26/12/06

Ας μιλήσουμε για ορθογραφία - Μέρος Β΄

«Η ορθογραφία σε κάθε γλώσσα είναι κάτι συμβατικό. Όμως η σωστή ορθογράφηση είναι πάντα σημάδι γλωσσικής καλλιέργειας εκείνου που ορθογραφεί».

Από τις φράσεις αυτές τού Εμμ. Κριαρά μπορούμε να αντλήσουμε συμπυκνωμένη την αιτία τής έμφασης που αποδίδεται στην ορθογραφία: Αν και συμβατική, θεωρείται σημάδι γλωσσικής καλλιέργειας. Συχνά αποτελεί τον πρόχειρο μετρικό της κανόνα. Και είναι φανερή στρέβλωση της σημασίας της να κραδαίνουμε τα διδάγματα ή τις εφαρμογές τού κανόνα, για να καταδείξουμε την υπεροχή τής κατάρτισής μας.

Από αυτή την οπτική γωνία κατανοώ το πνεύμα τής δεύτερης επιφυλλίδας τού κ. Χάρη στα Νέα. Όσα κρίνω απαραίτητα για την απροκατάληπτη ανάγνωση αυτών των θέσεων έγραψα ήδη στο πρώτο μου σημείωμα. Επειδή κάποτε οι ορθογραφικές επιλογές ταλαντεύονται μεταξύ τής αβεβαιότητας και του ριζωμένου νεοελληνικού ατομισμού (όπως έγραψε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης), καταλαβαίνω την ανησυχία που εγείρει σε γλωσσικά ευαίσθητους ανθρώπους το ενδεχόμενο κάποιας ορθογραφικής ακαταστασίας ή αταξίας.

Θα προσπαθήσω τώρα να συνοψίσω, όσο κατάλαβα, τις αρχές που υπόκεινται στα άρθρα τού κ. Χάρη. Τον ευχαριστώ που είχε την καλοσύνη να διασαφήσει, όπως σημείωσα, ό,τι κατά τη γνώμη του παρανοήθηκε.

Ίσως κάποιος μπει στον πειρασμό να ανιχνεύσει σχολές σκέψεως ή γλωσσικές παρατάξεις, για να τοποθετήσει εκεί τα άρθρα τού κ. Χάρη και τα δικά μου. Πρόθεσή μου είναι να μη δώσω λαβή για αυτό. Με λυπεί πολλές φορές ότι, αντί να μοχθήσουμε να αναλύσουμε τη γλωσσική ή ορθογραφική πρόταση κάποιου, γυρεύουμε την ευκολία να χαρακτηρίσουμε απλώς τις θέσεις του με μια σφραγίδα που μας βολεύει (labelling). Φρονώ ότι έχουμε την ωριμότητα και την ευπρέπεια σε αυτή τη συζήτηση να προσπεράσουμε αυτό το ελάττωμα.

Στις επιφυλλίδες τού κ. Χάρη ξεχώρισα τις εξής απόψεις:


1) Μολονότι η συζήτηση για την ορθογραφία είναι επιστημονικώς επιτρεπτή, η εκάστοτε δημόσια εφαρμογή της πρέπει να ρυθμίζεται αρμοδίως, όχι ατομικώς.
2) Η χρήση τού ετυμολογικού κριτηρίου (επέκεινα της σχολικής ορθογραφίας) από το Λεξικό Μπαμπινιώτη επιφέρει αβεβαιότητα και σύγχυση, διότι:
α) δεν έχει τηρηθεί με συνέπεια και ομοιομορφία,
β) οδηγεί σε ορθογραφικές ακρότητες.


Χωρίς να αναφέρομαι άμεσα στις εκτιμήσεις τού κ. Χάρη, θέλω να στρέψω την προσοχή στο υπόβαθρο που φαίνεται να τις στηρίζει. Το περίγραμμα του ζητήματος είναι άκρως διδακτικό για την περίπτωση που μας απασχολεί. Διότι ο διάλογος για τη σχολική ορθογραφία έκλεισε πρόωρα και άτσαλα (ας μου επιτραπεί η φράση). Εξηγούμαι:

Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης ασχολήθηκε εκτενώς και επισταμένως με το πρόβλημα της ορθογραφίας ως μέλος τού Εκπαιδευτικού Ομίλου και ως Ανώτερος Επόπτης τής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως (1917-20), αξιοποιώντας σημαντικές ομιλίες και κείμενα που είχε ήδη γράψει (ο μη εξοικειωμένος αναγνώστης καλείται να μελετήσει το πολυσέλιδο κείμενο «Η ορθογραφία μας», 1913, Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3, αναδημοσιευμένο τώρα στον τόμο Ζ΄ των Απάντων του). Η προσεκτική ανάγνωση των σχετικών κειμένων και των απαντήσεων προς τους αντιγνώμους (επί των ορθογραφικών, κυρίως τους Γ. Χατζιδάκι και Α. Σκιά) αποδεικνύει, όμως, ότι ο διάλογος αφορούσε κυρίως στην απλούστευση του πολυτονικού συστήματος (που η αλύγιστη ιστορική αρχή καθιστούσε κατ’ ουσίαν μη διδάξιμο) και επίσης στη γραφή παραγωγικών επιθημάτων και τερμάτων (θηλ. –ις / -η, αρσ. –εις / -ις / -ης κτλ.). Πολύ λιγότερη συζήτηση έγινε για αυτή καθ’ αυτήν τη γραφή των θεμάτων των λέξεων και αυτή περιορίστηκε σε λίγες χτυπητές περιπτώσεις (π.χ. αβγό / αυγό, αφτί / αυτί, τραυώ / τραβώ, αγώρι / αγόρι). Κατά τη σύνταξη της Νεοελληνικής Γραμματικής (1941) ο Τριανταφυλλίδης, άνθρωπος ακέραιου ήθους και υποδειγματικής ευθύτητας, παραδέχεται ότι ο σχετικός με την ορθογραφία διάλογος μεταξύ των μελών τής Επιτροπής περιστράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στο θέμα των καταλήξεων της «υποτακτικής» (που δεν ενοποιήθηκαν τότε) και της τονικής απλοποίησης (που προτάθηκε με υπόμνημα, αλλά δεν έγινε δεκτή από το υπουργείο). Κατόπιν ο ίδιος ο Τριανταφυλλίδης προχώρησε στη σύνταξη της επιτομής (της «Μικρής» Γραμματικής) αυτού του μνημειώδους έργου, ώστε να είναι κατάλληλη για τα σχολεία, υιοθετώντας, ως είναι φυσικό, τις λύσεις που είχε προκρίνει στη «Μεγάλη» Γραμματική.

Αντικειμενικά, το πλήθος των θεμάτων και προβλημάτων, καθώς και οι συνθήκες τής εποχής (πολιτικές και γλωσσοεκπαιδευτικές), δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή πλήρους και απροϋπόθετου διαλόγου, ενώ μερικά σχετικά ζητήματα υποσκελίστηκαν από άλλα ή συσσωματώθηκαν σε μη ομοειδή.

Κρίνοντας εκ των υστέρων (το 1951) την καθιέρωση της σχολικής ορθογραφίας, ο Νικόλαος Ανδριώτης έγραψε:

«…Ο Τριανταφυλλίδης στάθηκε ανένδοτος στη μόνη σωστή άποψη, ότι η ορθογραφία τής γλώσσας μας μόνο σα συνάρτηση της εθνικής παιδείας μπορεί να αντιμετωπιστή, ότι η νέα Ελληνική είναι αδύνατο να διδαχτή στα σχολεία όσο τη βαραίνει ο αβάσταχτος φόρτος τής αλύγιστης ιστορικής ορθογραφίας, που αξιώνει να γράφουμε το τραβώ με υ, το λάδι με υπογεγραμμένη, το φρύδι με περισπωμένη, το Γιάννης με η, το Αντώνης με ι, το Βασίλης με ει.»


Από τα ενδεικτικά αυτά σχόλια του Ανδριώτη, αλλά και από τον ίδιο τον Πρόλογο της Νεοελληνικής Γραμματικής, διακρίνουμε ευθύς εξ αρχής πόσα ανόμοια προβλήματα είχε να επιλύσει το ορθογραφικό σύστημα. Φυσικό ήταν, εφόσον ένα βιβλίο δεν μπορεί να συγγράφεται επ’ άπειρον, να δοθούν μερικές φορές επικαλυπτικές και όχι εξατομικευμένες λύσεις, να στιγματιστεί τρόπον τινά η ετυμολογική ορθογραφία και να απορριφθούν ετυμολογικά ορθές γραφές συμπαρασυρόμενες από περιπτώσεις τονικής απλοποίησης ή ενοποίησης της γραφής των τερμάτων.

Η επικράτηση της σχολικής ορθογραφίας έκτοτε γνώρισε μόνο δύο επεμβάσεις: την ενοποίηση της γραφής τής «υποτακτικής» (1976) και την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος (1982). Περαιτέρω διάλογος για την ορθογραφία (πέρα από τα ζητήματα αυτά) ουσιαστικά δεν έγινε. Η δύναμη της αδράνειας, η ισχύς τής κρατικής εκπαίδευσης (που είχε άλλοτε ευνοήσει τη μακρά ζωή τής καθαρεύουσας) και η απουσία ολοκληρωμένης πρότασης, που να αντιμετωπίζει με συνέπεια τα προβλήματα, απέτρεψαν τη διεξαγωγή αυτού του τόσο αναγκαίου διαλόγου.

Οι μελετητές και οι λεξικογράφοι, που είχαν να εφαρμόσουν το ορθογραφικό σύστημα σε ολόκληρο το σώμα τής γλώσσας και όχι μόνο σε λίγα σχηματιστικά παραδείγματα, άρχισαν κατά καιρούς να προκρίνουν λύσεις πέραν των ορίων τής σχολικής ορθογραφίας. Στο Νέο ελληνικό λεξικό τής σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας τού Εμμ. Κριαρά (1995) συναντούμε ετυμολογικές γραφές όπως παλληκάρι, ξυπόλυτος, κτήριο, καινούργιος, ήσκιος, σουσσούμι, χνότο κ.ά., τις οποίες ο συγγραφέας είχε υποστηρίξει επίσης σε ειδική ενότητα («Ορθογραφικό Λεξιλόγιο») του βιβλίου του Τα Πεντάλεπτά μου (Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 168-179). Πολλές αποκλίσεις από τη σχολική ορθογραφία περιέχει επίσης το εξαίρετο Λεξικό τής Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1969 κ.εξ.), που όμως απευθύνεται περισσότερο στον ειδικό γλωσσολόγο, αλλά και το Ετυμολογικό Λεξικό τού Νικόλαου Ανδριώτη (Θεσσαλονίκη 1983, γ΄ έκδ.). Μάλιστα, οι εκδότες τού εν λόγω ετυμολογικού λεξικού (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη) αισθάνθηκαν την ανάγκη να δικαιολογήσουν τον Ανδριώτη για τις ορθογραφικές επιλογές του, σημειώνοντας στον πρόλογο ότι «ως ετυμολόγος τής ελληνικής γλώσσας» είχε το δικαίωμα ή την ελευθερία να τις υιοθετήσει.

Ο κ. Χάρης παρέλειψε οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά τα λεξικά και κατηύθυνε την προσοχή μόνο στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (1998, 2002). Νομίζω ότι ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος, διότι προσφέρει στον αναγνώστη μέρος μόνο της αλήθειας. Δεν εξηγεί ακόμη γιατί αυτά τα λεξικά δεν προκάλεσαν σύγχυση ή αβεβαιότητα όταν κυκλοφορήθηκαν. Μήπως είχαν μικρότερη απήχηση ή προβολή στο κοινό; Μήπως δεν έπεισαν για τις επιλογές τους; Μήπως δεν ενόχλησαν τόσο, ώστε να ανακινήσουν τον διάλογο που είχε αδέξια κλείσει;

Πιθανώς ο κ. Χάρης έχει κατά νου συγγραφείς, επιμελητές ή άλλους χρήστες τού λεξικού σε υπεύθυνες θέσεις, οι οποίοι προσπάθησαν να επιβάλουν μεταρρυθμισμένες, ετυμολογικές ή οιονεί ετυμολογικές γραφές σε κείμενα που διόρθωσαν ή επιμελήθηκαν. Νομίζω ότι δεν είναι σωστό να μετακυλίουμε την αλαζονεία των ανθρώπων στο ορθογραφικό σύστημα, μιλώντας για «αλαζονεία τής ορθογραφίας», ενώ πρόκειται για «αλαζονική εφαρμογή» τέτοιων επιλογών. Οι αστοχίες των ανθρώπων, κυρίως δε των μη ειδικών, δεν είναι σοφό να καταλογίζονται στα λεξικά.

Ίσως επίσης η διάδοση των αρχών τής ετυμολογικής ορθογραφίας να φάνηκε ότι προσφέρει άλλοθι για πειραματισμό ή υπερδιόρθωση (hypercorrection), όπως προκύπτει από εύστοχα παραδείγματα του κ. Χάρη στη δεύτερη επιφυλλίδα του. Οπωσδήποτε, όμως, ένα λεξικό έχει το αναφαίρετο και ανέκκλητο δικαίωμα να συμμετέχει σε έναν διάλογο υποβάλλοντας επιστημονικές και ορθογραφικές προτάσεις. Η παρουσίαση των νέων προτάσεων τίθεται στο βήμα τής δημόσιας κρίσεως και, χωρίς να θίγει την εκπαιδευτική πράξη, εξελέγχει την επάρκειά της. Κρίνω ότι ο εκλιπών Ν. Ανδριώτης εδικαιούτο να δημοσιεύσει τις ετυμολογικά συνεπείς γραφές στο λεξικό του (ακόμη και αν έσφαλε σε μερικές ετυμολογήσεις) και ότι το Λεξικό Μπαμπινιώτη ευλόγως συνέχισε τον διάλογο. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος για την ορθογραφία ευεργετείται από την παράλληλη συμπαράθεση τέτοιων απόψεων, η δε εύρεση λαθών ή ασυνεπειών μπορεί να αποβεί χρήσιμη σε αυτόν.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα εστιάσω την προσοχή στο τρίτο (και τελευταίο) μέρος των σημειωμάτων μου για την ορθογραφία. Επειδή τα ζητήματα που εθίγησαν έχουν αυτοτέλεια και επαρκή αφ’ εαυτών σπουδαιότητα, θεώρησα καλύτερο να επιδιώξω χωριστή την πραγμάτευσή τους. Από όλες τις πλευρές ο διάλογος αυτός μπορεί να ευρύνει το πεδίο μας και να ωφελήσει πραγματικά.

Συνέχεια στο Ας μιλήσουμε για ορθογραφία – Μέρος Γ΄.

Σημείωση: Ο κ. Χάρης εξέθεσε δημόσια και επωνύμως τις απόψεις του. Συνεπώς, θεωρώ έντιμο και ηθικά σωστό η απάντηση σε αυτές να δίνεται επίσης επωνύμως, τηρώντας έτσι τους κανόνες τής δεοντολογίας, αλλά και της προσωπικής ευθύτητας.

Θεόδωρος Σ. Μωυσιάδης
Δρ Γλωσσολογίας

8 σχόλια:

hominid είπε...

Αφού ζητήσω συγγνώμη από τον κ. Χάρη που την κριτική των γραφομένων του στο δικό μου μπλογκ δεν την ασκώ επωνύμως (ελπίζω, τουλάχιστον, να την ασκώ κόσμια), να ευχαριστήσω εσάς για ένα ακόμα πολύ ενδιαφέρον σημείωμα και να πω το εξής:

Αν και βρίσκω υπερβολικά σκληρή, κάποιες φορές, την κριτική του Χάρη στον Μπαμπινιώτη, νομίζω ότι δικαιολογημένα θεωρεί ότι οι δικές του "εναλλακτικές" ορθογραφήσεις μπορεί να επηρεάσουν περισσότερο από αυτές άλλων λεξικών την ευρύτερη ορθογραφική χρήση. Το θέμα είναι ότι, για πολύ κόσμο, ο κ. Μπαμπινιώτης είναι κάτι σαν "εθνικός γλωσσολόγος" και ο λόγος του σε αυτά τα ζητήματα είναι νόμος. Αν κατέθετε, απλώς, στο τραπέζι του διαλόγου τις ορθογραφικές του προτάσεις, δεχόμενος το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή επικρατούν διαφορετικές από τις δικές του ορθογραφήσεις, θα έλεγα ότι έχετε απόλυτο δίκιο σε αυτά που γράφετε εδώ. Αλλά το να προβάλλει π.χ. στο "Ομιλείτε Ελληνικά" μία ορθογράφηση όπως "τσυμπούσι" (η οποία στηρίζεται σε μία αμφισβητούμενη ετυμολόγηση της λέξης) ως τη μόνη σωστή και αποδεκτή, νομίζω ότι δεν συνιστά συνεισφορά στον διάλογο για την ορθογραφία, αλλά το αντίθετο. Σαν να λέει, δεν έχει σημασία πώς το έχετε μάθει εσείς ή, τι προτείνουν τα υπόλοιπα λεξικά - το σωστό δεν μπορεί να είναι παρά αυτό που υποστηρίζω εγώ.

Φοινικιστής είπε...

Δεν παρακολούθησα την εκπομπή, και έτσι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη.

Εξαρτάται βέβαια πώς το είπε.

Άλλο θέμα η ορθότητα μιας γραφής από ετυμολογική άποψη και άλλο θέμα η χρήση της ίδιας ετυμολογικής γραφής.

Κάλλιστα μπορεί κάποιος να προβάλει μια ορθογράφηση ως τη μόνη και αποδεκτή, ανεξάρτητα από το τι έχει μάθει ο πολύς κόσμος. Αν χρησιμοποιήσει σωστή και προσεκτική διατύπωση, συγκεκριμένα αν πει ότι "από ετυμολογική άποψη σωστή είναι η τάδε γραφή, αλλά στην πράξη λειτουργεί το κριτήριο της χρήσης", τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.

Τι σημαίνει "δεν έχει σημασία πώς το έχετε μάθει εσείς"; Δεν έχει σημασία ως προς τι; Ως προς την ετυμολογική ορθότητα, πράγματι δεν έχει σημασία πώς έχει μάθει κάτι ο πολύς κόσμος. Ως προς τη χρήση καθ'εαυτήν, πράγματι έχει σημασία. Γι'αυτό έγραψα παραπάνω ότι έχει σημασία πώς διατυπώθηκε η σχετική άποψη. Κατ'αρχήν, ήταν απλή άποψη ή πρόταση-σύσταση για τη γραφή της λέξης;

ΥΓ. Το ότι η ορθογράφηση τσυμπούσι στηρίζεται σε αμφισβητούμενη ετυμολόγηση της λέξης είναι μεν σημαντικό, αλλά διαφορετικό θέμα.

sarant είπε...

Χωρίς να θέλω να κάνω τον δικηγόρο του κ. Χάρη, θα ήθελα να παρατηρήσω κάτι σχετικά με την εκ πρώτης όψεως εύλογη απορία του αγαπητού Δρ. Μόσε, δηλαδή γιατί ο Χάρης επικρίνει μόνο το λεξικό Μπαμπινιώτη για "εναλλακτικές" ορθογραφήσεις και όχι άλλα λεξικά.

Ο Γ. Χάρης πολύ παλιότερα, το 1999 θαρρώ, έχει αναφερθεί (και) στις αποκλίσεις του λεξικού Κριαρά, και γενικότερα στις ασυμφωνίες των τριών μεγάλων λεξικών μας, σε ένα άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Η ξιπασιά, της ξυπασιάς, ω ξιππασιά" (επειδή τα τρία λεξικά ορθογραφούν έτσι τη λέξη).

Σήμερα, επικεντρώνει τα πυρά του στο λεξικό Μπαμπινιώτη μόνο, υποθέτω για τον λόγο που αναφέρει ο Περιγλώσσιος, αλλά ίσως και για έναν ακόμα λόγο, ότι από το 1999 έως σήμερα το λεξικό Μπαμπινιώτη (και μόνο αυτό) πραγματοποίησε τουλάχιστον μία επανέκδοση, στην οποία προστέθηκαν και άλλες "εναλλακτικές" ορθογραφήσεις, όπως το αγώρι, που στην πρώτη έκδοση ήταν ακόμα αγόρι.

Αλλωστε, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο κάποιοι να επικαλούνται τις "εναλλακτικές" ορθογραφήσεις Μπαμπινιώτη για να "συναγάγουν" την αμορφωσιά όσων χρησιμοποιούν τις καθιερωμένες ορθογραφήσεις. Παράδειγμα, γνωστός γελοιογράφος που έψεγε όσους έγραφαν "έωλος" και όχι "αίολος" (αν και το πρόβλημα της λέξης αυτής δεν είναι ακραιφνώς ορθογραφικό).

Ομως περιμένω και την τρίτη συνέχεια του γόνιμου διαλόγου.

Και καλή χρονιά!
ν.σ.

ΥΓ Παραθέτω το τέλος από το άρθρο του Γ.Χάρη που μνημόνευσα πριν. Πιστεύω πως αξίζει να προσεχτεί η κατάληξη του άρθρου:

"Με αισθήματα ανάμεικτα (Τρ.), ή ανάμικτα (Κρ., Μπ.), μπροστά σε καινούρια (Τρ.), ή καινούργια (Κρ., Μπ.) ετυμολογικά και ορθογραφικά δεδομένα, βαδίζουμε ξυπόλυτοι (Κρ., Μπ., Τρ., δόξα τω Θεώ) στ' αγκάθια. Και μη δοκιμάσετε να βρείτε συσχετισμούς ή συμμαχίες ανάλογα με την ιδεολογία των συντακτών. Το σκορ αλλάζει διαρκώς: γαρίφαλο (Κρ., Τρ.), γαρύφαλλο (Μπ.), κτήριο (Κρ., Μπ.), κτίριο (Τρ.), νεωτερίζω (Μπ., Τρ.), νεοτερίζω (Κρ.).

Το σχιζοφρενικότερο: αιμομιξία, αιμομίκτης κτλ. (Κρ., Μπ., Τρ.), ενώ: αναμειγνύω (Μπ., Τρ.), αναμιγνύω (Κρ.), αλλά ανάμεικτος-μεικτός (Τρ.), ανάμικτος-μικτός (Κρ., Μπ.), μείγμα-μείξη (Μπ., Τρ.), μίγμα-μίξη (Κρ.). Αλίμονο, αναγνώστη. Δηλαδή: πλάι στην κοινή αιμομιξία, στον Τρ. όλα με -ει, στον Κρ. όλα με -ι, στον Μπ. άλλα έτσι, άλλα αλλιώς (κάτω από το λ. «αναμειγνύω κ. αναμιγνύω» υπάρχει σχετικό σχόλιο, αλλά η λύση δεν παύει να είναι δυσεφάρμοστη).

Τέλος, πλάι στην ήδη γνωστή ισοπαλία ως προς το λήμμα «ξιππασιά» (Κρ., αλλά το ρήμα εξετάζεται σαν «ξυπάζω», με παραπομπή στο «ξιππάζομαι»), «ξυπασιά» (Μπ.), «ξιπασιά» (Τρ.), να σημειωθεί και ο «λόξυγκας», «λόξυγγας», «λόξιγκας». Ικανός να μας πνίξει.

Για «αλαζονεία της ετυμολογίας» μίλησε ο Παντ. Μπουκάλας, όταν έκρινε το λεξικό Μπαμπινιώτη (Καθημερινή 23.6.98), η οποία επανεισάγει «με κανονιστικό ζήλο γραφές που ξενίζουν και συγκρούονται με την οπτική μνήμη οποιουδήποτε γραφιά», και σημείωνε χαρακτηριστικά παραδείγματα, αρκετά από τα οποία απαντούν και στο λεξικό Κριαρά. Προσθέτω μερικά: φύσκα, κουλλούρι, πιτσυλώ (+Κρ.), μουλλωχτός, ρωδάκινο (+Κρ.), τιττυβίζω, τσηρώτο. Και τσυτσυρίζω. Πράγματι.

Σκέψεις κάθε άμοιρου χρήστη: αν η γλώσσα προχωρεί ενσωματώνοντας λάθη, αναντίλεκτα λάθη, γραμματικά και άλλα ­ όπως όλοι οι συντάκτες των λεξικών μας γνωρίζουν και μαρτυρούν ­, πόσο μάλλον η γραφή, η εικόνα, απλούστατα, της λέξης. Πώς νοείται να αλλάζουν με το χρόνο λέξεις, γραμματικοί τύποι και συντακτικά σχήματα, και από την άλλη να «αποκαθίσταται» περιπλεκόμενη η ορθογραφία λέξεων που το ετυμολογικό ίνδαλμά τους, ακόμη κι όταν δεν αμφισβητείται, χάνεται στους αιώνες;

Και να ενισχύεται έτσι και η αυτάρεσκη ετυμηγορία κάθε χρήστη-παντογνώστη: «εγώ έτσι το γράφω»."

Dr Moshe είπε...

Ευχαριστώ θερμά τους αγαπητούς φίλους για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους. Με τιμούν με την προσοχή τους.
Δύο διευκρινίσεις δεν είναι, νομίζω, περιττές.
Εν πρώτοις, γνωρίζω τα παλαιότερα άρθρα τού κ. Χάρη και έχω υπ' όψιν μου την παλαιά εκείνη αναφορά στα τρία λεξικά. Αγαπητέ Νίκο, δεν είναι η επανέκδοση ο λόγος που ο κ. Χάρης περιορίζει τον στόχο του: επίτρεψέ μου να διαφωνήσω. Η αιτία είναι ότι το εν λόγω λεξικογραφικό εγχείρημα υποστηρίζει θεωρητικά τη λειτουργικότητα, τη συνέπεια και την αξιοπιστία τής ετυμολογικής ορθογραφίας και τολμά να δοκιμάζει λύσεις. Ο κ. Χάρης διαφωνεί, ως έχει δικαίωμα, με αυτή τη θεωρητική θέση. Τα άλλα λεξικά δεν θίγουν το ζήτημα ούτε λαμβάνουν θεωρητική θέση. Παρακαλώ να έχεις κατά νου αυτή τη θεμελιώδη διαφορά.
Δεύτερον, τη φράση "αλαζονεία τής ορθογραφίας" δεν την αποδίδω στον κ. Χάρη (γνωρίζω και έχω στο αρχείο μου το άρθρο τού κ. Μπουκάλα). Πιστεύω ότι συνιστά συγκεκριμένη δέσμη αντιλήψεων, που μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος στο τρίτο μου άρθρο.

Εκτιμώ τις απόψεις σας και ευχαριστώ θερμά για τις παρατηρήσεις.

Φοινικιστής είπε...

Θα ήθελα να ρωτήσω κάτι.

Η απορία μου αυτή δεν υποδηλώνει κάποια άποψη από την πλευρά μου. Πρόκειται για απλή απορία.

Αν το κριτήριο για τη ρύθμιση της ορθογραφίας τελικά είναι η συμμόρφωση με την ισχύουσα σχολική γραμματική, υπάρχουν περιπτώσεις λέξεων που δεν "καλύπτονται" από τη γραμματική αυτή; Δηλ. περιπτώσεις για τις οποίες θα κληθεί ο ειδικός να αποφασίσει ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της επίσημης γραμματικής;

Dr Moshe είπε...

Αγαπητέ φίλε, σας ευχαριστώ για την οξυδερκή ερώτησή σας.
Θα διατυπώσω την απάντηση ως εξής: Η αντιπροσωπευτικότητα ενός συστήματος κρίνεται ακριβώς από τα περιθώρια αμφισβητήσεως που αφήνει. Συνεπώς, αν το ορθογραφικό σύστημα προτείνει συνεπείς, αξιόπιστες και ομοιόμορφες λύσεις για τις περισσότερες ομοειδείς περιπτώσεις, τότε κρίνεται επιτυχημένο και διδάξιμο. Αν εγείρονται πολλές αμφιβολίες ή γεννάται αβεβαιότητα από συγκεκριμένες ρυθμίσεις, αν πολλοί επιλέγουν να μη συμμορφωθούν ενώ γνωρίζουν τα επιστημονικά δεδομένα, ίσως πρέπει να επανεξετάσουμε τη θέση μας.

Στόχος τού ορθογραφικού συστήματος είναι επίσης να αναδείξει τη λογική και την επιστημονική βάση του με τρόπο πειστικό ακόμη και για το ευρύ κοινό. Και αυτό αποτελεί αποστολή δύσκολη...

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ είπε...

Προσωπικῶς θεωρῶ τὶς ἐπιθέσεις κατὰ τῆς ὀρθογραφίας Μπαμπινιώτη ἐν πολλοῖς ἀσυνεπεῖς. Διορθώνω· συνεπεῖς, στὶς καλύτερες τῶν περιπτώσεων, μὲ τὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὑποκειμενικῶς ἐκκινοῦν. Χωρὶς νὰ ἀναφέρομαι στὸ συγκεκριμένο ἄρθρο τοῦ κ. Χάρη, οὔτε κἂν στὸν ἴδιον εἰδικῶς, παρατηρῶ τὰ ἐξῆς.

Ἐπὶ παραδείγματι, οἱ δεχόμενοι ὡς κύριο κριτήριο ὀρθογραφίας τὸ τὶ συνηθίζεται, τουτέστιν τὸ Google σήμερα, εἶναι ἀσυνεπεῖς ὅταν διαμαρτύρονται γιὰ τὸ «παλληκάρι», ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὸ «ἀβγό» (στὴν ὀνομαστική: παλικάρι 72.600, παλληκάρι 13.500, αυγό 106.000, αβγό 28.700). (Βεβαίως, τὸ Google δὲν εἶναι ἐπαρκὲς κριτήριο κατ᾿ ἐμέ· πρῶτον, διότι μπορεῖ νὰ ἀλλάζει κάθε στιγμή, δεύτερον διότι δὲν ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα «καὶ ἀπὸ τί καθορίζεται τὸ Google;» Ἔστω δηλαδή ὅτι εἶμαι ἐναντίον τῆς ἄνωθεν ρυθμίσεως καὶ ὑπὲρ τοῦ Google· μά, τελικῶς, ἡ ἄνωθεν ρύθμισις ὁρίζει τὸ Google (τρένο 208.000, τραίνο 65.200· ἀσφαλῶς καὶ τὸ «ἀβγὸ» θὰ ἐπικρατήσει, λόγῳ τῆς ἄνωθεν ρυθμίσεως· εἰδάλλως δὲν θὰ ἐπικρατοῦσε)· ἐπομένως, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δεχόμενος τὸ Google, δέχομαι στὴν πραγματικότητα τὴν ἄνωθεν ρύθμισι, τὴν ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἀρνοῦμαι. Ἡ «φυσικὴ διαδικασία» δὲν εἶναι ἀθώα· ἡ φύσις ὑποκρύπτει τὸν (τεχνητὸ) νόμο, ἤ, ἀντίστροφα, ὅλα, καὶ ὁ (τεχνητὸς) νόμος εἶναι φύσις.) Εἶναι, ὅμως, συνεπεῖς, ἐὰν τὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἰλικρινῶς ἐκκινοῦν εἶναι ὅτι πρέπον θεωρεῖται ὅ,τι προτείνει ἡ θεὰ Ἀπλοποίησις, ὅ,τι τείνει δηλαδὴ στὴν φωνητικὴ γραφή. Τότε ναί, εἶναι συνεπεῖς, ἀρκεῖ νὰ τὸ παραδέχονται καὶ νὰ τὸ ὀμολογοῦν εἰλικρινῶς.

Ἐγὼ, ὅμως, ποὺ ἐκκινῶ ἀπὸ τελείως διαφορετικὲς αἰσθητικὲς καὶ ἠθικὲς ἀρχές, δὲν ἔχω κανέναν λόγο νὰ ἀπορρίψω τὸ «παλληκάρι», τὸ ὁποῖον εὐρίσκω ἐξαίσιον (βλέποντας τὴν λέξι, νιώθω εὐθὺς ἀμέσως τὸ παλλόμενο ἀπὸ ζωντάνια, δύναμι καὶ πάθος νεανικὸ σῶμα καὶ ψυχή· τὸν προστατευόμενο τῆς νεανικῆς πολεμικῆς Παλλάδος νέον· ἀντιθέτως, τὸ «παλικάρι», μόνον μὲ τὸ ἀνούσιο «πάλι» μπορεῖ νὰ τὸ συσχετίσω, καὶ νὰ σκεφθῶ συνειρμικῶς τὸν ἀπογοητευμένο ἀπὸ τὴν νεωτερικὴ ἀλλοτρίωσι νέο, ποὺ αὐτοεγκαταλείπεται στὴν καφετέρια, καταναλώνοντας πάλι καὶ πάλι φραπέδες). Ἀντιθέτως, εὐρίσκω ἀντιαισθητικὰ τὸ «ἀβγὸ» καὶ τὸ «ἀφτί» (χάνεται ἡ ἐλικοειδὴς στρογγυλάδα τοῦ ὕψιλον, ποὺ κάνει τὸ «αὐτὶ» χαριτωμένο κοριτσίστικο αὐτάκι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μόνον τὸ σκουλαρικάκι λείπει (ἴσως ἔπρεπε νὰ βάλουμε καὶ ὑπογεγραμμένη! :-) ), χάνεται καὶ ἡ συνειρμικὴ συσχέτισις μὲ τὴν αὐγή.)

Συνεπῶς, ἐὰν κάποιος ὑπερασπίζεται τὸ «παλικάρι», ἐπειδὴ τάχα «καλό εἶναι ὅ,τι συνηθίζεται», θεωρῶ ἀνάξια λόγου τὰ ἐπιχειρήματά του, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος, μὲ τὸ «ἀφτὶ» καὶ τὸ «ἀβγὸ» ἐπέχαιρε: «Χά χά, σᾶς τὴν ἔφερε ὁ Μπαμπινιώτης, παλιοκαθαρευουσιάνοι!» Ἀλήθεια, δὲν θυμοῦμαι διαμαρτυρίες γιὰ τὸ «ἀφτὶ» καὶ τὸ «ἀβγὸ», ἀπὸ πλευρᾶς δημοτικιστῶν (ὅπως θὰ ἔπρεπε, βάσει τοῦ ὅτι «σωστὸ εἶναι ὅ,τι συνηθίζεται»)· μόνον τὸ ἀντίθετο.

(Φυσικά, πολλὲς ἀπὸ τὶς περιπτώσεις, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀναφέρονται καὶ στὸ ἄρθρο, δὲν εἶναι καθόλου ζήτημα ἰδεολογίας· ἀλλὰ ἐν γένει ἡ ἰδεολογία εἶναι νομίζω προφανὴς καὶ εὐθαρσῶς παραδεκτὴ ἀπὸ ὅλους.)

...
Εἰπώθηκε:
«Καθ. Χρήστο Ντούμα ο οποίος μου είπε ότι αφ' ότου πήρε σύνταξη ασχολείται με την "αρχαιολογική γλωσσολογία". Μου ανέπτυξε τη θεωρία του ότι όλες οι βασικές λέξεις, που σημαίνουν τη Φύση, προήλθαν από επιφωνήματα.»

Ὤχ, ἀμάν, αὐτὰ τὰ λένε οἱ τοῦ «Δαυλοῦ» (δικαίως, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κατ᾿ ἐμὲ) μερικὲς δεκαετίες τῶρα! Μὴν τὸν ἐκθέτετε τὸν ἄνθρωπο! :-)

«Μολονότι η συζήτηση για την ορθογραφία είναι επιστημονικώς επιτρεπτή, η εκάστοτε δημόσια εφαρμογή της πρέπει να ρυθμίζεται αρμοδίως, όχι ατομικώς»

Ἀναρωτιέμαι ποιοὶ εἶναι οἱ «ἀρμόδιοι»· οἱ πολιτικάντηδες ποὺ νύκτωρ ἀποφασίζουν καὶ διατάσσουν; Ἢ ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (ποὺ εἶναι, ἐκ τοῦ ἱδρυτικοῦ της νόμου, ἀρμόδια); (Ποὺ ὅποτε ἀνακοινώνει μιὰ πρότασι ἡ Ἀκαδημία, κατακεραυνώνεται γιὰ τὴν «ὀπισθοδρομικὴ δεσποτεία» ποὺ ἀσκεῖ.)

«"Φοινικιστές" αποκαλούν οι εθνικιστές, όλους εμάς τους αποφοίτους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών επειδή θεωρούν ότι στο ΕΚΠΑ επικρατεί η άποψη Μπαμπινιώτη»

Αυτὸ θὰ χρειαζόταν πολλὴ συζήτησι, καὶ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Κατὰ τὴν γνώμη μου ὄχι μόνον ἦταν ἄδικες ἀλλὰ καὶ -τὸ χειρότερο, γιὰ λόγους ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ ἀναπτύξω- στρατηγικῶς ἄστοχες οἱ ἐπιθέσεις κατὰ Μπαμπινιώτη ἀπὸ ἐθνικιστικῆς πλευρᾶς. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει.

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ είπε...

«Και να ενισχύεται έτσι και η αυτάρεσκη ετυμηγορία κάθε χρήστη-παντογνώστη: «εγώ έτσι το γράφω»».

Καὶ αὐτὸ ἐπίσης, τὸ ὅτι τὸ «εγώ έτσι το γράφω» εἶναι κακό, εἶναι ἀξίωμα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ὅταν δὲν τὸ γράφουμε ὅπως θέλουμε ἀλλὰ ὅπως μᾶς λένε κάποιοι, πάλι, αὐτοὶ οἱ κάποιοι, ἔτσι θέλουν ἐκεῖνοι (ὁπότε πάλι στὸ «ἔτσι τὸ γράφω» ἐρχόμαστε). Γι᾿ αὐτὸ εἶναι δύσκολο νὰ ὁρισθῇ κανών.