3/1/07

Ας μιλήσουμε για ορθογραφία - Μέρος Γ΄

sine ut sunt, aut non sint?

Στο προηγούμενο άρθρο μου εξήγησα, με όση μπόρεσα σαφήνεια, ότι η σχολική ορθογραφία είχε την αφετηρία της στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Εστίασα επίσης την προσοχή στα τεκμήρια που μαρτυρούν ότι ο σχετικός διάλογος έμεινε ατελής.

Οι μελετητές τής ιστορίας τής γλώσσας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι μεγάλος σάλος και ακαταστασία επικρατούσαν στη γραφή τής Νέας Ελληνικής (δημοτικής) πριν από τη ρύθμιση που επέβαλε η Νεοελληνική Γραμματική. Η αναρχία αυτή είχε πολλαπλούς αιτιολογικούς παράγοντες σχετικούς με τη φύση τής ιστορικής ορθογραφίας ή ακόμη και εξωγλωσσικούς (σύντομη επισκόπησή τους στο άρθρο τού Μ. Τριανταφυλλίδη, 1943: «Ορθογραφικά: Αυγό ή αβγό», Νέα Εστία, τόμ. 33, σελ. 303-5). Ότι η σημερινή εικόνα τού γραπτού μας λόγου ριζικά διαφέρει από τη νεφελώδη και άναρχη γραφή εκείνης της περιόδου είναι γεγονός αναντίρρητο. Η ρύθμιση που επιτεύχθηκε χάρις στη Νεοελληνική Γραμματική καθώς και η επέκταση του γραμματισμού συνετέλεσαν στη βεβαιωμένη πρόοδο που παρατηρήθηκε έκτοτε.

Α. Προαπαιτούμενα του διαλόγου

Αν επιδιώκουμε να συμβάλουμε ουσιωδώς στον ορθογραφικό διάλογο, ξεκινούμε από ακατάλληλη αφετηρία όταν φέρνουμε στην επιφάνεια μεμονωμένες λέξεις και αγκιστρωνόμαστε σε αυτές. Για να κρίνουμε σωστά τη σχολική ορθογραφία, πρέπει δίχως άλλο να συζητήσουμε τις θεωρητικές αρχές που τη στηρίζουν. Οφείλουμε περαιτέρω να ελέγξουμε τις αδυναμίες τού συστήματος στους τομείς τής συνέπειας και της αξιοπιστίας. Αν αμελήσουμε την πραγμάτευση των σημείων αυτών με τη σειρά που μνημόνευσα, κινδυνεύουμε να περιγράφουμε μονομερώς πτυχές τού προβλήματος και ίσως φθάσουμε να στοιχηθούμε πίσω από δημοφιλείς απόψεις ή γραφές, έχοντας παραβλέψει το υπόβαθρό τους και παρασυρθεί από την επικράτησή τους.

Σπεύδω να πω, εκ προοιμίου και πιθανόν ως εκ του περισσού, ότι η επιδιωκόμενη αξιοπιστία και συμμόρφωση δεν σημαίνει να στραφούμε στην υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου ή κάποιου είδους φωνητικής γραφής. Τέτοιες ριζοσπαστικές λύσεις, απαράδεκτες για τα Ελληνικά, είχαν προταθεί από παλιά, ήδη από την εποχή τού ορμητικού δημοτικισμού (τις υποστήριξε π.χ. ο Κλέανδρος Λάκων [Καρθαίος], μέλος τής επιτροπής συντάξεως της Νεοελληνικής Γραμματικής), και ακούονται ενίοτε σήμερα που η ξενόγλωσση παιδεία και η διαδικτυακή κυριαρχία ασκούν αυξανόμενη επιρροή. Οι λύσεις αυτές θα ήταν ουτοπικές και αδιανόητες για γλώσσα με τόσο μακρά ιστορία και παιδευτική θέση (βλ. το παλαιό εξαίρετο άρθρο τού καθηγητού κ. Γ. Μπαμπινιώτη, «Το θεωρητικόν υπόβαθρον της ιστορικής ορθογραφίας», ΕΕΦΣΠΑ 23, 1972, σελ. 286-307), θα προκαλούσαν δε ρήγμα στη γλωσσική συνέχεια που χαρακτηρίζει την Ελληνική.

Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έκλεισε, ήδη το 1926, το σχετικό θέμα ως εξής:

«Ορθογραφία φωνητική είναι βέβαια για μας τους σημερινούς Έλληνες ουτοπία, αφού για να την καθιερώσωμε θα έπρεπε πρώτα απέναντι στην αρχαία φιλολογία να υψώσωμε εφάμιλλη μια νέα δική μας και ν’ αλλάξωμε ριζικά την ψυχική μας θέση στο παρελθόν».


Β. Αρχές και ατέλειες της σχολικής ορθογραφίας

Εφόσον η ορθογραφία μας έχει ιστορικό χαρακτήρα και ετυμολογική βάση, κατανοούμε καλύτερα τις αρχές στις οποίες οικοδομήθηκε η ρύθμισή της το 1941. Η Νεοελληνική Γραμματική (σ. 406, § 1079) τις διατυπώνει ως εξής:

1) Δεν είναι δυνατόν να ακολουθήσουμε αλύγιστα την ιστορική αρχή στην ορθογραφία.
2) Το ορθογραφικό σύστημα πρέπει να είναι διδάξιμο, δηλ. προσιτό στους μαθητές με βάση κανόνες συστηματικούς και ευκολομνημόνευτους.
3) Λόγω της θέσεως της αρχαίας φιλολογίας και γλώσσας στη ζωή μας, πρέπει να τηρήσουμε την ιστορική αρχή τής ορθογραφίας μας. «Για πραχτικούς όμως λόγους μπορούμε να μην την ακολουθήσωμε, όσο δεν ερχόμαστε σε άμεση ή σε μεγάλη αντίθεση με την αρχαία ορθογραφία (…) ή όπου αντιστέκονται διδαχτικές ανάγκες επιταχτικές».

Ο Τριανταφυλλίδης αποκάλεσε τη στάση αυτή απλοποιημένη, μεταρρυθμισμένη ορθογραφία, θεωρώντας ότι εναρμονίζει καλύτερα τις αξιώσεις τής ιστορίας με τα δίκαια της ζωής. Ο Κριαράς την ονόμασε συμβιβαστικό ετυμολογικό ιστορισμό.

Παρ’ ότι είναι προφανής η λογική βάση στην οποία εδράζεται αυτό το σύστημα, ευθύς εξ αρχής διακρίνουμε τη ρευστότητα του πεδίου εφαρμογής του. Συγκεκριμένα: Πώς είναι αντικειμενικά δυνατό να διαγνώσουμε ότι μια λέξη απομακρύνεται τόσο από το έτυμόν της, ώστε να την απλογραφήσουμε χωρίς συγχρόνως να προσκρούομε στο πνεύμα τής αρχαίας ορθογραφίας; Πότε η έκταση της ιστορικής αρχής είναι τέτοια, που να οδηγεί σε μονοπαγή αναχρονισμό; Γιατί η α΄ περίπτωση τείνει προς απλογράφηση, ενώ η β΄ είναι μάλλον συντηρητική; Και πότε η παρακολούθηση της ιστορίας τής λέξεως αντιβαίνει στις διδακτικές ανάγκες;

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, φανερό είναι ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια συνταγή αφοριστικά διατυπωμένη, που να χαρακτηρίζει «συνεπές» το δικό μας σύστημα και «ατάκτους» τους αντιγνώμους μας. Στις επιφυλλίδες του, που σχολίασα στα προηγούμενα σημειώματά μου, ο κ. Χάρης υποκεφαλαίωσε ως «σύστημα» αφιστάμενες λεξικογραφικές προτάσεις με εξ ολοκλήρου διακριτή καταγωγή και δεν ανέλυσε την ασυνέπεια που επιχειρούσαν να θεραπεύσουν. Επιπλέον, ξεχώρισε από τον κατάλογο τις πλέον ασυνήθιστες γραφές, παραθεωρώντας άλλες που δεν ξαφνιάζουν τον αναγνώστη και έχουν αξιοσημείωτο μερίδιο χρήσεως. Η πείρα δείχνει ότι αυτός ο χειρισμός ενδέχεται να μας παροδηγήσει, με αποτέλεσμα η κρίση μας, αν και επί σημείων ορθή, να αποδειχθεί συνολικώς άδικη.

Η σχολική ορθογραφία επέλυσε αρκετά από τα προβλήματα που προκαλούσε η προηγούμενη γενική ακαταστασία. Η συστηματοποίηση της γραφής τερμάτων και καταλήξεων ρύθμισε επίσης αποτελεσματικά (πλην ολίγων περιπτώσεων) τη διδασκαλία των σχετικών τύπων. Εντούτοις, η διδακτική πείρα και η αυξημένη γνώση τής ετυμολογίας έφεραν στο φως ορισμένες ατέλειες. Η επισήμανση και διόρθωσή τους δεν αντίκειται στο πνεύμα που εισηγήθηκε ο Τριανταφυλλίδης, αλλά αυξάνει τη συνέπεια και την αξιοπιστία τού συστήματος.

Ο αναγνώστης που συνήθισε άλλο οπτικό ίνδαλμα μερικών λέξεων ίσως ξαφνιαστεί από τη σχολαστικότερη εφαρμογή τής ιστορικής ορθογραφίας. Αυτό αποτελεί σοβαρό σημείο προς συζήτηση. Εύλογα ορισμένοι γλωσσολόγοι επικαλούνται το κριτήριο της χρήσεως, έστω εσφαλμένης, και της καθιέρωσης, έστω εσπευσμένης. Θεωρώ αξιοσέβαστες τις επιφυλάξεις αυτές, φρονώ όμως ότι πρέπει να διατηρούμε τη διαύγεια που θα μας επιτρέψει να συζητήσουμε νηφάλια ποιες διορθωτικές κινήσεις είναι εφικτές και ποιο είναι το υπόβαθρό τους. Η δύναμη της αδράνειας, που συχνά απορρέει από την ισχύ τής κρατικής εκπαίδευσης, ενδέχεται να διαιωνίζει αδικαιολόγητα σφάλματα και να τους παρέχει ερείσματα που δεν δικαιούνται. Η δύναμη της συνήθειας και οι αγλωσσολόγητες αντιδράσεις υποχρέωσαν πολύ νωρίς τον Τριανταφυλλίδη να στέρξει στις ετυμολογικά εσφαλμένες γραφές αυγό, αυτί (αντί αβγό, αφτί) και να τις εντάξει στη σχολική γραμματική. Η πράξη του ήταν πιθανώς συνετή για τα τεταμένα πάθη τής εποχής, αλλά ελπίζω ότι έχουμε αποκτήσει πλέον την ωριμότητα να διορθώσουμε το λάθος.

Όταν (το 1919) ο Γάλλος νεοελληνιστής Hubert Pernot πληροφορήθηκε αυτόν τον αναγκαστικό συμβιβασμό, διαμαρτυρήθηκε στον Τριανταφυλλίδη: Mais il aurait fallu le leur expliquer! (Μα έπρεπε να τους το εξηγήσετε!) Στα σοφά λόγια τού Pernot βρίσκεται ίσως το κλειδί τής λύσεως που ζητούμε. Αντί να υποχωρούμε σε κάθε λανθασμένη γραφή, απλώς επειδή έχει ερείσματα στη χρήση, πιθανώς δεν πρέπει να διστάζουμε ως γλωσσολόγοι να εξηγούμε και να διδάσκουμε, πασχίζοντας να πείσουμε. Αν αστοχήσαμε μέχρι τώρα, ίσως οφείλεται στο ότι αποτύχαμε να πείσουμε ή αμελήσαμε να υποστηρίξουμε όσα γνωρίζουμε ότι είναι σωστά. Χρειάζεται ίσως να αλλάξουμε τον τρόπο αντιλήψεως των δεδομένων και να αναλύσουμε τα ζητήματα από την αρχή.


Γ. Προς συνεπέστερη ιστορική ορθογραφία

Θα επιχειρήσω τώρα να θεμελιώσω τη θέση αυτή, διατυπώνοντας αρχές και επιμερίζοντας σε κατηγορίες τούς συζητούμενους τύπους (διαφωτιστικό είναι επ’ αυτού το σχετικό άρθρο τού κ. Γ. Μπαμπινιώτη στο Βήμα, όπου υποστηρίζονται πειστικά τα δίκαια της ετυμολογικής ορθογραφίας). Διευκρινίζω ότι, όταν αναφέρομαι σε ορισμένη γραφή ως σχολική, εννοώ τύπους που περιέχονται στους Ορθογραφικούς Οδηγούς τής Νεοελληνικής Γραμματικής, τόσο της πλήρους εκδόσεως όσο και της «Μικρής» επιτετμημένης Γραμματικής, ασχέτως αν άλλα σχολικά βιβλία (ή λεξικά) διαφοροποιούνται κατά περίπτωση. Επιπλέον, δεν συζητώ εδώ τις ρυθμίσεις τής σχολικής ορθογραφίας για τη γραφή καταλήξεων και παραγωγικών τερμάτων (σωστές πλην μερικών εξαιρέσεων)· οι παρατηρήσεις μου αφορούν πρωταρχικά στη γραφή των θεμάτων των λέξεων, που αποτέλεσε, όπως σημείωσα, το πιο παραμελημένο κομμάτι τού διαλόγου.

Εν πρώτοις, ο κατηρτισμένος αναγνώστης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η σημερινή σχολική ορθογραφία έχει σε ορισμένες περιπτώσεις ευνοήσει ή καθιερώσει γραφές που χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια και έχει χειριστεί ανομοίως παραπλήσιους τύπους. Επιπλέον, έχει κάποτε επιβάλει γραφές που στηρίζονται σε πεπαλαιωμένη ετυμολόγηση, η οποία σήμερα έχει αναγνωριστεί ως εσφαλμένη. Ίσως κάποιος εκπλαγεί βλέποντας ανάμεσά τους κοινές λέξεις καθημερινής χρήσεως, διότι από την κριτική τού κ. Χάρη αποκόμισε την εντύπωση ότι η ετυμολογική ορθογραφία διδάσκει μόνο μερικές αποκλίνουσες γραφές που έλκουν αμέσως την προσοχή σαν ακραίες. Δεν έχουν καθόλου έτσι τα πράγματα. Εξετάστε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Κανένας απλοποιητικός παράγοντας δεν στηρίζει το αδικαιολόγητο καινούριος (αντί καινούργιος), που η Νεοελληνική Γραμματική (§ 1098) στρυμώχνει ανάμεσα στα ανάριος και στεριά, σαν να πρόκειται για ομοίας τάξεως τύπους. Αν γράψουμε κατεβοδώνω (όπως συνιστά η Γραμματική), αλλά ευοδώνω, προκαλούμε μόνο σύγχυση, δεν απλουστεύουμε. Η λέξη φυσαλλίδα είναι ήδη αρχαία και, αν ακολουθήσουμε τη σχολική γραφή με ένα –λ-, ενώ γράφουμε χρυσαλλίδα (όπως παρατίθεται στην ίδια σελίδα), δεν αποκομίσαμε κανένα όφελος. Οι λέξεις καντήλι και μαντήλι, αν και λατινικής αρχής, γράφονται ήδη από την ελληνιστική εποχή με –ή-. Εντούτοις, για απροσδιόριστο λόγο, η σχολική Γραμματική διαφορίζει το καντήλι (με –ή-) από το μαντίλι (με –ί-). Το ήδη αρχαίο ρήμα στείβω γράφεται λανθασμένα στύβω και με τον τρόπο αυτόν παρασυνδέεται προς τις λέξεις στύφω και στυφός, με τις οποίες ουδεμία ετυμολογική σχέση έχει. Όταν γράφουμε ξεφτιλίζω (αντί του ορθού ξευτιλίζω), αλλά εξευτελίζω, συσκοτίζουμε την άμεση ετυμολογική τους συγγένεια και στερούμε από τον αναγνώστη τη δυνατότητα να την αντιληφθεί αμέσως. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων θα μπορούσε να γίνει αρκετά εκτενέστερος.

Πώς θα ήταν δυνατόν να συστηματοποιηθεί συνεπέστερα η ιστορική ορθογραφία, ώστε να προσκολλάται πιστότερα στην ιστορική αρχή και συγχρόνως να σέβεται το κριτήριο της χρήσης; Οι εξής αρχές θα φανούν οπωσδήποτε χρήσιμες:

● Λέξεις με αναμφισβήτητη ετυμολογική αναγωγή στην αρχαία και ελληνιστική Ελληνική πρέπει να τηρούν την ιστορική τους ορθογραφία.

Ας ξεκινήσουμε με μερικές απλές περιπτώσεις: Τα βεβαιωμένα διπλά σύμφωνα της αρχαίας γλώσσας δεν υπάρχει λόγος να αθετηθούν. Η ορθή γραφή κουκκί (που ανάγεται σε υποκοριστικό τού αρχ. κόκκος) δεν πρέπει να αθετείται με τον ισχυρισμό ότι δεν είναι πια αισθητή η ετυμολογική σχέση μεταξύ ετύμου και παραγώγου (ενώ η σχολική Γραμματική προκρίνει τη γραφή κουκκίδα, που ανήκει στην ίδια κατηγορία). Ομοίως, διατηρούμε τη γραφή κόκκαλο (αλλαγή γένους τού αρχ. κόκκαλος), κακκαβιά (ανάγεται στο αρχ. κακκάβη «χύτρα», σημιτικό δάνειο), γρασσίδι (προέρχεται από το ελνστ. γράσσις «χλόη»), κάππαρη (αρχ. κάππαρις) και ενοποιούμε τις γραφές μαμμά, μάννα και μαμμή (όλες ανάγονται στο ελνστ. μάμμη «μητέρα»). Και δεν θα ήταν ανάρμοστο να γράφουμε κουλλός (από το αρχ. κυλλός), κοκκύτης (από το αρχ. κόκκυ + παραγωγικό επίθημα –ύτης), τιττυβίζω (το οποίο γράφεται έτσι από την εποχή τού Θεοφράστου, 4ος αι. π.Χ.), αλλά και παλληκάρι (από το ελνστ. πάλληξ / πάλλαξ, ομόρριζο του αρχ. παλλακή).

Όταν η ετυμολογική προέλευση είναι βέβαιη, διατηρούμε τη γραφή που μαρτυρεί τη γλωσσική συνέχεια. Δεν προκαλούμε το γλωσσικό αίσθημα όταν γράψουμε βογγώ (αντί βογκώ), που ανάγεται τελικά στο αρχ. γογγύζω, ούτε όταν διατηρήσουμε τις ετυμολογικές γραφές γλυτώνω (< *εκ-λυτώνω, πβ. έκλυτος), κολοιός (ήδη αρχ.), λειώνω (ανάγεται στο αρχ. ρήμα λειόω < επίθ. λείος) και μπαλλώνω (ήδη μεσν. μεταπλασμένος τύπος τού αρχ. ρήματος εμβάλλω). Δεν αντιβαίνει στον ρεαλισμό η υιοθέτηση της ετυμολογικά σωστής γραφής κρωντήρι (από τύπο κρυωτήριον) αντί κροντήρι. Ότι λίγες ετυμολογικά ορθές γραφές, όπως αγώρι, τραυώ, φτειάχνω, φαίνεται να προσκρούουν στην ευρεία συνήθεια δεν καθιστά, καθώς πιστεύω, την αρχή ανεπαρκή καθ’ εαυτήν.

● Αν λέξεις αρχαίας ή ελληνιστικής προελεύσεως μαρτυρούνται με δύο γραφές, μπορούμε να διατηρήσουμε την απλούστερη εφόσον έχει επικρατήσει.

Κατά τούτο, γράφουμε σάκος, φάλαινα, παρ’ ότι οι γραφές με διπλά σύμφωνα είναι καλύτερα μαρτυρημένες, και μπορούμε να γράψουμε επίσης κροκόδειλος (αντί του ετυμολογικά ορθού κροκόδιλος) και πλημμύρα (αντί του ετυμολογικά ορθού πλημύρα), καθώς αυτές οι καθιερωμένες γραφές είναι ήδη αρχαίες (αν και οφείλονται σε παρετυμολογία).

● Δάνεια ήδη αρχαία ή ελληνιστικά διατηρούν τη γραφή που είχαν κατά την είσοδό τους στην Ελληνική. Τα υπόλοιπα δάνεια μπορούν να απλογραφούνται.

Δεν είναι άστοχο να γράψουμε βούλλα, βουλλώνω (αντί βούλα, βουλώνω), εφόσον η συγκεκριμένη λατινογενής λέξη είναι ήδη ελληνιστική, πράγμα που ισχύει επίσης για το ουσιαστικό κολλήγας (αντί κολίγας).

Προβλήματα προκαλούν τα αντιδάνεια της Ελληνικής ή μερικοί ελληνογενείς ξένοι όροι, που συχνά επιστρέφουν στη γλώσσα με εντελώς αλλοιωμένη μορφή. Οι περιπτώσεις δεν είναι όμοιες. Επί παραδείγματι, οι γραφές γλυκερίνη, κορώνα, τόννος (το ψάρι), φυντάνι δεν ενοχλούν, ενώ το ρωδάκινο, το καρώτο ή το τσηρώτο και μερικά άλλα μοιάζουν «δυσκολοχώνευτα». Φρονώ ότι η αιτία έγκειται στην οπτική συσχέτιση των αντιδανείων με ήδη υπάρχουσες λέξεις, οι οποίες ασκούν ισχυρή επίδραση. Οι λέξεις γλυκός, κορωνίδα, φυτό συσχετίζονται εύκολα με τα ανωτέρω αντιδάνεια, ενώ η παρουσία των ομοήχων τόνος (σημείο τονισμού) και τόνος (μονάδα βάρους) διευκολύνει τη διαφοροποίηση από το ομώνυμο ψάρι (τόννος). Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αδύνατον να επικρατήσει η γραφή πηλώτος (αντί πιλότος), μολονότι είναι βεβαιωμένο ότι πρόκειται για αντιδάνειο που ανάγεται σε τύπο *πηδώτης «πηδαλιούχος», σχηματιζόμενο από το ομηρικό πηδόν «κουπί, πηδάλιο». Ασφαλώς, η ελληνογενής άκλιτη λέξη εστέτ θα απλογραφηθεί: είναι απροσάρμοστο δάνειο και δεν μπορεί να κριθεί με τους όρους των υπολοίπων.

Σκεπτόμενοι νηφάλια τις επί μέρους περιπτώσεις, πιθανώς αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση να είναι η μόνη που έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ερείσματα στη χρήση, διότι έτσι ελέγχεται η ένταξη της λέξης σε ευρύτερο σχηματιστικό παράδειγμα.

● Αν υπάρχουν αμφιβολίες για την ετυμολογική προέλευση ενός τύπου, θα διατηρήσουμε την απλούστερη υπάρχουσα γραφή.

Οι λίγες αυτές περιπτώσεις καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την παρουσία αξιόπιστου και εκσυγχρονισμένου με τα σημερινά αποκτήματα της επιστήμης ετυμολογικού λεξικού τής Νέας Ελληνικής, το οποίο να συνδυάζει τη μορφολογική ανάλυση με την εξιστόρηση της μεταβολής σημασίας. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, είναι σκόπιμο να απλογραφούμε τις λέξεις για τις οποίες η ετυμολογική επιστήμη δεν έχει μέχρι τώρα αποφανθεί με βεβαιότητα. Σε αυτή την κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε ρήματα όπως το γρικώ, για το οποίο τουλάχιστον τρεις διαφορετικές απόψεις διεκδικούν ορθότητα, και ουσιαστικά όπως το λόξυγγας, του οποίου η ετυμολογική πραγμάτευση θα απαιτούσε χωριστό σημείωμα.

Επισημειώνω τα εξής: Σε κάθε σύστημα ιστορικής ορθογραφίας είναι δυνατόν να εντοπιστούν ασυμμόρφωτες ή, γενικά, δύσκολες περιπτώσεις. Οι ανωτέρω αρχές πλεονεκτούν κατά το ότι διορθώνουν ασυνέπειες της σχολικής ορθογραφίας και έχουν λογική διάρθρωση. Ότι θα βρεθούν κενά που να απαιτούν την επέμβαση ή ερμηνεία τού γλωσσολόγου και τη ρύθμιση της γραμματικής είναι εκ των προτέρων δεδομένο. Η βάση στηρίξεως, όμως, της ετυμολογικής ορθογραφίας (με τη λελογισμένη αυτή μορφή) είναι πολύ ισχυρότερη από το ευμετάβλητο κριτήριο της χρήσεως ή της επικυριαρχίας τύπων που οφείλονται σε ατέλειες της σχολικής γραμματικής. Ο καθηγητής κ. Μπαμπινιώτης είχε τονίσει εύστοχα στο προαναφερθέν άρθρο του:

«Ότι η ορθογραφία μερικών λέξεων πρέπει με τον καιρό να αλλάξει, ακολουθώντας τα διδάγματα της επιστήμης (τα ασφαλή και τα ευρύτερα αποδεκτά), είναι για μένα επιβεβλημένο και αυτονόητο, γιατί αλλιώς θα μέναμε καθηλωμένοι σε προφανή σφάλματα, επειδή συνέβη απλώς να καθιερωθούν κάποτε στο παρελθόν! Η ορθογραφία δεν μπορεί να έχει στατικό χαρακτήρα, μόνη αυτή από όλη τη γλώσσα, που εξελίσσεται δυναμικά όπως και η γλωσσική επιστήμη που μελετά τη γλώσσα».

Πιστεύω ότι οι επιφυλλίδες τού κ. Χάρη και οι παρατηρήσεις διαφόρων αναγνωστών υπήρξαν ευεργετικές και εποικοδομητικές για τον διάλογο που είχε καθυστερήσει. Είθε το αποκύημα αυτού του διαλόγου να μας οδηγήσει πάλι να σκεφθούμε, όπως ίσως ο Ρωμαίος λεγεωνάριος που μνημόνευσα στο εισαγωγικό σημείωμα: Τι είναι απαραίτητο; Τι είναι περιττό; Τι είναι αταίριαστο; Τι είναι εφικτό; Η ανταπόκριση θα δείξει τι αντίκρισμα είχαν οι λύσεις που προσφέραμε.

12 σχόλια:

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Επιφυλάσσομαι να ξαναγράψω περίπου σε μία εβδομάδα διότι προς το παρόν είμαι μακριά από τα κιτάπια μου και δεν θέλω να γράψω πράγματα αβάσιμα. Ωστόσο, αφενός συγχαρητήρια για το άρθρο που είναι σημαντικό (αν και σε αρκετά διαφωνώ) και αφετέρου μια-δυο πρόχειρες επισημάνσεις.

α) Τι γίνεται με τις λέξεις που δεν έχουν βεβαιωμένη ετυμολογία; Τις γράφουμε σύμφωνα με την αβέβαιη ετυμολογία τους ανατρέποντας την "καθιερωμένη" σχολική; (Π.χ. τσανάκι, αν και αυτό έχει μάλλον βεβαιωμένα λάθος ελληνική ετυμολογία)

β) Ποια είναι η ημερομηνία εισόδου πέρα από την οποία απλογραφούνται τα δάνεια; Και ισχύει αυτό και για τα ομόρριζα των δανείων; Αν κολλήγας, τότε και κολλέγιο; Αν Κόμμοδος τότε και κομμοδίνο;

γ) Τι γίνεται όταν η ετυμολογία είναι μεν βεβαιωμένη αλλά η λέξη έχει γίνει αγνώριστη; Παράδειγμα το γαρίφαλο/γαρύφαλλο (πού φαίνεται το κάρυον και το φύλλο;)

δ) Μήπως και οι παραπάνω κανόνες, αν άτεγκτα εφαρμοστούν, οδηγούν σε "χατζηδακισμούς" τέτοιους που έχει επισημάνει ο Χάρης σε παλιότερα κείμενα (μύττι κτλ. αν και αντιλαμβάνομαι ότι η επισήμανση για καταλήξεις αποτρέπει τα Βασίλεις, βαρκάροιδες κτλ.)

ε) Έχει δικαίωμα ύπαρξης η ορθογραφική απλοποίηση; Αν γράψουμε "στίβω" (ελάχιστοι γράφουν στύβω σήμερα) δεν νομιμοποιείται η γραφή, αφού άλλωστε είναι και το θέμα του δεύτερου αορίστου του στείβω (έστιβον) που τόσα και τόσα σημερινά ρήματα παρήγαγε;

στ) Το ροδάκινο ή ρωδάκινο, δεν
βλέπω γιατί περιλαμβάνεται στα
αντιδάνεια. Δεν είναι.

Πάντως, ξαναλέω, το άρθρο είναι πολύ αξιόλογο και ελπίζω να δώσει έναυσμα για γόνιμη συζήτηση.

ν.

Φοινικιστής είπε...

Συγχαρητήρια για το άρθρο.

Ας μου επιτραπεί να πω ότι διαφωνώ και με τις δύο «πλευρές». Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η μόνη ρεαλιστική πρόταση για την ορθογραφική ρύθμιση προϋποθέτει συνδυασμό του ετυμολογικού κριτηρίου με το κριτήριο της χρήσης και αποδοχή διπλών γραφών εκεί όπου πράγματι υπάρχει ορθογραφική διτυπία.

Με όλο τον σεβασμό, η πρόταση να γράφουμε λ.χ. βουλλώνω αποτελεί ματαιοπονία. Δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί η γραφή βουλώνω και επίσης δεν πρόκειται να συμφωνήσουν ούτε (όλοι) οι ειδικοί με αυτήν την πρόταση.

Και η άλλη «πλευρά» όμως διατυπώνει απόψεις συζητήσιμες. Κατ'αρχήν, δεν είναι σωστό να υποστηρίζεις και το κριτήριο της χρήσης και τη σχολική ορθογραφία. Αυτό αποτελεί αντίφαση, τουλάχιστον για τις περιπτώσεις όπου η σχολική ορθογραφία απλούστατα δεν πληροί απόλυτα το κριτήριο της χρήσης.

Μέσα στο 2007 θα δημοσιευθεί μελέτη μου με την ολοκληρωμένη πρότασή μου για την ορθογραφική ρύθμιση. Μερικά επιμέρους ζητήματα μπορούν ίσως απλώς να επισημανθούν, με την προοπτική να λυθούν με διάλογο μεταξύ των ειδικών, δηλ. καθηγητών γλωσσολογίας.

Dr Moshe είπε...

Αγαπητοί φίλοι, εκτιμώ τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας. Σας ευχαριστώ για τις αξιόλογες επισημάνσεις και για ό,τι ορθό ή εσφαλμένο μού καταλογίσατε.

Αγαπητέ μου Νίκο, κοντά στα κιτάπια σου ή μακριά από αυτά, ο λόγος σου είναι πάντοτε οξύληκτος και εύστοχος. Ευχαριστώ που μελέτησες το άρθρο και μετά χαράς σού απαντώ:

α) Οι λέξεις αβεβαίου ετύμου πρέπει να γράφονται με την απλούστερη υπαρκτή γραφή. Έχω ήδη καλύψει το θέμα αυτό με σχετική αρχή στο άρθρο μου. (Η λέξη τσανάκι δεν έχει ελληνική προέλευση: υπάρχει ήδη στην παλαιά Τουρκική, όπως βεβαιώνει ο Clauson).

β) Όπως σημείωσα ήδη, συμβατικό όριο εισόδου των μη απλογραφημένων δανείων είναι η ελληνιστική Κοινή (ώς τον 3ο-4ο αι. μ.Χ.), θεωρώντας (εντελώς συμβατικά) ότι τότε είχαν ολοκληρωθεί ως επί το πλείστον οι μεγάλες φωνολογικές μεταβολές τής Ελληνικής. Δεν θα συζητήσω εδώ τις λεπτομέρειες, αλλά κρίνω ότι το όριο είναι ρεαλιστικό.
H γραφή ενός δανείου θα επηρεάσει, ως είναι φυσικό, τα παράγωγά του (βούλλα > βουλλώνω), αλλά όχι τα ομόρριζα των δανείων, jedes Wort hat seine eigene Geschichte, αγαπητέ.
Μερικές φορές καθιερωμένες γραφές αντιστέκονται στην απλογράφηση (π.χ. κομμουνισμός), ενώ άλλες διττογραφούνται (π.χ. κολέγιο, κολλέγιο). Η γραφή των παραδεδομένων κυρίων ονομάτων είναι ζήτημα εντελώς ξεχωριστό από άλλα δάνεια που τυχαίνει να έχουν κοινή ρίζα: σε καμμία περίπτωση ο Κόμμοδος δεν θα τραυήξει/τραβήξει το κομοδίνο.

γ) Η αλλοίωση των λέξεων πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν κατά περίπτωση. Δεν αντιτίθεμαι στην απλογράφηση ή στην αποδοχή καθιερωμένων γραφών, όταν είναι δύσκολο να αποκαταστήσουμε την ετυμολογική ορθογράφηση. Το γαρύφαλλο δεν είναι καλό παράδειγμα για το ερώτημά σου.

δ) Τόνισα κατ' επανάληψη ότι οι ρυθμίσεις καταλήξεων και παραγωγικών τερμάτων είναι ικανοποιητικές (πλην περιπτώσεων όπως τα -αρειό, -ήσιος, που θεωρώ σωστότερα). Η λελογισμένη αποκατάσταση της ετυμολογικής ορθογραφίας διορθώνει την ακαταστασία που προκλήθηκε από το παρελθόν. Την άτεγκτη εφαρμογή γραφών χωρίς αντίκρισμα στην πραγματικότητα δεν θα τη διδάξω ούτε θα την υποστηρίξω, θα είμαι δε πάντοτε πρόθυμος να αναγνωρίσω ότι ορισμένη πρόταση απέτυχε ή δεν κατόρθωσε να επικρατήσει.

ε) Η απλογράφηση προτείνεται υπό τους όρους των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο. Για το ρήμα στείβω θα είχα πολλές αμφιβολίες: ως επί το πλείστον γράφεται με -ύ-, ιδίως τα παράγωγα στύψιμο, στύφτης. Αν γράψουμε στίβω λόγω αορίστου β΄, γιατί όχι και λίπω; Θεωρώ τη διατήρηση της ιστορικής γραφής ρεαλιστική και εφικτή.

στ) Το ροδάκινο, ρωδάκινο δεν είναι αντιδάνειο, όπως σωστά γράφεις. Απλώς η αρχή αυτή περιελάμβανε κάθε είδους δάνεια και το έγραψα εκεί χωρίς να σκεφθώ ότι ίσως παραπλανούσα τον αναγνώστη. Ευχαριστώ για την επισήμανση.

Επαναλαμβάνω ότι δεν θεωρώ πως η αλύγιστη εφαρμογή κανόνων θεραπεύει τα προβλήματα. Ευχαρίστως συζητώ και αποδέχομαι διορθώσεις επί σημείων και επί αρχών, με σκοπό τη διόρθωση όσων κενών άφησε η σχολική ρύθμιση. Ελπίζω αυτό να φάνηκε από το άρθρο.

Αγαπητέ φοινικιστά, σας ευχαριστώ που παρακολουθείτε τα κείμενά μου και αναρτάτε τις αξιοσημείωτες σκέψεις σας. Θα χαρώ να διαβάσω το μελέτημά σας για την ορθογραφία και εύχομαι να ευοδωθεί η συγγραφή του. Θα το εκτιμούσα αν επικοινωνούσατε μαζί μου, παρακαλώ.

Φοινικιστής είπε...

Εγκαταλείπω το προηγούμενο ψευδώνυμο και για να δηλώσω την ταυτότητά μου και για να μη θεωρηθεί ότι «εκπροσωπώ» το δικό μας ιστολόγιο. Θεωρώ αναγκαία τη διευκρίνιση ότι σχετικά με την ορθογραφία εκφράζω μόνο δικές μου απόψεις, που απλώς τις έχω συζητήσει με μερικούς ιστολόγους.

Για ευνόητους λόγους θα ήθελα να εκθέσω το πλήρες σκεπτικό όταν έλθει η κατάλληλη ώρα και με τα πραγματικά μου στοιχεία. Εδώ θα αρκεστώ σε μερικές «πινελιές».

Θα ήθελα επίσης να πω ότι το κείμενό μου -η ταπεινή μου συμβολή- είναι γραμμένο σε ιδιαίτερα ήπιο ύφος και ότι προσπαθώ (επιτυχώς ή ανεπιτυχώς) να συνθέσω τις απόψεις.

Εκτιμώ όλους όσοι - ή όσους; :-) - έχουν συμμετάσχει στον δημόσιο διάλογο για την ορθογραφία από στήλες εφημερίδων ή ιστολόγια. Για μένα όλοι είναι εκλεκτοί και έχουν προσφέρει κάτι σημαντικό. Μόνο μερικοί επιστολογράφοι σε εφημερίδες γράφουν πράγματα εντελώς άστοχα, προφανώς λόγω ελλιπούς ενημέρωσης (βλ. π.χ. επιστολές γιατρών ή δικηγόρων για ορθογραφικά θέματα).

Μία από τις «πινελιές» για τις οποίες έκανα λόγο παραπάνω: θα πρέπει να δούμε τι θα γίνει με νεότερα δάνεια που εμφανίζουν ορθογραφική διτυπία. Το πέναλτι και η μπίρα λ.χ. γράφονται κατά κόρον με υ, με τρόπο δηλ. που αποκλίνει από την αρχή της απλογράφησης. Δεν υποστηρίζω τέτοιες γραφές. Δεν έχω λόγο να επιθυμώ την «επέκτασή τους». Παρατηρώ όμως ότι αποτελούν και αυτές μια πραγματικότητα. Με κριτήριο τη χρήση, θα πρέπει να δεχθούμε και αυτές. Ίσως θα πρέπει δηλ. να εξαιρέσουμε από την αρχή της απλογράφησης των νεότερων δανείων ορισμένες λέξεις.

Από την άλλη, υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούμε σε ευρεία ορθογραφική σύγχυση. Δεν αποκλείεται να συμφέρει περισσότερο να «πιέσουμε» τα πράγματα προς την κατεύθυνση λ.χ. του πέναλτι με γιώτα. Εγώ απλώς επισημαίνω το εξής: με δεδομένο ότι πολλά νεότερα δάνεια πολύ συχνά δεν απλογραφούνται, η πρόταση για την απλογράφησή τους αντιτίθεται και αυτή -σε ένα βαθμό- στο κριτήριο της χρήσης. Δηλ. αντίθετο με το κριτήριο της χρήσης δεν είναι μόνο η τσιππούρα , αλλά και ο κομουνισμός· ακόμη και η μπίρα (τουλάχιστον σε ένα βαθμό).

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητοί φίλοι,
Παρακολουθώ κατά καιρούς τις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που γίνονται εδώ πέρα, και ειλικρινά λυπάμαι που δεν καταφέρνω να συμμετάσχω, παρότι ο πειρασμός συχνά είναι μεγάλος, όταν μάλιστα καμιά φορά θεωρώ ότι παρερμηνεύονται κάποιες απόψεις και πολύ περισσότερο προθέσεις μου. Από τη μια όμως σκέφτομαι πως έχω ολόκληρη σελίδα (στην εφημερίδα), δε χρειάζεται να χώνομαι κι αλλού (ούτε και έχω, πάλι δυστυχώς, την ευχέρεια), κι αν στο κάτω κάτω μπορεί και να παρερμηνεύονται οι απόψεις κι οι προθέσεις μου, κάπου θα φταίω σίγουρα κι εγώ. Από την άλλη, όλο ονειρεύομαι να στήσω μια δική μου ιστοσελίδα, κι έτσι αναβάλλω διαρκώς κάθε μου παρέμβαση.
Τώρα θα ήθελα να διευκρινίσω δυο-τρία πραγματάκια, και ξεκινώ ανάποδα, από τον φίλο φοινικιστή, που με βοηθά να μπω στο θέμα ευκολότερα: γράφει πως «δεν είναι σωστό να υποστηρίζεις και το κριτήριο της χρήσης και τη σχολική ορθογραφία». Άποψή μου είναι πως [α] όταν κάποιος γράφει "δημοσία", όταν κυρίως κάποιος διορθώνει (γιατί στους φίλους και πρώην συναδέλφους διορθωτές απευθύνομαι κυρίως) από δημόσιο βήμα, οφείλει να ακολουθεί την εκάστοτε «σχολική» ορθογραφία. Ενώ [β] ο γλωσσολόγος-ερευνητής-ετυμολόγος, όταν από τις έρευνές του περάσει στο «διά ταύτα», δηλαδή στις προτάσεις του, οφείλει να συνυπολογίζει το κριτήριο της χρήσης. Δυο διαφορετικά πράγματα δηλαδή.
Ως προς το [α] τώρα, αν πάλι θεωρηθεί πως, γιατί όχι, και η κάθε εφημερίδα είναι ελεύθερη να ακολουθεί επιλεκτικά το όποιο λεξικό, βρίσκω άτοπο, για να μην πω και φαιδρό, να «κρίνει» και να «ελέγχει» [!] ότι στο «αίολος» λ.χ. (αντί έωλος), και στο «πόσΩ μάλλον» και στο «παραπανΗσιος» κ.α. έχει δίκιο ο Μπαμπινιώτης, όχι όμως και στη «φιλΑΙνάδα» ή στο «αγΩρι». Και έτσι, αυθαίρετα πια και αυτοσχεδιαστικά, να ορθογραφεί ο καθείς κατά την κρίση του. Ή μάλλον κατά το πόσο άνοιξε και τι είδε στο όποιο λεξικό.
Γιατί αυτό είναι το κύριο θέμα μου, και τώρα, στα ορθογραφικά, και προ καιρού, στο θέμα της Γραμματικής Μπαμπινιώτη. Ότι υπάρχει μια γενικότερη σύγχυση ως προς το τι περιέχει ή αντιπροσωπεύει ή εκφράζει το έργο του Μπαμπινιώτη, εν ονόματι του οποίου τηρεί και γράφει ο καθένας ό,τι του καπνίσει. Με άλλα λόγια, αναφέρομαι στο φαινόμενο Μπαμπινιώτη, στην ύπαρξη ενός μύθου, που ακόμα κι αν δημιουργήθηκε ερήμην του, σαν μύθος πλέον περιέχει στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, εν προκειμένω με τον ίδιο τον Μπαμπινιώτη και τις (νεότερες, έστω, «μεταλλαγμένες») απόψεις του.
Αυτό το μιντιακό κατασκεύασμα, αυτός ο μύθος, ήταν και είναι το θέμα που με απασχολεί, η ΠΡΟΣΛΗΨΗ δηλαδή του έργου του Μπαμπινιώτη, πολύ συχνά ερήμην, ξαναλέω, του ίδιου. Το έχω πει κατ’ επανάληψη και σε όλους τους τόνους αυτό, λυπάμαι αν δεν έγινα σαφής, ή καν πιστευτός: Εδώ αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στην απάντηση του κ. Θ. Μωυσιάδη σε προηγούμενο σχόλιο του Ν. Σαραντάκου, όπου ερμηνεύονται οι προθέσεις μου, πως τάχα περιορίζω τον στόχο μου στο λεξικό Μπαμπινιώτη, επειδή μόνο αυτό «υποστηρίζει θεωρητικά τη λειτουργικότητα, τη συνέπεια και την αξιοπιστία τής ετυμολογικής ορθογραφίας» κτλ.
Ειλικρινά, κ. Μωυσιάδη, ως προς το θέμα που επιμένω πως με απασχολεί και που το θεωρώ εξόχως σοβαρό, μου είναι κατά κάποιον τρόπο «αδιάφορο» (αλλά και άγνωστο, ομολογώ, αφού δεν είμαι γλωσσολόγος) αν το λεξικό Μπαμπινιώτη υποστηρίζει ή δεν υποστηρίζει θεωρητικά κτλ. τη λειτουργικότητα κτλ. κτλ.· με απασχολεί η σύγχυση που προκαλείται από το λεξικό, με απασχολεί κυρίως, κυριότατα, ο μύθος Μπαμπινιώτη και όσα διαπράττονται εν ονόματί του.
Αυτός ήταν πάλι ο λόγος –το είχα πει και τότε διά μακρών– που γέννησε και τη σειρά επιφυλλίδων για τη Γραμματική του (και εδώ είναι μια εντελώς πρόχειρη απάντηση στην πολύ ενδιαφέρουσα κριτική που μου ασκήθηκε από το "περιγλώσσιο", κυρίως), η υποδοχή δηλαδή που της έγινε προτού σχεδόν κυκλοφορήσει, οι προβολές των ιδεογλωσσικών σώψυχων του καθενός που έγιναν πάνω σ’ αυτήν, και όχι οι όποιες κοσμογονικές κατηγοριοποιήσεις των ονομάτων κτλ. ή ό,τι άλλο νέο εκόμισε ή δεν εκόμισε το έργο αυτό –κάτι που επίσης μου είναι «αδιάφορο», με την έννοια πάλι ότι δεν είναι αυτό το θέμα που (δήλωσα πως) με απασχολεί. Διαβάστε λόγου χάρη τα περί «Κοπερνίκειας γλωσσικής επανάστασης», όπως διέγνωσε τότε ο Κ. Γεωργουσόπουλος στα Νέα, 14.5.2005 (http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=18237&m=P16&aa=1) –όταν ο άλλος νόμιζε δηλαδή πως κυκλοφόρησε η Βίβλος της Διαχρονίας που ευλογεί τον κάθε αρχαϊσμό ή καθαρεύοντα τύπο (ενώ δεν περιέχεται καν ο μυς-οι μύες, γιατί, όπως μας είπε ο ίδιος ο Μπ., είναι καθαρεύουσα!).
Είπα όμως πάλι πολλά, συμπαθάτε με, και δεχτείτε τα θερμά συγχαρητήρια για τη δουλειά που γίνεται εδώ πέρα.
Φιλικά
Γιάννης Η. Χάρης

Φοινικιστής είπε...

Σας ευχαριστώ για τα σχόλια και σας ζητώ συγγνώμη αν σας αδίκησα ή παρερμήνευσα κάποια άποψή σας.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν με απασχόλησε το θέμα της διόρθωσης και το έργο των διορθωτών. Δεν αντιλέγω.

Dr Moshe είπε...

Καλωσορίζω το σχόλιο του αγαπητού κ. Χάρη. Σας ευχαριστώ που θελήσατε να εξηγήσετε τις θέσεις σας. Μολονότι προσπάθησα να τις αποδώσω όσο το δυνατόν πιστότερα, είστε ο καταλληλότερος να τις παρουσιάσετε και δέχομαι τις εξηγήσεις σας.

Τώρα σας παρακαλώ να προσέξετε και τις δικές μου. Οι επιφυλλίδες σας υπήρξαν η αφορμή να εκθέσω εδώ αποκρυσταλλωμένες ιδέες και σκέψεις για την ετυμολογική ορθογραφία. Οι απόψεις αυτές αποτελούν, αυτονοήτως, προτάσεις προς συζήτηση και στηρίζονται στην παραδοχή ότι η σχολική ορθογραφία εμφανίζει τις ατέλειες που σημείωσα. Σωστά τις εξέλαβε ως τέτοιες ο αγαπητός Νίκος Σαραντάκος και συζήτησε επ' αυτών.

Η ανησυχία μου, αγαπητέ κ. Χάρη, εκφράζεται με το λατινικό ρητό τού τρίτου άρθρου: (σε ελεύθερη απόδοση) "και αν δεν είναι έτσι, ας είναι όπως είναι;" Η ορθογραφική αβεβαιότητα, που ασφαλώς ενισχύεται από τον ατομισμό (όπως αμφότεροι επισημάναμε), έχω τη γνώμη ότι θα εξακολουθεί να ταλανίζει τον γραπτό λόγο όσο η δύναμη της αδράνειας διαιωνίζει τα λάθη τού παρελθόντος. Ίσως διαφωνήσουμε ως προς τον βαθμό τής "διόρθωσης", αλλά χαίρομαι ότι συμφωνούμε πως χρειάζεται. Δεν εφησυχάζουμε ούτε θεωρούμε ότι το ζήτημα έκλεισε. Το εκτιμώ ότι συμφωνείτε με αυτό.

Τι θα πούμε σχετικά με την ορθογραφική συμπεριφορά; Μήπως ένα λεξικογραφικό έργο, που διδάσκει και μεταδιδάσκεται, διορθώνει και διορθώνεται, γεννά την αταξία; Όχι, διότι έχει εκθέσει σαφώς τη θεωρητική αρχή στην οποία βασίζεται. Αν σε λίγες περιπτώσεις δεν την υπηρέτησε σωστά ή με συνέπεια, ως ανθρώπων έργο (και όχι κιβωτός τής διαθήκης) επιδέχεται διόρθωση. Εφόσον συμφωνούμε με τη θεωρητική αρχή, καταθέτουμε την ταπεινή μας συνεισφορά που αποσκοπεί στη βελτίωση. Τα παραδείγματα που ανέφερα (και δεκάδες άλλα) καταδεικνύουν, καθώς πιστεύω, ότι η υποστήριξη της λελογισμένης ετυμολογικής αποκατάστασης δεν αφορά σε (επαν)εισαγωγή ακραίων ή περιθωριακών τύπων που χτυπούν στο μάτι. Σε πολλά στοιχεία πιστεύω ότι θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία, τέτοια που να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες χρήσεις.

Η συμπεριφορά των ανθρώπων που έχουν θέση ευθύνης μερικές φορές συνοδεύεται από αλαζονεία. Δυστυχώς, αυτό παρατηρείται ακόμη και στις ορθογραφικές επιλογές. Νομίζω ότι κάλυψα επαρκώς αυτά τα σημεία στα άρθρα μου και συμφωνώ, αγαπητέ κ. Χάρη, ότι είναι λάθος να κραδαίνουμε απειλητικά και αυτάρεσκα ετυμολογικές ή οιονεί ετυμολογικές γραφές, για να δείξουμε την κατάρτισή μας.

Σκοπός μου δεν ήταν να περιγράψω τη διαφωνία και δεν θα επιμείνω σε αυτήν, αλλά να καταθέσω την ταπεινή μου εισήγηση για την ορθογραφία. Από το παρελθόν λάθη, παραλείψεις, πλανημένα συμπεράσματα λειτουργούν πλέον όπως τα χαλινάρια τού ηνιόχου: συγκρατούν από όλες τις κατευθύνσεις ή στρέφουν προς αυτές. Είμαι ευγνώμων στους αγαπητούς αναγνώστες που επισημαίνουν τέτοια λάθη. Από την αποτίμησή τους προκύπτει αυτό το πολύτιμο αγαθό που λέγεται "ισορροπία".

valentin είπε...

Με κάποια καθυστέρηση ίσως, θα ήθελα να επισημάνω και εγώ κάποια πράγματα τώρα που και ο Γ.Χ. και ο Θ.Μ. ολοκλήρωσαν τα κείμενα τους, αλλά και μετά από τη συζήτηση και εδώ και στο περιγλώσσιο.

Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο ζητήματα, διακριτά μεταξύ τους.

Το ένα είναι αν πρέπει να ακουλουθούμε τη "σχολική ορθογραφία" όταν γράφουμε όχι ιδιωτικά αλλά από κάποιο "δημόσιο βήμα". Η απάντηση για αυτό μου φαίνεται ότι είναι αυτονόητη. Θα πρέπει να την ακολουθούμε πιστά. Και δε φάνηκε από την ως τώρα συζήτηση να υπάρχει αντίρρηση για αυτό.

Το άλλο θέμα, το πιο ακανθώδες, αφορά αν σήμερα χρειάζονται αλλαγές στην ορθογραφία, στη σχολική ορθογραφία, και, αν χρειάζονται, προς ποια κατεύθυνση, τι είδους πρέπει να είναι αυτές.

Ο Θ.Μ. επεσήμανε μια σειρά από ασυνέπειες της ορθογραφίας Τριανταφυλλίδη και πρότεινε τη διόρθωσή τους με κριτήριο κυρίως την ετυμολογία των λέξεων.

Οι ασυνέπειες που επισημάνθηκαν είναι πράγματι υπαρκτές. Είναι όμως αυτές οι ασυνέπειες πρόβλημα για την ορθογραφία μας σήμερα; Μας δυσκολεύουν σε κάτι, μας εμποδίζουν σε κάτι, χάνουμε κάτι που τις γράφουμε έτσι αυτές τις λέξεις; Σίγουρα δε χάνουμε στην ευκολία εκμάθησης της ορθογραφίας. Και με τις προτάσεις του Θ.Μ., ακόμα και αν αφαιρέσουμε τα προβλήματα που προκαλεί η αντίθεση με τις σημερινές, καθιερωμένες γραφές, ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι επικρατούν εύκολα και χωρίς να προκαλέσουν σύγχυση, δεν είναι πιο εύκολο να μάθει ορθογραφία ο μαθητής ή ο ενήλικος. Δεν προκύπτει κάποια διδακτικά αξιοποιήσιμη γενίκευση. Θα τις μάθουμε και πάλι τις ορθογραφήσεις λέξη - λέξη, όπως τις μαθαίνουμε και τώρα. Και αυτό έχει να κάνει ασφαλώς με το ότι οι αλλαγές που προτείνονται αφορούν τα θέματα και όχι τις καταλήξεις των λέξεων.

Υπάρχει βέβαια κάτι που χάνουμε. Χάνουμε ένα κομμάτι της γνώσης μας για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, συγκεκριμένα της γνώσης μας για την ετυμολογία των λέξεων της ελληνικής γλώσσας. Πράγματι, αν ορθογραφήσουμε τα θέματα των λέξεων με βάση την ετυμολογία κυρίως είμαστε πιο κοντά στο να γνωρίζουμε βλέποντας τη λέξη και την ετυμολογία της.

Είναι ένα θέμα βέβαια πόσο πιο κοντά βρισκόμαστε. Πρώτα γιατί αυτή η πρόταση αφορά τα θέματα μόνο και όχι τις καταλήξεις. Επίσης, γιατί εξαιρεί αρκετές λέξεις επιλέγοντας την απλούστερη ανάμεσα στις γραφές που μαρτυρούνται ή αδυνατώντας να δώσει μια λύση με μια απλή κίνηση το γόρδιο δεσμο των "νεότερων" δανείων, αντιδανείων και ελληνογενών ξένων όρων ή τελικά γιατί είναι και αυτή αναγκασμένη να λάβει υπόψη της τις καθιερωμένες ορθογραφήσεις.

Σημαντικότερο όμως είναι ότι η ορθογραφία που βασίζεται περισσότερο στην ετυμολογία μπορεί να παραπέμψει σε αυτήν την ετυμολογία και τελικά στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μόνο για όποιον γνωρίζει ήδη την ετυμολογία και γενικότερα την ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται δηλαδή για έναν κύκλο.

Το ερώτημα όμως μπορεί να πάει πίσω και από το ζήτημα του πόσο χρήσιμη είναι η ορθογραφία που προτείνεται για να ξέρουμε ετυμολογία. Μπορεί να πάει στο γιατί χρειάζεται, οι μη-ειδικοί ομιλητές της ελληνικής, να ξέρουμε ετυμολογία και μάλιστα τόση ετυμολογία. Αυτό παραπέμπει στην προσήλωση της ελληνικής εκπαίδευσης στις παλαιότερες φάσεις της γλώσσας μας, στην ιστορία της, στον αθεράπευτο ιστορισμό που επικρατεί όταν αναφερόμαστε στη γλώσσα.

Πιστεύω πως χρειάζεται να γνωρίζουμε και χρειάζεται να διδάσκεται στο σχολείο η ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Η ιστορία αυτή αφενός δεν περιορίζεται στην ετυμολογία (και είπαμε στην ετυμολογία των θεμάτων των λέξεων μόνον και για όσους ξέρουν ήδη από πριν ετυμολογία μόνο) και αφετέρου δε χρειάζεται αυτή η ρημάδα η ιστορία να είναι πανταχού παρούσα, να ρίχνει τη σκιά της, τον "αβάσταχτο φόρτο" της, σε κάθε λέξη, δε χρειάζεται τη γνώση μας και την ανάγκη μας για γνώση για την ετυμολογία και για την ιστορία της γλώσσας να την κάνουμε και ορθογραφία.

Να μείνει όπως έχει λοιπόν η ορθογραφία; Όχι απαραίτητα.

Ο Τριανταφυλλίδης μπορεί να ήταν συμβιβαστικός και μετριοπαθής στις προτάσεις του σε σχέση π.χ. με το Γλήνο, το άλλο μέλος της "τριανδρίας" του "Εκπαιδευτικού Ομίλου", αλλά κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με το Γληνό, την εισαγωγή "απλοποιήσεων" για χάρη των "επιταχτικών διδαχτικών αναγκών". Γι' αυτό και πρότεινε τις γνωστές μας "απλοποιήσεις" στις καταλήξεις των λέξεων αλλά και στους τόνους.

Και σήμερα πιστεύω οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν πρέπει να είναι σε αυτήν την κατεύθυνση, της "απλοποίησης", δηλαδή της ορθογράφησης πιο πολύ με βάση τη σημερινή γλώσσα και λιγότερο την ιστορία της γλώσσας μας. Αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα. Και αυτό θα ικανοποιήσει σίγουρα "επιταχτικές διδαχτικές ανάγκες", επιταχτικότατες θα έλεγα στο ζήτημα της γλωσσικής διδασκαλίας. Στο άλλο που θα βοηθήσει αυτό είναι στο "ν' αλλάξωμε ριζικά την ψυχική μας θέση στο παρελθόν", αυτό και αν είναι επιταχτικό, επιταχτικότατο, να ξεφύγουμε από τον ιστορικιστικό φονταμεταλισμό που μας διακατέχει "ως έθνος". Όσο για τον κάπως μεγαλοϊδεατικό στόχο "απένταντι στην αρχαία φιλολογία να υψώσωμε εφάμιλλη μια νέα δική μας", ίσως προϋπόθεση για κάτι τέτοιο, παρά αποτέλεσμα, να είναι η απαλλαγή μας από τον παθολογικό ιστορισμό.

Αντίθετα, όσο ζυμώνονται προτάσεις για πιο ετυμολογικές ορθογραφήσεις τόσο περισσότερο γίνεται και η ορθογραφία σπορ για ειδικούς, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Ήδη ασχολούμενοι με το αν "το λέμε σωστά", δε μιλάμε πια "με σιγουριά και άνεση" αλλά μας πιάνει "μια τρομερή αγωνία" ότι "τώρα λέμε βλακείες", θα ακούσει και κανένας φιλόλογος ή γλωσσολόγος και "τι θα γίνει!" (λόγια της Χούκλη, Ntv/Tα Nέα, 11.12.2004). Τώρα που ασχολούμαστε και με το αν "το γράφουμε σωστά", θα χάσουμε και εδώ τον ύπνο μας, τη σιγουριά και την άνεσή μας και θα μας πιάνει -μας πιάνει ήδη- και στην ορθογραφία τρομερή αγωνία μη δει το κείμενό μας κανένας φιλόλόγος, ανασφαλής και χωρίς σιγουριά και άνεση πια και αυτός ο καημένος, και μας μαλώσει.

Τρομερή αγωνία για το αν "το λέμε σωστά" και αν "το γράφουμε σωστά"; Καλύτερα τρομερή αγωνία για το τι λέμε και τι γράφουμε. Και τα δύο μαζί δε γίνεται!

Υ.Γ. 1. Μακρηγόρησα και ζητώ την κατανόησή σας γι' αυτό, αλλά νομίζω ότι -ευτυχώς- η συζήτηση αυτή με τον τρόπο που έγινε δεν μπορεί κανείς να τοποθετηθεί σχεδόν συνθηματολογικά.

Υ.Γ. 2. Στα πρόσωπα που αναφέρθηκα δεν έβαλα μπροστά το "κ." γιατί, να πω την αλήθεια, δεν τα πολυβρίσκω αυτά του γούστου μου, αλλά να βεβαιώσω ότι αυτό δε σημαίνει λιγότερη ευγένεια ή εκτίμηση.

Υ.Γ. 3. Νομίζω μια σελίδα του Γ.Χ. θα ήταν πολύ χρήσιμη γιατί θα πρόσφερε άλλες δυνατότητες πρόσβασης από το να τα ψάχνεις κανείς τα κείμενά του στο σάιτ των Νέων, αν και, αν επιτρέψει τα σχόλια, μάλλον θα πρέπει να ξεχάσει ό,τι άλλη δουλειά έχει να κάνει άμα θέλει να απαντάει κιόλας σ' αυτά! :-)

Παράφωνος είπε...

Δεν θα σχολιάσω την ουσία, αλλά το συναίσθημα που η ανάγνωση του άρθρου σας μου δημιούργησε.
Ξεκούρασα τα μάτια μου και το μυαλό μου από τις αηδίες που διαβάζω και (ομολογώ πως)γράφω συνήθως...

Dr Moshe είπε...

Αγαπητέ Παράφωνε, σας ευχαριστώ για τη φιλόφρονα παρατήρηση. Να ξέρετε πάντως ότι στην ποιότητα ενός ιστοχώρου καθοριστικά συμβάλλουν οι φιλομαθείς αναγνώστες με τα εμπεριστατωμένα τους σχόλια, τα οποία πιστεύω ότι διαβάσατε παραπάνω.

Αγαπητέ Βαλεντίν, ευχαριστώ για την αξιόλογη συμμετοχή στη συζήτηση. Τα επιχειρήματά σου δείχνουν σκέψη όχι αβασάνιστη και απόψεις κατασταλαγμένες. Εκτίμησα επίσης ότι προσπάθησες να εξετάσεις σφαιρικά το ζήτημα, παρ’ όλο που διαφωνείς με την κεντρική θέση τού άρθρου.

Από το πρώτο μου άρθρο τόνισα ότι η συζήτηση για την ορθογραφία αποκτά αναπόφευκτα ιδεολογικό χαρακτήρα. Εξέφρασα την ανησυχία μήπως αυτός ο χαρακτήρας συσκοτίσει παρ’ ελπίδα την κρίση μας, μήπως τυλιχτούμε με το ιδεολογικό μας επανωφόρι και νιώσουμε ανασφαλείς ή εκτεθειμένοι χωρίς αυτό. Κυρίως φοβόμουν μήπως ο τρόπος σκέψης μας αποδειχθεί δυσκίνητος και μονοκόμματος, εγκλωβισμένος στην ευκολία.

Υπολήπτομαι βαθιά τον Τριανταφυλλίδη, έχοντας μελετήσει ό,τι έγραψε—παρ’ όλο που ως προς μερικές εκτιμήσεις η γλώσσα ευνόησε λύσεις πιο συντηρητικές. Η παρατήρησή μου αυτή συμπληρώνει όσα ήδη έγραψα σχετικά με τη θέση του κατά της φωνητικής ορθογραφίας ή του λατινικού αλφαβήτου, θέση που μαρτυρεί σύνεση και σεβασμό. Παρακαλώ δες τις σελ. 168-9 από την Ιστορική Εισαγωγή (Τόμος 3 των Απάντων). Μας βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί η ιστορική ορθογραφία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αθετηθεί.

Πιστεύω ότι παρόμοιες ιδιότητες πρέπει να εκδηλώνουμε και εμείς. Υπάρχει κίνδυνος να παρασυρθούμε και να μεταχειριζόμαστε την ιστορία ή τον ιστορισμό, όπως αναφέρεις στο σχόλιό σου, σαν να πρόκειται για νόσημα. Ίσως πρέπει να εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να μη θεωρεί την ιστορία βάρος αλλά προσόν. Φοβούμαι μήπως απωθώντας την αστοχούμε, μήπως μετακυλίουμε στο ορθογραφικό σύστημα λάθη και πάθη εξ ολοκλήρου δικά μας. Και εξηγούμαι:

α) Η ορθογραφία μας είναι ιστορική. Αυτό ισχύει εδώ και αιώνες. Όταν συμβάλλουμε ώστε να είναι επίσης συνεπέστερη με τη φύση της, βαδίζουμε σύμφωνα με τις αρχές της. Απεναντίας, αν κυνηγούμε πάντοτε την ευκολία, κινδυνεύουμε να αναλώνουμε τις δυνάμεις μας pour une cause perdue…

β) Σκοπός τής λελογισμένης ετυμολογικής αποκατάστασης, η οποία αφορά σε λίγους τύπους, δεν είναι να διδάξει ετυμολογία. Ελάχιστοι ομιλητές γνωρίζουν την ετυμολογική αρχή των λέξεων που χρησιμοποιούν στη γραφή. Σκοπός της είναι η επισήμανση και διόρθωση των σφαλμάτων / ελλείψεων της σχολικής ορθογραφίας.

γ) Η εκμάθηση της ιστορικής ορθογραφίας είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη. Λύσεις που να διορθώνουν το κάθε τι με μία κίνηση δεν υπάρχουν. Η εφαρμογή των αρχών που παρέθεσα έχει, καθώς πιστεύω, τη δυνατότητα να αποκτήσει περαιτέρω ερείσματα στη χρήση, η δε γραφή τερμάτων και καταλήξεων είναι, ως επί το πλείστον, καλά ρυθμισμένη και συνεπής με τα κλιτικά παραδείγματα. Θεωρώ ότι καλώς έχει.

δ) Οι ακρότητες ορισμένων αγλωσσολόγητων ετυμολόγων δεν πρέπει να επιρριφθούν στην επιστημονική ετυμολογία. To επιστημονικό λεξικογραφικό έργο δεν ενθαρρύνει τους αναγνώστες να κατασκευάζουν τη δική τους ετυμολογία. Θα ήταν άδικο να καταλογίσουμε στην επιδίωξη της επιστημονικής συνέπειας τον ερασιτεχνισμό που διακρίνουμε ολόγυρά μας στο ζήτημα της ετυμολογίας.

ε) Περαιτέρω απλουστεύσεις τής ορθογραφίας μας δεν μπορώ να φανταστώ. Ίσως δεν ξέρω πού να κοιτάξω. Ή ίσως πέρασα πια την ηλικία κατά την οποία κάθε μεταρρύθμιση φαίνεται εφικτή… :))

Αρχίδαμος είπε...

Αφού ξεκαθαρίσω ότι ανήκω στους «γιατρούς και δικηγόρους που γράφουν γράμματα στις εφημερίδες» (αν και δεν έχω γράψει ως τώρα γράμμα σε εφημερίδα ποτέ), διστακτικά λόγω της άγνοιάς μου σχετικά με τέτοια θέματα, υπερνικά τελικά το ενδιαφέρον και η περιέργεια και θα ρωτήσω. Αφορμή είναι η χθεσινή μου έρευνα στο online Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Εκεί λοιπον έπεσα τυχαία στο ρήμα «γγαστρώνω». Ξαφνιάστηκα. Δεν έχω άλλα λεξικά πρόχειρα, για να συγκρίνω, αλλά δε θα το έγραφα ποτέ έτσι ούτε θυμάμαι να το έχω δει ποτέ έτσι γραμμένο. Πρόκειται φαντάζομαι για «ιστορική ορθογραφία» (εγγαστρώνω), αν και το λεξικό είναι εκ Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι είναι κανόνας της ελληνικής ότι δεν ξεκινά λέξη με δύο ίδια σύμφωνα και πάντως δε θυμάμαι άλλη λέξη να ξεκινά με γγ- (με παραπέμπει σε τραύλισμα, για να πω την αλήθεια). Αν κάνω λάθος, ζητώ συγγνώμη. Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως στους κανόνες για την υιοθέτηση της ιστορικής ορθογραφίας θα ήταν σκόπιμη και μια υποσημείωση, ότι δηλαδή σε περίπτωση που η λέξη έχει υποστεί μεταβολή σε σχέση με τον αρχικό τύπο (εγγαστρώνω-'γγαστρώνω), ο «εναπομείνας» αυτοτελής πλέον τύπος θα πρέπει να συμβιβάζεται με τους κανόνες (από παρατήρηση των λοιπών λέξεων προερχόμενους) της νέας ελληνικής (γκαστρώνω); Καλή η ετυμολογική ορθογραφία (αν και το κριτήριο της χρήσης με δελεάζει περισσότερο για να είμαι ειλικρινής), αλλά στο κάτω κάτω το φαινόμενο μια λέξη να υφίσταται μεταβολή και κατόπιν να υφίσταται και δεύτερη, ώστε ο νέος τύπος να προσαρμοστεί σε τέτοιου είδους κανόνες (π.χ. ν+π, ν+κ κλπ.) υπάρχει αν δεν κάνω λάθος «εξαπανέκαθεν». Αισθάνομαι παράξενα να κρίνω λεξικογράφους ως μη ειδικός και ελπίζω να μην κάνω κάποιο χοντρό λάθος. Επίσης δεν ξέρω, αν το ζήτημα έχει πρακτική σημασία σε άλλες λέξεις πέραν αυτής. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία και ελπίζω να μη σας γκ(γ)άστρωσα.

Dr Moshe είπε...

Αγαπητέ Αρχίδαμε, καλώς ήλθες. Η παρουσία ενός νομικού με γλωσσολογική κατάρτιση σαν τη δική σου είναι και εδώ (όπως και στη Βικιπαίδεια) επιθυμητή.

Η παρατήρησή σου σχετικά με το ρήμα γκαστρώνω είναι εύστοχη και χαίρομαι που ένιωσες την ανάγκη να την παρουσιάσεις. Ασφαλώς, η οπτική μορφή τής λέξης δεν θα πρέπει να αντίκειται στους κανόνες τής γλώσσας, ανεξάρτητα από την ετυμολογική προέλευση. Δεν νοείται να αρχίζει ή να λήγει ελληνική λέξη με/σε διπλό σύμφωνο.

Ευχαριστώ για τη συμμετοχή σου.