16/6/07

Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία

Ο καθένας μας γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί αν ανάμεσα σε μερικά χαλασμένα φρούτα βάλουμε ένα καλό. Ανάλογα με τη θερμοκρασία τού χώρου, η σήψη είναι ζήτημα χρόνου. Η πείρα μάς έχει διδάξει επίσης ότι και αν αντιστρέψουμε την αναλογία, θα προκύψει το ίδιο αποτέλεσμα. Αν σε ένα καλάθι με ωραία, ώριμα φρούτα τοποθετήσουμε ένα σάπιο, σύντομα όλα θα χαλάσουν.

Η σήψη διαχέεται στο περιβάλλον της και έχει τον τρόπο να επικρατεί.

Δυστυχώς, οι γλωσσικοί μύθοι καταλήγουν να καταστρέφουν οποιαδήποτε καλοπροαίρετη θεώρηση της ιστορίας τής γλώσσας. Όσο και αν προσπαθήσουμε, αν κρύψουμε μια πλάνη κάτω από καλή γνώση τής αρχαίας γλώσσας και γραμματείας, κάτω από την ευφυΐα ή τη γλωσσομάθειά μας, ίσως δε και κάτω από τις καλές μας προθέσεις ή το αγνό μας κίνητρο, οι μύθοι τελικά θα υποσκάψουν και θα διαβρώσουν οτιδήποτε καλό με το οποίο τους έχουμε καλύψει.

Στο προηγούμενο άρθρο μου προσπάθησα να εξηγήσω τι καθιστά τόσο ελκυστική τη γλωσσική μυθολογία, καθώς και πόσο επιβλαβής είναι η υιοθέτησή της. Υποστήριξα ότι, ανεξάρτητα από τους λόγους που ωθούν κάποιον να ενστερνιστεί μια πλάνη, η επίδρασή της στη νοοτροπία και στον τρόπο σκέψεως είναι βαθιά αλλοιωτική. Όπως συμβαίνει με τα χαλασμένα φρούτα, διαχέεται εύκολα και διαστρέφει την κρίση.

Η καλύτερη απάντηση στην ψευδώνυμη γνώση που κυκλοφορείται με τόση αφθονία είναι σαφώς η κατάρτιση. Παρ' ότι απαιτεί μόχθο και ίσως μάλιστα να μην είναι τόσο γοητευτική ή εντυπωσιακή όπως ο μύθος, έχει στερεά βάση και θεμελιώνεται στην επιστημονική έρευνα.

Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας σε τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά που αποτελούν κριτήριο γνησιότητας στην επιστημονική συγκριτική γλωσσολογία και καταλογίζουν ανεπάρκεια σε κάθε γλωσσικό μύθο. Επειδή καθένα από αυτά απαιτεί χωριστή ανάπτυξη, στο παρόν άρθρο θα αναλυθεί μόνο το πρώτο.


Η γλωσσική μυθολογία αρκείται στην παράθεση ομοιοτήτων, ενώ η επιστημονική γλωσσολογία βασίζεται στη θεμελίωση αντιστοιχιών.


Η διαφορά μεταξύ ομοιότητας (similarité) και αντιστοιχίας (correspondance) είναι κεφαλαιώδης, διότι η πρώτη είναι επιφανειακή και έχει την αφετηρία τις σε εξωτερικές ενδείξεις, ενώ η δεύτερη εδράζεται στη δομή τής γλώσσας και έχει συστηματικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η ομοιότητα είναι μεμονωμένη, κατ’ ουσίαν απομονωμένη από το υπόλοιπο γλωσσικό υλικό, ενώ η αντιστοιχία παρατηρείται σε πλήθος ομοειδών περιπτώσεων.

Εξετάστε το ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Γνωστό βιβλίο γλωσσικής μυθολογίας διατείνεται, μεταξύ πολλών άλλων, ότι η εβραϊκή λέξη כל kol «όλος» προέρχεται από την ελληνική όλος. Διατυπώνεται μάλιστα ο ισχυρισμός ότι η σημασιολογική συμπεριφορά των δύο επιθέτων είναι παρόμοια, ενισχυτική τής εικαζόμενης συγγένειας.

Ο μη ειδήμων αναγνώστης ίσως βρει ελκυστική την εικασία, αλλά ας σκεφθούμε: Αιτιολογεί ο εισηγητής της την απουσία τού αρχικού k- από την ελληνική λέξη; Μπορεί να παρουσιάσει άλλες περιπτώσεις, στις οποίες έχουμε αποδεδειγμένη τέτοια αποβολή τού αρχαίου κ- ως αρκτικού συμφώνου; Παραθέτει άλλα ομοειδή ζεύγη που να καθιστούν αναντίρρητη την προτεινόμενη αντιστοιχία εβρ. k- ↔ αρχ. ø στην αρχή των λέξεων;

Ο γλωσσολόγος που επιθυμεί να τεκμηριώσει συγκεκριμένη αντιστοιχία, η οποία δεν αιωρείται στην τυχαιότητα, θα αναζητήσει περισσότερο υλικό. Διαπιστώνει εν προκειμένω ότι στη γραμματεία απαντά επίσης ο ιωνικός τύπος οὖλος. Από αυτό επάγεται ότι στη βάση τού συστήματος βρίσκεται αμάρτυρος τύπος *ολ-Fος, από όπου το ιωνικό οὖλος με αναπληρωτική έκταση (δηλ. αποβολή τού ημιφώνου και τροπή τού βραχέος φωνήεντος που προηγείται σε μακρό κλειστό: [hólwos] > [hó:los]).

Η ορθότητα του συμπεράσματος επαληθεύεται από ομοειδείς περιπτώσεις, οι οποίες ακυρώνουν οποιαδήποτε συμπτωματική ή τυχαία ομοιότητα. Παραδείγματα: αττ. μόνος / ιων. μοῦνος < *μον-Fος, αττ. ξένος / ιων. ξεῖνος < *ξεν-Fος, αττ. κόρη / ιων. κούρη < *κορ-Fᾱ κ.ά. Η Γραμμική Β΄ (Μυκηναϊκή) επιβεβαιώνει τα ανωτέρω στοιχεία. Είναι φανερό τώρα ότι το φωνητικό φαινόμενο που περιγράψαμε απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ομοιότητα: πρόκειται για συστηματική αντιστοιχία.

Η εξέταση παράλληλων περιπτώσεων από άλλες γλώσσες καταδεικνύει επιπλέον ότι ο τύπος *όλ-Fος, τον οποίο επανασυνθέσαμε, θα πρέπει να ανάγεται σε ένσιγμο θέμα *sol-, όπως επιμαρτυρούν αντίστοιχοι τύποι άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, π.χ. λατ. sal-vus «σώος – υγιής», sol-idus «σταθερός», σανσκρ. sar-va- «ακέραιος, άθικτος, πλήρης», αρμεν. olj «ολόκληρος –υγιής» (< *sol-jo-).

Τώρα είμαστε σε καλύτερη θέση να απορρίψουμε τη συσχέτιση με το εβρ. kol, με το οποίο η μερική ομοηχία δεν έχει συστηματικό αλλά τυχαίο χαρακτήρα.


Στο επόμενο άρθρο θα συζητήσουμε πώς η γλωσσική μυθολογία προσκρούει στην αρχή τής διατηρήσεως της δομής, η οποία αποτελεί θεμέλιο της συγκριτικής μορφολογίας.

Σημείωση: Δεν πρέπει να αναμένουμε από την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία να επιλύσει ζητήματα που απαιτούν εμμάρτυρες αρχαιολογικές αποδείξεις. Πληροφορίες για την καταγωγή των ινδοευρωπαϊκών φύλων ή την αρχική τους κοιτίδα, καθώς και η σχετική συλλογιστική, υπάρχουν τώρα διαθέσιμες σε πλούσια βιβλιογραφία. Οι διιστάμενες απόψεις σε ζητήματα γλωσσικής παλαιοντολογίας δεν ανατρέπουν την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία, η οποία στηρίζεται σε ισχυρά τεκμήρια. Στους ενδιαφερομένους συστήνω τα ακόλουθα βιβλία:

• Gamkrelidze, H.C. & V.V. Ivanov, 1995: Indo-European and the Indo-Europeans. A reconstruction and historical analysis of a proto-language and a proto-culture. Berlin & New York.

• Mallory, J.P., 1989: The Indo-Europeans (μτφρ. Οι Ινδοευρωπαίοι. Γλώσσα, Αρχαιολογία και Μύθος, Αθήνα 1995).

• Renfrew, C., 1987: Archaeology and language. The puzzle of Indo-European origins. London.

Σε αυτά και σε άλλα ζητήματα είναι αναμενόμενο ότι η επιστήμη δεν έχει δώσει οριστικό πόρισμα για το κάθε τι. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας αποτρέψει από το δικαίωμα να εξετάσουμε τον επιστημονικό συλλογισμό και να μοχθήσουμε προκειμένου να αποκτήσουμε την κατάρτιση που απαιτείται για να επεξεργαζόμαστε σωστά το γλωσσικό υλικό. Όταν παρέχουμε στον εαυτό μας αυτή την ευκαιρία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για χρόνο καλά τοποθετημένο, ο οποίος στη συνέχεια θα μας ανταμείψει.

11 σχόλια:

jorgo είπε...

Συγχαρητήρια για το εμπεριστατωμένο και επιστημονικά άρτιο άρθρο σας! Ωστόσο, επιτρέψτε μου να εκφράσω τις αμφιβολίες μου, για το αν η επιστημονική θεώρηση είναι σε θέση να κλονίσει την ευρέως διαδεδομένη "μπούρδα", περί της "μητέρας ΟΛΩΝ των γλωσσών" και βεβαίως τα ευτράπελα επακόλουθά της...

Γιώργος Δερμάτης

Sraosha είπε...

Εξαιρετικό κείμενο.

Ρένα Μωυσιάδη είπε...

Αγάπη μου σε ευχαριστώ για τα υπέροχα χρόνια που είμαστε μαζί. Επτά χρόνια γεμάτα αγάπη και ευτυχία! Θοδωρή μου ευτυχισμένη επέτειο.

Dr Moshe είπε...

Αγαπητέ sraosha, ευχαριστώ για τα επανετικά σας λόγια.

Αγαπητέ κ. Δερμάτη, με τιμά ότι διαβάζετε τα κείμενά μου. Ίσως φαίνεται ότι ματαιοπονούμε, αλλά τρέφω την ελπίδα ότι οι άνθρωποι με καλές προθέσεις θα θελήσουν να εξετάσουν απροϋπόθετα τις αποδείξεις. Ελπίζω να υποκινηθούν να το πράξουν...

Γλωσσοτράπεζος είπε...

Θερμή η συνηγορία σας της "επιστήμης" και των δικαιωμάτων της. Ωστόσο, επιτρέψτε μου το ερώτημα. Είναι στ' αλήθεια η υποστήριξη της επιστημονικής αλήθειας πράγματι τόσο ευγενής ιδέα; Και για να μη φανώ αχρείαστα φανατικός, συμπληρώνω: ΚΑΘΕ υποστήριξη της επιστημονικής αλήθειας είναι πράξη ευγενής; Και ΚΑΘΕ επιστημονική αλήθεια χρήζει υπερασπίσεως; Είναι από μόνη της η υπεράσπιση της γλωσσολογίας εμπρός στην επιβουλή των κακών παραγλωσσικών "μύθων", πράξη αγαθή;

Κατά τη γνώμη μου, η σύγχρονη γλωσσολογία δεν διαφέρει από τις λοιπές κοινωνικές "επιστήμες" του καιρού μας. Άκρατα θεωριοκρατούμενη, πνιγμένη στο εξειδικευμένο της jargon, με αφελή και ανερώτητη αυτοπεποίθηση για την "αξία" των πορισμάτων της, έχει χάσει εντελώς από τα μάτια της το αντικείμενό της. Τη γλώσσα στην ολοκληρία της. Τη γλώσσα δηλαδή που δεν είναι μόνο μηχανισμός, δομές, σύστημα, λειτουργίες, αλλά και βίωμα, ένταξη, ταυτότητα, αισθητική.

Ξέρετε να γράφετε όσο λίγοι στο σινάφι σας. Δείτε όμως πόσο ακαλαίσθητη, πόσο ξύλινη και ανέκφραστη είναι η ιδιόλεκτος που καλλιεργεί η πλειονότητα των γλωσσολογούντων συναδέλφων σας. Δείτε την ανυπολόγιστη καταστροφή που προκάλεσε στις λεγόμενες μεταφραστικές σπουδές η επελαύνουσα αυθεντία τής από καθέδρας γλωσσολογίας. Αναλογιστείτε όλες αυτές τις μεγαλόσχημες "λογοτεχνικές θεωρίες", που αντλώντας ευθέως την έμπνευσή τους από τον κρατούντα γλωσσολογικό θετικισμό, κατηχούν εδώ και δεκαετίες γενεές φιλολόγων να βλέπουν την λογοτεχνία με το μάτι του νεκροτόμου: ως αξιοπερίεργο πτώμα.

Ο θρίαμβος της σημερινής εκτεχνικευμένης θετικιστικής γλωσσολογίας συμβαδίζει αναγκαία με την κοινωνική εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της γλώσσας. Κι αυτή η τελευταία πάει χέρι χέρι με τον ανθρωπότυπο του πεφυσιωμένου επαϊόντα που επαίρεται ότι εμπρός στις αισθητικές και υπαρξιακές πλευρές της γλώσσας μένει τόσο ατάραχος όσο οι μεσαιωνικοί ασκητές ενώπιον μιας γυμνής παρθένου. Ο Μπόρχες έγραψε κάποτε ένα εγκώμιο της γερμανικής. Πόσοι από τους συναδέλφους σας γλωσσολόγους θα τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, για οποιαδήποτε γλώσσα, χωρίς τον φόβο να θεωρηθούν γραφικοί. Δεν συζητώ καν το ενδεχόμενο να τολμήσουν να μιλήσουν έτσι θαυμαστικά για την δική τους γλώσσα. Η γλωσσολογική αστυνομία θα τους αποκαλούσε παραχρήμα "εθνικιστές".

Μιλήσατε για "μύθους". Ωστόσο όπως όλοι οι μύθοι, έτσι και οι παραγλωσσικοί μύθοι, "κρύπτουν νουν αληθείας". Ακόμη και η πιο εξωφρενική δήλωση περί της ελληνικής ως πρωτογλώσσας ή γλώσσας "προνομιούχου" και "εξωγήινης", κρύβει μια πραγματική έγνοια, ένα κωμικό βέβαια, αλλά παρ' όλ' αυτά υπαρξιακό και γι' αυτό γνήσιο ενδιαφέρον για τη γλώσσα και την ιστορία της. Το ενδιαφέρον αυτό εκπορεύεται από δύο ορθές πολιτικές διαπίστωσεις: Πρώτον, ότι η γλώσσα είναι συλλογικό αγαθό, αφού συνιστά κρίσιμο και ζωτικό δεσμό μεταξύ των μελών μιας κοινότητας. Και, δεύτερον, ότι το συλλογικό αυτό αγαθό, για να παραμείνει τέτοιο, έχει ανάγκη από τη μέριμνα και τη στήριξή μας. Οι συνάδελφοί σας, που όλο και συχνότερα τελευταία αμφισβητούν κι αυτά τα αυτονόητα, για τι πράγμα ακριβώς νοιάζονται; Τι ζητούν να υπερασπίσουν;

Σε έσχατη ανάλυση, μόνο με "μύθους" μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε έγκυρα για το φαινόμενο της γλώσσας στην ολοκληρία του. Όταν ο Χάιντεγγερ λ.χ. γράφει ότι η γλώσσα είναι ο οίκος του Είναι· όταν ο Βίττγκενστάιν γράφει ότι τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου· όταν ο Ντερριντά γράφει ότι καθήκον του ποιητή είναι να υπερασπίζεται τη γλώσσα από τη φθορά· όταν ο Τζ. Στάινερ στο όνομα της μοναδικότητας καθεμίας γλώσσας ξεχωριστά, ασκεί κριτική στις καθολικές δομές του Τσόμσκυ, αν πιστέψουμε πολλούς "επιστήμονες" συναδέλφους σας "μύθους" διαδίδουν. Κι όμως οι "μύθοι" αυτοί είναι πολύ μεστότεροι από την κατακερματισμένη "αλήθεια" των γλωσσολογικών εγχειριδίων. Κι αυτό γιατί εκτός από τον δρόμο προς την απροϋπόθετη σκέψη, που μας ανοίγουν, μας παρέχουν προσανατολισμό.

Με αυτήν την έννοια λοιπόν, νομίζω ότι ο συμπαθής συνομιλητής σας είχε δίκιο. Τα πορίσματα της "επιστημονικής" γλωσσολογίας είναι άκρως απογοητευτικά. Και πόρρω απέχουν από το ζητούμενο μιας νέας, συνολικής σκέψης πάνω στη γλώσσα και τη φύση της. Από πού θα εκπηγάσει μια τέτοια νέα σκέψη, είναι βεβαίως άδηλο. Του κάκου όμως θα την περιμένει κανείς από τις τάξεις των από καθέδρας γλωσσολόγων. Αυτοί μόνο να την αναστείλουν μπορούν.

Dr Moshe είπε...

Αγαπητέ φίλε,

Σας ευχαριστώ για την παρουσία και για τα επαινετικά σας σχόλια. Πολύ περισσότερο εκτιμώ ότι θελήσατε να εκφράσετε τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις σας, τις οποίες σας βεβαιώ ότι απολύτως σέβομαι.

Συχνά φοιτητές μας και άλλοι καλλιεργημένοι άνθρωποι εκφράζουν παρόμοιο δισταγμό για τα πορίσματα της επιστήμης, ειδικώς για όσα φαίνονται δύσπεπτα ή ανθίστανται σε βαθιά εδραιωμένες πεποιθήσεις.

Έχω μια σκέψη που θα εκτιμούσα να προσέξετε: Ο Σπινόζα έγραψε ότι η αλήθεια είναι μέτρο τού εαυτού της (veritas norma sua est). Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να αρκεστούμε σε οτιδήποτε κατώτερο, ακόμη και αν αυτό είναι ένας καλλωπισμένος μύθος που καλύπτει τις ανάγκες μας.

Όσοι ασχολούμαστε με τη γλωσσολογία και έχουμε σε αυτήν δαπανήσει πολλά χρόνια σπουδών τρέφουμε, να ξέρετε, για τη γλώσσα βαθιά αγάπη και μέριμνα. Τα λόγια τού Βίτγκενσταϊν, του Ντεριντά και των άλλων αξιόλογων πνευματικών ανθρώπων που παραθέσατε καταδεικνύουν ότι ο θαυμασμός μας για τη γλώσσα έχει την αφετηρία της σε αξιόλογα κείμενα που διαβάσαμε σε αυτήν. Εν ολίγοις, αγαπήσαμε την ελληνική, την αγγλική, τη γαλλική κτλ. γλώσσα, όχι επειδή είναι καθ’ αυτήν ως σύστημα ανώτερη, αλλά επειδή διαβάσαμε σε αυτήν ωραία κείμενα. Τέτοια ωραία κείμενα, που μαρτυρούν καλλιεργημένο κώδικα, θέλω να μπορούν να γράφουν οι φοιτητές και οι κειμενογράφοι μας, χωρίς να χρειάζεται να αγκιστρωθούν σε έωλους μύθους. Κείμενα, όπως το δικό σας, με ακρίβεια, αρτιότητα και ειδικό βάρος, που αποδεικνύουν ενασχόληση με την καλλιέργεια της γλώσσας, μπορούν να γραφτούν χωρίς να απαιτείται πίσω τους ένα όμορφο ψέμα…

Η γλωσσολογία, η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία για την οποία μπορώ να σας γράψω πιο υπεύθυνα, δεν ευθύνεται για την αλαζονεία ή την αυχμηρότητα όσων τυχόν την ασκούν. Είναι αυτή η επιστήμη που μας βοήθησε να αντιληφθούμε πόσο βάθος έχει η ιστορία τής γλώσσας, ποια είναι η ομορφιά των εργαλείων που ασυνειδήτως χρησιμοποιούμε, τι υπόκειται ως σύστημα σε αυτήν και με ποια μέθοδο αναλύεται.

Οι γλωσσικοί μύθοι, αγαπητέ, δεν έχουν καμμία μέθοδο. Όσοι τείνουν σε αυτούς ευήκοον ους καταλήγουν, όπως οι μέλισσες, να τριγυρίζουν από άνθος σε άνθος γυρεύοντας τη νοστιμότερη γύρη. Ανησυχώ μήπως η απουσία μεθόδου καταστρέψει την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε, μήπως ο φοιτητής ή ο κακώς ενημερωμένος φιλόλογος αδιαφορήσουν για την αλήθεια και θεωρήσουν πρέπον να διαλέξουν την αλήθεια που ακούεται πιο ελκυστική. Και επιθυμώ και θα συνεχίσω να διδάσκω τη δύσκολη οδό τής έρευνας και της επαλήθευσης, παρ’ ότι μπορεί να μην είναι δημοφιλής.

Να ξέρετε ότι εκτίμησα τις σκέψεις σας και ήταν χαρά μου να τις φιλοξενήσω. Ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας.

Γλωσσοτράπεζος είπε...

Αλίμονο, πόσο λάθος κάνετε, φίλτατε Δρ Moshe! Τη γλώσσα μας (ή τις γλώσσες μας) δεν τις αγαπήσαμε επειδή διαβάσαμε κάποτε σ' αυτές "ωραία κείμενα". Αν αυτό ήταν αληθές, κανείς αναλφάβητος ή αισθητικά αγύμναστος δεν θα είχε το δικαίωμα να επικαλεστεί την αγάπη του προς μια γλώσσα. Και τι θα έπρεπε να πούμε για όλες αυτές τις εκατοντάδες, χιλιάδες γλώσσες που έμειναν χωρίς γραπτή παράδοση, που δεν ενέπνευσαν ποτέ λαμπρούς κειμενογράφους; Είναι τάχα γι' αυτό λιγότερο αξιαγάπητες;

Τη γλώσσα μας, τις γλώσσες μας τις αγαπάμε (ή τις μισούμε, πράγμα που είναι το ίδιο) για έναν λόγο πολύ διαφορετικό από την καλαισθησία των γραπτών μνημείων που έχουν ή δεν έχουν να επιδείξουν. Κι αυτός είναι το απλό γεγονός ότι γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και ωριμάσαμε μέσα τους. Το γεγονός ότι έχουν διαποτίσει ανεξίτηλα την αντιληπτική μας συνείδηση, τον τρόπο μας να βλέπουμε τον κόσμο, ώστε εν τέλει να μας είναι αδύνατο (κι ας το πιστεύουμε ενίοτε δυνατό) να ξεχωρίσουμε τι συνιστά δικό μας νοητικό εύρημα και τι κοινό παραδεδομένο κτήμα. Το ότι μας συνδέουν (θετικά ή αρνητικά) με μια κοινότητα ανθρώπων, το ότι μας προσδίδουν αναγνωρίσιμη ταυτότητα και υπαρξιακό προσανατολισμό.

H γλώσσα είναι το αναγκαίο θεμέλιο του Δήμου, της ανθρώπινης συναλληλίας, της πολιτικής κοινωνίας κατ' εξοχήν. Το να την περιορίζουμε στα Belles Lettres ή το να την συρρικνώνουμε σε έναν χρηστικό "κώδικα επικοινωνίας", παραγνωρίζει και παρεξηγεί ακριβώς τη ζωτικότερη και κρισιμότερη λειτουργία της. Αυτή η παρεξήγηση και αυτός ο παραγνωρισμός είναι νομίζω τα θεμέλια πάνω στα οποία έχει υψωθεί όλο το εντυπωσιακό, ομολογουμένως, οικοδόμημα της σημερινής γλωσσολογίας. Θεμέλιο όμως σαθρό. Εμπιστευθείτε το ένστικτο των φοιτητών σας: όσο μεγαλόφωνα, όσο πειστικά κι αν ακούγονται τα πορίσματα της επιστήμης την οποία θεραπεύετε (και ουδείς νουνεχής θα αμφισβητούσε ότι είναι τέτοια), στα κρίσιμα ερώτημα, στα μεγάλα ζητούμενα μένουν βουβά, μικρόλογα, σχολαστικά. Όμως επιστήμη αυτοεγκλωβισμένη στα δευτερεύοντα και στα μερικά δεν αξίζει καν να λογίζεται επιστήμη.

Συμπαθήστε μου την ελευθεροστομία. Το ιστολόγιό σας κοσμεί το φτωχό και τόσο προχειρογραμμένο ελληνικό διαδίκτυο. Χαίρεται κανείς να σας διαβάζει. Όσο για την ωραία φράση του Σπινόζα που μνημονεύσατε, για την αλήθεια ως μόνο κριτήριο του εαυτού της, προσωπικά ρέπω προς εκείνη την άλλη φιλοσοφική σχολή, που αρνήθηκε ανέκαθεν κάθε κλειστή αυταναφορικότητα, και κάθε αφ' υψηλού αυταξία. Την σχολή του "πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος" και του -διόλου "Αβδηρίτη", παρά την καταγωγή του- Πρωταγόρα.

studens είπε...

Αν μου επιτρέπεται ένα σχόλιο και χωρίς να θεωρηθεί ότι απαντάω σε κάτι εν ονόματι του συγγραφέα, θα ήθελα να επισημάνω κάτι με αφορμή τα σχόλια του γλωσσοτράπεζου. Η άποψη που εκφράζει με βρίσκει καταρχήν σύμφωνο. Δεν είμαι σίγουρος όμως αν ο σκεπτικισμός αυτός μπορεί να στοιχειοθετήσει αιτίαση για τη γλωσσολογία στο σύνολό της. Πέραν της θεωρητικής γλωσσολογίας, η οποία πράγματι έχει έντονα τεχνικό και αφηρημένο χαρακτήρα, έχουν αναπτυχθεί περισσότερο "ανθρωποκεντρικές" προσεγγίσεις της γλώσσας, όπου ο ρόλος της γλωσσας στη ζωή του ανθρώπου κατέχει κεντρική σημασία (κοινωνικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της γλώσσας κ.ά.).
Η εξέλιξη της θεωρητικής γλωσσολογίας όμως κατά τον 20ο αιώνα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να φτάσουμε σε μια επιστημονική πλέον θεώρηση των σημαντικών αυτών θεμάτων. Έπρεπε δηλαδή πρώτα να αποδοκιμαστεί και να καταδικαστεί ως μη επιστημονικό καθετί που δεν προέκυπτε από την έρευνα για να φτάσουμε σε μια νηφαλιότερη κατανόηση της σημασίας που έχει ο τρόπος βίωσης της γλώσσας από τους ανθρώπους. Η θεωρητική γλωσσολογία σήμερα πληρώνει το τίμημα της αμφισβήτησης γιατί αδιαφόρησε για την κοινωνία. Αλλά η ίδια είναι το θεμέλιο για την αποδοτικότερη και πληρέστερη κατανόησης της γλώσσας του ανθρώπου.

studens είπε...

Μια διόρθωση: "εξ ονόματος" αντί "εν ονόματι". Τα λάθη επιτρέπονται, φαντάζομαι, λόγω ζέστης!

Αρχίδαμος είπε...

Θα συμφωνούσα με τα σχόλια του γλωσσοτράπεζου, εάν ο Dr Moshe καταφερόταν εναντίον ποιητικών/λογοτεχνικών κειμένων για τη γλώσσα κατηγορώντας τα ως αντιεπιστημονικά. Εκεί πράγματι θα είχε νόημα να καταφερθεί κανείς κατά του άκρατου θετικισμού και της απουσίας βιώματος και συναισθήματος. Εδώ όμως ο φίλος Δρ. μιλά για ημιμαθείς, οι οποίοι νομίζουν ότι βρήκαν την αλήθεια, ή για αλμπάνηδες, οι οποίοι παριστάνουν τους γλωσσολόγους. Οι διαδιδόμενες πλάνες με άλλα λόγια δεν αφορούν το βίωμα, αλλά στηρίζονται σε ψευδογνώση. Άρα ο «ψυχρός» θετικισμός είναι όντως η καλύτερη απάντηση. Το να πω ότι η λέξη «εσκιμώος» δε μου αρέσει, γιατί μου θυμίζει το «άσχημος», είναι κάτι υποκειμενικό/βιωματικό και θα ήταν ματαιοπονία να προσπαθήσει κανείς να το αντικρούσει. Το να πω όμως ότι η λ. «εσκιμώος» προέρχεται από την ελληνική λ. «άσχημος» και άρα είναι ελληνική δεν έχει καμιά ομορφιά ούτε αποτελεί έκφραση βιώματος/συναισθήματος, παρά είναι χυδαίος εκμαυλισμός. Συμφωνώ ότι η επιστήμη δεν είναι αυτοσκοπός παρά είτε χόμπι είτε βιοποριστική εργασία, όπως και ότι η επιστημονική μέθοδος είναι στεγνη και ψυχρή. Σίγουρα τα πιο όμορφα κείμενα για τη γλώσσα δε θα τα βρει κανείς σε βιβλία γλωσσολογίας, αλλά αυτό ισχύει για όλες τις επιστήμες, μια και η επιστήμη δεν κοιτάει (και δεν πρέπει να κοιτάει) την αισθητική. Επίσης καλό είναι να θυμόμαστε ότι η επιστήμη είναι μόνο μία οπτική των πραγμάτων, υπάρχουν και άλλες εξίσου αξιόλογες ή και πιο πολύτιμες. Αλλά καλό είναι να μη συγχέουμε τα πράγματα μεταξύ τους. Ένα «ποιητικό» λεξικό π.χ. θα είχε αξία ως λογοτεχνικό κείμενο, όχι όμως ως χρηστικό εργαλείο για να μάθει κανείς μια λέξη που δεν ξέρει ή να δει την ορθογραφία της.

Φοινικιστής είπε...

1. Μιλήσατε για "μύθους".

Γιατί μύθοι σε εισαγωγικά;

-----

2. Ωστόσο όπως όλοι οι μύθοι, έτσι και οι παραγλωσσικοί μύθοι, "κρύπτουν νουν αληθείας". Ακόμη και η πιο εξωφρενική δήλωση περί της ελληνικής ως πρωτογλώσσας ή γλώσσας "προνομιούχου" και "εξωγήινης", κρύβει μια πραγματική έγνοια

«Πραγματική έγνοια» και «γνήσιο ενδιαφέρον» δεν ξέρω αν κρύβει, γιατί δεν μπορώ να είμαι στη σκέψη του άλλου. «Νουν αληθείας» όμως γιατί; Ποια αλήθεια;

-----

3.Το ενδιαφέρον αυτό εκπορεύεται από δύο ορθές πολιτικές διαπίστωσεις: Πρώτον, ότι η γλώσσα είναι συλλογικό αγαθό, αφού συνιστά κρίσιμο και ζωτικό δεσμό μεταξύ των μελών μιας κοινότητας. Και, δεύτερον, ότι το συλλογικό αυτό αγαθό, για να παραμείνει τέτοιο, έχει ανάγκη από τη μέριμνα και τη στήριξή μας. Οι συνάδελφοί σας, που όλο και συχνότερα τελευταία αμφισβητούν κι αυτά τα αυτονόητα,

Ποιοι γλωσσολόγοι αμφισβήτησαν ποια αυτονόητα;

-----

4.Οι συνάδελφοί σας, [...] για τι πράγμα ακριβώς νοιάζονται; Τι ζητούν να υπερασπίσουν;

Νοιάζονται ή ενδιαφέρονται για τη γλώσσα. Αλλιώς, δεν θα ήταν γλωσσολόγοι, δεν θα έκαναν έρευνα στο αντικείμενο αυτό.