29/4/07

Ορθογραφικές αμφιγραφίες: μία ή δύο λέξεις;

curae posteriores fons querelarum

Οι περισσότεροι πιθανώς νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τι διακρίνει το κοστούμι ως ένδυμα. Θα συμφωνούσαμε χωρίς πολλή σκέψη ότι το κοστούμι αποτελείται από σακάκι και παντελόνι που είναι ραμμένα με το ίδιο ύφασμα και έχουν σχεδιαστεί να φοριούνται συνδυασμένα, ταιριάζοντας σε ορισμένο μέγεθος. Ο ορισμός φαίνεται πλήρης, αλλά ας σκεφθούμε: Αν έχουμε καλό γούστο, ίσως αποφασίσουμε κάποια φορά να συνδυάσουμε το σακάκι ή το παντελόνι ορισμένου κοστουμιού με άλλο συμπλήρωμα ―εξακολουθεί τότε να είναι κοστούμι; Ο βιαστικός αναγνώστης θα μου απαντήσει όχι, αλλά νομίζω ότι και εκείνος θα επιστρέψει το σακάκι και το παντελόνι τού κοστουμιού στην ίδια κρεμάστρα, ανεξάρτητα από τον συνδυασμό που διάλεξε να φορέσει.

Ώστε, μήπως το ζήτημα είναι ότι το κοστούμι αποτελείται από σακάκι και παντελόνι που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις και, επιπλέον, τα βρίσκουμε στην ίδια κρεμάστρα;

Από γλωσσολογικής απόψεως, το ερώτημα δεν θα αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα για γραφές συνεχούς χαρακτήρα και χωρίς οριοθετικά σημεία μεταξύ των λέξεων, γι’ αυτό και δεν απασχόλησε τους αρχαίους. Δεν θα συνιστούσε επίσης ζήτημα, αν υπήρχε σαφής μορφολογικός ορισμός τής λέξεως εκτός (συγ)κειμένου.

Σύμφωνα με ευρύτερα αποδεκτό ορισμό (H. Spencer & A. Zwicky, Handbook of Morphology, Oxford 1998), θα χαρακτηρίζαμε λέξη τη γλωσσική μονάδα που αποτελεί μία τονική ενότητα (δηλ. φέρει έναν μόνο τόνο), διαθέτει ολοκληρωμένη σημασία (που δεν είναι απλώς άθροισμα των σημασιών των μορφημάτων της, γραμματικών ή λεξικών), η δε αυτοτέλειά της δεν επηρεάζεται από τη σύνταξη. Ο συνδυασμός των εν λόγω κριτηρίων έχει ωθήσει ορισμένους γλωσσολόγους να ονομάσουν τις λέξεις αναφορικές νησίδες (anaphoric islands), για να δηλώσουν με αυτόν τον τρόπο τι κάνει τους ομιλητές να τις χωρίζουν με κενά στον γραπτό λόγο (Α. Ράλλη, Μορφολογία, Αθήνα 2005).

Όπως συχνά συμβαίνει σε ορισμούς, τα αντιπαραδείγματα που φαίνεται να αντιστέκονται σθεναρά στην ταξινόμηση επιμένουν να κάνουν διακριτή την παρουσία τους. Αυτό αληθεύει κατ’ εξοχήν (ή κατεξοχήν;) σε φραστικές λέξεις ή συνδυασμούς, καθώς και σε παγιοποιημένες (στερεότυπες) αναφορικές νησίδες, οι οποίες προκαλούν αμφιβολίες ως προς τον τρόπο γραφής τους. Στην πραγματικότητα, το αν θα γραφτούν με μία ή δύο λέξεις είναι ζήτημα που έχει συνδεθεί με την αυτοτέλεια ή δέσμευση των συστατικών μερών τους, με την ορθογραφική συνήθεια, καθώς και με τον βαθμό καθιερώσεως στον λόγο. Επιπλέον, δεν έχει λείψει (και) από αυτή τη συζήτηση η αναζήτηση ιδεολογικού υποβάθρου: έχει ενίοτε θεωρηθεί αρχαϊστική τάση, όχι αυτή καθ’ αυτήν η χρήση λογίων φραστικών λέξεων, αλλά η επιλογή τής γραφής τους με δύο λέξεις.

Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο ή πρόσφατο. Ο Τριανταφυλλίδης το αντιμετώπισε ίσως πρώτη φορά όταν ανέλαβε να ρυθμίσει την ορθογραφία τού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα Στα Μυστικά τού Βάλτου. Από την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ τους προκύπτει ότι ο γλωσσολόγος είχε ταλαντευτεί αρκετά ως προς τη δέουσα λύση. Το 1939 ξαναέγραψε για το θέμα, όταν απάντησε στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών (στον πρόεδρό της Βάσο Δασκαλάκη, 1897-1944), που του είχε ζητήσει να της υποβάλει εισήγηση για ορθογραφικό κανονισμό. Δεδομένου ότι η σύνταξη της Νεοελληνικής Γραμματικής βρισκόταν σε αρκετά προχωρημένο στάδιο, ο Τριανταφυλλίδης εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί το αίτημα. Ωστόσο, κατέγραψε μερικές παρατηρήσεις, με τη νηφαλιότητα και την ευγένεια που τον χαρακτήριζε. Μεταξύ αυτων είναι η ακόλουθη:

«…τα εισβάρος, ή καλύτερα σεβάρος, επικεφαλής δε μου πολυαρέσουν. Κάπου πρέπει να σταματήσωμε και τα παραδείγματα είναι πολύ αφθονώτερα απ’ όσα αναγράφονται.»

Ο Τριανταφυλλίδης αντιλαμβανόταν ότι δεν επρόκειτο για ζήτημα προσωπικής προτιμήσεως, εντούτοις ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσε να διατυπώσει κανόνες τέτοιους που να εξαλείφουν τις αμφιγραφίες. Στη Νεοελληνική Γραμματική (§ 75, 76) καταχωρίζει σειρά φραστικών λέξεων που πρέπει να γράφονται ως μία, αποφεύγει όμως επιμελώς να εξηγήσει γιατί. Αναφέρει απλώς:

«Σε κάθε όμως εποχή τής γλώσσας γεννιούνται με τη σύνθεση νέες λέξεις, και άλλων σύνθετων λέξεων συχνά απαρχαιώνονται τα συστατικά τους ή ο τρόπος που συνθέτονται. Γι’ αυτό δεν είναι εύκολο μερικές φορές να οριστή αν κάτι που λέμε αποτελή μια λέξη ή δύο.»

Στον κατάλογο που ακολουθεί γράφει ως μία λέξη τις εξής: απαρχής, απεναντίας, απευθείας, αφότου, αφού, δηλαδή, διαμιάς, ειδάλλως, ειδεμή, ενόσω, εντάξει (προστέθηκε αργότερα στη Μικρή Σχολική Γραμματική), ενώ, εξαιτίας, εξάλλου, εξαρχής, εξίσου, επικεφαλής (αλλαγή τής προηγούμενης άποψής του), επιτέλους, καθαυτό, καθεξής, καλημέρα, καληνύχτα, καλησπέρα, καληώρα, καταγής, κατευθείαν, κιόλας, μεμιάς, μολαταύτα, μόλο (που), μολονότι, μολονόπου, ολωσδιόλου, οπωσδήποτε, προπάντων, σάμπως, τωόντι, υπόψη, ώσπου, ωστόσο―καθένας, καθεμία, καθένα, καθετί, κατιτί, οποιοσδήποτε, οτιδήποτε, καθέκαστα.

Παρ’ ότι (ή μήπως παρότι;) οι επιλογές τού Τριανταφυλλίδη είναι ως επί το πλείστον αυτές που επικράτησαν και αποκαλύπτουν τον γλωσσικό ρεαλισμό του, έχουν σαφώς ενδεικτικό χαρακτήρα. Ακόμη, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τις υποκείμενες αρχές που υπαγόρευσαν την α΄ ή τη β΄ προτίμηση, αν εξαιρέσουμε την ορθογραφική συνήθεια των λογοτεχνών τής εποχής.

Πολλά χρόνια αργότερα, στη δική του Νεοελληνική Γραμματική (Αθήνα & Θεσσαλονίκη 1994) ο προσφάτως εκλιπών Αγαπητός Τσοπανάκης προσθέτει στον ανωτέρω κατάλογο τις ακόλουθες φραστικές λέξεις, τις οποίες θεωρεί επιρρηματικά στοιχεία: ενμέρει (ο Τριανταφυλλίδης συνέστηνε εν μέρει), εντέλει, εντούτοις, εξαδιαιρέτου, εξάπαντος, εξημισείας, επιτούτου, κατακούτελα, καταλεπτώς, κατάμουτρα, καταπρόσωπο, κατάσαρκα, κατεξοχήν, μεσοστρατίς, μισοτιμής, ξοπίσω, ξώφαλτσα, οποτεδήποτε, οπουδήποτε, παρακάτω, παραπάνω, παραπέρα, παραπίσω, προσώρας κ.ά. (Παρέλειψα ορισμένα για τα οποία δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα χωριστής γραφής τους).

Σε άρθρο του στο Βήμα (11 Απριλίου 1999) ο καθηγητής κ. Γ. Μπαμπινιώτης ασχολήθηκε επίσης με το θέμα, προσεγγίζοντάς το από την πλευρά τού γλωσσολογικού ορισμού τής λέξης και παραθέτοντας κατάλογο στοιχείων που πρέπει ή θα μπορούσαν να γράφονται ενωμένα ή χωριστά. Εντούτοις, στον επίλογο του άρθρου του υπογραμμίζει:

«Ας σημειωθεί, ωστόσο, με σαφήνεια και αίσθηση πραγματικότητας ότι απόλυτη συνέπεια στο ετερόκλιτο πλήθος των φράσεων δεν υφίσταται ούτε μπορεί να υπάρξει, αφού (…) ουδέποτε ένα σώμα ειδικών μελέτησε και ρύθμισε συστηματικά το θέμα στο σύνολό του.»

Η μελέτη των καταλόγων που βρίσκουμε στα ανωτέρω κείμενα επαληθεύει την προηγούμενη διαπίστωση. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να παρουσιάσω ορισμένες επί μέρους (ή επιμέρους;) επιβοηθητικές αρχές, οι οποίες ενδέχεται να στρέψουν την προσοχή σε παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, αν ποτέ υπάρξει ή αναγνωριστεί ως αρμόδια τέτοια ρυθμιστική αρχή, που να συντάξει σχετικό ορθογραφικό κανονισμό. Ο κατηρτισμένος αναγνώστης και ο ενημερωμένος φιλόλογος μπορούν να καταλογίσουν στον γράφοντα την επωφελή ή ενδεχομένως άσκοπη παράθεσή τους.

1) Η ενωμένη ή χωριστή γραφή δεν εξαρτάται από το αν τα συστατικά μέρη απαντούν αυτοτελώς ή μόνο ως δεσμευμένα μορφήματα.

Κοινές λέξεις όπως αιτία, ίσος, άλλος, τόσο, που δεν ενοχλούν όταν απαντούν ενωμένα στις γραφές εξαιτίας, εξίσου, εξάλλου, ωστόσο, ώσπου. Το κριτήριο αυτό δεν λειτουργεί, όταν έστω ένα από τα δύο (ή περισσότερα) συστατικά μέρη είναι μονάδα τού κοινού λεξιλογίου.

2) Αν η αρχή τής τονικής ενότητας παραβιάζεται, η χωριστή γραφή θα μπορούσε να προτιμηθεί.

Εφόσον η λέξη αποτελεί μία τονική ενότητα και στην Ελληνική δεν έχουμε το φαινόμενο του δευτερεύοντος τόνου (όπως π.χ. στη Γερμανική: aufsteigen /áufštáigen/ «ανεβαίνω»), είναι παροδηγητικό να υιοθετούμε ενωτική γραφή που αντιβαίνει στον πραγματικό τόνο. Εξάλλου, ο ρόλος τού τόνου είναι προφανής στα τονικά παρώνυμα, δηλ. σε λέξεις που αλλάζουν σημασία, όταν  ο τόνος βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Επί παραδείγματι, η γραφή καθετί, που συστήνει η Νεοελληνική Γραμματική, δεν συμφωνεί με την πραγματική εκφορά τού στοιχείου, που είναι διλεκτική: κάθε τι (με τόνο και στα δύο τεμάχια). Ομοίως, η γραφή ολωσδιόλου ή τελοσπάντων παραθεωρεί ότι τα συστατικά τεμάχια εκφέρονται σχεδόν πάντοτε χωριστά: όλως διόλου, τέλος πάντων.

3) Η ενωμένη γραφή δεν πρέπει να παραβιάζει τους φωνολογικούς κανόνες τής Ελληνικής.

Όταν σχηματίζονται συμπλέγματα φθόγγων ανεπίτρεπτα για την Ελληνική, είναι καλό να προτιμούμε τη χωριστή γραφή. Κατά τούτο, οι γραφές ενμέρει, ενπρώτοις, ενπολλοίς, ενγένει αντιτίθενται στους φωνολογικούς κανόνες τής γλώσσας, διότι τα συμπλέγματα *νμ, *νπ, *νγ δεν είναι ανεκτά σε ελληνικές λέξεις και όποτε παρουσιάστηκαν, ακολούθησε πλήρης ή μερική αφομοίωση (π.χ. συν-μετέχω > συμμετέχω, εν-μένω > εμμένω, εν-πορος > έμπορος, εν-γράφω > εγγράφω). Συνεπώς, γράφουμε εν μέρει, εν πρώτοις, εν πολλοίς, εν γένει, εν πάση περιπτώσει κ.τ.ό.

4) Η ενωμένη γραφή δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση ως προς την αναγνώριση της μορφολογικής κατηγορίας στην οποία ανήκει η λέξη.

Λάθη όπως *τον επικεφαλή, *οι επικεφαλείς, *έχω υπόψει κ.τ.ό. μαρτυρούν ότι ο ομιλητής παρασύρεται από την ενωμένη γραφή και θεωρεί ότι η προθετική φράση επί κεφαλής είναι κλιτό όνομα, το δε υπ’ όψη / υπ’ όψιν είναι ενδεχομένως ρηματικό μόρφημα (κατά το έχω κόψει) ή ακόμη και όνομα (π.χ. *η υπόψη, *την υπόψη). Οι γραφές επί κεφαλής, υπ’ όψη / υπ’ όψιν εξαλείφουν κάθε πιθανότητα συγχύσεως. Η επιλογή τής ενωμένης γραφής καθαυτό συνήθως οδηγεί στην αθέτηση της συντακτικής σχέσης τού κατά με αιτιατική: καθ’ (ε)αυτόν, καθ’ αυτό.




5) Αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την παγίωση του συνδυασμού, η χωριστή γραφή είναι πάντοτε προτιμητέα.

Ενώ το εξάπαντος είναι ήδη αρχαίο, οι γραφές εξαδιαιρέτου, εξημισείας (Τσοπανάκης) παρουσιάζουν σαν απολίθωμα τις σχετικά πρόσφατες προθετικές φράσεις εξ αδιαιρέτου, εξ ημισείας (κυρίως του νομικού / συμβολαιογραφικού λεξιλογίου), ξαφνιάζοντας δυσάρεστα τον αναγνώστη.

Η ορθογραφική συνήθεια δεν μπορεί επίσης να παραβλεφθεί. Για λόγους που σχετίζονται με τη συχνότητα εμφανίσεως, την οπτική εικόνα και την κατάρτιση του εκάστοτε γράφοντος, συναντούμε συχνά τις γραφές καταρχήν, προπάντων, απευθείας, αλλά διστάζουμε να γράψουμε (ή γράφουμε σπανιότερα) καταρχάς, προπαντός, κατευθείαν. Η Νεοελληνική Γραμματική, μολονότι αντιμετώπισε ρεαλιστικά το ζήτημα και είχε κατά νου τη λογοτεχνική κυρίως πρακτική, δεν έθεσε αρχές που να εξασφαλίζουν ομοιογενή ρύθμιση, επωμίζοντας έτσι στους μεταγενεστέρους την ευθύνη να συζητήσουν τις παραμέτρους του.

Τα χρόνια που πέρασαν έδειξαν ότι είναι σοφό να ξανανοίξουμε τη ντουλάπα και να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τα κοστούμια που έχουμε κρεμάσει εκεί. Ίσως για μερικά κάναμε το λάθος να βάλουμε στην ίδια κρεμάστρα σακάκι και παντελόνι που δεν ανήκαν εκεί. Και αν φαίνεται ότι καθυστερήσαμε, είναι ίσως επειδή οι ύστερες φροντίδες είναι πηγή παραπόνων…

19 σχόλια:

Αθ. Αναγνωστoπουλος είπε...

Dr Moshe, συγχαρητήρια, πολύ κατατοπιστικό και ενδιαφέρον. Η χωριστή γραφή πάντως στα γερμανικά νομίζω ότι είναι νεωτεριστική και όχι αρχαϊκή (αναφέρομαι στην τελευταία ορθογραφική μεταρρύθμιση). Ως προς τις αρχές ορθογράφησης, ιδίως η υπό 3 αρχή συχνά παραβλέπεται, προφανώς από άγνοια. Προσωπικά γράφω καμιά φορά γιαυτό, το βρίσκω ωραίο, και με έχει προβληματίσει το παρ' όλ' αυτά/παρόλ'αυτά (;).

Φοινικιστής είπε...

Συγχαρητήρια. Πολύ χρήσιμη η παράθεση των 5 παραγόντων. Ομολογώ ότι μερικές φορές δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να ακολουθήσω ενωμένη ή χωριστή γραφή, άρα θα χρειαστεί να έχω υπόψη (ή υπ' όψιν) ορισμένα κριτήρια.

Ένα σύντομο σχόλιο για την περίπτωση του επικεφαλής. Φαντάζομαι ότι η αιτία του λάθους ή της αποκλίνουσας χρήσης δεν είναι μόνο η ενωμένη γραφή, έτσι δεν είναι; Δηλ. ο τύπος επικεφαλής και ως άκουσμα -αν μπορώ να το πω έτσι- παραπέμπει τον απλό ομιλητή στα διαρκής, συνεχής κτλ. Νομίζω ότι και με τη χωριστή γραφή επι κεφαλής ο κίνδυνος της σύγχυσης δεν θα εξαλειφθεί πλήρως, γιατί η σύγχυση δεν γίνεται μόνο κατά την ανάγνωση γραπτού κειμένου.

Ελπίζω να μην είναι άστοχο το σχόλιό μου. Και πάλι συγχαρητήρια.

sarant είπε...

Καλησπέρα.
Ενα ακόμα μεστό και πολύ μελετημένο σημείωμα. Σωστό είναι, δυστυχώς, ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ετερόκλιτο σύνολο, που μόνο κατά περίπτωση μπορεί να εξετάζεται. Δηλαδή είναι σωστή η θέση Μπαμπινιώτη ότι πρέπει ένα σώμα ειδικών (η Ακαδημία;) να εξετάσει μία προς μία τις περιπτώσεις.

Από κει και πέρα, αν βρίσκω ένα αδύνατο σημείο στο (εξαιρετικό, ωστόσο) άρθρο, αυτό είναι ότι δεν αναδεικνύει αρκετά το ότι, όπως και τα πάντα στη γλώσσα, έτσι και η γραφή των φραστικών λέξεων (αν τις λέμε έτσι) βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη και ότι η σαφής τάση που υπάρχει, ή που υπήρχε μέχρι πρόσφατα, είναι (ήταν;) όλο και περισσότερες φραστικές λέξεις να γράφονται σαν μία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το "εντάξει" που αν δούμε κείμενα του 1960 το πιθανότερο είναι να το δούμε σαν δυο λέξεις (τώρα κοίταζα Τσιφόρο και το έχει 'εν τάξει') αλλά ακόμα και το 1989 ο κ. Μπαμπινιώτης σε σεμινάριο το είχε κατατάξει στα χωριζόμενα (εν τάξει). Κι αν διαβάσουμε παλιότερα κείμενα της καθαρεύουσας θα δούμε να γράφονται χωριστά φραστικές λέξεις που κανείς σήμερα δεν διανοείται (ακόμα; ας μη δίνω ιδέες) να μην γράψει ενωμένες, όπως το δηλαδή (δήλα δη το έχει π.χ. ο Κουκουλές).

Κατά τη γνώμη μου, δεν στοιχειοθετεί αρχαϊστική τάση το να γράφει κανείς χωριστά κάποιες από τις αμφιγραφίες που αναφέρει το άρθρο στις οποίες υπάρχει αμφιταλάντευση, αναρωτιέμαι όμως, όταν π.χ. ο αρχιεπίσκοπος στην πανταχούσα του κατά του μονοτονικού γράφει "εξ απήνης" τι κάνει; Υπερδιόρθωση ή δήλωση γλωσσοπολιτικής ταυτότητας; Μάλλον το δεύτερο. (Διότι βέβαια η λέξη "εξαπίνης" πάντα γραφόταν και απήνη ήταν ένα αμάξι που το έσερναν μουλάρια ή κάτι τέτοιο).

Θα συμφωνήσω με τα κριτήρια 1 και 2. Το κριτήριο 3 κάποτε με έβρισκε σύμφωνο, είχα μάλιστα πει ότι το "ενλόγω" δεν μπορείς να το γράψεις διότι αυτά δεν είναι ελληνικά, είναι φιλανδικά. Ομως σήμερα που δεν έχουμε πρόβλημα να γράφουμε και να προφέρουμε "Φινλανδία", το "ενλόγω" δεν μπορεί να απορριφθεί με επιχείρημα το κριτήριο 3 των φωνολογικών κανόνων της γλώσσας. Αλλωστε και οι Οσμανλήδες δεν έγιναν Οσμαλλήδες. Και καλώς δεν το αναφέρει το ενλόγω ο Δρ. Μόσε. Ομως δεν θα χρησιμοποιούσα τόσο κατηγορηματική διατύπωση σε σχέση με το "νπ", ότι δηλαδή δεν είναι ανεκτό και οπουδήποτε παρουσιάστηκε αφομοιώθηκε, διότι η αρχαία γλώσσα έχει καμιά δεκαριά περιπτώσεις περί του αντιθέτου (άνπερ, οίονπερ, όσονπερ κτλ. που βέβαια δεν έγιναν άμπερ κτλ!)

Θα συμφωνήσω με την επισήμανση του Φοινικιστή για το επικεφαλής. Δεν θα συμφωνήσω με το καθαυτόν, όπου πιστεύω ότι η ενωμένη γραφή έχει ακριβώς το πλεονέκτημα ότι δημιουργεί ένα νέο επίθετο (αν είναι επίθετο) ίσως επιτατικό, το καθαυτός, που κλίνεται σαν το τούτος (και αυτός καθαυτός σαν το αυτός τούτος) και γλιτώνουμε μ' ένα σμπάρο από πολλά τρυγόνια, διότι βέβαια είναι σωστό αλλά είναι και αποτρόπαιο να πεις "η αξία των δομημένων ομολόγων καθαυτά αυξήθηκε, αλλά οι προμήθειες μας έβαλαν μέσα" ή "το συμφέρον των επιχειρηματιών καθαυτούς είναι να μην αντιδικούν με το δημόσιο" και εκτός αυτού εμείς ξέρουμε "κατ' αυτό τον τρόπο", το θήτα εκειπέρα δεν δικαιολογείται δια γυμνού οφθαλμού, οπότε δεν νομίζω ότι μας δεσμεύει πώς συντάσσεται ή πώς συντασσόταν η πρόθεση κατά. Να βλέπουμε και τη χρήση άλλωστε: οι ομαλοί τύποι (αυτοί καθαυτοί) έχουν εκατονταπλάσια συχνότητα από τους "σωστούς".

Επομένως, έχω ενστάσεις για τα κριτήρια 3 και 4, ενώ δέχομαι το 5. Και, καλώς ή κακώς, πάγια ρύθμιση του θέματος δεν μπορεί να γίνει, μόνο κατά περίπτωση εξέταση. Διότι είναι αφιλότιμα πράγματα αυτές οι φραστικές λέξεις (αν λέγονται έτσι). Και ούτε να προβλέψεις μπορείς πώς θα εξελιχτούν. Ο Τζάρτζανος έχει "γιανά" που κανείς δεν διανοείται σήμερα να το γράψει έτσι, ενώ το "γιατί" κανείς δεν το γράφει χωριστά (μέχρι στιγμής τουλάχιστο).

Dr Moshe είπε...

Ευχαριστώ θερμά τους αγαπητούς φίλους για τις εύστοχες παρατηρήσεις τους.

@Αγαπητέ κ. Αναγνωστόπουλε:

Ανέφερα τη γερμανική γλώσσα, όχι με στόχο τη γραφή της, αλλά για να δείξω τι σημαίνει «δευτερεύων τόνος» και γιατί αυτό το χαρακτηριστικό δεν απαντά στην Ελληνική (εκτός από το φαινόμενο της έγκλισης). Σχετικά με τη δεύτερη παρατήρησή σας, είναι γεγονός ότι ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν. Η σώφρων σύσταση, που δεν αφορά μόνο στη γλώσσα, είναι ότι αν αμφιβάλλουμε για κάτι, προτιμούμε να κλίνουμε προς τη συντηρητικότερη λύση.

@Φίλτατε Φοινικιστά:

Συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν τον προβληματισμό σου και συμφωνώ στην αιτιολόγηση του σφάλματος για το επί κεφαλής / επικεφαλής. Η ενωμένη γραφή δεν προκαλεί βεβαίως το πρόβλημα αλλά επιτείνει τη σύγχυση. Η χωριστή γραφή θα μπορούσε πιθανώς να το αποτρέψει, αν τη διδάξουμε σωστά και με συνέπεια.

@Αγαπητέ μου Νίκο:

Εκτιμώ τα σχόλια και τις εύλογες σκέψεις σου. Δεν αντιλέγω ότι ο ρόλος τής τρέχουσας ροπής είναι βαρύνων, ιδίως όταν πρόκειται για τη γλώσσα των ΜΜΕ που είναι υποχρεωμένα σε συνεχή παραγωγή γραπτού λόγου.

Θα μου επιτρέψεις να εξακολουθήσω να έχω πεποίθηση στην ορθότητα της αρχής 3. Οι ξένες λέξεις όπως Φινλανδία, Οσμανλήδες συχνά περιέχουν συμπλέγματα άγνωστα στην Ελληνική και δεν είναι σκόπιμο να αποτελέσουν επαληθευτικό κριτήριο. Όσον αφορά στους χαλαρούς αρχαίους συνδέσμους που παρέθεσες, δυστυχώς δεν γνωρίζουμε καθόλου πώς (θα) τους αντιμετώπιζαν οι ίδιοι οι ομιλητές και γραφείς. Όπως καλά γνωρίζεις, τα μικρογράμματα και με οριοθετημένες λέξεις χειρόγραφα είναι μεσαιωνικά και απηχούν τις σχολές αντιγραφέων τού 9ου και 10ού αιώνα. Συχνά στερεότυπες εκδόσεις, όπως οι Teubner και Loeb, διαφοροποιούνται ως προς τη γραφή των εν λόγω μορίων (π.χ. ό,τι / ό τι, είπερ / εί περ κτλ.) και θα δίσταζα να μεταχειριστώ τα σημερινά κείμενα ως μάρτυρες ενωμένης ή χωριστής γραφής σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ομολογώ επίσης, χωρίς επιφυλάξεις, ότι η γραμματικά σωστή χρήση τού καθ' αυτόν δεν έχει πολλές ελπίδες διαδόσεως και ας επιμένουν μερικοί σχολαστικοί όπως ο γράφων... Εν τέλει, μερικές συνήθειες είναι δύσκολο να αποβληθούν, επειδή έχουμε ζυμωθεί μαζί τους και αποτελούν πλέον μέρος τού εαυτού μας.

Θερμές ευχαριστίες για την προσοχή και την αξιόλογη συμμετοχή σας.

Αθ. Αναγνωστoπουλος είπε...

Ως προς τον επικεφαλής: Δεν νομίζω ότι θα υπήρχε την σήμερον ημέρα φιλόλογος που θα θεωρούσε εσφαλμένη μια μετεξέλιξη της συνεκφοράς σε κανονικό τριτόκλιτο σιγμόληκτο επίθετο. Ας μην στενοχωριώμαστε τόσο πολύ δα.

Ως προς τους Φινλανδούς, τον Καραμανλή, τον Τίτο Μάνλιο και φυσικά το Βένλο της Ολλανδίας: Δίνω δίκιο μάλλον στον Δρ Μόσε. Με τις ξένες λέξεις ας παίξη κανείς όπως θέλη, κανόνες ας βρούμε πρώτα για τις ελληνικές. ΆΛλωστε σαφώς και δεν γνωρίζουμε αν το άνπερ προφερόταν άμπερ, αλλά γραφόταν άνπερ (πρβλ. γραφές τύπου ΕΓ ΚΟΡΙΝΘΩΙ).

ΥΓ: Γιατί εγώ μόνος υφίσταμαι τον πληθυντικό ευγενείας; Έφταιξα σε κάτι; :-)

scalidi είπε...

"Κοστούμι". Γιατί όχι "κουστούμι", όπως το λέμε; Είχα πάντα αυτή την απορία. Το γράφω "κοστούμι", αλλά το λέω "κουστούμι", σας βγάζω λίγο από το θέμα, αλλά να μην ρωτήσω;

Dr Moshe είπε...

Αγαπητή Σταυρούλα, οι παρατηρήσεις σας είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες και σας ευχαριστώ.

Οι τύποι κοστούμι / κουστούμι είναι εξίσου ορθοί, μόνο που ο πρώτος είναι παλαιότερος και αποκαλύπτει την καταγωγή του από το ιταλικό costume, αρχική σημασία «έθιμο, συνήθεια». Ο τύπος με κου- παρουσιάζει τη γνωστή τροπή /o/ > /u/ σε περιβάλλον διαφόρων συμφώνων, μεταξύ των οποίων και το /k/ (π.χ. κομβίον > κουμπί, κωπίον > κουπί, κωφός > κουφός κτλ.).

Αν στον γραπτό λόγο προτιμούμε τον τύπο κοστούμι, είναι ίσως επειδή ανήκει στην επισημότερη γλώσσα που συνηθίσαμε να βλέπουμε σε καταστήματα τέτοιων ενδυμάτων και σε ραφεία. Το οπτικό ίνδαλμα της λέξεως έχει αξιοσημείωτο μέρισμα ισχύος σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ελπίζω να απάντησα στο ερώτημά σας και σας στέλνω τη θερμή καλημέρα μου.

scalidi είπε...

Εξαιρετικά απαντήσατε, σας ευχαριστώ...Κρατώ και τη φράση που μου άρεσε ιδιαίτερα: "...Το οπτικό ίνδαλμα της λέξεως έχει αξιοσημείωτο μέρισμα ισχύος σε τέτοιες περιπτώσεις..."

sarant είπε...

Ισως περιττό, αλλά να συμπληρώσω ότι ενώ το "κοστούμι" υπερέχει του "κουστουμιού" στον γραπτό λόγο, στο υποκοριστικό (ως λαϊκότερο) υπερέχει το κουστουμάκι. Το ίδιο και με άλλα λαϊκά παράγωγα της λέξης, κουστουμαρισμένος ή βεβαίως κουστουμιά.

abttha είπε...

ο αρθρογράφος γράφει γλαφυρά και ευχάριστα!
πρώτον, και συμβολικά πολύ ενδιαφέρον.
συμβολικά ενδιαφέρον για μένα, γιατί το αναφέρω και θα το παρατάξω μαζί με τις συζητήσεις των γλωσσολόγων, ακαδημαϊκών και λοιπών ειδικών ή μη, πάντως λογίων, που συζητούν για τη γλώσσα, αν πρέπει να κάνει έτσι ή αλλιώς, ή αν η γλώσσα κάνει ή έτσι ή αλλιώς, κλπ.
επειδή η γλώσσα ρέει μέσα στο χρόνο, παίρνει μέσα απ'αυτόν ουσίες που καθιερώνονται ως ταυτότητές της.
έτσι σχεδόν βλέπω τα διάφορα στάδια των αφομοιωμένων σε ένα οπτικό σύνολο διαφόρων λεκτικών εκφράσεων. έτσι, π.χ., εγώ, ετών 51, θυμώνω με τους ...επικεφαλείς (ει!) όταν το δω σε γραπτό φοιτητή μου στη φιλοσοφική σχολή, ο οποίος φοιτητής έχει λιγότερα από τα μισά μου χρόνια, είναι όμως 'φοιτητής φιλοσοφικής', δλδ ναι μεν έχει ενδιαφέρον για τη γλώσσα, πλην όμως η γλώσσα στο δικό του χρόνο, έχει παρασύρει περισσότερα ...χρονικά άλατα (φαντάζομαι πως δεν είναι δόκιμος όρος :) και έτσι ο νεαρός έχει λάθος αφομοιώσει την ευρύτητα κάποιων κανόνων και την ετυμολογική παρουσία κάποιων ενοποιημένων γλωσσικών εκφράσεων.
για το συγκεκριμένο παράδειγμα, μου έκανε εντύπωση η εξής απόσταση, ανάμεσα στον 20χρονο και σε μένα: θεωρούσα ότι απλώς με την παρατήρησή μου θα προκαλούσα ένα 'ω, συγγνώμη, δλδ= αχ ναι, δεν το είχα προσέξει',
όμως το παιδί που ήταν επιμελές τόλμησε να μου φέρει έναν κανόνα για τα επίθετα τύπου 'επιμελής' και να μου πει άλλα πράγματα που από μέσα μου εγώ φυσικά θεωρούσα βλακείες!
η συζήτηση τέτοιων θεμάτων από τους ειδικούς ή μη λογίους, έχει ένα θετικότατο αποτέλεσμα: παρακινεί να μείνει ζωντανή η σχέση μεταξύ εξέλιξης της γλώσσας και ...ετυμολογίας.
έστω κι αν το θέμα της ετυμολογίας για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας καταλήγει να είναι ενδιαφέρον μόνο όταν είναι ανεκδοτικό ή λανθασμένο ή παράξενο, ωστόσο οποιαδήποτε συζήτηση για τη γλώσσα και τις λέξεις της, βαστά ζωντανή την ιστορία της, άρα και την αλήθεια της.
η σχέση ετυμολογίας και φωνητικής, όπως εντοπίστηκε στο άρθρο σας, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, και με τα παραδείγματα που δόθηκαν (κυρίως για τα συμπλέγματα συμφώνων με το ν) και ευτυχώς είναι ακόμα ζωντανή στη γλώσσα μας.
και θα καταλήξω στον κοινό τόπο: ποια είναι άραγε η έννοια του λάθους σε μια ζωντανή γλώσσα, και πόσες δικλείδες υπάρχουσες ξεχωρίζουν το λάθος από την εξέλιξη της γλώσσας...
έχετε την καλημέρα μου και τη συγγνώμη μου, αν αυτά που γράφω σας έκαναν να χάσετε το χρόνο σας φτάνοντας μέχρις εδώ...

Dr Moshe είπε...

Αγαπητή Ελένη,

Ευχαριστώ από καρδιάς για τα σημαντικά σχόλιά σας και την ευαισθησία που τα διακρίνει.

Είναι βέβαιο ότι αρκετές γλωσσικές αλλαγές είχαν την αφετηρία τους σε χρήσεις που θα χαρακτηρίζαμε λάθη. Εντούτοις, απαιτείται πολύς χρόνος για την εδραίωση τέτοιων μεταβολών, προκειμένου να χαθεί από τους ομιλητές η αίσθηση της εσφαλμένης χρήσης. Επιπλέον, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να ολισθήσουμε στην ευκολία ή στην αμεριμνησία ως προς τη γλωσσική έκφραση, κάτι που μοιάζει ελκυστικό όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τα δικά μας λάθη (όπως ο συμπαθής φοιτητής σας)...

Εκτιμώ επίσης την ισορροπημένη άποψη που διατυπώνετε για την ετυμολογία, η οποία τόσα έχει υποφέρει από ποικίλους «ερευνητές» και ανεκδοτολόγους που έχουν πρόσβαση στα μέσα επικοινωνίας.

Σας εύχομαι καλή και παραγωγική συνέχεια.

vel... είπε...

Χρειάζεται μελέτη περισσότερη εκ μέρους μου. Πολύ ενδιαφέρον κείμενο.

(άλλαξα διεύθυνση bluevelgi.blogspot.com)

Greek Translator είπε...

«Πάντα γραφόταν και απήνη ήταν ένα αμάξι που το έσερναν μουλάρια ή κάτι τέτοιο»

Ακριβώς:

ἀπήνη [ᾰ], ἡ,
four-wheeled wagon, drawn by mules, ἡμίονοι ἕλκον τετράκυκλον ἀπήνην
LSJ

αλλά:
ἐξαπῐ/ν-ης, Dor. and Aeol. ἐξάπῐν-ας,
LSJ

παράδειγμα:

ξυνέβη τε τῷ ἀδοκήτῳ καὶ ἐξαπίνης
ἀμφοτέρωθεν τοὺς Ἀθηναίους θορυβηθῆναι
Θουκυδίδης

EmilOfCrete είπε...

Αν και μάλλον δεν πρόκειται περί αμφιγραφίας, θα ήθελα να ρωτήσω περί του 'συγκρητισμού'.
Είναι γνωστή η από των Ελληνιστικών χρόνων ιστορία περί Κρητών κλπ, όμως υπάρχει και σχετική διχογνωμία περί του σωστού όρου (συγκρητισμός ή συγκριτισμός).
Ποια είναι η δική σας θέση και εξήγηση;

Φαροφύλακας είπε...

Πολύ ενδιαφέρον άρθρο και κυρίως επειδή γίνεται προσπάθεια για οριοθέτηση αυτού τού ρευστού θέματος. Δεν μου έχει τύχει να ξαναδιαβάσω κάτι σχετικό.

Στο καθαυτός το θήτα δείχνει πως η συγκόλληση συντελέστηκε σε παλιές εποχές κι αυτός μάλλον είναι ένας λόγος για να γραφτεί σαν μία λέξη.

Για το επικεφαλής, επιτρέψτε μου να ρωτήσω, ο αιρετικός, ποια είναι η αναστολή στο να λειτουργήσει σαν λέξη που κλίνεται; Στα δικά μου αφτιά, πάντως, δεν ακούγεται τόσο... αποτρόπαιο.

Dr Moshe είπε...

@Αγαπητέ Αιμίλιε,

Σας ζητώ συγγνώμη για την τόσο καθυστερημένη απάντηση, καθώς μόλις ανακάλυψα το σχόλιό σας. Ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σας.

Ο ελληνιστικός όρος συγκρητισμός είναι αιτιολογημένος ήδη στα κείμενα του Πλουτάρχου, το δε ρήμα συγκρητίζω σήμαινε «συνασπίζομαι με αντίπαλο προ κοινού εχθρού». Φαίνεται ότι αφετηρία υπήρξε ανάλογη τακτική των αρχαίων Κρητών· είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι η λέξη δεν σχετίζεται με το ρήμα συγκρίνω. Η σύγχρονη σημασία ήλθε με την επανεισαγωγή τής λέξεως εξαιτίας τού γαλλ. syncrétisme. Η γραφή με -η- φαίνεται η μόνη έγκυρη.

@Αγαπητέ Φαροφύλακα,

Ευχαριστώ που είχατε την καλοσύνη να προσέξετε το κείμενό μου. Ελπίζω κάποιες από τις γλωσσολογικές αρχές να αντιμετωπίζουν χρηστικά το ζήτημα. Εκτίμησα τα σχόλια και τις απορίες που διατυπώσατε. Συνήθως, οι απαντήσεις προκύπτουν ευθύς μόλις διευρύνουμε την οπτική μας γωνία, αντικρίζοντας παρόμοιες περιπτώσεις ή ζητώντας μεγαλύτερη γενίκευση.

Αρκετές φραστικές λέξεις έχουν ξεκινήσει ως χαλαρά πολυλεκτικά σύνθετα· σωστά το παρατηρείτε.

Παρακαλώ προσέξτε ότι αρκετές από τις επίμαχες περιπτώσεις είναι σημαδεμένες ως λόγιες και ακολουθούν διαφορετικούς κανόνες σχηματισμού. Επί παραδείγματι, η συμφωνική αλλαγή προ της αρχαίας δασείας παρατηρείται σε λόγιες φρ. όπως εφ' όλης της ύλης, εφ' όπλου λόγχη, καθ' υπερβολήν, καθ' ολοκληρίαν κτλ., χωρίς αυτό να αποτελεί το κριτήριο που χρειαζόμαστε για τη μονολεκτική ή διλεκτική γραφή.

Τέλος, φυσικά δεν χρειάζεται να αναθεματίζουμε τη λεξικοποίηση μιας επιρρηματικής φράσης, όπως η περίπτωση του επί κεφαλής, στην οποία αναφέρεστε. Παρακαλώ, όμως, όταν γνωμοδοτούμε υπέρ αυτής της τάσης, να βεβαιωνόμαστε ότι έχουμε κατά νου ολόκληρο το κλιτικό παράδειγμα. Αν η παραπάνω φράση έχει τραπεί σε τριγενές και δικατάληκτο επίθετο, αυτό δεν πρέπει να περιορίζεται σε λίγες πτώσεις τού αρσενικού. Θα πρέπει να μπορούμε να φανταστούμε χρήσεις όπως της *επικεφαλούς χορεύτριας, το *επικεφαλές τμήμα, τα *επικεφαλή συγκροτήματα. Όσο οι κλιτικοί αυτοί τύποι ενοχλούν το γλωσσικό μας αίσθημα, αυτό σημαίνει ότι η ένωση δεν είναι εδραιωμένη και, συνεπώς, δεν μπορούμε να τη διδάξουμε.

Ευχαριστώ θερμά για τις παρατηρήσεις σας.

Χωρίς Όνομα είπε...

Δεν νομίζω ότι το "Φινλανδία" είναι ένα δείγμα ικανό να υποστηρίξει το επιχείρημα σας sarant και τούτο διότι στο ελληνικό λεξικό δεν βρήκα τέτοια λέξη. Υπάρχει όμως η λέξη Φιλανδία, φιλανδικός, κλπ. Επίσης το "Καραμανλής" δεν έχει ελληνική προέλευση και όπως γνωρίζετε αλλά αποφύγατε να σημειώσετε προέρχεται από το Καρά-αμάν-Λλής ή σύμφωνα με άλλους οσμάν στην θέση του αμάν.


Τέλος θεωρώ ότι μιά γλώσσα δεν "σχηματίζεται" στο πεζοδρόμιο μόνο από τον λαό που την ομιλεί αλλά και από την εκάστοτε ηγεσία/ελίτ και τους κατάλληλους επιστήμονες οι οποίοι χωρίς προκαταλήψεις, ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και στεγανά θέτουν κάποια όρια.

Η ελληνική γλώσσα π.χ. δεν είχε πρόβλημα στα αρχαία χρόνια, στους ελληνιστικούς χρόνους ή και στο βυζάντιο. Απέκτησε πρόβλημα όταν ο λαός αφέθηκε χωρίς γλωσσική καθοδήγηση στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Το δε εξάμβλωμα της "καθαρεύουσας" είναι η απτή απόδειξη του τι μπορεί να συμβεί όταν το δίπτυχο λαός/ηγεσία δεν λειτουργεί στην διαμόρφωση/συντήρηση ενός ενιαίου γλωσσικού μορφώματος.

Η διαμόρφωση μιάς γλώσσας δεν είναι λοιπόν αποκλειστικό δικαίωμα/αποτέλεσμα ούτε της δουλειάς κάποιων γλωσσολόγων αλλά ούτε και του εκάστοτε κοινωνικού ρέυματος. Αλλά πρόκειται για μιά αμφίδρομη διαδικασία όπου ο ένας (ας μου επιτραπεί η έκφραση) πόλος επηρεάζει τον άλλον.

Τώρα για να συνεισφέρω και εγώ ο ημιμαθής στην αρχική κουβέντα, όπου έχουμε αμφιβολία μπορούμε να ανατρέξουμε στις πηγές. και στην περίπτωση της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, πηγή της είναι η ελληνιστική ή και η αρχαία της εκδοχή.

Φαροφύλακας είπε...

Δρ. Μωσέ, ευχαριστώ πολύ για την αναλυμένη απάντηση. Επιτρέψτε μου μονάχα μια πολύ μικρή επιφύλαξη κατά πόσο οι τύποι που αναφέρετε ενοχλούν πράγματι _όλους_ τους ομιλητές.

@ Χωρίς όνομα:

Μια ελάχιστη σημείωση για την "Φινλανδία", καθώς βγάζει πάνω από μισό εκατομμύριο γκουγκλιές, εάν πράγματι δεν την έχουν τα λεξικά, μάλλον θα πρέπει να σπεύσουν να την συμπεριλάβουν! :)

christos bratsos είπε...

Αν δεν με ποτε δεν με αγγιζαν τα γραμματα. Ισως χαρη σε αυτο το αρθρο να κατσω να ασχωλιθω λιγο.