή τής ομοχρονίας

8 σχόλια:

Dr Moshe είπε...

Μεταφέρω εδώ τα σχόλια των αγαπητών φίλων από την προηγούμενη αναγγελία, η οποία είχε προσωρινό χαρακτήρα και διεγράφη. Ευχαριστώ και τους τρεις για τα ευγενικά τους λόγια.


regina b. είπε...
Eνδιαφέρον blog,έχετε.


scalidi είπε...
και μόνο ο τίτλος φαίνεται πολύ να με ενδιαφέρει. το αναμένω λοιπόν


Μάρω είπε...
Πραγματικά αναμένουμε!

Συγχαρητήρια για τη σελίδα σας!

scalidi είπε...

Το απόλαυσα το κείμενο και βρήκα πολύ επιτυχημένο το "εύρημα" για να ειπωθούν όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο, που εγώ -που δεν διαθέτω τη δική σας εξειδίκευση- διάβασα ευχάριστα και θέλω να ελπίζω ότι κατανόησα κιόλας.

scalidi είπε...

με χαρά ανακάλυψα το όνομά σας στο λεξικό που έδινε την Κυριακή ο ΕΤ...

Dr Moshe είπε...

Αγαπητή μου Σταυρούλα, σας ευχαριστώ για την ευγενική σας παρουσία. Εκτιμώ ότι μπαίνετε στον κόπο να διαβάζετε και τους προλόγους των λεξικών, που συνήθως οι αναγνώστες προσπερνούν αδιάφορα... :)

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ είπε...

Tὸ ζήτημα τῆς καταγωγῆς τῶν Ἑλλήνων ἔχει πολλὲς παραμέτρους, καὶ ἔχει παρεξηγηθεῖ πολὺ καὶ ἀπὸ πολλούς, τόσον αὐτοχθονιστὲς ὅσον καὶ ἑτεροχθονιστές.

Τὸ πρῶτο ἀτόπημα, ἡ πρώτη ἀντιεπιστημονικὴ προσέγγισις ἔγινε -ἐπιτρέψτε μου- ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἑτεροχθονιστῶν καὶ δὴ τῶν ἰνδοευρωπαϊστῶν γλωσσολόγων. Ποιὸ εἶναι αὐτό. Ὄχι βεβαίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συγγένειαν τῶν ἰαπετικῶν γλωσσῶν, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον εἶχαν προφανῶς δίκιο, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιεπιστημονικὴ εἰσπήδησι ποὺ διέπραξαν σὲ πεδία ἄλλων ἐπιστημῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦταν εἰδικοί. Συγκεκριμένα, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ ὀρθὴ βάσι (τὴν συγγένεια τῶν ἰαπετικῶν γλωσσῶν), οἱ ἰνδοευρωπαϊστὲς ὄχι μόνον ἐπεξέτειναν ἐνίοτε αὐθαιρέτως τὰ ἐπὶ τῶν γλωσσικῶν συμπεράσματα, ἀλλὰ ἐπρόβαλαν αὐθαίρετα συμπεράσματα ὅσον ἀφορᾷ στὴν καταγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, συμπεράσματα τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιστῆμες τῆς ἀνθρωπολογίας καὶ τῆς γενετικῆς, τῆς ἐθνολογίας, τῆς ἀρχαιολογίας καὶ τῆς Ἱστορίας ἦταν πολὺ περισσότερο ἀρμόδιες νὰ κρίνουν.

Ὡς ἐκ τούτου, χρεώνω τὸ πρῶτο ἀτόπημα στοὺς ἐτεροχθονιστὲς καὶ ὄχι στοὺς αὐτοχθονιστὲς (σοβαροὺς ἢ οὐφολόγους (οἱ ὁποῖοι δὲν φείδονται τερατολογιῶν, φυσικά), ἄλλη ὑπόθεσις).

Ἐπιφυλάσσομαι νὰ συνεχίσω, παρακολουθώντας μὲ ἐνδιαφέρον τὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα ποὺ παραθέτετε.

hominid είπε...

Αν μου επιτρέπετε, Καλλίμαχε, λέγοντας "ινδοευρωπαϊστές γλωσσολόγοι" εννοείτε ότι στον κλάδο τής ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας υπάρχουν και επιστήμονες που δεν δέχονται την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία; Έχετε, μήπως, υπόψη κάποιον Έλληνα (από τον Γεώργιο Χατζιδάκι έως σήμερα) ή ξένο γλωσσολόγο που να μη συγκαταλέγεται σε αυτούς που αποκαλείτε ινδοευρωπαϊστές; Τον ίδιο τον όρο "ινδοευρωπαϊστής" τον έχετε δει να χρησιμοποιείται στον γλωσσολογικό χώρο, ή μόνο σε συγκεκριμένους εξω-επιστημονικούς χώρους, όπου συνοδεύεται από συναφείς όρους όπως "φοινικιστής";

Είχα προσέξει, επίσης, σε παλιότερο σημείωμά σας, ότι θεωρείτε την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία ως "πελασγική-πρωτοελληνική". Επειδή εσείς, όπως λέτε, δεν συμμερίζεστε τις "περιστασιακές παρανοήσεις ή υπερβολές" τής κ. Τζιροπούλου-Ευσταθίου, μήπως θα μπορούσατε να μας παραπέμψετε σε κάποια σχετικά επιστημονικά συγγράμματα στα οποία βασίζετε αυτή σας την άποψη;

Φοινικιστής είπε...

1.
> καὶ ξεκινώντας ἀπὸ ὀρθὴ βάσι (τὴν συγγένεια τῶν ἰαπετικῶν γλωσσῶν)

«Ορθή βάση» δεν είναι μόνο η «συγγένεια των ιαπετικών γλωσσών», αλλά και η αναγωγή τους σε κοινή πρωτογλώσσα που δεν είναι η Ελληνική. Αυτό, γιατί -αν δεν κάνω λάθος- οι ομοϊδεάτες του Καλλίμαχου πιστεύουν ότι μητέρα-γλώσσα είναι η Ελληνική.

2.
> καὶ ὄχι στοὺς αὐτοχθονιστὲς (σοβαροὺς ἢ οὐφολόγους (οἱ ὁποῖοι δὲν φείδονται τερατολογιῶν, φυσικά), ἄλλη ὑπόθεσις)

Η διάκριση μεταξύ «σοβαρών αυτοχθονιστών» και «ουφολόγων αυτοχθονιστών» είναι εν πολλοίς αυθαίρετη. Υπάρχουν «αυτοχθονιστές» που δεν είναι ουφολόγοι και δεν λένε σοβαρά πράγματα.

Φαροφύλακας είπε...

Μια από τις οάσεις της νηφάλιας επιστήμης, το Λινγκουάριό σας, Δρ. Μωσέ, μέσα σε έναν Ιστό από φορτισμένα κείμενα που αποφαίνονται για πολλά και παράξενα.

Σας διαβάζουμε πάντα με πολύ ενδιαφέρον.