30/3/07

Η σημασιολογική δείνωση - Μέρος Β΄

Πάνω στο κομοδίνο της είναι ένα μικρό κουτάκι. Δεν έχει τίποτε σπουδαίο: ένα φτηνό κολιέ με πολλές πολύχρωμες χάντρες. Αλλά δίπλα του υπάρχει μια κάρτα. Λέει ότι το κολιέ είναι δώρο από την οχτάχρονη κορούλα της, που ξόδεψε για αυτό όλες της τις οικονομίες. Τώρα το ασήμαντο κουτάκι παίρνει στα μάτια της άλλη αξία. Η μητέρα αγκαλιάζει την κόρη της συγκινημένη και γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Όπως τα πράγματα, έτσι και οι λέξεις συχνά εξαρτούν την αξία τους από το ποιος τις χρησιμοποιεί. Το περιβάλλον χρήσεως, το ποιόν των ομιλητών και η αντίληψη της γλωσσικής κοινότητας αποκτούν ξεχωριστό ρόλο στο σημασιολογικό φορτίο μιας λέξεως και επηρεάζουν την πορεία ενδεχόμενης μεταβολής. Αν η μητέρα που αναφέρθηκε στον πρόλογο δεχόταν το ίδιο δώρο σε επέτειο γάμου από τον σύζυγό της, οπωσδήποτε η αξιολόγησή του θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Στο προηγούμενο άρθρο μου εξήγησα ότι η σημασιολογική δείνωση συνεπάγεται μείωση του κύρους μιας λέξεως, η οποία ακολουθείται από κακοσημία. Ως αποτέλεσμα, η λέξη απαντά πλέον σε άλλο συγκείμενο και με διαφορετικά υπονοήματα. Όπως συμβαίνει με το σύνολο των σημασιολογικών μεταβολών, τις περισσότερες φορές δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε το σημείο αφετηρίας μιας αλλαγής, αλλά νιώθουμε απλώς ικανοποιημένοι όταν μπορούμε να απεικονίσουμε τη μετέπειτα εξέλιξη.

Η ενασχόληση με τις τάξεις των σημασιολογικών μεταβολών, κυρίως δε με τη δείνωση, καθιστά απαραίτητη μια διασάφηση. Η παραδοσιακή εικόνα των αλλαγών σημασίας βασιζόταν στην απατηλή εντύπωση ότι κατά κάποιον τρόπο η νεότερη σημασία προέρχεται ή εκπηγάζει από την προηγούμενη ή ότι η παλαιότερη σημασία μετατρέπεται στη νέα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί. Αμφότερες οι σημασίες πρέπει να είναι διαθέσιμες στην ίδια γλωσσική κοινότητα υπό τον όρο τής ομοχρονίας, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες που ευνοούν κάποια αλλαγή.

Η αρχή αυτή είναι διαυγέστερη όταν εξετάζουμε τη σημασιολογική αλλαγή φράσεων, όχι απλώς λέξεων. Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα δείνωσης:

Η φράση έφαγε της χρονιάς του σήμερα σημαίνει «ξυλοκοπήθηκε άγρια». Εντούτοις, η αρχή της δεν ήταν κακόσημη. Τα σώματα κειμένων δείχνουν ότι αρχικώς αναφερόταν σε κάποιον ο οποίος έφαγε από τις προμήθειες που είχε αποθηκεύσει εκείνη τη χρονιά. Είναι φανερό ότι, αφού οι εν λόγω προμήθειες ήταν προϊόντα εποχής, υπήρχαν σε αφθονία, επειδή ο σκοπός τους ήταν να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του έτους. Η χρήση τής φράσης με τη σημασία «ξυλοκοπήθηκε» ήταν στην αρχή ευφημιστική, δηλαδή αποσκοπούσε στην απόδοση δυσμενούς σημασίας με λεκτικά μέσα που δεν είχαν χρωματιστεί ως κακόσημα.

O δίαυλος αλλαγής τής σημασίας συνδέεται άρρηκτα με το περιβάλλον επικοινωνίας, όχι μόνο το συγκειμενικό, αλλά το ευρύτερο. Ο ομιλητής χρησιμοποιεί τη λέξη ή τη φράση με άλλη σημασία, επειδή αυτό υπηρετεί τα αξιώματα της επικοινωνίας. Σε αυτά περιλαμβάνεται επίσης η επιθυμία τού ομιλητή για πρωτοτυπία και εκφραστικότητα, ειδικά όταν νιώθει ότι τα διαθέσιμα μέσα έχουν υποστεί κατά κάποιον τρόπο κορεσμό.

Για να παραμείνουμε στο εννοιακό πεδίο τού «ξυλοκοπήματος», η φράση τον έκανα του αλατιού «τον έδειρα» δεν ήταν εξ αρχής κακόσημη. Φαίνεται ότι αφετηρία της υπήρξε η συνήθεια να κοπανίζουν το μπαγιάτικο ή σκληρό κρέας (κυρίως στα στρατόπεδα του 19ου αιώνα), για να μαλακώσει, ώστε στη συνέχεια να αλατιστεί. Το κοπανισμένο κρέας ήταν πλέον του αλατιού, κατάλληλο για αλάτισμα. Αυτή η κοινή εικόνα προσέδιδε στον λόγο ευφυΐα και πρωτοτυπία, όταν μεταφερόταν στην απόδοση του ξυλοκοπήματος.

Το περιβάλλον δεν είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Οι ομιλητές τείνουν να αξιολογούν τον τρόπο επικοινωνίας, τον δικό τους και των άλλων, και να αντλούν συμπεράσματα για τη γλώσσα. Σε αρκετές περιπτώσεις η άποψή τους για άλλους ομιλητές επηρεάζει τις λέξεις, όπως το επίπεδο των κατοίκων επηρεάζει την εικόνα μιας περιοχής.

Στην περίπτωση των λέξεων dilettante (ιταλ.), amateur (γαλλ.) και ερασιτέχνης αυτός ακριβώς είναι ο λόγος τής σημασιολογικής δείνωσης. Οι πηγές δείχνουν ότι οι λέξεις αυτές αναφέρονταν σε κάποιον που εκδήλωνε πραγματική αφοσίωση σε κάτι, αν και δεν το ασκούσε ως επάγγελμα, αποτελούσε δε ενασχόληση των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Βαθμηδόν οι ομιλητές άρχισαν να αντιδιαστέλλουν τέτοιες ασχολίες προς την ειδική επιστημονική γνώση των ειδημόνων. Τελικά, ερασιτέχνης αποκλήθηκε, όχι πλέον ο εραστής τής τέχνης, αλλά κυρίως ο ανειδίκευτος, ο άπειρος, ο μη ειδικός.

Οι όροι αγαθός και αθώος, μολονότι δεν έχουν χάσει τις αρχικές σημασίες τους, έφθασαν στη Νέα Ελληνική να δηλώνουν επίσης τον «ανόητο» ή «εύπιστο» άνθρωπο, πράγμα που κινείται παράλληλα προς τη δείνωση σημασίας την οποία υπέστησαν οι γαλλικές λέξεις innocent «αθώος – ανόητος» και bonhomme «καλός, καλοκάγαθος – ανόητος, εύπιστος». Στην ίδια κατηγορία ανήκει η λέξη κρετίνος «ηλίθιος», η οποία ανάγεται στο γαλλ. crétin, που δύσκολα αποκαλύπτει την καταγωγή του από το υστερολατινικό christianus (< ελνστ. χριστιανός).

Χαρακτηριστική περίπτωση σημασιολογικής χειροτέρευσης αποτελεί η αγγλική λέξη gay, η οποία επί αιώνες σήμαινε «πρόσχαρος, ζωηρός, εύθυμος» και ώς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δινόταν συχνά ως προσωπικό όνομα. Η αλλαγή σημασίας της ξεκίνησε από την αργκό των φυλακών, όπου η φράση gay cat σήμαινε «νεαρός αλήτης που τον εκμεταλλεύεται (συχνά σεξουαλικά) άλλος εμπειρότερος» και κατόπιν «νεαρός ομοφυλόφιλος», πράγμα που οδήγησε στη γενίκευση της σημασίας «ομοφυλόφιλος» (Webster’s Dictionary of Word Histories, Springfield Mass., 1992). Η επικράτηση της σημασίας αυτής είχε ως αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί εντελώς η ιστορικά κληρονομημένη χρήση «εύθυμος, ζωηρός», η οποία σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια από τον μέσο ομιλητή χωρίς σοβαρή παρεξήγηση.

Ιδιαίτερα επιρρεπή στη σημασιολογική δείνωση είναι τα λεξικά δάνεια. Αυτό δεν οφείλεται σε εγγενή κατωτερότητα των δανείων ούτε υπάρχει τίποτε το «χυδαίο» στη χρήση λέξεων ξένης προελεύσεως. Εντούτοις, το λεξικό δάνειο δεν μεταφέρει στην αποδέκτρια γλώσσα τις σημασιολογικές και μορφολογικές συνάψεις (γλωσσολογικώς, τις παραδειγματικές και συνταγματικές σχέσεις) που είχε στη γλώσσα προελεύσεως (φαινόμενο κλεψύδρας). Αυτό καθιστά τέτοια δάνεια επιρρεπή σε επανερμηνεία με βάση κυρίως τη φωνητική ομοιότητα.

Η λέξη παλάβρα είναι ισπανοεβραϊκής προελεύσεως και αρχικά σήμαινε, όπως και στα Ισπανικά, «λέξη, λόγος». Η ισπανοεβραϊκή γλώσσα (λαντίνο) αποτελούσε επί μακρόν lingua franca κατά τις εμπορικές συναλλαγές στην προπολεμική Θεσσαλονίκη (ακόμη και εκτός των σεφαραδίτικων κοινοτήτων) και έτσι η λέξη παλάβρα πέρασε στην Ελληνική. Στην αποδέκτρια γλώσσα, όμως, η ισχυρή παρετυμολογική επίδραση του ήδη μεσαιωνικού επιθέτου παλαβός (λόγω φωνητικής ομοιότητας) κινητροδότησε τη σημασιολογική δείνωση και έτσι σήμερα η λέξη παλάβρα έφθασε να σημαίνει «τρέλα», το δε παράγωγο παλάβρας έγινε συνώνυμο του παλαβός.

Όταν ένα λεξικό δάνειο ανταγωνίζεται μια λόγια λέξη, είτε επανεισηγμένη είτε νεόπλαστη, η σημασιολογική δείνωση μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος, αν το δάνειο συνδέεται με τη λαϊκή γλώσσα. Επειδή το ξένο λαϊκό δάνειο είναι φυσικό να έχει ευρεία χρήση, πιθανόν να αποφεύγεται στον γραπτό λόγο, ο οποίος στην εποχή μας αποκτά αυξανόμενη σπουδαιότητα. Ως εκ τούτου, ο μέσος ομιλητής ίσως αρχίσει να παίρνει αποστάσεις. Αυτή είναι πολλές φορές η αφετηρία διαφόρων μειωτικών χρήσεων. Επί παραδείγματι, τα λεξικά δάνεια λούστρος, χαμάλης, τενεκές, χασάπης, αν χρησιμοποιηθούν ως προσφωνήσεις, αποκτούν ευθύς αμέσως μειωτικό χαρακτήρα (π.χ. λούστρο! χαμάλη! τενεκέ! χασάπη!), τον οποίο δεν έχουν οι λόγιες αντίστοιχες: στιλβωτής, μεταφορέας, λευκοσίδηρος, κρεοπώλης.

Ο Δ. Τομπαΐδης προβάλλει την αντίρρηση ότι η αποδοχή αυτής της εξήγησης θα οδηγούσε στην άποψη πως «η γλώσσα των ανώτερων τάξεων μπορεί να ρυθμίζει τις σημασίες ή τις αποχρώσεις των σημασιών που παίρνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται από το λαό» (Λεξιλογικά τής Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1998, σελ. 35). Αν και η αντίληψη του άνωθεν (von oben nach unten) καθορισμού των σημασιών δεν είναι ίσως ελκυστική, το ειδικό βάρος στην πλάστιγγα φέρει η χρήση ή η σημασία που κερδίζει κύρος στους ομιλητές. Μολονότι αυτή δεν γέρνει πάντοτε προς την πλευρά των ανωτέρων τάξεων, η εισαγωγή λόγιων όρων ή η υιοθέτηση αρχαίων σε αντικατάσταση λεξικών δανείων ώθησε, την εποχή τού καθαρισμού, αρκετές ξένες λέξεις σε σημασιολογική χειροτέρευση.

Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

Η λέξη χάλι προέρχεται από το τουρκικό hal, το οποίο σημαίνει απλώς «κατάσταση» (χωρίς μειωτικό χαρακτήρα). Η επανεισαγωγή τής λέξης επίσκεψη ώθησε τη λαϊκή βίζιτα (δάνειο από την Ιταλική) στη μειωτική σημασία «επίσκεψη πόρνης». Οι λέξεις μαντάτο (λατ.) και χαμπέρι (τουρκ.) δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ίδιο συγκείμενο με τη λέξη είδηση (π.χ. η φράση πήρα τα μαντάτα / τα χαμπέρια δηλώνει ότι κάποιος έμαθε μάλλον άσχημα νέα, πράγμα που δεν αποδίδεται από την αντίστοιχη φράση πήρα / έλαβα τις ειδήσεις).


Η σημασιολογική δείνωση είναι μέρος τού συνόλου των αλλαγών σημασίας, που αποτελούν το πλέον δυσπρόσιτο αντικείμενο έρευνας της ιστορικής γλωσσολογίας. Η ανακάλυψη κανονικοτήτων ή γενικών τάσεων δεν είναι εύκολη, επειδή πάντοτε υπάρχουν αντιπαραδείγματα που φαίνεται να ακυρώνουν την ομαλή ταξινόμηση. Αντί να κατονομάσει την αλλαγή, ο ιστορικός γλωσσολόγος πρέπει ίσως να αρκεστεί να την ερμηνεύσει, αναζητώντας τον παράγοντα που φέρει το ειδικό βάρος και κυριαρχεί στην επικοινωνία. Και στην επικοινωνία οι ερωτήσεις ποιος, σε ποιον, πώς και γιατί έχουν τον βαρύνοντα ρόλο.

Σημείωση: Προστέθηκαν μερικές λέξεις από τις πηγές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο.

13/3/07

Η σημασιολογική δείνωση

Προς το τέλος τής ζωής του ο Βασιλιάς τής Αγγλίας Ιάκωβος Β΄ (King James II, 1633-1701) επισκέφθηκε τον τόπο όπου γίνονταν οι εργασίες για την αποκατάσταση του καθεδρικού ναού τού Αγ. Παύλου στο Λονδίνο. Ο ναός είχε καταστραφεί ολοσχερώς από την πυρκαγιά τού 1665 και επανασχεδιάστηκε με βάση το αναγεννησιακό πρότυπο που κυριαρχούσε τότε. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος, καταφανώς ευχαριστημένος από τη νέα μορφή τού κτηρίου, το χαρακτήρισε amusing, awful and really artificial.

O σύγχρονος αναγνώστης δύσκολα θα συμπέραινε ότι ο βασιλιάς έφυγε ευδιάθετος! Οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα ταίριαζαν ίσως σε φουτουριστικό θέατρο, οπωσδήποτε όχι σε μεγαλοπρεπή λατρευτικό χώρο. Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι οι ακροατές τού Βασιλέως Ιακώβου δεν παρεξηγήθηκαν από τα σχόλιά του. Στον καιρό τους τα λόγια του σήμαιναν ότι ο ναός ήταν «ευχάριστος, αξιοσέβαστος, πραγματικό καλλιτέχνημα», όχι «ευτράπελος, απαίσιος και στην πραγματικότητα τεχνητός /ψεύτικος»…

Η ιστορία των λέξεων αποδεικνύει σαφώς ότι habent verba fata sua… Καθώς βυθιζόμαστε στον ιστορικό χρόνο αναζητώντας πληροφορίες για τη χρήση και τη σημασία των λέξεων, ενίοτε διαπιστώνουμε ότι αρκετές από αυτές μοιάζουν με οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς. Λόγω της απουσίας αξιόπιστων κειμένων ή άλλων αναφορών, πολλές φορές δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε την αιτία τους ή να προχωρήσουμε σε κάποια αληθοφανή εικασία για την αφετηρία τους.

Στις μείζονες ταξινομήσεις των σημασιολογικών μεταβολών τού 20ού αιώνα (M. Bréal, G. Stern, S. Ullmann κ.ά.) βρίσκει πάντοτε θέση η κατηγορία που αποκαλούμε δείνωση ή χειροτέρευση (αγγλ. pejoration, γερμ. Pejorisierung ή Verschlechterung). Με αυτόν τον όρο κατονομάζονται οι αλλαγές σημασίας που δηλώνουν μείωση του κύρους ή της αξίας τού αντικειμένου αναφοράς και συνεπάγονται υποβάθμισή του. Ως αποτέλεσμα, λέξεις που κατά το παρελθόν θεωρούνταν εύσημες από τους ομιλητές τείνουν τώρα να αποφεύγονται στο ίδιο γλωσσικό περιβάλλον ή συγκείμενο.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση της σύγχρονης γλωσσολογίας ότι οι μεταβολές σημασίας δεν υπόκεινται σε αυστηρά καθορισμένη κανονικότητα. Εξαιτίας τής φύσεως του λεξιλογίου, οι δυνατές αλλαγές είναι ουσιαστικά απεριόριστες, διότι δεν υφίστανται τους περιορισμούς συνδυασμού (ή υποκατηγοριοποιήσεως, κατά τον γλωσσολογικό όρο) των φωνημάτων και των μορφημάτων, οι οποίοι επικαθορίζουν τις φωνολογικές και μορφολογικές μεταβολές. Επιπλέον, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι οι αλλαγές αντιλήψεων των ομιλητών αφ’ ενός και η αλλαγή τής χρήσεως ή της σύστασης των αντικειμένων αναφοράς αφ’ ετέρου είναι σε θέση να επιφέρουν μετατόπιση του σημασιολογικού φορτίου με τρόπο που δεν μπορεί εύκολα να ταξινομηθεί. Εν ολίγοις, για να εξηγήσουμε γιατί μια λέξη έγινε κακόσημη (pejorative), χρειάζεται να γνωρίζουμε τι συνέβη στο γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον της.

Σε αυτό και στο επόμενο άρθρο θα επιχειρήσω σύντομα να παρουσιάσω δύο αιτιολογικούς παράγοντες που φαίνεται να ευνοούν ή να κινητροδοτούν (motivate) τη σημασιολογική δείνωση. Οι εν λόγω παράγοντες είναι (α) συγκειμενικοί (contextual) και (β) εξωγλωσσικοί (linguistic-external).

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα:

Ένα σπίτι που επί πολλές δεκαετίες εθεωρείτο επαρκές και ικανοποιητικό σιγά-σιγά υφίσταται τις συνέπειες του χρόνου. Ακόμη, η γειτονιά του αρχίζει να υποβαθμίζεται επειδή κατοικίες που μαρτυρούν χαμηλό βιοτικό επίπεδο οικοδομούνται στην περιοχή, η οποία βαθμηδόν χάνει το κύρος ή την αίγλη που άλλοτε είχε.

Οι λέξεις δεν αποτελούν αυτόνομες νησίδες, αλλά είναι οργανωμένες σε σύνολα παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων, τα οποία συχνά αποκαλούνται ακτινωτά δίκτυα (radial networks). Ενώ ο πυρήνας τής λεξικής σημασίας είναι ευκρινώς προσδιορισμένος, η ασάφεια (fuzziness) των περιφερειακών σημασιών αφήνει περιθώριο για επικάλυψη ή αλληλεπίδραση με αντίστοιχες σημασίες άλλων λέξεων. Τελικά, η αλλαγή στη χρήση ενός στοιχείου τού ακτινωτού δικτύου ενίοτε προκαλεί αλυσιδωτή αντίδραση που παρασύρει ένα ή περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη.

Επί παραδείγματι, η αγγλική λέξη undertaker σήμαινε «αυτός που αναλαμβάνει συγκεκριμένο έργο, εργολάβος». Ωστόσο, η συχνή χρήση της στη φράση funeral undertaker «εργολάβος κηδειών» περιόρισε την παρουσία της αποκλειστικά σε αυτό το συγκείμενο. Τελικά, η λέξη έφθασε να σημαίνει αποκλειστικά «νεκροθάφτης, εργολάβος κηδειών».

Μερικές φορές, η απόδοση αρνητικής σημασίας είναι υπόρρητη (implicit) και ο ακροατής την εκλαμβάνει ως τέτοια από το συγκειμενικό περιβάλλον. Αν η χρήση ενός όρου περιοριστεί σε περιβάλλον με συσσωρευμένα αρνητικά υπονοήματα (implicatures), η σημασιολογική δείνωση είναι επί θύραις. Παραδείγματος χάριν, η χρήση τής αγγλικής λέξης notorious «αξιοσημείωτος» σε συγκείμενο με αρνητικά υπονοήματα (όπως μαρτυρούν τα σώματα κειμένων τής Αγγλικής) οδήγησε στη σημασία «αξιοσημείωτος για κάτι κακό, περιώνυμος για άσχημο λόγο» και η λέξη έφθασε να σημαίνει «διαβόητος» (όπως ακριβώς και η ελληνική λέξη διαβόητος «διάσημος, φημισμένος» > «πασίγνωστος για άσχημο λόγο, κακόφημος»).

Η επίδραση άλλων μελών τού ακτινωτού δικτύου είναι εμφανής στο γερμανικό ουσιαστικό Dirne, το οποίο τον 15ο αιώνα σήμαινε «νεαρή υπηρέτρια», έννοια που αποδιδόταν επίσης από τις λέξεις Dienerin και Magd. Βαθμηδόν, οι λέξεις αυτές απορρόφησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη σημασία και ώθησαν τον όρο Dirne στην κακόσημη δήλωση της «πόρνης», η οποία υπήρχε ήδη ως ευφημιστική περιφερειακή χρήση. Σήμερα η λέξη Dirne σημαίνει αποκλειστικά «πόρνη».

Σε ορισμένες περιπτώσεις η κινητροδότηση μπορεί να είναι εξωγλωσσική, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω, αλλά η αλυσιδωτή αντίδραση συγκειμενική. Αυτό συμβαίνει συχνά με όρους που αποδίδουν την έννοια «αποχωρητήριο».

Η αρχαία λέξη απόπατος θεωρήθηκε πολύ εκφραστική και ίσως προσβλητική για δημόσια χρήση. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για νέες σημασίες στις λέξεις αποχωρητήριο, μέρος (οι οποίες αρχικώς δεν σήμαιναν «τουαλέτα»), η δε λέξη καμπινές κρίθηκε ακατάλληλη για να εκφράσει αυτό που δήλωναν λιγότερο περιγραφικά η γαλλική λέξη τουαλέτα και η ιταλική λέξη μπάνιο (αν και αντιδάνειο). Οι λέξεις αυτές, επειδή δήλωσαν άλλο είδος υγιεινής από τη λεκάνη τουαλέτας (που σήμαινε η λ. καμπινές και κρίθηκε, ως εκ τούτου, χυδαία για δημόσια συζήτηση ή για ερώτηση πληροφορίας), βαθμηδόν κυριάρχησαν εν σχέσει με τα υπόλοιπα συνώνυμα. Η στάθμιση του βαθμού ευγένειας γίνεται εύκολα, όταν ο ομιλητής πρέπει να αποφασίσει ποιον όρο θα χρησιμοποιήσει σε δημόσια ερώτηση πληροφορίας, όπως: παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε πού είναι το μπάνιο/η τουαλέτα/ο καμπινές/το λουτρό/το μέρος κ.τ.ό…;

Ότι η τάση αυτή αποτελεί κοινό κτήμα και άλλων γλωσσών είναι φανερό από αντίστοιχους όρους τής Αγγλικής. Η φραστική λέξη Water Closet (W.C.) άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ελλιπώς ευγενής όρος, πράγμα που προκάλεσε αλυσιδωτή αντίδραση στο ακτινωτό δίκτυο και έφερε στην επιφάνεια διαδοχικώς τα ουσιαστικά lavatory «λουτρό», κατόπιν bathroom «μπάνιο» και restroom «δωμάτιο ανακούφισης (!)» (κυρίως στις Η.Π.Α.). Το γαλλικό δάνειο toilet (η βασική λέξη στη Βρετανική Αγγλική), ως όρος ξένης προελεύσεως, δεν έφερε τη φόρτιση των γηγενών λέξεων και διατηρήθηκε χωρίς πρόβλημα. Ακόμη και η σήμανση των χώρων επηρεάστηκε, με αποτέλεσμα οι πινακίδες W.C. να αντικαθίστανται σταδιακά από τις λέξεις Gents’ (Gentlemen’s) και Ladies’ (στις Η.Π.Α.).

Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας οδηγεί στον δεύτερο αιτιολογικό παράγοντα της σημασιολογικής δείνωσης, που σχετίζεται, όχι με τη γλώσσα καθ’ αυτήν, αλλά με τη στάση των ομιλητών προς την έννοια ή το αντικείμενο αναφοράς. Για να θυμηθούμε το παράδειγμα του κτηρίου, μια κατοικία μπορεί να υποβαθμιστεί, όχι μόνο επειδή δίπλα της βρίσκονται ελλιπώς συντηρημένα ή φτωχά σπίτια, αλλά και επειδή οι παρατηρητές εικάζουν ότι οι ένοικοι της περιοχής είναι χαμηλού βιοτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Σταδιακά, ολόκληρη η γειτονιά γίνεται κατά κάποιον τρόπο κακόφημη και προσελκύει την προσοχή μόνο με αυτή την ιδιότητα.

Ομοίως, η χρήση ορισμένων λέξεων από/για ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή στάσεις μπορεί να συντελέσει ώστε οι ομιλητές να ταυτίσουν τον όρο με τις εν λόγω ομάδες και να αποφύγουν την περαιτέρω αναφορά.

Με αυτό όμως θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος τού άρθρου.

Σημείωση: Πολλά παραδείγματα αντλήθηκαν από το θαυμάσιο βιβλίο τού Gerd Fritz, Historische Semantik (Stuttgart 1998). Ζητώ συγγνώμη για τους αγγλικούς όρους που συχνά παρεντίθενται, αλλά σκέφτηκα ότι ο αναγνώστης που αναζητεί περαιτέρω βιβλιογραφία θα χρειαζόταν οπωσδήποτε τις λέξεις-κλειδιά.

18/2/07

Εκδήλωση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών προς τιμήν τού καθηγητή Γεράσιμου Ρηγάτου

Ο κ. Γεράσιμος Ρηγάτος, επίκουρος καθηγητής τής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επί εικοσαετία διευθυντής τού νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», έχει πλούσια συγγραφική δραστηριότητα σε τομείς υψηλού γραμματειακού ενδιαφέροντος: ιατρική λαογραφία και πολιτισμός τής ιατρικής.

Έχει εκδώσει δεκάδες βιβλία σχετικά με τη λαϊκή αντίληψη της Ιατρικής και το έργο του βραβεύθηκε το 1989 από την Ακαδημία Αθηνών (Βραβείο Α΄ Τάξεως). Στα έργα του περιλαμβάνεται το Λεξικό Ιατρικής Λαογραφίας (2005), η Ιατρική Παροιμιολογία (2002, β΄ έκδοση), τα Νεοελληνικά Επώνυμα με Ιατρική Προέλευση (1997, β΄ έκδοση), καθώς και το βιβλίο ιατρικών αινιγμάτων Γυάλινος Πύργος – Τρίχινος Φράχτης: Τι Είναι; (2003). Ασχολήθηκε εκτεταμένα με τους παροιμιόμυθους, τα γιατροσόφια, τις επωδές και τη λαϊκή θεραπευτική, στοιχεία που κυριαρχούσαν στη ζωή και την παράδοση κάθε τόπου μέχρι πρόσφατα.

Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών οργανώνει εκδήλωση προς τιμήν τού κ. Ρηγάτου, προκειμένου να στρέψει την προσοχή σε πτυχές αυτού του πολύπλευρου συγγραφικού έργου.

Προσκλήθηκα να μιλήσω σε αυτή την εκδήλωση με σκοπό να μοιραστώ σκέψεις σχετικά με την αξία τής λεξικογραφικής αποθησαύρισης αυτού του υλικού. Οι καθηγήτριες κ. Γκίβαλου και Μαρκαντώνη, ειδήμονες επί των σχετικών θεμάτων, θα ασχοληθούν με τη λογοτεχνική και καθ’ αυτήν επιστημονική αξία αυτού του πολύτιμου συγγραφικού έργου.

Αντιγράφω στη συνέχεια το δελτίο τύπου τής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών με το πρόγραμμα της εκδήλωσης.


Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
σας προσκαλεί σε εκδήλωση προς τιμήν τού μέλους της
ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΡΗΓΑΤΟΥ.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
την Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007 και ώρα 7.00 μ.μ.
στην Αίθουσα «Μιχαήλας Αβέρωφ»,
Γενναδίου 8 και Ακαδημίας, 7ος όροφος.

Για το έργο τού Γεράσιμου Ρηγάτου θα μιλήσουν:

Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου
Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
τού Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. τού Πανεπιστημίου Αθηνών


Μαρία Μηλίγκου-Μαρκαντώνη
Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας τής Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών

Θεόδωρος Μωυσιάδης
Διδάκτωρ Γλωσσολογίας, Κέντρο Λεξικολογίας

Πεζογραφήματα του τιμωμένου θα αποδώσει η Ελένη Φραγκούλη, ηθοποιός.


Προσθήκη: Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με ξεχωριστή επιτυχία σε αίθουσα κατάμεστη από καλλιεργημένους αναγνώστες. Ευχαριστώ προσωπικά όλους όσοι τίμησαν με την παρουσία τους αυτή την εσπερίδα και είχα τη χαρά να τους γνωρίσω από κοντά. Από όσους διατηρούν διαδικτυακό ιστότοπο θέλω να μνημονεύσω τον αγαπητό μου Φοινικιστή, που βαθύτατα εκτιμώ, και τον φιλόλογο/σχολικό σύμβουλο Μπάμπη Δερμιτζάκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε εδώ και είκοσι χρόνια. Το κείμενο της εισήγησής μου είναι τώρα διαθέσιμο (Γλώσσα και αποταμιευμένη σοφία).

9/2/07

Ετυμολογικοί μετεωρισμοί

Κριτική στο άρθρο τού Χρίστου Δάλκου,
«Η ενδοσυγκριτική μέθοδος», 2003, Λεξικογραφικόν Δελτίον 24, 131-159

Εκλεκτός φίλος μού διηγήθηκε αυτή την ιστορία: Επί αρκετό καιρό παρατηρούσε ότι το μικρό του παπαγαλάκι μελαγχολούσε και είχε πάψει να κελαηδάει. Ρώτησε στο κατάστημα όπου το είχε αγοράσει γιατί συνέβαινε αυτό. Του απάντησαν ότι προφανώς το παπαγαλάκι ένιωθε μοναξιά μετά από τόση απομόνωση στο κλουβί του. Ο αγαπητός φίλος σκέφτηκε αμέσως να αγοράσει άλλο ένα, ώστε τα δύο παπαγαλάκια να έχουν συντροφιά. Ο πωλητής τού χαμογέλασε: «Δεν χρειάζεται, κύριε. Απλώς θα βάλετε ένα καθρεφτάκι στη μία πλευρά τού κλουβιού. Το παπαγαλάκι σας θα βλέπει τον εαυτό του και θα νομίζει ότι έχει παρέα». Η συμβουλή εφαρμόστηκε και το κόλπο έπιασε: Το παπαγαλάκι ήταν ευτυχισμένο και άρχισε πάλι να κελαηδάει όπως πρώτα.

Μελετώντας εξονυχιστικά το άρθρο τού κ. Χρίστου Δάλκου «Η ενδοσυγκριτική μέθοδος», λυπήθηκα βλέποντας πόσο μπορεί κάποτε να πλανηθούμε αν αφουγκραζόμαστε απλώς τον ήχο τής δικής μας φωνής και νομίζουμε ότι η επιστήμη ομονοεί με εμάς. Ο κ. Δάλκος, φιλόλογος απεσπασμένος στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων τής Ακαδημίας Αθηνών, επιχειρεί να αναπροσανατολίσει την ετυμολογική έρευνα ισχυριζόμενος ότι η λεξιπλασία «εντός μιας και της αυτής γλώσσας» οδηγεί στις ίδιες τις ρίζες τής γλωσσογενετικής διαδικασίας. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αποκαλούμενη ενδοσυγκριτική μέθοδος ανατρέχει «σε εναλλακτικούς τύπους (ή αλλοτύπους) των λέξεων, και, βάσει των παρατηρουμένων φωνητικών εναλλαγών, αναζητά τον πρωτογενέστερο [sic] τύπο και το πιθανό νόημά του μες στον κορμό τής καθ’ όλου ελληνικής».

Μολονότι είναι προφανές ότι το άρθρο γράφτηκε με καλή πρόθεση και, κάποτε, έμπνευση, η σκέψη τού συντάκτη τείνει συνεχώς να ξεστρατίζει από την επιστημονική μέθοδο. Ο κ. Δάλκος έχει επινοήσει δικό του σύστημα περιγραφής των φωνητικών και μορφολογικών αλλαγών και μοχθεί να συμμορφώσει τα δεδομένα που του αντιστέκονται. Τα λογικά και χρονολογικά άλματα είναι άφθονα και κορυφώνονται στη βασική σκέψη τού συγγραφέα, ότι «του πρωτοελληνικού υποστρώματος συνέχεια αποτελεί η νέα ελληνική γλώσσα, μέχρι τα τέλη τού 19ου αι. μ.Χ. τουλάχιστον» (σ. 148). Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας ηγεμονεύει σε ολόκληρο το άρθρο και, παρ’ όλο που ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι δεν εκφράζεται έτσι η communis opinio, παραθεωρεί οποιαδήποτε αντεπιχειρήματα και την ογκώδη βιβλιογραφία που τα στηρίζει. Συχνά ο λόγος του μοιάζει με κάποιον που απλώς γοητεύεται ακούοντας τον αντίλαλό του―και λυπούμαι για αυτό.

Θα διατυπώσω τώρα ορισμένες γενικές κρίσεις για τον τρόπο γραφής τού άρθρου και το πλαίσιο στηρίξεώς του. Κατόπιν θα αναφερθώ σε επί μέρους ζητήματα που εξελέγχουν την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του. Προσημειώνω ότι, αν και σέβομαι την έρευνα και τον κόπο τού κ. Δάλκου, κρίνω όμως ότι επέλεξε εντελώς παραμορφωτική οπτική γωνία. Ως ενδείξεις τής κρίσης μου αυτής παρακαλώ να θεωρηθούν τα ακόλουθα σημεία:

1. Η αναφορά στη γλωσσική αλλαγή είναι καθ’ ολοκληρίαν ξένη προς τη γλωσσολογικά εδραιωμένη έρευνα.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στο φωνούν υποκείμενο, ώστε να μην αντιμετωπίζονται σαν μηχανικές οι φωνητικές μεταβολές. Εντούτοις, κατόπιν αδικεί το σωστό αυτό δίδαγμα της γλωσσολογίας, όταν αποδίδει το φαινόμενο του τσιτακισμού στην «απουσία δοντιών από τους υπερήλικες» (σ. 133). Στη συνέχεια, χάνει τόσο τον προσανατολισμό του, ώστε διακινδυνεύει το συμπέρασμα ότι οι νωδοί γέροντες μετέδωσαν την ατελή προφορά τους στις νεότερες γενεές, οι μεταναστεύσεις των οποίων οδήγησαν στο «φαινόμενο της διαφοροποίησης των centum και satem γλωσσών». Εν τέλει, το κείμενο παρασύρεται από τον εαυτό του και θεωρεί ότι η νωδή ή λειψή / ψευδή προφορά των γερόντων ερμηνεύει τις εναλλαγές τού τύπου φ-χ, φ-θ, χ-θ, β-γ, γ-δ.

Ο ρόλος τού υποκειμένου στη γλωσσική αλλαγή διερευνάται σωστά όταν ξέρουμε πού να κοιτάξουμε και πώς να το εξακριβώσουμε. Δυστυχώς, ο συγγραφέας δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψιν τις θεμελιώδεις επί του θέματος εργασίες, όπως του W. Labov για τη διάλεκτο της Ν. Υόρκης ή του ζεύγους Milroy για τη διάλεκτο του Μπέλφαστ, που αποτελούν λίθο ακρογωνιαίο για κοινωνιογλωσσολογική ανάλυση. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι καμμία μεταβολή δεν συμβαίνει αν δεν αποκτήσει κύρος στη γλωσσική αντίληψη της κοινότητας. Στην πραγματικότητα, τα νήπια είναι οι φορείς τής πλέον ατελούς προφοράς και συχνά χρειάζεται να περάσουν μερικά χρόνια, ώστε να συμμορφωθούν προς τη νόρμα. Όμως η ομιλία τους δεν θεωρείται πρότυπος λόγος.

Η τοποθέτηση των νωδών γερόντων στην αφετηρία αλλαγών τέτοιας κλίμακας είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Θα θέσω μερικές αυτονόητες και ίσως αφελείς ερωτήσεις: Από πού τεκμαίρεται ότι σχεδόν όλοι οι γέροντες έχουν ελλιπή προφορά; Πώς εξακριβώνεται η θέση τής τάξης των ηλικιωμένων σε κάθε κοινωνία που παράγει λόγο; Πώς μπορεί ορισμένη προφορά που οφείλεται σε σωματικό ελάττωμα να θεωρείται υψηλού κύρους σε γλώσσες και κοινωνίες τέτοιου εύρους και με τόση χρονική απόσταση; Πώς ταιριάζει η θεωρία τού φωνούντος υποκειμένου με τον μελετημένο τσιτακισμό, ο οποίος συμβαίνει πάντοτε πριν από πρόσθιο φωνήεν /e, i/; Έπειτα, πώς μπορεί η ίδια παράμετρος να κατευθύνει σε διαφορετική γλωσσική εξέλιξη, όπως συνέβη στη διαφοροποίηση των centum και satem γλωσσών; Και μήπως τελικά αγνοούμε τις φωνητικές έννοιες του τόπου και του τρόπου αρθρώσεως των συμφώνων ―εν τέλει της αρθρωτικής τους συγγένειας― όταν μιλούμε για «εναλλαγή» τους, σαν να επρόκειτο για απλή ποικιλία;

2. Οι ετυμολογικές προτάσεις βασίζονται, ως επί το πλείστον, σε έωλες εικασίες παρά σε τεκμήρια.

Η ισχυρότερη αιτία που ωθεί τον συγγραφέα σε επιστημονικά μετέωρες προτάσεις είναι ότι ομαδοποιεί φαινόμενα μη ομοειδή και αθετεί το κριτήριο της ομοχρονίας. Ως εκ τούτου, αστοχεί σοβαρά όταν συνδέει νεοελληνικούς διαλεκτικούς τύπους με μυκηναϊκές επιγραφές, χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μαρτυρία. Επιπλέον, δεν ελέγχει αν η μορφολογική λειτουργία των λέξεων και ο σχηματισμός των παραγώγων και συνθέτων τους συμφωνεί με την πρότασή του. Εξετάστε τα ακόλουθα παραδείγματα.

Συσχετίζει ετυμολογικά τα αρχ. ρήματα μαλάσσω και μάσσω, υποστηρίζοντας ότι το δεύτερο προήλθε από το πρώτο με σίγηση του –λ-. Ως τεκμήριο προσάγει τύπους τής τσακονικής διαλέκτου, όπως μαάζω, μαάσσω, μαάχω κτλ. Εντούτοις, η λέξη μάζα, που αποτελεί το πιο αξιοσημείωτο παράγωγο του ρ. μάσσω, θα έπρεπε να είχε ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν. Η μάζα (αρχ. μεγαρ. μάδδα) έχει προέλθει από τύπο *μαγ-ja, του οποίου το θέμα μαγ- απαντά στο απαρέμφατο μαγ-ήναι (αόρ. του ρ. μάσσω), ενώ το ρήμα μαλάσσω αναλύεται ως *μαλακ-jω και οδηγεί στο επίθ. μαλακός. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι έχουμε δύο διαφορετικές ετυμολογικές οικογένειες, που ανάγονται σε θέματα μαγ- (πβ. μάγ-μα) και μαλακ- (πβ. μαλακ-ός), τα οποία θα έπρεπε να ερμηνεύσουμε. Δεν είναι σωστό να ξεκινούμε από παράγωγα, αγνοώντας τους τύπους που βρίσκονται στην αφετηρία τού ετυμολογικού πεδίου.

Για τέτοιους και παρόμοιους συσχετισμούς, καθώς και για την ελλιπή τους τεκμηρίωση, ο κ. Δάλκος γράφει:

«Τα συμπεράσματα που βγήκαν για τον πρωτογενή χαρακτήρα λέξεων όπως γρουσσί – χρυσή ή κρανίδα – κσανίδα κ.λπ. δεν βασίζονται σε εξακριβωμένες προγενέστερες γραπτές μαρτυρίες, αλλά στην αναγνώριση ως περισσότερο εύλογης της αντιστοιχίας των στοιχείων αυτών προς τη φύση και την εσωτερική λογική των πραγμάτων» (σελ. 140).


Η θέση αυτή είναι καθ’ ολοκληρίαν άστοχη. Οι μαρτυρίες ζυγίζουν στην ετυμολογική πλάστιγγα απείρως περισσότερο από οποιαδήποτε in vitro εικασία. Για να γεφυρωθεί το κενό ανάμεσα στην ομηρική σανίδα και στο τσακονικό κσανίδα, απαιτούνται μαρτυρίες, όχι φαντασία. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται, η κσανίδα προέρχεται από τον τύπο κρανίδα (που είναι ο κοινότερος στη διάλεκτο), ο δε Αθ. Κωστάκης ετυμολογεί την κρανίδα από τύπο χαραμίδα (Λεξικό τής Τσακωνικής Διαλέκτου, τόμ. 2, Αθήνα 1986, σελ. 143) υποδεικνύοντας έτσι τη σωστή κατεύθυνση. Είναι εντελώς μετέωρη η πεποίθηση ότι το αρχ. σανίς, -ίδος μπορεί να προέλθει από δευτερεύοντα διαλεκτικό τύπο, ο οποίος μαρτυρείται μόνο στη Νέα Ελληνική.

3. Το άρθρο επιχειρεί κατά κόρον συγκρίσεις ανόμοιων φαινομένων.

Ο κ. Δάλκος έχει προσχωρήσει στην ατεκμηρίωτη αντίληψη ότι η προελληνική και η Νέα Ελληνική έχουν όμοια φωνητική συμπεριφορά. Προβαίνει μάλιστα στο εξής παρακινδυνευμένο συμπέρασμα:

«Η σύμπτωση (…) ωρισμένων συμφωνικών εναλλαγών που λαμβάνουν χώραν τόσο στην «προ»ελληνική όσο και στη νεοελληνική, και μάλιστα στις ίδιες λέξεις (…) θα μπορούσε να σημαίνη (…) ότι νέα ελληνική και «προ»ελληνική έχουν την ίδια φωνητική συμπεριφορά» (σ. 144).
Και παρακάτω:

«Αυτού κυρίως του πρωτοελληνικού υποστρώματος συνέχεια, αποτελεί η νέα ελληνική γλώσσα, μέχρι τα τέλη τού 19ου αι. μ.Χ. τουλάχιστον» (σ. 148).


Με αυτή την αφετηρία το άρθρο πραγματεύεται τις συμφωνικές εναλλαγές που μνημόνευσα παραπάνω (μεταξύ β-γ, γ-δ κτλ.), τις οποίες εντοπίζει ακόμη και σε μυκηναϊκές επιγραφές. Επί παραδείγματι, ξεκινώντας από το μυκ. i-ja-sa-ta-: ιάσθαι, εικάζει ότι το -j- είναι συνοδίτης φθόγγος, ο οποίος (παρ’ ότι απών από την κλασική ελληνική) διασώθηκε στα ν.ελλ. γιαίνω, γιατρός, τα οποία παράγει από τύπους υγιαίνω και *υγιατρός. Κατόπιν φθάνει μέχρι του σημείου να παραγάγει το αρχ. ιαίνω από τύπο *γιαίνω < υγιαίνω, ανατρέποντας εντελώς τη σχετική χρονολόγηση των λέξεων.


Τα λεξιλογικά δεδομένα είναι, ωστόσο, τόσο εμφανή, ώστε ακυρώνουν τέτοιους ετυμολογικούς μετεωρόλιθους. Αν θέσουμε ως αρχικό τον τύπο υγιαίνω, που παράγεται από το επίθ. υγιής, τότε προσκρούομε στον μυκηναϊκό τύπο, ο οποίος δεν περιέχει ίχνος υ-. Περαιτέρω, ο τύπος ιαίνω μπορεί να δώσει *γιαίνω [jéno] με ημιφωνοποίηση και συνίζηση, όχι όμως το αντίστροφο. Ο κ. Δάλκος θα έπρεπε να συνεξετάσει τη συμπεριφορά των ημιφωνικών στοιχείων στις λέξεις εορτή > γιορτή, υιός > γυιος, ύαλος > γυαλί κτλ., όπου ο ουρανικός φθόγγος αποτελεί κανονική φωνητική εξέλιξη, όχι αφετηρία. Τέλος, όταν ισχυριζόμαστε ότι ο μυκηναϊκός τύπος υπερπήδησε αιώνες γραπτών τεκμηρίων και εμφανίζεται αίφνης στα μεσαιωνικά και στις διαλέκτους, υποσκάπτουμε τα ίδια τα θεμέλια της πρότασής μας.

4. Ο κ. Δάλκος ισχυρίζεται ότι «οι προελληνικές λέξεις δεν πέρασαν στη νέα ελληνική μέσω της αρχαίας, αλλά κατ’ ευθείαν, ότι υπάρχει δηλαδή μια άμεση και άνευ τρίτου ενδιαμέσου σχέση και επικοινωνία (…) μεταξύ προελληνικής και νεοελληνικής» (σ. 148).

Δυστυχώς, το άρθρο δεν μοχθεί καν να ερμηνεύσει ή να στοιχειοθετήσει αυτή την υπόγεια σχέση. Λυπούμαι από καρδιάς που πρέπει να πω ότι, αν στοιχηθούμε πίσω από αυτή τη θέση, μιλούμε για γλώσσα άνευ ομιλητών. Αν οι λέξεις δεν οφείλονται στη λειτουργία τής γλωσσικής συνέχειας, τότε μέσω ποιας οδού μεταδόθηκαν στη Νέα Ελληνική; Ποιοι είναι οι φορείς τής μετάδοσης τέτοιου λεξιλογικού πλούτου; Οπωσδήποτε όχι ο γραπτός λόγος, γνωστός σε ελαχίστους.

Επιπλέον, το άρθρο θεωρεί απόδειξη της ανωτέρω θέσεως ότι ορισμένες αρχαιοελληνικές λέξεις τού καθημερινού λεξιλογίου δεν επιβίωσαν στη Νέα Ελληνική, εν αντιθέσει με άλλες, τις οποίες χαρακτηρίζει «πρωτοελληνικές». Επί παραδείγματι:

● αρχ. σκίμπους, αλλά επικράτησε το κράββατος > κρεβάτι.
● αρχ. όρος, αλλά επικράτησε το βουνός > βουνό.
● αρχ. μέλας, αλλά επικράτησε το μαύρος.

Και πάλι ο συγγραφέας κοιτάζει προς λανθασμένη κατεύθυνση. Οι συγκεκριμένοι αρχ. όροι υποχώρησαν επειδή παρουσίαζαν δυσκολία στην κλίση και στη μορφολογία, ενώ οι αντίστοιχοι ελληνιστικοί (όχι πρωτοελληνικοί) εντάσσονται σε ομαλό μορφολογικό παράδειγμα. Συγκεκριμένα, το αρχ. σκίμπους, σκίμποδος ήταν δύσκολοτερο στην κλίση από το απλό κράβ(β)ατος και το υποκοριστικό του κρεβάτιον > κρεβάτι. Ομοίως το αρχ. όρος (γεν. του όρους, πληθ. τα όρη, των ορέων) θα έμοιαζε αρκετά ασυμμόρφωτο εν συγκρίσει με το ομαλό βουνό. Τέλος, το επίθ. μέλας, μέλανος (θηλ. μέλαινα, μελαίνης, ουδ. μέλαν, μέλανος) είχε ίσως καταντήσει άσκηση κλίσεως εν σχέσει με το ομαλό μαύρος, -η, -ο.

Όταν παραβάλλουμε γλωσσικές λειτουργίες, ζωτικό είναι να βεβαιωνόμαστε ότι έχουμε μελετήσει τους μηχανισμούς αλλαγής και δεν αγνοούμε τα δεδομένα που μπορεί να ακυρώνουν την πρότασή μας. Με βαθιά μου λύπη κρίνω ότι το άρθρο τού κ. Δάλκου εκτρέπεται από την οδό τής επιστημονικής μεθοδολογίας με τρόπο που το καθιστά γλωσσολογικώς ασυνάρτητο. Αυτό προκύπτει, πέραν των άλλων, από την αναφορά του σε ζητήματα γλωσσογονίας, από την εκτίμηση ότι οι γλώσσες μπορούν να κληρονομήσουν ρίζες ή θέματα και όχι πλήρεις λεξικούς τύπους, καθώς και από την υπερβολική έμφαση που αποδίδει στις ηχομιμητικές λέξεις.

Επειδή οι εν λόγω θέσεις συνιστούν σοβαρά γλωσσολογικά ατοπήματα, θα επιχειρήσω να τις ανασκευάσω σε άλλα συναφή άρθρα.


Υποσημείωση:
Για τεχνικούς λόγους δεν κατόρθωσα να γράψω τους αρχαίους τύπους με πολυτονικούς χαρακτήρες. Επίσης, η γραφή Τσακονική διάλεκτος, που χρησιμοποιώ (αντί Τσακωνική), δεν οφείλεται σε παράβλεψη, αλλά σε διαφορετική ετυμολογική αρχή, την οποία έχω αναλύσει και αλλού (υιοθετώντας την πρόταση του Στ. Καρατζά, Les Tzacones, Boston 1976).

28/1/07

Η εικόνα στη γλωσσική αντίληψη


Quid est ergo tempus? Si nemo ex me quaeret, scio;
si quaerenti explicare velim, nescio.
Αυγουστίνος
Για τη συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών η λειτουργία τής γλώσσας είναι δυσεξήγητη. Όπως ένα ρολόι, ξέρουμε ότι λειτουργεί, αλλά μοιάζει σταματημένο όταν το κοιτάξουμε. Επειδή δεν ζούμε εκτός του χρόνου, συνήθως δυσκολευόμαστε να εξιχνιάσουμε την παρουσία του εν δράσει. Στο χωρίο που παρέθεσα, ο Αυγουστίνος το διατυπώνει εύστοχα: «Τι είναι όντως ο χρόνος; Αν κανείς δεν με ρωτάει, το ξέρω· αν θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που ρωτάει, δεν το ξέρω».

Αν και αδυνατούμε να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι ο χρόνος, διότι ζούμε στην παρουσία του, έχουμε ασφαλώς σημειώσει πρόοδο στην παρατήρησή του. Τον υποδιαιρέσαμε σε μετρήσιμες μονάδες, τις οποίες ευκολότερα μπορούμε να χειριστούμε, καθώς αντιστοιχούν στις διανοητικές μας ικανότητες· βλέποντας έναν δείκτη δευτερολέπτων να κινείται, αναφωνούμε: ο χρόνος κυλάει.

Η γλωσσική λειτουργία υψώνει παρόμοια εμπόδια. Επειδή αδυνατούμε να «βγούμε έξω» από τη γλώσσα μας και να την παρατηρήσουμε, είμαστε δε υποχρεωμένοι να τη χρησιμοποιήσουμε για να την περιγράψουμε, ίσως δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε για να εξετάσουμε τη λειτουργία της. Στην περίπτωση του χρόνου επινοήσαμε ή ανακαλύψαμε μια κατηγορία προσπελάσιμη στο αντιληπτικό μας σύστημα. Ο ομιλητής, που βρίσκεται σε παρόμοια θέση, θα έπρεπε ίσως να ξεκινήσει από εκεί: Να εντοπίσει τι είναι αυτό που θέτει όρια στη γλωσσική έκφραση.

Ο γλωσσολόγος πιθανόν να θεωρεί ότι έχει έτοιμη την απάντηση: Όρια στην έκφραση θέτουν π.χ. τα φωνήματα, οι επιτρεπτοί συνδυασμοί μορφημάτων σε ορισμένη γλώσσα, η θέση των όρων τής προτάσεως, η παρουσία ομωνύμων κτλ. Οι κατηγορίες αυτές, επειδή είναι εκ φύσεως πεπερασμένες, προσφέρονται για ανάλυση και περιγραφή. Εντούτοις, παρ’ ότι εξαιρετικά χρήσιμες στη γλωσσολογική έρευνα, φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν το ζήτημα από την πλευρά τού ανατόμου και όχι του χρήστη ή ομιλητή.

Σε αυτή τη θεμελιώδη ανάγκη, δηλ. την οπτική γωνία τού φωνούντος υποκειμένου, επιδίωξε να ανταποκριθεί την τελευταία εικοσαετία ο επιστημονικός κλάδος τής Γνωσιακής Γλωσσολογίας (Cognitive Linguistics). Αφετηρία και στήριγμα του τρόπου σκέψεως που ανέπτυξε είναι η κατανόηση ότι η γλώσσα βασίζεται στην εννοιοποίηση (conceptualisation) της αντίληψης. Απλουστεύοντας όσο γίνεται αυτή τη δήλωση, μπορούμε να τη διατυπώσουμε ως εξής: Οι σωματικές μας εμπειρίες, η αντίληψη του χώρου και ο προσανατολισμός μας σε αυτόν αποτυπώνονται στη γλώσσα και στον τρόπο λειτουργίας της. Αν επιδιώκουμε να βρούμε τα όρια της γλωσσικής έκφρασης, πρέπει αναπόφευκτα να ξεκινήσουμε από εδώ.

Ο άνθρωπος είναι πλασμένος ή δημιουργημένος με ήδη υπάρχουσες δομές, στις οποίες κατόπιν οργανώνεται η εμπειρία και η γλωσσική λειτουργία. Οι πρωταρχικές αυτές δομές, οι οποίες ενυπάρχουν στο γνωσιακό μας σύστημα, έχουν αποκληθεί εικονοσχήματα (image-schemas). Μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με αυλακιές οργωμένου χωραφιού, που είναι έτοιμο για σπορά. Ότι ο άνθρωπος γεννιέται «έτοιμος» για τη γλώσσα, με δεδομένα και ενδιάθετα τα βασικά εικονοσχήματα, υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα αποκτήματα που συνεισέφερε στις γνώσεις μας η γνωσιακή γλωσσολογία. Αν καταπιαστούμε με μερικά βασικά εικονοσχήματα, είναι δυνατόν να αποκτήσουμε πρόσβαση σε σημαντικά στοιχεία τής γλωσσικής λειτουργίας, απροσπέλαστα στην τυπική γλωσσολογική ανάλυση (λ.χ. στην τυπική σημασιολογία των συνθηκών αληθείας).

Σε αυτό το σημείωμα θέλω να προσφέρω ελάχιστες μόνο νύξεις αυτών των όμορφων (ας τα αποκαλέσω έτσι) πορισμάτων τού εν λόγω κλάδου. Θα περιοριστώ μόνο στην αποτύπωση της αντίληψης του χώρου, ελπίζοντας ότι ο αναγνώστης μου θα θελήσει να εμβαθύνει μόνος του σε παρόμοια συμπεράσματα.

Ας εξετάσουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

1. Ανέβηκα στη σκάλα, για να αλλάξω τη λάμπα.
2. Οι βαθμοί του έπεσαν σε αυτό το εξάμηνο.
3. Μη μου υψώνεις τη φωνή!
4. Το βράδυ παρουσίασε ανεβασμένο πυρετό.
5. Όλη την ώρα πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω στον διάδρομο.
6. Η εργασία σας είναι υψηλής ποιότητας.

Αν σας ζητούσα να φέρετε παράδειγμα που να περιγράφει επαρκώς τις έννοιες «πάνω» και «κάτω», ίσως σκεφτόσαστε το πρώτο (ανέβηκα τη σκάλα), δύσκολα όμως τα επόμενα. Εντούτοις, τα παραδείγματα αυτά αποκαλύπτουν την ύπαρξη συστηματικού και απλού εικονοσχήματος, που ενυπάρχει ως σκελετός στη δομή τους.

Ας προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τη δομή αυτή. Στο παράδειγμα (5) ο διάδρομος είναι, πιθανότατα, οριζόντιος· γιατί λοιπόν λέμε ότι πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω; Πώς εννοούμε ότι κάποιος υψώνει (3) τη φωνή; Γιατί αναφερόμαστε μόνο στην ένταση και όχι στο ύψος ή στον τόνο τής φωνής; Έπειτα, είναι απορίας άξιο πώς αντιλαμβανόμαστε τη φράση υψηλής ποιότητας (6). Γιατί όχι μεγάλης ή βαθιάς ή ευρείας ποιότητας;

Προτού δώσουμε την απάντηση, ας προσέξουμε και μερικά αντίστοιχα παραδείγματα από την Αγγλική:

1. I am on top of the situation «Έχω τον έλεγχο της καταστάσεως»
2. That was a low trick «Αυτό ήταν φτηνό (κ. λ. χαμηλό) κόλπο»
3. He is under my control «Είναι υπό τον έλεγχό μου»
4. Keep your voice down, please «Χαμηλώστε τη φωνή σας, παρακαλώ»
5. The province is quite close to sliding into civil war «Η επαρχία είναι στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου (κ. λ. πλησιάζει να γλιστρήσει σε εμφύλιο…)».

Είναι φανερό ότι οι παραπάνω μεταφορές έχουν δομηθεί σε εικονόσχημα με εξαιρετική συστηματικότητα και συνεκτικότητα. Θα αποκαλέσουμε το εικονόσχημα αυτό ΚΑΘΕΤΟΤΗΤΑ (verticality). Η ενδιάθετη αντίληψη της καθετότητας στον άνθρωπο τον υποκινεί να δομεί βασικές έννοιες ανάλογα με τη θέση τους στον κάθετο άξονα. Τώρα δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τη μεταφορά ΤΟ ΠΟΛΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ – ΤΟ ΛΙΓΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩ (στη βιβλιογραφία τα εικονοσχήματα και οι μεταφορές κεφαλαιογραφούνται). Εφόσον ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να κινείται και να δρα όρθιος, είναι λογικό ότι συνδέει την αύξηση με το ύψος και τη μείωση με την πτώση.

Κατά συνέπεια:

Το ηθικό μου ανεβαίνει, αλλά πέφτω σε κατάθλιψη. Ο βαριά άρρωστος μπορεί να βυθιστεί σε κώμα, αλλά δεν θα αφήσω τη γρίπη να με ρίξει κάτω. Παρ’ ότι ανέβηκε το εισόδημά του, τον θεωρώ κατώτερό μου. Δίνω συγχαρητήρια σε φοιτητή για τον χαμηλό αριθμό λαθών που βρήκα στο γραπτό του. Τον ενθαρρύνω: «Συνεχίστε και θα φθάσετε πολύ ψηλά!» Ακόμη και όταν η επιχείρηση κατέρρευσε, εκείνος δεν άφησε τον εαυτό του να ξεπέσει.

Η εγγενής συστηματικότητα αυτών των προτάσεων οφείλεται στο γεγονός ότι επικαθορίζονται από το θεμελιώδες εικονόσχημα της καθετότητας. Αν το ΠΟΛΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ, έπεται ότι και η ευτυχία, η ζωή, η ευημερία, αλλά και ο έλεγχος, η επιρροή συνδέονται με το ύψος. Σε αυτή την απλή εικονοσχηματική βάση οικοδομούνται έννοιες, περίπλοκες μεταφορές και αλλαγές σημασίας.

Επειδή οι πληροφορίες μας για τα εικονοσχήματα προέρχονται από την αίσθηση της όρασης, δικαίως μπορούμε να ονομάσουμε την αντίληψή μας οπτικοκεντρική (visualistic). Αν επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τι ορίζει τη γλώσσα μας, αυτή είναι η καλύτερη αφετηρία που έχουμε στη διάθεσή μας. Όπως έγραψε ο Καντ, «βλέπουμε τον κόσμο, όχι όπως είναι, αλλά όπως είμαστε».

Σημείωση: Τα παραδείγματα σε αυτό το σημείωμα έχουν ληφθεί από τα βιβλία G. Lakoff & M. Johnson, Metaphors We Live By (Chicago 1980) και Z. Kövecses, Metaphor. A Practical Introduction (Oxford 2002), καθώς και από το άρθρο μου «Στρεβλός = Κακός: Ένα γνωσιακό σχήμα μεταβολής σημασίας» (Γλώσσης χάριν, συλλογικός τόμος προς τιμήν τού καθ. Γ. Μπαμπινιώτη, Αθήνα 2008). Περισσότερα στοιχεία υπάρχουν επίσης στο άρθρο μου «Αλλαγές σημασίας στο εικονόσχημα του άξονα. Το παράδειγμα του ρήματος τρέπω» (Πρακτικά τού 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Ιωάννινα 2007, σ. 1057-62, διαθέσιμο εδώ).

19/1/07

Ορθογραφία: Ο απόηχος μιας συζητήσεως

Το 1951 ο Νικόλαος Ανδριώτης ετοίμαζε για έκδοση το περιώνυμο Ετυμολογικό Λεξικό του, που θα αποτελούσε επί πολλές δεκαετίες μοναδικό στο είδος του οδηγό για ετυμολογικά ζητήματα. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σε εποχή που οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες και δαπανηρές, διατηρούσε επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας με τον ηλικιωμένο πια Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που καταπονημένος από τη νόσο Πάρκινσον ζούσε στην Αθήνα, στο περίφημο σπίτι τής οδού Πατριάρχου Ιωακείμ.

Ο Ανδριώτης έστελνε τακτικά στον Τριανταφυλλίδη χειρόγραφα του λεξικού του, προτού τα παραδώσει για εκτύπωση, αποβλέποντας στη γνώμη τού δασκάλου, που «ό,τι άγγιζε το έκανε καλύτερο», όπως του έγραφε. Μολονότι ο Τριανταφυλλίδης εκτιμούσε την ετυμολογική εργασία που επρόκειτο να δει σύντομα φως, φαίνεται ότι ενοχλείτο κάπως από το γεγονός ότι ο Ανδριώτης δεν τηρούσε σχολαστικά την ορθογραφία που είχε συστήσει η Νεοελληνική Γραμματική ήδη από το 1941. Έτσι, στις 17 Ιανουαρίου 1951, σε μακροσκελές γράμμα του ο Ανδριώτης διατυπώνει το παράπονό του και δίνει εξηγήσεις:

(...) Οι παρατηρήσεις σας, παρά τον κάπως σκληρό τρόπο τους, δε με ταράσσουν, όχι μόνο γιατί ξέρω ότι προέρχονται από αγαθή προαίρεση και προς εμένα και προς το έργο, αλλά και γιατί φυσικό είναι να μη συμφωνούμε σε όλα. Εσείς δίνετε βασική σημασία στην αυστηρή εφαρμογή τής ορθογραφίας τής Γραμματικής. Σαν αίρεση σας φαίνεται η παράβασή της. Εγώ, όχι μόνο γιατί δε γράφω ορθογραφικό λεξικό, αλλά και γιατί ξέρω με τι τρόπο συναρμολογήθηκε το ορθογραφικό σύστημα, του δίνω, και με συγχωρείτε γι' αυτό, αξία σχετική, και το ακολουθώ στα κυριώτερα σημεία του, όχι σ' όλα. (...) Λέγοντας ότι η ορθογραφία που εφαρμόζω «μπερδεύει και συγχίζει» υπερτιμάτε το ρόλο τού Λεξικού μου ως ορθογραφικού οδηγού, που δεν είναι. Είναι πρόωρο ακόμα για να οριστή η τελική ορθογραφία μας. Ας μην ορκιζώμαστε λοιπόν σ' αυτή που προτείνει η Γραμματική.

Στον επίλογο του γράμματός του ο Ανδριώτης κλείνει ως εξής:

Πάντως επαναλαμβάνω ότι αν μπορούσαμε να εξετάσουμε προφορικά την κάθε μια περίπτωση, πιθανόν σε πολλές να άλλαζα γνώμη. Μα απ' εδώ πώς να συνεννοηθούμε; Ένα ταξίδι στην Αθήνα ισοδυναμεί για μένα με τη δημιουργία οικονομικού ελλείμματος. Λοιπόν τι θα γίνη; Νομίζω πως μάλλον πρέπει να μείνουν όπως είναι. Στις διορθώσεις θα φροντίσω να είμαι συνεπέστερος στο ορθογρ[αφικό] σύστημα που ακολουθώ, και θα βγάλω ίσως μερικές λέξεις που μπορεί να είναι λιγότερο κοινές από άλλες ή πολύ ξένες. Για τα άλλα μη χολοσκάτε. Όπως κάθε αρνί, θα κρεμαστώ από το πόδι μου. Και ελπίζω πως θ' αντέξη.

Ο Τριανταφυλλίδης απάντησε εκτενώς δύο ημέρες αργότερα. Από το αξιομνημόνευτο γράμμα του είναι επωφελές να σταχυολογήσει κανείς σημεία που ο ίδιος ο Τρ. είχε αριθμήσει, με σκοπό να υποστηρίξει την ορθογραφική ενοποίηση και την ακριβή εφαρμογή των υποδείξεων της Γραμματικής του, η οποία πλέον είχε αποκτήσει κρατική / θεσμική υπόσταση:

2. Λυπούμαι για το σκληρό τρόπο που λέτε. Νόμιζα άλλωστε ότι και εσείς είστε πιο ενήμερος για την ορθ[ογραφία] τής Γραμματικής και μου είχατε δηλώσει άλλωστε ότι θα έπρεπε να την ακολουθήσετε. (...)
3. Την ορθογραφία τής Γραμματικής, εξηγώ στο φυλλάδιό μου με την απάντηση στο Λάκωνα [σ.: εννοεί τον συνεργάτη του στη Νεοελληνική Γραμματική Κλέανδρο Λάκωνα (Καρθαίο)] γιατί νομίζω πως πρέπει να την ακολουθούμε. Εξηγώ εκεί και γιατί την ακολουθώ από την πρώτη μέρα και σε γραφές που τις αποδέχτηκα χωρίς να συμφωνώ. Για τον τρόπο που «συναρμολογήθηκε», όπως λέτε, δεν ξέρω τι έχετε υπόψη σας. (...)
4. Λεξικά ορθογραφικά ή ετυμολογικά ή άλλα είναι έργα που μένουν και που γίνονται οδηγοί για τους πολλούς, όπως γίνεται ήδη με το Λεξικό τής «Πρωΐας» ή άλλα, που διαιωνίζει όσα ορθογράφησε εκεί ο Αναγνωστόπουλος, ενώ η Ακαδημία δεν κηδεμονεύει πια όσα είχαν θεσπιστή τότε στ' όνομά της. (...)
6. Όσα λέτε για τη διαφορά ετυμολογικού και ορθογραφικού λεξικού δεν τα κρίνω σωστά.

Προσθέτει στο γράμμα του το ακόλουθο υστερόγραφο:

Για την ορθ[ογραφία] έκαμα τις παρατηρήσεις μου με την πεποίθηση πως εφαρμόσατε το σύστημα της Γραμματικής, αφού και στο ζήτημα της υποταχτικής θέλατε να την ξαναδιατηρούσατε. Τώρα βλέπω πως και σε άλλα, λ.χ. τη δάσυνση του ισπανικός, είστε συντηρητικός. Καλύτερα λοιπόν να μην ανακατωθώ στο ζήτημα αυτό καθόλου. Θέλετε να περιοριστώ στην υπόδειξη των λημμάτων και των παραπεμπτικών από δευτερώτερα, που κρίνω περιττά; Για την ουσία και τις ετυμολογίες που αναφέρετε (όσα είδα πρόχειρα και στα πεταχτά) είναι πάντα πολύ καλά.

O Ανδριώτης τύπωσε το λεξικό του τον ίδιο χρόνο, ωφελημένος αναμφίβολα από τις υποδείξεις, τους δισταγμούς και, κάποτε, τον έλεγχο του Τριανταφυλλίδη. Το λεξικό, παρά τις ατέλειες και τις ασυνέπειές του, έφθασε να είναι μέχρι τώρα το μόνο αμιγώς ετυμολογικό λεξικό τής Νέας Ελληνικής (με τελευταία την τρίτη του έκδοση, το 1983, όπου περιελήφθησαν αυτόγραφες διορθώσεις τού εκλιπόντος πια Ανδριώτη).


Από τον διάλογο αυτόν μπορούμε, νομίζω, να ξεχωρίσουμε μερικά βασικά ζητήματα που τον καθιστούν επίκαιρο.

Εν πρώτοις, η ορθογραφία ενός λεξικού έχει σημασία. Το επιστημονικό λεξικογραφικό έργο αποτελεί γλωσσικό βοήθημα και έχει το πλεονέκτημα να καλύπτει ολόκληρο το σώμα τής γλώσσας, σε αντιδιαστολή προς τη γραμματική, όπου συνήθως παρατίθενται μόνον επιλεκτικά παραδείγματα. Τώρα που με το πλεονέκτημα της απόστασης ατενίζουμε τη Νεοελληνική Γραμματική (τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη), κατανοούμε πόσους σκοπέλους είχε να αποφύγει και τι είδους αγώνα να διεξαγάγει απέναντι στην εκατέρωθεν προκατάληψη[*]. (Αυτό είχε κατά νου ο Ανδριώτης όταν αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο «συναρμολογήθηκε» η υιοθετηθείσα ορθογραφία.) Και εκτιμούμε, πιστεύω, ότι στη θέση-κλειδί βρέθηκε άνθρωπος σώφρων και νηφάλιος, ο οποίος παραμέρισε ακόμη και προσωπικές προτιμήσεις χάριν της επιστημονικής συνέπειας.

Διερωτώμαι πόσο είμαστε πρόθυμοι να πράξουμε το ίδιο σήμερα. Κάποτε η ίδια η προσωπική προτίμηση μεταμφιέζεται σε επιστημονική συνέπεια, για να την παρουσιάσουμε έτσι στους άλλους και να κερδίσουμε την ομογνωμία τους. Και μερικές φορές αρνούμαστε να αλλάξουμε οπτική γωνία, αμβλυωπώντας όταν άλλοι μας υποδείξουν κενά στον συλλογισμό, στα επιστημονικά δεδομένα ή στα συμπεράσματα που εκθέσαμε.

Ο Τριανταφυλλίδης δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Ήδη στον πρόλογο της γραμματικής του αναγνωρίζει ότι κατά τη σύνταξή της στηρίχθηκε ως επί το πλείστον στους δοκιμότερους συγγραφείς τής δημώδους λογοτεχνίας, από τους οποίους αντλεί (ως είναι φανερό) τα περισσότερα παραδείγματα. Οι γλωσσικές επιλογές εκείνων των σπουδαίων λογοτεχνών τής προπολεμικής πεζογραφίας, όμως, αντανακλούσαν σε ορισμένα σημεία πεπαλαιωμένη δημοτική και δεν υιοθετήθηκαν στο σύνολό τους από τη Νεοελληνική Κοινή, η οποία έπρεπε να καλλιεργηθεί επαρκώς και στον επιστημονικό λόγο. Εκεί η ώσμωση με την καθαρεύουσα, που είχε μακρά ιστορική πορεία στον συγκεκριμένο τομέα, διεύρυνε το πεδίο λειτουργίας τόσο της γραμματικής όσο και του λεξικού, εφόσον αυτά τα έργα φιλοδοξούσαν να αντιπροσωπεύσουν την υπαρκτή γλωσσική κατάσταση.

Η Νεοελληνική Γραμματική συνετέλεσε καθοριστικά στην ενοποίηση της ορθογραφίας και βοήθησε ώστε να διδαχθεί ως κοινό κτήμα στις νέες γενεές. Το επιστημονικό λεξικό, από την πλευρά του, δεν έχει ρόλο απλού εφαρμοστή τής γραμματικής: απεναντίας, αποτελεί εργαλείο έρευνας και ελέγχου των κανόνων της σε κάθε λήμμα. Αντιμέτωπος με το σώμα τού λεξιλογίου ο Ανδριώτης και επισκοπώντας την ποικίλη προέλευση των τύπων, γρήγορα αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν επιστημονικά σωστό να είναι το λεξικό ανακόλουθο με τον τίτλο του και να αθετεί τις ετυμολογικά βέβαιες γραφές. Δεν νομίζω πως υπάρχει ακόμη και σήμερα τρόπος να προσπεράσουμε τις ήδη έκτοτε διαπιστωμένες ασυνέπειες μερικών σχολικών γραφών. Εξήγησα γιατί στο προηγούμενο άρθρο μου.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι πρέπον να «ορκιζόμαστε», όπως σημείωνε ο Ανδριώτης, στο όνομα οποιασδήποτε γραμματικής ή λεξικού. Μόνο που για να αποσύρουμε το χέρι μας από την ορκωμοσία, χρειάζεται να βεβαιωνόμαστε ότι κατέχουμε τα σχετικά θέματα. Ενώ τα επιστημονικά έργα δεν είναι αλάνθαστα, ελλοχεύει διαρκώς ο κίνδυνος του ετυμολογικού ερασιτεχνισμού, αν παραλείψουμε να κατατοπιστούμε σφαιρικά ως προς το ζήτημα που κρίνουμε, αν αμελήσουμε να καταβάλουμε την επίμοχθη προσπάθεια που απαιτείται για να μελετήσουμε το κάθε τι και να μορφώσουμε γνώμη. Αν το ηλεκτρονικό και έντυπο περιβάλλον μοιάζει να ηγεμονεύεται από την ψευδώνυμη γνώση, είναι ίσως επειδή η απερισκεψία αποδεικνύεται ελκυστική και δεν απωθεί μέσω της επιστημονικής βασάνου όποιο ιδεολόγημα μας είλκυσε ή ταίριαξε στις αναζητήσεις μας. Συνεπώς, specta aurum in igne! Όταν χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε προσωπικά κάθε εμπόδιο, εξαίρεση ή τύπο που βασάνισε τους προγενεστέρους, πιθανώς θα είμαστε σε καλύτερη θέση να δοκιμάσουμε τον κανόνα τής γραμματικής ή την υπόδειξη του λεξικού και, οπωσδήποτε, θα έχουμε κάνει σημαντικά βήματα για να καταστείλουμε την αλαζονεία που αμέσως σπεύδει να εκδηλωθεί σε κάθε δημόσιο διάλογο.

Η τελευταία μου παρατήρηση, όχι ασήμαντη πιστεύω, συνδέεται με το ύφος τής συζητήσεως για τα γλωσσικά θέματα. Οι έντονες διαφωνίες και οι βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, στις οποίες κάποιος έχει επενδύσει ψυχικά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λόγια πικρά, παρεξηγήσεις και αλληλοκατηγορίες. Ο Ανδριώτης και ο Τριανταφυλλίδης δεν συμφωνούσαν σε όλα. Όταν ανέκυψαν σοβαρά προβλήματα στη συνεργασία τους, έχει πραγματική αξία να συλλογιστούμε πώς χειρίστηκαν το ζήτημα. Γράφει ο Ανδριώτης:


(...) Και αν τα λόγια μου σας πίκραναν, όπως κ' εμένα τα δικά σας, σκίσετε το γράμμα αυτό και λησμονήστε το, για να εξακολουθήσω να είμαι όπως τώρα περήφανος για τη φιλία μας.

Αναρωτιέμαι πόσο συνειδητοποιούμε ότι μας λείπουν σήμερα χειρονομίες γενναιοφροσύνης και ειλικρινούς παραδοχής όπως αυτή. Αντ' αυτών πληθαίνει η έπαρση και η αυτάρεσκη υπεροψία, που εμποδίζουν κάποιον να παραδεχτεί το σφάλμα του, ενώ συγχρόνως κοιτάζει να αρπαχτεί από κάποια λέξη τού συνομιλητή του, για να συνεχίσει ακώλυτος τον δικό του μονόλογο. Αν δεν έχουμε μέχρι τώρα πραγματικό διάλογο και λύση όποιων ελλείψεων μας άφησε η σχολική ορθογραφία, είναι σε μεγάλο βαθμό επειδή φανήκαμε κακοί συζητητές τους. Και τελείωσα με αυτό από το οποίο ίσως θα έπρεπε να αρχίσουμε...


[*] Επί παραδείγματι, το ζήτημα της γραφής τής αποκαλούμενης υποτακτικής ταλάνισε σοβαρά την επιτροπή συντάξεως. Αρκετοί δημοτικιστές είχαν ταχθεί αναφανδόν υπέρ της ενοποίησης των καταλήξεων και, όταν ο Τριανταφυλλίδης και αργότερα η Γραμματική δεν έστερξαν, διατύπωσαν κατηγορίες για συμβιβασμό και προδοσία. Σε γράμμα του γεμάτο παράπονα ο Πέτρος Βλαστός παρωδεί το καινοδιαθηκικό χωρίο γράφοντας στον Τριανταφυλλίδη: ...όσο βαστάς την υποταχτική δε θα μπεις στη βασιλεία των ουρανών. «Μακάριοι οι ανυπότακτοι, ότι αυτών η βασιλεία των ουρανών!»

Σημείωση: Τα αποσπάσματα από τις επιστολές έχουν ληφθεί από τον τόμο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Αλληλογραφία (φιλολογική επιμέλεια: Π. Μουλλάς, Μ. Βερτσώνη-Κοκόλη, Έ. Πέτκου), 2001, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.

3/1/07

Ας μιλήσουμε για ορθογραφία - Μέρος Γ΄

sine ut sunt, aut non sint?

Στο προηγούμενο άρθρο μου εξήγησα, με όση μπόρεσα σαφήνεια, ότι η σχολική ορθογραφία είχε την αφετηρία της στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Εστίασα επίσης την προσοχή στα τεκμήρια που μαρτυρούν ότι ο σχετικός διάλογος έμεινε ατελής.

Οι μελετητές τής ιστορίας τής γλώσσας αντιλαμβάνονται αμέσως ότι μεγάλος σάλος και ακαταστασία επικρατούσαν στη γραφή τής Νέας Ελληνικής (δημοτικής) πριν από τη ρύθμιση που επέβαλε η Νεοελληνική Γραμματική. Η αναρχία αυτή είχε πολλαπλούς αιτιολογικούς παράγοντες σχετικούς με τη φύση τής ιστορικής ορθογραφίας ή ακόμη και εξωγλωσσικούς (σύντομη επισκόπησή τους στο άρθρο τού Μ. Τριανταφυλλίδη, 1943: «Ορθογραφικά: Αυγό ή αβγό», Νέα Εστία, τόμ. 33, σελ. 303-5). Ότι η σημερινή εικόνα τού γραπτού μας λόγου ριζικά διαφέρει από τη νεφελώδη και άναρχη γραφή εκείνης της περιόδου είναι γεγονός αναντίρρητο. Η ρύθμιση που επιτεύχθηκε χάρις στη Νεοελληνική Γραμματική καθώς και η επέκταση του γραμματισμού συνετέλεσαν στη βεβαιωμένη πρόοδο που παρατηρήθηκε έκτοτε.

Α. Προαπαιτούμενα του διαλόγου

Αν επιδιώκουμε να συμβάλουμε ουσιωδώς στον ορθογραφικό διάλογο, ξεκινούμε από ακατάλληλη αφετηρία όταν φέρνουμε στην επιφάνεια μεμονωμένες λέξεις και αγκιστρωνόμαστε σε αυτές. Για να κρίνουμε σωστά τη σχολική ορθογραφία, πρέπει δίχως άλλο να συζητήσουμε τις θεωρητικές αρχές που τη στηρίζουν. Οφείλουμε περαιτέρω να ελέγξουμε τις αδυναμίες τού συστήματος στους τομείς τής συνέπειας και της αξιοπιστίας. Αν αμελήσουμε την πραγμάτευση των σημείων αυτών με τη σειρά που μνημόνευσα, κινδυνεύουμε να περιγράφουμε μονομερώς πτυχές τού προβλήματος και ίσως φθάσουμε να στοιχηθούμε πίσω από δημοφιλείς απόψεις ή γραφές, έχοντας παραβλέψει το υπόβαθρό τους και παρασυρθεί από την επικράτησή τους.

Σπεύδω να πω, εκ προοιμίου και πιθανόν ως εκ του περισσού, ότι η επιδιωκόμενη αξιοπιστία και συμμόρφωση δεν σημαίνει να στραφούμε στην υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου ή κάποιου είδους φωνητικής γραφής. Τέτοιες ριζοσπαστικές λύσεις, απαράδεκτες για τα Ελληνικά, είχαν προταθεί από παλιά, ήδη από την εποχή τού ορμητικού δημοτικισμού (τις υποστήριξε π.χ. ο Κλέανδρος Λάκων [Καρθαίος], μέλος τής επιτροπής συντάξεως της Νεοελληνικής Γραμματικής), και ακούονται ενίοτε σήμερα που η ξενόγλωσση παιδεία και η διαδικτυακή κυριαρχία ασκούν αυξανόμενη επιρροή. Οι λύσεις αυτές θα ήταν ουτοπικές και αδιανόητες για γλώσσα με τόσο μακρά ιστορία και παιδευτική θέση (βλ. το παλαιό εξαίρετο άρθρο τού καθηγητού κ. Γ. Μπαμπινιώτη, «Το θεωρητικόν υπόβαθρον της ιστορικής ορθογραφίας», ΕΕΦΣΠΑ 23, 1972, σελ. 286-307), θα προκαλούσαν δε ρήγμα στη γλωσσική συνέχεια που χαρακτηρίζει την Ελληνική.

Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έκλεισε, ήδη το 1926, το σχετικό θέμα ως εξής:

«Ορθογραφία φωνητική είναι βέβαια για μας τους σημερινούς Έλληνες ουτοπία, αφού για να την καθιερώσωμε θα έπρεπε πρώτα απέναντι στην αρχαία φιλολογία να υψώσωμε εφάμιλλη μια νέα δική μας και ν’ αλλάξωμε ριζικά την ψυχική μας θέση στο παρελθόν».


Β. Αρχές και ατέλειες της σχολικής ορθογραφίας

Εφόσον η ορθογραφία μας έχει ιστορικό χαρακτήρα και ετυμολογική βάση, κατανοούμε καλύτερα τις αρχές στις οποίες οικοδομήθηκε η ρύθμισή της το 1941. Η Νεοελληνική Γραμματική (σ. 406, § 1079) τις διατυπώνει ως εξής:

1) Δεν είναι δυνατόν να ακολουθήσουμε αλύγιστα την ιστορική αρχή στην ορθογραφία.
2) Το ορθογραφικό σύστημα πρέπει να είναι διδάξιμο, δηλ. προσιτό στους μαθητές με βάση κανόνες συστηματικούς και ευκολομνημόνευτους.
3) Λόγω της θέσεως της αρχαίας φιλολογίας και γλώσσας στη ζωή μας, πρέπει να τηρήσουμε την ιστορική αρχή τής ορθογραφίας μας. «Για πραχτικούς όμως λόγους μπορούμε να μην την ακολουθήσωμε, όσο δεν ερχόμαστε σε άμεση ή σε μεγάλη αντίθεση με την αρχαία ορθογραφία (…) ή όπου αντιστέκονται διδαχτικές ανάγκες επιταχτικές».

Ο Τριανταφυλλίδης αποκάλεσε τη στάση αυτή απλοποιημένη, μεταρρυθμισμένη ορθογραφία, θεωρώντας ότι εναρμονίζει καλύτερα τις αξιώσεις τής ιστορίας με τα δίκαια της ζωής. Ο Κριαράς την ονόμασε συμβιβαστικό ετυμολογικό ιστορισμό.

Παρ’ ότι είναι προφανής η λογική βάση στην οποία εδράζεται αυτό το σύστημα, ευθύς εξ αρχής διακρίνουμε τη ρευστότητα του πεδίου εφαρμογής του. Συγκεκριμένα: Πώς είναι αντικειμενικά δυνατό να διαγνώσουμε ότι μια λέξη απομακρύνεται τόσο από το έτυμόν της, ώστε να την απλογραφήσουμε χωρίς συγχρόνως να προσκρούομε στο πνεύμα τής αρχαίας ορθογραφίας; Πότε η έκταση της ιστορικής αρχής είναι τέτοια, που να οδηγεί σε μονοπαγή αναχρονισμό; Γιατί η α΄ περίπτωση τείνει προς απλογράφηση, ενώ η β΄ είναι μάλλον συντηρητική; Και πότε η παρακολούθηση της ιστορίας τής λέξεως αντιβαίνει στις διδακτικές ανάγκες;

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, φανερό είναι ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια συνταγή αφοριστικά διατυπωμένη, που να χαρακτηρίζει «συνεπές» το δικό μας σύστημα και «ατάκτους» τους αντιγνώμους μας. Στις επιφυλλίδες του, που σχολίασα στα προηγούμενα σημειώματά μου, ο κ. Χάρης υποκεφαλαίωσε ως «σύστημα» αφιστάμενες λεξικογραφικές προτάσεις με εξ ολοκλήρου διακριτή καταγωγή και δεν ανέλυσε την ασυνέπεια που επιχειρούσαν να θεραπεύσουν. Επιπλέον, ξεχώρισε από τον κατάλογο τις πλέον ασυνήθιστες γραφές, παραθεωρώντας άλλες που δεν ξαφνιάζουν τον αναγνώστη και έχουν αξιοσημείωτο μερίδιο χρήσεως. Η πείρα δείχνει ότι αυτός ο χειρισμός ενδέχεται να μας παροδηγήσει, με αποτέλεσμα η κρίση μας, αν και επί σημείων ορθή, να αποδειχθεί συνολικώς άδικη.

Η σχολική ορθογραφία επέλυσε αρκετά από τα προβλήματα που προκαλούσε η προηγούμενη γενική ακαταστασία. Η συστηματοποίηση της γραφής τερμάτων και καταλήξεων ρύθμισε επίσης αποτελεσματικά (πλην ολίγων περιπτώσεων) τη διδασκαλία των σχετικών τύπων. Εντούτοις, η διδακτική πείρα και η αυξημένη γνώση τής ετυμολογίας έφεραν στο φως ορισμένες ατέλειες. Η επισήμανση και διόρθωσή τους δεν αντίκειται στο πνεύμα που εισηγήθηκε ο Τριανταφυλλίδης, αλλά αυξάνει τη συνέπεια και την αξιοπιστία τού συστήματος.

Ο αναγνώστης που συνήθισε άλλο οπτικό ίνδαλμα μερικών λέξεων ίσως ξαφνιαστεί από τη σχολαστικότερη εφαρμογή τής ιστορικής ορθογραφίας. Αυτό αποτελεί σοβαρό σημείο προς συζήτηση. Εύλογα ορισμένοι γλωσσολόγοι επικαλούνται το κριτήριο της χρήσεως, έστω εσφαλμένης, και της καθιέρωσης, έστω εσπευσμένης. Θεωρώ αξιοσέβαστες τις επιφυλάξεις αυτές, φρονώ όμως ότι πρέπει να διατηρούμε τη διαύγεια που θα μας επιτρέψει να συζητήσουμε νηφάλια ποιες διορθωτικές κινήσεις είναι εφικτές και ποιο είναι το υπόβαθρό τους. Η δύναμη της αδράνειας, που συχνά απορρέει από την ισχύ τής κρατικής εκπαίδευσης, ενδέχεται να διαιωνίζει αδικαιολόγητα σφάλματα και να τους παρέχει ερείσματα που δεν δικαιούνται. Η δύναμη της συνήθειας και οι αγλωσσολόγητες αντιδράσεις υποχρέωσαν πολύ νωρίς τον Τριανταφυλλίδη να στέρξει στις ετυμολογικά εσφαλμένες γραφές αυγό, αυτί (αντί αβγό, αφτί) και να τις εντάξει στη σχολική γραμματική. Η πράξη του ήταν πιθανώς συνετή για τα τεταμένα πάθη τής εποχής, αλλά ελπίζω ότι έχουμε αποκτήσει πλέον την ωριμότητα να διορθώσουμε το λάθος.

Όταν (το 1919) ο Γάλλος νεοελληνιστής Hubert Pernot πληροφορήθηκε αυτόν τον αναγκαστικό συμβιβασμό, διαμαρτυρήθηκε στον Τριανταφυλλίδη: Mais il aurait fallu le leur expliquer! (Μα έπρεπε να τους το εξηγήσετε!) Στα σοφά λόγια τού Pernot βρίσκεται ίσως το κλειδί τής λύσεως που ζητούμε. Αντί να υποχωρούμε σε κάθε λανθασμένη γραφή, απλώς επειδή έχει ερείσματα στη χρήση, πιθανώς δεν πρέπει να διστάζουμε ως γλωσσολόγοι να εξηγούμε και να διδάσκουμε, πασχίζοντας να πείσουμε. Αν αστοχήσαμε μέχρι τώρα, ίσως οφείλεται στο ότι αποτύχαμε να πείσουμε ή αμελήσαμε να υποστηρίξουμε όσα γνωρίζουμε ότι είναι σωστά. Χρειάζεται ίσως να αλλάξουμε τον τρόπο αντιλήψεως των δεδομένων και να αναλύσουμε τα ζητήματα από την αρχή.


Γ. Προς συνεπέστερη ιστορική ορθογραφία

Θα επιχειρήσω τώρα να θεμελιώσω τη θέση αυτή, διατυπώνοντας αρχές και επιμερίζοντας σε κατηγορίες τούς συζητούμενους τύπους (διαφωτιστικό είναι επ’ αυτού το σχετικό άρθρο τού κ. Γ. Μπαμπινιώτη στο Βήμα, όπου υποστηρίζονται πειστικά τα δίκαια της ετυμολογικής ορθογραφίας). Διευκρινίζω ότι, όταν αναφέρομαι σε ορισμένη γραφή ως σχολική, εννοώ τύπους που περιέχονται στους Ορθογραφικούς Οδηγούς τής Νεοελληνικής Γραμματικής, τόσο της πλήρους εκδόσεως όσο και της «Μικρής» επιτετμημένης Γραμματικής, ασχέτως αν άλλα σχολικά βιβλία (ή λεξικά) διαφοροποιούνται κατά περίπτωση. Επιπλέον, δεν συζητώ εδώ τις ρυθμίσεις τής σχολικής ορθογραφίας για τη γραφή καταλήξεων και παραγωγικών τερμάτων (σωστές πλην μερικών εξαιρέσεων)· οι παρατηρήσεις μου αφορούν πρωταρχικά στη γραφή των θεμάτων των λέξεων, που αποτέλεσε, όπως σημείωσα, το πιο παραμελημένο κομμάτι τού διαλόγου.

Εν πρώτοις, ο κατηρτισμένος αναγνώστης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η σημερινή σχολική ορθογραφία έχει σε ορισμένες περιπτώσεις ευνοήσει ή καθιερώσει γραφές που χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια και έχει χειριστεί ανομοίως παραπλήσιους τύπους. Επιπλέον, έχει κάποτε επιβάλει γραφές που στηρίζονται σε πεπαλαιωμένη ετυμολόγηση, η οποία σήμερα έχει αναγνωριστεί ως εσφαλμένη. Ίσως κάποιος εκπλαγεί βλέποντας ανάμεσά τους κοινές λέξεις καθημερινής χρήσεως, διότι από την κριτική τού κ. Χάρη αποκόμισε την εντύπωση ότι η ετυμολογική ορθογραφία διδάσκει μόνο μερικές αποκλίνουσες γραφές που έλκουν αμέσως την προσοχή σαν ακραίες. Δεν έχουν καθόλου έτσι τα πράγματα. Εξετάστε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Κανένας απλοποιητικός παράγοντας δεν στηρίζει το αδικαιολόγητο καινούριος (αντί καινούργιος), που η Νεοελληνική Γραμματική (§ 1098) στρυμώχνει ανάμεσα στα ανάριος και στεριά, σαν να πρόκειται για ομοίας τάξεως τύπους. Αν γράψουμε κατεβοδώνω (όπως συνιστά η Γραμματική), αλλά ευοδώνω, προκαλούμε μόνο σύγχυση, δεν απλουστεύουμε. Η λέξη φυσαλλίδα είναι ήδη αρχαία και, αν ακολουθήσουμε τη σχολική γραφή με ένα –λ-, ενώ γράφουμε χρυσαλλίδα (όπως παρατίθεται στην ίδια σελίδα), δεν αποκομίσαμε κανένα όφελος. Οι λέξεις καντήλι και μαντήλι, αν και λατινικής αρχής, γράφονται ήδη από την ελληνιστική εποχή με –ή-. Εντούτοις, για απροσδιόριστο λόγο, η σχολική Γραμματική διαφορίζει το καντήλι (με –ή-) από το μαντίλι (με –ί-). Το ήδη αρχαίο ρήμα στείβω γράφεται λανθασμένα στύβω και με τον τρόπο αυτόν παρασυνδέεται προς τις λέξεις στύφω και στυφός, με τις οποίες ουδεμία ετυμολογική σχέση έχει. Όταν γράφουμε ξεφτιλίζω (αντί του ορθού ξευτιλίζω), αλλά εξευτελίζω, συσκοτίζουμε την άμεση ετυμολογική τους συγγένεια και στερούμε από τον αναγνώστη τη δυνατότητα να την αντιληφθεί αμέσως. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων θα μπορούσε να γίνει αρκετά εκτενέστερος.

Πώς θα ήταν δυνατόν να συστηματοποιηθεί συνεπέστερα η ιστορική ορθογραφία, ώστε να προσκολλάται πιστότερα στην ιστορική αρχή και συγχρόνως να σέβεται το κριτήριο της χρήσης; Οι εξής αρχές θα φανούν οπωσδήποτε χρήσιμες:

● Λέξεις με αναμφισβήτητη ετυμολογική αναγωγή στην αρχαία και ελληνιστική Ελληνική πρέπει να τηρούν την ιστορική τους ορθογραφία.

Ας ξεκινήσουμε με μερικές απλές περιπτώσεις: Τα βεβαιωμένα διπλά σύμφωνα της αρχαίας γλώσσας δεν υπάρχει λόγος να αθετηθούν. Η ορθή γραφή κουκκί (που ανάγεται σε υποκοριστικό τού αρχ. κόκκος) δεν πρέπει να αθετείται με τον ισχυρισμό ότι δεν είναι πια αισθητή η ετυμολογική σχέση μεταξύ ετύμου και παραγώγου (ενώ η σχολική Γραμματική προκρίνει τη γραφή κουκκίδα, που ανήκει στην ίδια κατηγορία). Ομοίως, διατηρούμε τη γραφή κόκκαλο (αλλαγή γένους τού αρχ. κόκκαλος), κακκαβιά (ανάγεται στο αρχ. κακκάβη «χύτρα», σημιτικό δάνειο), γρασσίδι (προέρχεται από το ελνστ. γράσσις «χλόη»), κάππαρη (αρχ. κάππαρις) και ενοποιούμε τις γραφές μαμμά, μάννα και μαμμή (όλες ανάγονται στο ελνστ. μάμμη «μητέρα»). Και δεν θα ήταν ανάρμοστο να γράφουμε κουλλός (από το αρχ. κυλλός), κοκκύτης (από το αρχ. κόκκυ + παραγωγικό επίθημα –ύτης), τιττυβίζω (το οποίο γράφεται έτσι από την εποχή τού Θεοφράστου, 4ος αι. π.Χ.), αλλά και παλληκάρι (από το ελνστ. πάλληξ / πάλλαξ, ομόρριζο του αρχ. παλλακή).

Όταν η ετυμολογική προέλευση είναι βέβαιη, διατηρούμε τη γραφή που μαρτυρεί τη γλωσσική συνέχεια. Δεν προκαλούμε το γλωσσικό αίσθημα όταν γράψουμε βογγώ (αντί βογκώ), που ανάγεται τελικά στο αρχ. γογγύζω, ούτε όταν διατηρήσουμε τις ετυμολογικές γραφές γλυτώνω (< *εκ-λυτώνω, πβ. έκλυτος), κολοιός (ήδη αρχ.), λειώνω (ανάγεται στο αρχ. ρήμα λειόω < επίθ. λείος) και μπαλλώνω (ήδη μεσν. μεταπλασμένος τύπος τού αρχ. ρήματος εμβάλλω). Δεν αντιβαίνει στον ρεαλισμό η υιοθέτηση της ετυμολογικά σωστής γραφής κρωντήρι (από τύπο κρυωτήριον) αντί κροντήρι. Ότι λίγες ετυμολογικά ορθές γραφές, όπως αγώρι, τραυώ, φτειάχνω, φαίνεται να προσκρούουν στην ευρεία συνήθεια δεν καθιστά, καθώς πιστεύω, την αρχή ανεπαρκή καθ’ εαυτήν.

● Αν λέξεις αρχαίας ή ελληνιστικής προελεύσεως μαρτυρούνται με δύο γραφές, μπορούμε να διατηρήσουμε την απλούστερη εφόσον έχει επικρατήσει.

Κατά τούτο, γράφουμε σάκος, φάλαινα, παρ’ ότι οι γραφές με διπλά σύμφωνα είναι καλύτερα μαρτυρημένες, και μπορούμε να γράψουμε επίσης κροκόδειλος (αντί του ετυμολογικά ορθού κροκόδιλος) και πλημμύρα (αντί του ετυμολογικά ορθού πλημύρα), καθώς αυτές οι καθιερωμένες γραφές είναι ήδη αρχαίες (αν και οφείλονται σε παρετυμολογία).

● Δάνεια ήδη αρχαία ή ελληνιστικά διατηρούν τη γραφή που είχαν κατά την είσοδό τους στην Ελληνική. Τα υπόλοιπα δάνεια μπορούν να απλογραφούνται.

Δεν είναι άστοχο να γράψουμε βούλλα, βουλλώνω (αντί βούλα, βουλώνω), εφόσον η συγκεκριμένη λατινογενής λέξη είναι ήδη ελληνιστική, πράγμα που ισχύει επίσης για το ουσιαστικό κολλήγας (αντί κολίγας).

Προβλήματα προκαλούν τα αντιδάνεια της Ελληνικής ή μερικοί ελληνογενείς ξένοι όροι, που συχνά επιστρέφουν στη γλώσσα με εντελώς αλλοιωμένη μορφή. Οι περιπτώσεις δεν είναι όμοιες. Επί παραδείγματι, οι γραφές γλυκερίνη, κορώνα, τόννος (το ψάρι), φυντάνι δεν ενοχλούν, ενώ το ρωδάκινο, το καρώτο ή το τσηρώτο και μερικά άλλα μοιάζουν «δυσκολοχώνευτα». Φρονώ ότι η αιτία έγκειται στην οπτική συσχέτιση των αντιδανείων με ήδη υπάρχουσες λέξεις, οι οποίες ασκούν ισχυρή επίδραση. Οι λέξεις γλυκός, κορωνίδα, φυτό συσχετίζονται εύκολα με τα ανωτέρω αντιδάνεια, ενώ η παρουσία των ομοήχων τόνος (σημείο τονισμού) και τόνος (μονάδα βάρους) διευκολύνει τη διαφοροποίηση από το ομώνυμο ψάρι (τόννος). Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αδύνατον να επικρατήσει η γραφή πηλώτος (αντί πιλότος), μολονότι είναι βεβαιωμένο ότι πρόκειται για αντιδάνειο που ανάγεται σε τύπο *πηδώτης «πηδαλιούχος», σχηματιζόμενο από το ομηρικό πηδόν «κουπί, πηδάλιο». Ασφαλώς, η ελληνογενής άκλιτη λέξη εστέτ θα απλογραφηθεί: είναι απροσάρμοστο δάνειο και δεν μπορεί να κριθεί με τους όρους των υπολοίπων.

Σκεπτόμενοι νηφάλια τις επί μέρους περιπτώσεις, πιθανώς αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση να είναι η μόνη που έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ερείσματα στη χρήση, διότι έτσι ελέγχεται η ένταξη της λέξης σε ευρύτερο σχηματιστικό παράδειγμα.

● Αν υπάρχουν αμφιβολίες για την ετυμολογική προέλευση ενός τύπου, θα διατηρήσουμε την απλούστερη υπάρχουσα γραφή.

Οι λίγες αυτές περιπτώσεις καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την παρουσία αξιόπιστου και εκσυγχρονισμένου με τα σημερινά αποκτήματα της επιστήμης ετυμολογικού λεξικού τής Νέας Ελληνικής, το οποίο να συνδυάζει τη μορφολογική ανάλυση με την εξιστόρηση της μεταβολής σημασίας. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, είναι σκόπιμο να απλογραφούμε τις λέξεις για τις οποίες η ετυμολογική επιστήμη δεν έχει μέχρι τώρα αποφανθεί με βεβαιότητα. Σε αυτή την κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε ρήματα όπως το γρικώ, για το οποίο τουλάχιστον τρεις διαφορετικές απόψεις διεκδικούν ορθότητα, και ουσιαστικά όπως το λόξυγγας, του οποίου η ετυμολογική πραγμάτευση θα απαιτούσε χωριστό σημείωμα.

Επισημειώνω τα εξής: Σε κάθε σύστημα ιστορικής ορθογραφίας είναι δυνατόν να εντοπιστούν ασυμμόρφωτες ή, γενικά, δύσκολες περιπτώσεις. Οι ανωτέρω αρχές πλεονεκτούν κατά το ότι διορθώνουν ασυνέπειες της σχολικής ορθογραφίας και έχουν λογική διάρθρωση. Ότι θα βρεθούν κενά που να απαιτούν την επέμβαση ή ερμηνεία τού γλωσσολόγου και τη ρύθμιση της γραμματικής είναι εκ των προτέρων δεδομένο. Η βάση στηρίξεως, όμως, της ετυμολογικής ορθογραφίας (με τη λελογισμένη αυτή μορφή) είναι πολύ ισχυρότερη από το ευμετάβλητο κριτήριο της χρήσεως ή της επικυριαρχίας τύπων που οφείλονται σε ατέλειες της σχολικής γραμματικής. Ο καθηγητής κ. Μπαμπινιώτης είχε τονίσει εύστοχα στο προαναφερθέν άρθρο του:

«Ότι η ορθογραφία μερικών λέξεων πρέπει με τον καιρό να αλλάξει, ακολουθώντας τα διδάγματα της επιστήμης (τα ασφαλή και τα ευρύτερα αποδεκτά), είναι για μένα επιβεβλημένο και αυτονόητο, γιατί αλλιώς θα μέναμε καθηλωμένοι σε προφανή σφάλματα, επειδή συνέβη απλώς να καθιερωθούν κάποτε στο παρελθόν! Η ορθογραφία δεν μπορεί να έχει στατικό χαρακτήρα, μόνη αυτή από όλη τη γλώσσα, που εξελίσσεται δυναμικά όπως και η γλωσσική επιστήμη που μελετά τη γλώσσα».

Πιστεύω ότι οι επιφυλλίδες τού κ. Χάρη και οι παρατηρήσεις διαφόρων αναγνωστών υπήρξαν ευεργετικές και εποικοδομητικές για τον διάλογο που είχε καθυστερήσει. Είθε το αποκύημα αυτού του διαλόγου να μας οδηγήσει πάλι να σκεφθούμε, όπως ίσως ο Ρωμαίος λεγεωνάριος που μνημόνευσα στο εισαγωγικό σημείωμα: Τι είναι απαραίτητο; Τι είναι περιττό; Τι είναι αταίριαστο; Τι είναι εφικτό; Η ανταπόκριση θα δείξει τι αντίκρισμα είχαν οι λύσεις που προσφέραμε.