7/1/13
Βασ. Αργυρόπουλου: Ο πόλεμος των φθόγγων (Αθήνα 2012, εκδ. CaptainBook.gr)
10/2/11
Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα

Μερικές φορές η ομορφιά μπορεί να ανακαλυφθεί. Άλλες παλι μπορεί να δημιουργηθεί. Συχνά όμως πρέπει και να ανακαλυφθεί και να δημιουργηθεί. Έτσι συμβαίνει π.χ. με τους πολύτιμους λίθους. Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να ανακαλυφθούν. Όμως ακόμη και τότε, μοιάζουν με πρώτη ματιά σαν μια χούφτα γυαλί. Η κρυμμένη τους ομορφιά, η εσωτερική τους λάμψη, πρέπει να αναδειχθεί, να ξαναδημιουργηθεί από έμπειρο τεχνίτη.
Η ισχυρή παράδοση και η πλούσια γραμματεία προκαλούν αμηχανία με την κρυμμένη τους ομορφιά. Αντικρίζοντας τα ίχνη της, πολλοί δεν ξέρουν πώς να την αντιμετωπίσουν, πώς να τη διαβάσουν, τι να ζητήσουν.
Στο βιβλίο του Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα ο κ. Ρηγάτος ανακαλύπτει ένα προς ένα τα αποτυπώματα του πολιτισμού τής διατροφής και περιγράφει τη διαδρομή τους. Οι γνώσεις και οι αντιλήψεις των ανθρώπων για ό,τι μπαίνει στο τραπέζι τους έχουν αφήσει αναρίθμητα ίχνη στη γραμματεία, στη γλώσσα, σε εμάς τους ίδιους. Ο συγγραφέας, όμως, ξέρει πώς να τα διαβάσει. Τα ανακαλύπτει, τα αφήνει να ξετυλίξουν την ιστορία τους και αναδεικνύει το κρυμμένο τους φως, για να δείξει, όχι πώς να επιστρέψουμε εκεί, αλλά πώς έφτασαν στα πόδια μας. Αυτό εξάλλου συνιστά τη βασική διαφορά ανάμεσα στην αρχαιογνωσία και την αρχαιολατρία.
Έχοντας αυτό υπ’ όψιν, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σε τρία ουσιώδη ερωτήματα που απορρέουν, καθώς πιστεύω, από αυτό το αξιόλογο βιβλίο: Πρώτον, πώς σχηματίζονται αυτά τα πολιτιστικά αποτυπώματα και γιατί έχουν τέτοιο βάθος; Δεύτερον, τι μαθαίνουμε από αυτά για τους ανθρώπους που τα άφησαν; Τέλος, τι μαθαίνουμε από αυτά για εμάς, αν και ζούμε τόσους αιώνες αργότερα;
Για να μείνει ένα ίχνος στην αμμουδιά και να μην το σβήσει εντελώς η θάλασσα, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: να ξαναπατηθεί―πολλές φορές. Με αυτή την εικόνα μπορούμε να παραστήσουμε τη θεωρία που είχε αναπτύξει ο Αριστοτέλης σχετικά με τη διαμόρφωση της πολιτιστικής παράδοσης, τη θεωρία τής ανακυκλήσεως. Πίστευε ότι τα πολιτιστικά στοιχεία περνούν μέσα από τη διαδρομή τής φθοράς και της αναδημιουργίας, ότι οι γνώμες, οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις έχουν πλαστεί ξανά και ξανά. Έγραφε πως ό,τι βλέπουμε, όποια ίχνη συναντούμε, είναι κατάλοιπα, λείψανα ή εγκαταλείμματα που επαναλαμβάνονται όμοια ή αλλοιωμένα άπειρες φορές.
Εξετάστε ένα παράδειγμα. Ο κ. Ρηγάτος στρέφει επιδέξια τον φακό στη θεωρία τής χυμοπαθολογίας. Σύμφωνα με αντιλήψεις δημοφιλείς στην αρχαιότητα, ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά τού ανθρώπου ρυθμίζονταν από τον βαθμό αναμίξεως τεσσάρων βασικών χυμών τού σώματος. Αυτοί είναι το φλέγμα, η χολή, η μέλαινα χολή και το αίμα. Σκοπός τής διατροφής ήταν να διασφαλίσει την ισορροπία τους, που αν διαταρασσόταν προκαλούσε αδιαθεσία και αρρώστιες. Γι’ αυτό οι γιατροί συνέστηναν, από την αρχαιότητα μέχρι όχι πολύ παλιά, καθάρσεις, εφιδρώσεις και αφαιμάξεις, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία.
Ποιοι πάτησαν σε αυτό το ίχνος τόσο ώστε να ριζώσει στις πεποιθήσεις; Μεταξύ άλλων ο Ιπποκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης, ο Γαληνός, τα μηνολόγια του μεσαίωνα, πρακτικοί ακόμη γιατροί τού 17ου αι.
Μήπως σας φαίνονται μακρινές αυτές οι αντιλήψεις; Όμως, μερικές φορές δικαιολογούμε την καλή υγεία κάποιου λέγοντας ότι έχει γερή ή καλή κράση, χωρίς να αναλογιζόμαστε ότι κρᾶσις σήμαινε αρχικά «ανάμιξη, ανακάτεμα χυμών σώματος» και χωρίς ίσως να μας περνά από τον νου ότι αυτή η μικρή λέξη είναι καλά κρυμμένη στο σύνθετο ιδιοσυγκρασία, που δηλώνει τον χαρακτήρα κάποιου. Άλλοτε ονομάζουμε την κακή διάθεση ή τη σκυθρωπότητα μελαγχολία, σαν να νομίζουμε ότι κάποιος είναι γεμάτος από μέλαινα χολή. Ο απαθής ή ψύχραιμος λέγεται κάποτε φλεγματικός, σαν να αντηχεί ακόμη στα αφτιά μας ο λόγος τού Αριστοτέλη, ότι από τους ανθρώπινους χυμούς το φλέγμα είναι ο πιο ψυχρός. Ίσως τώρα κατανοούμε επίσης γιατί λέμε για κάποιον ότι στάζει χολή, όταν είναι πολύ θυμωμένος ή κάνει δηλητηριώδη σχόλια.
Η αντίληψη της χυμοπαθολογίας είναι πολυταξιδεμένη. Οι Ρωμαίοι την απέδωσαν με τη λατινική λέξη temperamentum «ανάμιξη – κράση, ιδιοσυγκρασία» και μέσω των ρομανικών γλωσσών ήρθε στα Ελληνικά ένα ακόμη συνώνυμο, το ταμπεραμέντο. Οι Ρωμαίοι είχαν μία ακόμη συνώνυμη λέξη, το λατ. umor «υγρό – (ειδικότ.) καθένας από τους τέσσερεις χυμούς τού σώματος». Τον 16ο αι. η αγγλονορμανδική τάξη στη Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποίησε ένα παράγωγο αυτής της λέξης, για να δηλώσει τη διάθεση, συγκεκριμένα την ευχάριστη, πρόσχαρη διάθεση που υποτίθεται ότι προκαλεί η ισορροπία των χυμών. Είναι το γνωστό μας χιούμορ.
Δεν συμφωνείτε ότι τα εγκαταλείμματα, αν και βασίζονταν σε εσφαλμένη αντίληψη, άφησαν βαθύ αποτύπωμα στον χρόνο;
Αποτυπώματα υπάρχουν επειδή κάποιοι τα άφησαν. Το βιβλίο έρχεται τώρα να μας τους συστήσει και να μας μιλήσει για τους φορείς τους, για τους ανθρώπους που τα είχαν υιοθετήσει.
Ό,τι υπήρχε στο τραπέζι απασχολούσε τις συζητήσεις και επηρέαζε τις ιδέες. Δεν απορούμε ότι στην εποχή τού Ιπποκράτη η λ. δίαιτα, που αρχικά σήμαινε «τρόπος ζωής», αρχίζει σταδιακά να σημαίνει «τρόπος διατροφής». Στο βιβλίο διαβάζουμε πώς ήταν οργανωμένα τα συμπόσια, τι καθόριζε την επιτυχία τους και γιατί μερικά στάθηκαν αφορμή για γόνιμες συζητήσεις ή λογοτεχνικές βραδιές. Συναντούμε έναν γιατρό από την Αλεξάνδρεια, σύγχρονο του Γαληνού, που ήταν χορτοφάγος και δεν άναβε ποτέ φωτιά ετοιμάζοντας φαγητό. Βλέπουμε γυναίκες τής ελληνιστικής εποχής να αλέθουν κουκκιά και κατόπιν να χρησιμοποιούν το αλεύρι τους ως καλλυντικό και καθαριστικό τού προσώπου. Παρακολουθούμε τον Ορειβάσιο, αρχίατρο του αυτοκράτορα Ιουλιανού, να συγκεντρώνει σε εβδομήντα βιβλία τις υπάρχουσες ιατρικές και διατροφικές γνώσεις, μένοντας ο ίδιος στο παρασκήνιο και αποταμιεύοντας σοφία που κινδύνευε να λησμονηθεί. Σχεδόν αισθανόμαστε τη λύπη τού Προδρόμου, επειδή δαπάνησε τη ζωή του για να μάθει γράμματα, απλώς για να διαπιστώσει ότι δεν του εξασφαλίζουν τον επιούσιο, σχεδόν τον ακούμε να παραπονείται ότι ἀφοῦ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης, ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν.
Ο κ. Ρηγάτος αφηγείται αυτές τις ιστορίες για ανθρώπους που μας έμοιαζαν τόσο πολύ, που είχαν τις ίδιες ανησυχίες με εμάς, χωρίς να τους κολακεύει ή να τους μειώνει. Αφήνει τα κείμενα να έρθουν στην επιφάνεια και να επιπλεύσουν, χωρίς να τα επιβαρύνει με άσκοπα ή βαρύγδουπα σχόλια.
Και αυτό μας φέρνει στο εξής ζήτημα. Στα κείμενα δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα τα ίχνη των ανθρώπων που τα άφησαν. Καθώς τα παρακολουθούμε, φαίνεται σαν να βρισκόμαστε σε μια πολυσύχναστη παραλία, με πολλές πατημασιές πάνω στην υγρή άμμο, ίχνη που διασταυρώνονται μεταξύ τους, μαζί και με τα δικά μας. Υπάρχει τρόπος να εξακριβώσουμε ποια είναι αυτά που παρακολουθούμε; Ναι, αν τα έχουμε μελετήσει τόσο συστηματικά, ώστε να γνωρίζουμε ή να μαντέψουμε σωστά πού κατευθύνονται, ποιος είναι ο στόχος τους.
Μερικά πολιτιστικά στοιχεία τής διατροφικής παράδοσης ενδέχεται να μας ξεγελάσουν αν δεν ξέρουμε πώς να τα παρακολουθήσουμε, προς τα πού να κοιτάξουμε.
Πάρτε ως παράδειγμα τις θυσίες ζώων ως λατρευτικό θεσμό, παράδοση ισχυρή με την οποία ασχολείται ο κ. Ρηγάτος στο βιβλίο του. Ίσως προξενεί απορία σε μερικούς ότι οι θυσίες αυτές σπανίως ήταν ολοκαυτωματικές, δηλ. προσφορές ολόκληρου του σφαγμένου ζώου. Σε πολλές περιπτώσεις, μέρος τού ζώου καιγόταν στη φωτιά, ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια τα έτρωγαν όσοι τα προσέφεραν. Αυτό συνέβη π.χ. στην εξευμενιστική θυσία που περιγράφει ο Όμηρος ότι προσέφεραν οι Αχαιοί προς τον Απόλλωνα, για να σταματήσει τον λοιμό εξαιτίας τής προσβολής τής Χρυσηίδας.
Το βιβλίο μάς δείχνει προς τα πού να κοιτάξουμε. Εξηγεί ότι σκοπός των θυσιών ήταν η δημιουργία, η διατήρηση ή η αποκατάσταση αγαθής σχέσης ανάμεσα στη θεότητα και στον άνθρωπο. Όταν, επομένως, κάποιος προσέφερε θυσία και κατόπιν έτρωγε το υπόλοιπο, στην ουσία προσκαλούσε τη θεότητα σε κοινό γεύμα, κάτι που υποδήλωνε ειρήνη, εμπιστοσύνη, φιλία. Πρόκειται για τον τύπο των προσφορών συμμετοχής, που μας είναι γνωστός και από την εβραϊκή Βίβλο. Μία σκέψη: Θα μας ήταν δύσκολο να φανταστούμε στενή φιλική σχέση με κάποιον με τον οποίο δεν έχουμε ποτέ μοιραστεί ένα γεύμα, δεν συμφωνείτε;
Αυτά τα ίχνη που περιγράφονται τόσο παραστατικά στο βιβλίο φτάνουν κάποτε και σε εμάς. Και εδώ βρίσκεται το τρίτο στοιχείο που δικαιούται λίγη από την προσοχή μας. Τι μπορούμε να μάθουμε από τα πολιτιστικά κρυσταλλώματα του παρελθόντος;
Ας γυρίσουμε τώρα τον φακό σε εμάς, χρησιμοποιώντας ένα από τα παραδείγματα που υπάρχουν στο βιβλίο.
Στην ελληνική διατροφική παράδοση έπαιζε ανέκαθεν σπουδαίο ρόλο το ψωμί. Τουλάχιστον δεκαπέντε είδη άρτου περιγράφει ο Ιπποκράτης στα έργα του και σε κάθε βήμα τού ανθρώπου το σιτάρι, το αλεύρι και το ψωμί βρίσκονται στη βάση τής διατροφής. Ποια όμως διατροφική ουσία νομίζετε ότι θεωρούσαν οι αρχαίοι μέτρο πολιτισμού; Μήπως κάποιο είδος κρέατος ή ψαριού; Κάποιον καρπό; Ίσως το γάλα ή το τυρί; Μήπως τον οίνο; Μήπως κάποιο από τα τριάντα λαχανικά που καταγράφει ο Μιχαήλ Ψελλός;
Στην Οδύσσεια διαβάζουμε ότι επρόκειτο για ένα απλό, ταπεινό κρυσταλλικό καρύκευμα, το αλάτι. Θεωρούσαν απολίτιστους όσους δεν το χρησιμοποιούσαν στο φαγητό.
Γιατί είχαν το αλάτι σε τόση υπόληψη; Όχι μόνο επειδή έδινε γεύση στα τρόφιμα. Κυρίως επειδή είναι συντηρητικό, επειδή προστατεύει από τη φθορά και τη σήψη. Δεν απορούμε ότι, εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών του, το αλάτι ως στοιχείο τής κοινωνίας τής τραπέζης (Ν. Πολίτης) συμβόλιζε σταθερότητα, μονιμότητα, αξιοπιστία. Γι’ αυτό, σε διάφορους πολιτισμούς, όταν συνάπτονταν συμφωνίες, οι συμβαλλόμενοι γευμάτιζαν μαζί τρώγοντας και αλάτι, έτρωγαν ψωμί και αλάτι, πράγμα που αποτελούσε υπόσχεση πιστότητας, αμοιβαία δέσμευση. Στη Βίβλο οι Εβδομήκοντα απέδωσαν αυτή τη διαδικασία με τη φράση διαθήκη ἁλός «συνθήκη αλατιού».
Όταν χρησιμοποιούμε λοιπόν τη φράση φάγαμε μαζί ψωμί και αλάτι, έχουμε στον νου μας, όχι ένα πλούσιο τραπέζι, αλλά κάποιον παλιό, δοκιμασμένο, έμπιστο φίλο. Αυτό το όμορφο ίχνος φέρνει μαζί του ένα ισχυρό μάθημα από το παρελθόν: ότι έχει πάντοτε σημασία να είμαστε αξιόπιστοι φίλοι και ότι η φράση αυτή αποκτά περισσότερο νόημα όταν την πουν για εμάς οι άλλοι…
Πράγματι, δεν είναι εύκολο να προσεγγίσουμε αμέσως κείμενα και πολιτιστικά στοιχεία που έχουν την αφετηρία τους σε τόσο ισχυρή παράδοση. Είναι σαν να προσπαθούμε να ανοίξουμε μια πόρτα που έχει πολύ καιρό να χρησιμοποιηθεί. Την πρώτη φορά χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, η πόρτα τρίζει και οι μεντεσέδες τρίβονται από τη σκουριά. Αν όμως τη χρησιμοποιούμε συχνά, αν τη συντηρούμε και λαδώνουμε τον μηχανισμό της, η πόρτα θα ανοίγει ευκολότερα.
Το βιβλίο τού κ. Ρηγάτου μάς πείθει ότι αυτή η δύσκολη επικοινωνία αξίζει την προσπάθεια, την επανειλημμένη προσπάθεια. Ότι με αυτή την επαφή ασκούμε την αισθητική αντίληψη, την ικανότητα της σκέψης και της καλής κρίσης. Και ότι ανακαλύπτοντας ξανά την κρυμμένη ομορφιά, μαθαίνουμε πώς να τη δημιουργούμε.
21/2/10
Νίκου Σαραντάκου: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία (Αθήνα 2009, Εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου)
Σε μια από τις γλαφυρότερες ιστορίες τού Ηροδότου διαβάζουμε ότι ο Φαραώ Νεκώ (6ος αι. π.Χ.) οργανώνει στόλο φοινικικών πλοίων με σκοπό να κάνουν τον περίπλου της Αφρικής (αποκαλείται μετωνυμικά Λιβύη στο κείμενο). Ο περίπλους διήρκεσε τρία περιπετειώδη χρόνια και οι ναύτες επιστρέφοντας διηγούνταν έκπληκτοι «ὡς περιπλέοντες τὴν Λιβύην [= Αφρική] τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά» (4.42). Ο Ηρόδοτος αδυνατούσε να το πιστέψει («ἐμοὶ μὲν οὐ πιστά») και δικαιολογημένα. Έχοντας ζήσει βορείως του ισημερινού κύκλου, η οπτική γωνία των ναυτών που περιέπλευσαν τη Νότιο Αφρική τού ήταν εξ ολοκλήρου απροσδόκητη και, ως εκ τούτου, ασύλληπτη.
Η επιστήμη τής ετυμολογίας αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις άσκηση σωστής οπτικής γωνίας. Αφού συγκεντρώσει το υλικό και απευθυνθεί στις πηγές του, ο ετυμολόγος ξανακοιτάζει τα στοιχεία με επιστημονική μέθοδο, προκειμένου να διακρίνει ποια οπτική γωνία είναι τώρα η καλύτερη. Τότε ακριβώς, κάποτε όλως διόλου απρόσμενα, η ιστορία τής λέξης έρχεται να του παραδοθεί σαν ώριμος καρπός.
Τέτοιος καρπός ώριμης οπτικής γωνίας είναι το άρτιο βιβλίο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία τού φιλολόγου και μεταφραστή Νίκου Σαραντάκου. Το έργο περιέχει τριάντα μία ιστορίες λέξεων «που ίσως σας έχουν απασχολήσει» (όπως δηλώνεται εύγλωττα στον υπότιτλό του) και πρωτοδημοσιεύτηκαν είτε στο ιστολόγιο του συγγραφέα είτε στην κυριακάτικη εφημερίδα με την οποία συνεργάζεται. Αναλυτικό πίνακα των κειμένων τού βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να δει στον ιστότοπο του συγγραφέα.
Ο Ν.Σ. επιδίωκε να συνθέσει ένα λεξιλογικό οδοιπορικό σε γεγονότα τού προηγούμενου έτους, ορμώμενος από λέξεις τής επικαιρότητας, αλλά κατάφερε κάτι πολύ σπουδαιότερο: να δείξει πώς συναρμολογείται μια ετυμολογική ιστορία κατ’ ευθείαν από τις πηγές. Ο συγγραφέας έχει το ταλέντο και την επιμονή να ξεδιαλέγει μέσα από σωρούς λεξιλογικών καταλοίπων τούς κρίκους μιας ασχημάτιστης ακόμη αλυσίδας και μετά να την προσφέρει όμορφα ξετυλιγμένη στον αναγνώστη.
Χωρίς να το διατυμπανίζει και ενίοτε χωρίς καν να το δηλώνει, το βιβλίο συναθροίζει μερικές από τις θεμελιώδεις παραμέτρους τής επιστημονικής ετυμολογίας και τους δίνει μορφή, απτή εφαρμογή. Με ευσυνειδησία τονίζεται σε διάφορα σημεία η αξία που έχουν για την ετυμολογία:
(α) η εκτίμηση της μορφολογικής αλλαγής (π.χ. σ. 73, όπου αναλύεται ο σχηματισμός των ρημάτων χάνω, ξεχάνω),
(β) η εκτίμηση της σημασιολογικής αλλαγής (π.χ. σ. 39-40, η σημασία «ψέμα» τής λ. μούσι· σ. 101-2, όπου αναλύεται ωραία το σημασιολογικό πεδίο τής λ. παραβολή· σ. 174-5, εξαιρετική η εξήγηση της σημασίας «σοβαρό λάθος» της λ. μαργαριτάρι),
(γ) η χρονολόγηση των τύπων (π.χ. σ. 164-5, όπου με εργώδη φιλολογική αναζήτηση προσδιορίζεται ακριβέστερα η αφετηρία τής λ. γρίπη στην Ελληνική),
(δ) οι γραπτές μαρτυρίες σε αντιδιαστολή προς οποιαδήποτε πεποιημένη αναγωγή (π.χ. σ. 133-5, όπου καυτηριάζεται η ασύγγνωστη παρετυμολόγηση του debate από το ανύπαρκτο *δίβατον· σ. 62, όπου καταδεικνύεται αναντίρρητα γιατί η λ. κεφτές δεν μπορεί να έχει ελληνική αρχή· σ. 33-35, όπου στηλιτεύεται η αδικαιολόγητη εμμονή ορισμένων στη γραφή τού Βατοπεδίου με -αι-).
Από τη συνολική εικόνα τού βιβλίου είναι εμφανές ότι ο Ν.Σ. αναγνωρίζει την κοπιαστική λεξικογραφική εργασία, που έχει καθαρίσει το μονοπάτι από τα ξερόχορτα κάθε όμορφης ετυμολογικής ιστορίας. Το επιστημονικό του υπόβαθρο, όχι απλώς το ταλέντο, τον έχει βοηθήσει να αναγνωρίζει πώς συντελείται η γλωσσική αλλαγή, πότε μια λέξη αποτελεί δάνειο ή αντιδάνειο, πώς λειτουργεί το φαινόμενο της προφύλαξης και σε ποια πεδία βρίσκει πρόσφορο έδαφος η λαϊκή ετυμολογία. Ο Ν.Σ. αποδίδει αθροιστικό ειδικό βάρος στην ακρίβεια των στοιχείων, επικουρούμενος επίσης από ηλεκτρονικά και διαδικτυακά εργαλεία που δεν ήταν διαθέσιμα ή προσβάσιμα όταν συντάσσονταν τα λεξικά. Αντιλαμβάνεται επομένως ότι ένα λεξικό χιλιάδων λημμάτων δεν έχει τη δυνατότητα της εξονυχιστικής εμβάθυνσης σε κάθε λέξη (σ. 15), όπως συμβαίνει με μια μονογραφία.
Οι στόχοι τού βιβλίου υπηρετούνται επίσης από τη γραφή του. Ο Ν.Σ. δεν γράφει ερμητικά, αλλά προσπαθεί επίμονα να συνομιλήσει με τον αναγνώστη και, όταν το πετυχαίνει, τον αιχμαλωτίζει στο κείμενο. Ο αναγνώστης θα ελκυστεί οπωσδήποτε από το ρωμαλέο ύφος τού βιβλίου, που πείθει χρησιμοποιώντας τα απλούστερα υλικά: Αποφεύγει τον μονοκόμματο μακροπερίοδο λόγο, ξεκινά από το γνωστό και προσφέρει βήμα-βήμα πρόσβαση στο καινούργιο, δίνει τη δυνατότητα νοητικής ανάπαυλας με ελεγχόμενους πλατειασμούς, λιτές αφηγηματικές διεξόδους, που λειτουργούν μνημονικά όπως η coda σε μια μουσική φράση.
Δεν ριψοκινδυνεύω πολύ, νομίζω, αν υπογραμμίσω την υποψία μου ότι αυτή η καλαίσθητη γραφή έχει στηριχτεί εν πολλοίς στην εξοικείωση του Ν.Σ. με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Στα κείμενά του συναντά κανείς άφθονες αναφορές, παραθέσεις και γνώμες από λογοτέχνες όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Καραγάτσης, ο Σολωμός, ο Καρκαβίτσας, ο Σκαρίμπας και άλλοι, με επιστροφές κυρίως στη γενιά τού 30, που αποτελεί τον μετρονόμο τής λογοτεχνικότητας στη νεοελληνική γραμματεία. Η επαφή τού συγγραφέα με κείμενα τέτοιων υψηλών απαιτήσεων φανερώνεται, καθώς πιστεύω, ως αναχώνευση και όχι σαν απλή κατάρτιση.
Αυτός ο γόνιμος αντικατοπτρισμός επιτρέπει στον Ν.Σ. να συντάσσει γοητευτικές ιστορίες λέξεων, αναμφίβολα ξαναδουλεμένες στα χρόνια που πέρασαν, όπως τα κείμενά του για το χρήμα και τα νομίσματα (σ. 67 κ.εξ.), η ιστορία τής μπάλας (σ. 78 κ. εξ.), καθώς και η συνδυασμένη αφήγηση της πορείας των λ. κάλπη, ψήφος, κουκκιά και κύαμος (σ. 139-45). Ο καλλιεργημένος αναγνώστης μπορεί να αφεθεί στην ιστορία των ελεφάντων και των αξιωματικών, των πιονιών και των κομματιών τού σκακιού, βέβαιος ότι η εμπιστοσύνη του θα ανταμειφθεί πλούσια (σ. 117-8).
Σε διάφορα σημεία τού βιβλίου ο Ν.Σ. διατυπώνει το αξίωμα «λεξιλογώ, δεν πολιτικολογώ» και χαίρομαι ότι έχει στις περισσότερες περιπτώσεις ευθυγραμμιστεί με αυτη τη σοφή αρχή. Η πολεμική για γλωσσικά ζητήματα, αταίριαστη άλλωστε στο ίδιο το αντικείμενο του βιβλίου, θα αδικούσε την επίπονη εργασία που υπόκειται σε αυτό. Δεν κουράζει, ελπίζω, να ξανατονίσω ότι η καυστική ειρωνεία αποτελεί μορφή φιλοφρόνησης προς τον εαυτό μας, την οποία οφείλουμε πάση θυσία να αποφύγουμε.
Η ισορροπία, που φαίνεται ότι βρήκε ο Ν.Σ. σε αυτό το ζήτημα, άφησε χώρο για μερικές από τις ευστοχότερες κρίσεις που καταγράφονται στα κείμενά του. Προσυπογράφει κανείς τη γνώμη τού συγγραφέα ότι η ετυμολογία δεν είναι εργαλείο φρονήματος ούτε στοχεύει στην αποκατάσταση κάποιου είδους γλωσσικής καθαρότητας (σ. 12). Δύο από τις πιο μεστές δηλώσεις τού βιβλίου είναι ότι η στερεότυπη διατύπωση «μας γλιτώνει από την ανάγκη να σκεφτούμε» (σ. 29), καθώς και ότι «το να χρησιμοποιούμε βαριές και ηχηρές λέξεις σε κάθε χρήση τις φθείρει» (σ. 31). Δίκιο έχει επίσης στην παρατήρηση ότι το σύμπλεγμα -χτ-, άλλοτε απλωμένο και σε λόγιες λέξεις (π.χ. εχτίμηση, πραχτικός, απόχτημα), έχει πλέον υποχωρήσει (σ. 148), οριστικά όπως δείχνουν τα πράγματα. Καλοζυγισμένη είναι ακόμη η κρίση του, ότι αν υπάρχει εδραιωμένη ετυμολόγηση με ισχυρή εσωτερική αιτία, είναι μάταιο να αναζητείται άλλη αρχή, όπως συμβαίνει όταν ακατάρτιστοι ερευνητές ετυμολογούν απερίσκεπτά ξένες λέξεις από τα Ελληνικά (σ. 135).
Λίγες μερικότερες αντιρρήσεις μου, πάντοτε διατυπωμένες εν γνώσει τής υψηλής στάθμης τού βιβλίου, αποβλέπουν μόνο στην ιδέα που εκφράζουν οι στίχοι τού Πινδάρου: κέρδος δὲ φίλτατον, ἑκόντος εἴ τις ἐκ δόμων φέροι.
Δεν είναι απολύτως ακριβές ότι «τα παιδιά των αρχαίων προγόνων μας την εποχή του Περικλή είχαν δάσκαλο τον παιδαγωγό» (σ. 26). Στην αρχαία Αθήνα ο όρος παιδαγωγός είχε πολύ πιο περιορισμένη εφαρμογή, αφού δήλωνε τον οικέτη (οικιακό επιμελητή), ο οποίος οδηγούσε τον μαθητή από και προς το διδασκαλείο, φροντίζοντας κατόπιν να μελετά τα μαθήματά του. Η γενικότερη σημασία δεν φαίνεται να ανήκει στην Αθήνα τής κλασικής εποχής.
Ζήτημα οπτικής γωνίας, όπως συμβαίνει συχνά στην ετυμολογία, είναι η θεώρηση του σκίτσου ως αντιδανείου ή όχι, καθώς αμφότερες οι εκδοχές υπάρχουν στη βιβλιογραφία. Ο Ν.Σ. έχει υπ’ όψιν, ως φαίνεται (σ. 22), τους Cortelazzo & Zolli, αλλά οι περιπλοκές είναι άφθονες και η τελεία δεν έχει ακόμη τεθεί. Ζήτημα ορολογίας είναι, από την άλλη πλευρά, ο χαρακτηρισμός τού γαλλ. torneiement ως «ρηματικού ουσιαστικού» (σ. 21)· ο συγγραφέας έχει μάλλον μπερδέψει το nomen actionis, που ταιριάζει εδώ, με το ρηματικό ουσιαστικό όπως είναι π.χ. το γερούνδιο. Ακόμη, το υποκοριστικό τέρμα -άκι στο ουσιαστικό παραδάκι δεν «λειτουργεί επαυξητικά» (σ. 67), αλλά επιφέρει συναισθηματική σμίκρυνση, η οποία αποδίδει στην έννοια οικειότητα. Τέλος, δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα η απόλυτα διατυπωμένη δήλωση ότι το Λεξικό τής Κοινής Νεοελληνικής είναι «το μόνο που έχει συνταχθεί με βάση σώματα κειμένων» (σ. 55)· λεπτομερειακή παρουσίαση των ειδικών πηγών των λεξικών υπάρχει στο μελέτημα «Σύντομη ανασκόπηση της σύγχρονης νεοελληνικής λεξικογραφίας» (συνεδριακή ανακοίνωση, διαθέσιμη προς ανάγνωση εδώ).
Κάνοντας λόγο για λίγα επουσιώδη αστοχήματα του βιβλίου, θέλω να υπογραμμίσω ξανά τη συνολική του αρτιότητα. Μου δίνει γνήσια και ειλικρινή χαρά ότι βλέπω τον συγγραφέα να συναυξάνεται με κάθε βιβλίο του, διδάσκοντας και διδασκόμενος, και να αντιμετρείται με τα κρυμμένα οδόσημα της ετυμολογικής πορείας, μέχρι που τελικά mens agit molem. Το βιβλίο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία είναι μια ευφυής, μεθοδολογημένη μελέτη, που έχει ζυγίσει προσεκτικά τους όρους τής επιστήμης. Αλλά δεν κρύβει, καθώς πιστεύω, και τον ενθουσιασμό τού συγγραφέα για την ιστορία των λέξεων, ενθουσιασμό που φωτίζει χωρίς να τυφλώνει και ιστορία που μυεί χωρίς να εκθειάζει.
7/12/09
Παναγιώτη Κριμπά: Επιδράσεις τής Νεότερης Ελληνικής στις βαλκανικές γλώσσες (Αθήνα 2007: Εκδόσεις Γρηγόρη)
Τα συλλογίζομαι αυτά προσπαθώντας τώρα να καταλάβω πώς ένα αξιόλογο βιβλίο μπορεί κάποτε να ξεκινήσει υποσχόμενο πολλά και να αναδείξει τελικά την επίμοχθη αλλά άτεχνη εξοικείωση με γλωσσικό υλικό εξαιρετικά πυκνό, άνισο και ετερογενές. Με το βιβλίο του Επιδράσεις τής Νεότερης Ελληνικής στις βαλκανικές γλώσσες ο κ. Παναγιώτης Κριμπάς, λέκτορας στο Τμήμα Γλώσσας των Παρευξεινίων Χωρών τού Δ.Π.Θ., ασχολείται με τον δύσκολο τομέα των βαλκανισμών, δηλ. των κοινών χαρακτηριστικών που εμφανίζουν οι γλώσσες των Βαλκανίων. Ο κ. Κριμπάς δεν είναι ειδικός γλωσσολόγος, κινείται όμως με άνεση στο πεδίο αυτό, διακρίνεται για την ασυνήθιστη γλωσσομάθειά του και έχει το πλεονέκτημα ότι κατέχει τις γλώσσες που πραγματεύεται. Με κείμενο σφιχτοδεμένο, χωρίς παραπατήματα προς τη φλυαρία, ο συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει τον ρόλο τής Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής στη διαμόρφωση των βαλκανικών γλωσσών.
Α. Τα δομικά στοιχεία
Από τις πρώτες του σελίδες το βιβλίο ρίχνει τον κάδο βαθιά στο πηγάδι· περιγράφει τον απαιτητικό χώρο που συγκροτούν οι βαλκανικές γλώσσες, αυτόν που προσδιορίζουμε ως Sprachbund «γλωσσικό δεσμό» ή «γλωσσική ένωση» ή, όπως προτείνει ο συγγραφέας, «ζώνη γλωσσικής επαφής» (σ. 27). Ο Π.Κ. δίνει επιτυχημένο ορισμό τού φαινομένου, αλλά προς όφελος του αναγνώστη ας σημειωθεί ότι ο όρος Sprachbund αναφέρεται σε ζώνη γλωσσών που παρουσιάζουν σύγκλιση ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά. Αν και η σχετική βιβλιογραφία είναι εκτενής, η διατύπωση του βιβλίου ευστοχεί στις εξής δύο προϋποθέσεις: Τα κοινά δομικά χαρακτηριστικά πρέπει: α) να απαντούν σε γλώσσες που ανήκουν σε δύο τουλάχιστον διαφορετικές οικογένειες, β) να μην αιτιολογούνται ως αποτέλεσμα εσωτερικής γλωσσικής εξέλιξης (σ. 37 κ. 45-46).
Από τον αρκετά μεγάλο αριθμό των στοιχείων που κατά καιρούς επικαλούμαστε, για να καθορίσουμε τη ζώνη των βαλκανισμών, οι γλωσσογεωγράφοι συνήθως συγκλίνουν στα ακόλουθα οκτώ (τα στοιχεία από τον Trask, 2007:404-5):
α) Συγχώνευση γενικής και δοτικής πτώσης (π.χ. Αλβανική, Ελληνική, Βουλγαρική, Ρουμανική).
β) Σχηματισμός μέλλοντα από περίφραση με ρήμα που σημαίνει «θέλω» (π.χ. Βουλγαρική, Ελληνική, Ρουμανική, Σερβοκροατική).
γ) Επίταξη του οριστικού άρθρου (π.χ. Αλβανική, Ρουμανική, Βουλγαρική).
δ) Απώλεια του απαρεμφάτου ακόμη και σε περιπτώσεις ταυτοπροσωπίας (π.χ. Ελληνική, Βουλγαρική, Σερβοκροατική).
ε) Αναλυτικός σχηματισμός τού συγκριτικού των επιθέτων (π.χ. Αλβανική, Βουλγαρική, Ελληνική [προαιρετικά], Ρουμανική, Τουρκική).
στ) Χρήση άτονης προσωπικής αντωνυμίας ως προληπτικού αντικειμένου (π.χ. Αλβανική, Βουλγαρική, Ρουμανική).
ζ) Ξεχωριστοί ρηματικοί τύποι για άμεση και έμμεση αφήγηση (π.χ. Αλβανική, Βουλγαρική, Τουρκική).
η) Σχηματισμός των αριθμητικών 11 – 19 με βάση τη δομή «ένα επί/σε δέκα» (π.χ. Αλβανική, Βουλγαρική, Ρουμανική).
Άλλα εγχειρίδια μπορεί να δίνουν έμφαση και σε μερικά ακόμη χαρακτηριστικά, αλλά ο παραπάνω κατάλογος είναι αρκετά κατατοπιστικός.
Από τα προηγούμενα είναι αυθυπονόητο ότι η βαλκανική ζώνη επαφής καθορίζεται από μορφοσυντακτικά χαρακτηριστικά, διότι αυτά αποτελούν τα δομικά στοιχεία τής γλώσσας. Σε αυτή τη βασική παραδοχή έχουν την εξήγησή τους τα καίρια προβλήματα του κρινόμενου βιβλίου. Αυτά σχετίζονται α) με το είδος των στοιχείων που είναι συγκρίσιμα και β) με την πηγή τής παρατηρούμενης σύγκλισης.
Ο συγγραφέας ορίζει ως κύριο στόχο του να αναδείξει την ελληνική συμβολή στον βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι «η ύπαρξη των πολυάριθμων λέξεων αναμφισβήτητης ελληνικής προέλευσης τις οποίες συναντά κανείς στις βαλκανικές γλώσσες είναι πολύ πιθανό να υπονοεί πολλά και για την προέλευση αρκετών από τα ιδιαίτερα κοινά δομικά στοιχεία των εν λόγω γλωσσών» (σ. 35). Φοβούμαι ότι η προσεκτική αυτή διατύπωση συνιστά απλώς συγκερασμό εντυπώσεων απρόσφορων για το θέμα μας. Τα κοινά λεξιλογικά στοιχεία δεν αποτελούν δείκτη εντάξεως μιας γλώσσας σε ζώνη επαφής, διότι οφείλονται κατά κανόνα σε δανεισμό και όχι σε σύγκλιση. Η χρήση τού λεξιλογίου ως βάσης αναφοράς δεν είναι ασφαλές κριτήριο και υπονομεύει την ίδια την ιδέα τού γλωσσικού δεσμού για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν αποσαφηνίζει ποια στοιχεία είναι αποδεκτά και ποια απορριπτέα (βλ. Thomason 1999, Joseph 1992).
Η θεμελιώδης αυτή θέση φαίνεται να αθετείται από το βιβλίο. Παρά την αναμφισβήτητη κατάρτιση και τη στρωτή γραφή του, ο συγγραφέας αγωνίζεται να σύρει τον κάδο από το πηγάδι, χτυπώντας τον πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά τού τοιχώματος. Όταν τελικά έρχεται στην επιφάνεια, λίγο υλικό είναι πλέον αξιοποιήσιμο σε σχέση με την κεντρική ιδέα. Εν προκειμένω, συχνά στις σελίδες τού βιβλίου συνωθούνται στοιχεία από όλα τα γλωσσικά επίπεδα. Ενώ ο συγγραφέας αναφέρει ότι δεν μελετά γενικώς τη βαλκανική ζώνη, αλλά τον ρόλο τής Ελληνικής στον σχηματισμό της (σ. 36), χωρίζει το βιβλίο του σε τέσσερα κεφάλαια κατά τα οποία εξετάζει τόσο δομικά όσο και λεξιλογικά χαρακτηριστικά, αντλώντας τα πρώτα από τους ήδη γνωστούς βαλκανισμούς. Πραγματεύεται διαδοχικά ελληνικές επιδράσεις στη Ρουμανική, την Αλβανική, τη Βουλγαρική και τη Σερβοκροατική, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο τμήμα στο λεξιλόγιο και το βραχύτερο σε δομικά, μορφοσυντακτικά στοιχεία. Ο μη ειδικός αναγνώστης αποκομίζει τελικά την εντύπωση ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά είναι ίσης σπουδαιότητας ή τουλάχιστον συμμετρικής επιρροής και ότι η βαλκανική ζώνη ξεχωρίζει επειδή χρωματίζεται έντονα από ελληνικά λεξικά δάνεια.
Με τα λεξιλογικά τεκμήρια θα ασχοληθώ αργότερα σε αυτή τη μελέτη. Η πραγμάτευση όμως των μορφοσυντακτικών χαρακτηριστικών ως προς κάθε μια από τις τέσσερεις προαναφερθείσες γλώσσες και ιδίως τα επί μέρους συμπεράσματα του βιβλίου αφήνουν άφθονο χώρο για αμφιταλάντευση, είναι faire et refuser de faire. Εννοώ συγκεκριμένα: Για κάθε μια από τις τέσσερεις εξεταζόμενες γλώσσες μελετώνται εννέα εικαζόμενοι βαλκανισμοί. Από αυτους ελληνικής αφετηρίας θεωρεί ο συγγραφέας μόνο δύο ή τρεις σε κάθε γλώσσα. Σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται μνεία τής Βαλκανικής Δημώδους Λατινικής με τη σωστή παρατήρηση ότι η επίδρασή της είναι ίσως ισχυρότερη (π.χ. στην Αλβανική, σ. 113), πράγμα που όμως φοβούμαι ότι αντιβαίνει στη βασική θέση τού βιβλίου.
Αυτό μας οδηγεί τώρα στη δεύτερη παραδοχή. Ποια είναι η πηγή των βαλκανισμών; Ο συγγραφέας υποθέτει ότι η Ελληνική (κυρίως η Μεσαιωνική) υπήρξε η απώτερη και ισχυρότερη πηγή επιρροής ως γλώσσα που επί αιώνες μιλήθηκε στην περιοχή. Προσθέτει προσεκτικά ότι, ακόμη και σε χαρακτηριστικά άλλης αρχής, η Ελληνική υπήρξε προφανώς ο δίαυλος ή το όχημα που τα διέδωσε (σ. 41). Στην ελκυστική αυτήν υπόθεση πρέπει να αντιτάξουμε ότι η απάντηση εξαρτάται από το είδος και τον αριθμό των ερωτήσεων, καθώς και από τις γλώσσες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν.
Πόσο ευρεία είναι η βαλκανική ζώνη επαφής; Χωρίς να παρατίθεται εδώ κάθε υποθετικό σχήμα, έχουν προσαχθεί ισχυρά επιχειρήματα υπέρ και κατά της συμπερίληψης γλωσσών όπως η Τουρκική, η Ισπανοεβραϊκή, η Αρωμουνική, η Ρομανί και άλλες, με διαβαθμισμένη συμμετοχή (βλ. π.χ. Schaller 1975, Tomić 2001). Ας περιοριστούμε σε μία μόνο περίπτωση.
Ο συγγραφέας απορρίπτει τη συμμετοχή τής Τουρκικής με τον συλλογισμό ότι δεν υπήρξε υποστρωματική και ότι απέκτησε τα χαρακτηριστικά της εκτός των Βαλκανίων (σ. 27 κ. 47). Η άποψη αυτή έχει υποστηριχθεί επίσης από τον Joseph (1983: 255), ο οποίος προβάλλει το κριτήριο ότι μια γλώσσα πρέπει να περιέχει χαρακτηριστικά που αποκλίνουν από προγενέστερα στάδιά της, προκειμένου να ταξινομηθεί στον γλωσσικό δεσμό.
Στις αντιρρήσεις αυτές μπορούμε να αντιπαραθέσουμε δύο συλλογισμούς, οι οποίοι νομίζω ότι μας βοηθούν να αποκτήσουμε πιο ισορροπημένη εικόνα. Πρώτον, η συμμετοχή τής Τουρκικής δεν κρίνεται από τον υποστρωματικό χαρακτήρα ούτε απαιτείται σωρευτική επιρροή κατά το σχήμα τής αντεστραμμένης πυραμίδας· η Βαλκανική Τουρκική θα ήταν σαφώς παραστρωματική γλώσσα (adstrate, βλ. Friedman 1999: 521). Δεύτερον, μερικοί από τους γενικότερα παραδεκτούς βαλκανισμούς, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, συναντώνται στην Τουρκική, π.χ. ο αναλυτικός συγκριτικός των επιθέτων, η χρήση διακριτών ρηματικών τύπων για άμεση και έμμεση αφήγηση, η απώλεια του απαρεμφάτου, η σειρά όρων ΥΑΡ (υποκείμενο – αντικείμενο – ρήμα), η απώλεια φωνηεντικών χαρακτηριστικών όπως η μακρότητα και η ερρινότητα [overlay features], η ανάπτυξη κεντρικού μέσου φωνήεντος schwa [Ə] κ.ά. Πολλοί δέχονται ότι στην πραγματικότητα πηγή κάποιων από τα χαρακτηριστικά αυτά στις βαλκανικές γλώσσες (π.χ. των ρημάτων άμεσης και έμμεσης αφήγησης) υπήρξε η τουρκική γλώσσα. Προφανώς, η λύση δεν είναι να αποκλείσουμε από την αντιπαραβολή δομικά στοιχεία που δεν συνεισφέρουν στην υπόθεσή μας (το προκείμενο βιβλίο θέτει ως προϋπόθεση να απαντούν στην Ελληνική), αλλά να αναζητήσουμε άλλη ερμηνεία με ισχυρότερη αποδεικτική βάση.
Συμπυκνώνοντας σε λίγες γραμμές σημεία από την ογκώδη σχετική βιβλιογραφία, διαπιστώνουμε την ευλογοφάνεια του θεωρητικού σχήματος της πολλαπλής αιτιότητας [multiple causation]. Ενώ τα λεξιλογικά στοιχεία τής ζώνης είναι σαφώς ελληνικής και τουρκικής αρχής, τα δομικά χαρακτηριστικά έχουν πολυμερέστερη αφετηρία, ξεκινώντας από τις εγγύτερες γλώσσες και καταλήγοντας στα απώτερα μέλη τής ζώνης. Φυσικά, ένα χαρακτηριστικό μπορεί κάλλιστα να χαθεί από τη γλώσσα-πηγή, προτού εξαπλωθεί πλήρως στη ζώνη επαφής, πράγμα που δυσχεραίνει τον εντοπισμό τής προέλευσής του, αυτό όμως συμφωνεί εξ ολοκλήρου με τον ρεαλισμό τής αποκατάστασης (βλ. Lindstedt 2000· Johanson 1992). Στην πραγματικότητα, κανένα από τα γλωσσικά χαρακτηριστικά τού βαλκανικού δεσμού δεν απαντά σε όλες τις γλώσσες που θεωρείται ότι ανήκουν σε αυτόν (Hamp 1979). Ακόμη και όταν ένα στοιχείο έχει σαφή την εξήγησή του από συγκεκριμένη γλώσσα (π.χ. η αντικατάσταση του απαρεμφάτου από τη δομή θέλω + συμπληρωματική πρόταση με υποτακτική έχει ελληνική αρχή, βλ. Horrocks 2006: 343-4), η πλειονότητα των συγκλίσεων έχουν σκοτεινή αφετηρία, ασυνεχή διάδοση και απροσδιόριστες ισογλώσσους. Συμβαίνει ό,τι αν ρίξουμε δυο-τρεις πέτρες στο νερό: τα κύματα επικαλύπτονται, συχνά κινούνται συνδυασμένα προς κοινή κατεύθυνση, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας, και τελικά οι κύκλοι χάνουν το κέντρο τους.
Β. Τα λεξιλογικά στοιχεία
Θα αδικούσαμε όμως το έργο, αν δεν αναφερόμαστε στο τμήμα τού βιβλίου που καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση: τα λεξιλογικά χαρακτηριστικά με ελληνική προέλευση σε τέσσερεις βαλκανικές γλώσσες. Ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα αλφαβητικό γλωσσάριο αυτών των λέξεων για κάθε γλώσσα, το οποίο (παρά τις αναπόφευκτες επαναλήψεις) αποδεικνύεται χρήσιμο και προσεγμένο. Μερικές από τις πιο επιμελημένες σελίδες τού βιβλίου ανήκουν σε αυτά ακριβώς τα τμήματά του, θέλω δε να ξεχωρίσω τους πίνακες που έχει ετοιμάσει ο συγγραφέας για την αντιπροσώπευση των ελληνικών φωνημάτων στα δάνεια των τεσσάρων γλωσσών (σ. 87-90 για τη Ρουμανική, σ. 175-8 για την Αλβανική, σ. 218-21 για τη Βουλγαρική, σ. 251-4 για τη Σερβοκροατική). Οι πίνακες αυτοί δεν είναι φωνοτακτικές κατασκευές τής θεωρίας, αλλά έχουν προκύψει από το γλωσσικό υλικό και αυτό συμβάλλει στην ακρίβειά τους.
Είναι εντούτοις αξιοπαρατήρητο ότι ο συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει λάβει υπ’ όψιν του κατά την ετυμολόγηση των δανείων μεγάλο μέρος τής επιστημονικής εργασίας που είχε γίνει ώς το 2005, οπότε ολοκληρώθηκε η συγγραφή τού βιβλίου. Από την τεκμηρίωση και τη βιβλιογραφία προκύπτει ότι περιορίστηκε στο Ετυμολογικό Λεξικό τού Ν. Ανδριώτη (και μάλιστα στη β΄ έκδοση, όχι στην εμπλουτισμένη και διορθωμένη γ΄ έκδοση του 1983) και δεν έχει εξετάσει τη συμβολή των δύο βασικών λεξικών, του ΛΝΕΓ (Γ. Μπαμπινιώτη) και του ΛΚΝ (Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη). Ομοίως, δεν έχει αντλήσει πληροφορίες από το μνημειώδες Λεξικό τής Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμ. Κριαρά, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την περίοδο που διαλαμβάνεται στο βιβλίο. Δύο ακόμη σημαντικά άρθρα που θα μπορούσε να έχει συμβουλευτεί ο συγγραφέας οφείλονται σε συμβολές τού Ανδριώτη· πρόκειται για τα μελετήματά του «Τὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα τῆς βουλγαρικῆς γλώσσης» (Αρχείον θρακικού θησαυρού 17 [1952], σ. 33-100) και «Τὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα στὶς γλῶσσες τῶν γειτόνων μας Σλάβων» (Σήμερα 1 [1960], τεύχ. 5, σ. 3-5). Περισσότερη βιβλιογραφία, απαραίτητη για την ενασχόληση με τη βαλκανική γλωσσολογία, παρατίθεται στο τέλος αυτής της μελέτης.
Στο λεξιλογικό τμήμα συναντούμε αρκετές αξιοσημείωτες παρατηρήσεις, που φανερώνουν καλή γνώση τής γλωσσογεωγραφίας των νεοελληνικών ιδιωμάτων και των επαφών τους με τις βαλκανικές γλώσσες. Ο Π.Κ. κινείται στις βαλκανικές γλώσσες με ευχέρεια, αγωνιζόμενος, όπως είχε γράψει άλλοτε ο Thumb, «να χωρίσει τα σκύβαλα από τον καρπό».
Εν προκειμένω: Σωστά παρατηρεί ότι ο τύπος economisi της Ρουμανικής έχει την αρχή του στον συνοπτικό τύπο ἐκονόμησα, ο οποίος είναι (ας σημειωθεί) ήδη μεσαιωνικός (σ. 74). Έχει δίκιο όταν λαμβάνει υπ’ όψιν το φωνολογικό σύστημα της αποδέκτριας γλώσσας, προκειμένου να κρίνει την προέλευση μιας λέξεως (π.χ. σ. 86) και πολύ μεθοδικά πραγματεύεται τα ταξινομικά στοιχεία [classifiers] της Νέας Ελληνικής, εξηγώντας πώς αποκτούν αρνητική σημασία (π.χ. σ. 95, άνθρωπος, φράγκο, δεκάρα, γραμμάριο, στάλα, ψυχή – ψυχή δεν περπατούσε στον δρόμο!) Ενημερωμένος αποδεικνύεται ο συγγραφέας ως προς την αξία τής ταξινόμησης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών σε centum και satem και οι σχετικές σελίδες τού βιβλίου είναι καλοζυγισμένες και κατατοπιστικές (σ. 103-4).
Ακόμη, εύστοχα ερμηνεύει την εξέλιξη του δείκτη θα (σ. 92), την επικράτηση του ημιφωνικού [j] στον ενικό τής λ. αντσούγια (σ. 117), καθώς και την προέλευση των τοπωνυμίων Καλογρέζα και Σχηματάρι από την Αλβανική (σ. 135 κ. 168). Συζητήσιμη αλλά όχι απορριπτέα είναι η πρότασή του για την ετυμολόγηση της λ. πίτα, που έχει ταλανίσει όλες τις γενεές ετυμολόγων (σ. 82), και εξαιρετική η υπόθεσή του ότι το αλβ. roit «στάζω, ρέω» πρέπει να προήλθε «από κάποιον ιδιωματικό τύπο *ροΐσω (< *ροΐζω), τον οποίο δεν έχω συναντήσει», όπως σημειώνει ο συγγραφέας (σ. 162). Η ετυμολόγηση είναι απολύτως έγκυρη, διότι οι ρηματικοί τύποι ροΐζω (ροΐσω), ρούζω (< ρο(ή) + παραγωγικό τέρμα -ίζω) όντως υπάρχουν στη διάλεκτο του Πόντου με τη σημασία «πέφτω (από άλογο, από ψηλά)», άρα και «ρέω, στάζω».
Ωστόσο, όταν σταθούμε λεπτομερώς στον έλεγχο των ερμηνειών, συναντούμε μερικά ετυμολογικά σφάλματα. Θα στρέψω τώρα την προσοχή σε λίγα από αυτά, όσα κρίνω σοβαρότερα ή έχουν μεθοδολογικό ενδιαφέρον, με την προσδοκία ότι τα σχόλια αυτά θα συμβάλουν στην επιστημονική πειθαρχία που πρέπει να διέπει την ετυμολογική έρευνα.
# (σ. 85) Το ρουμ. tiflă «μούντζα» ετυμολογείται σωστά από το ελλ. τύφλα, αλλά η ερμηνεία τής σημασίας είναι άστοχη. Η ανοιχτή παλάμη δεν «συμβολίζει τις ακτίνες τού φωτός που τυφλώνει», όπως σημειώνει με επιφύλαξη ο συγγραφέας, αλλά αναφέρεται στο μεσαιωνικό έθιμο κατά το οποίο άλειφαν το πρόσωπο του διαπομπευομένου με καπνιά. Όπως έχω γράψει εκτενώς αλλού, η συναφής λ. μούντζα (επίσης μεσν. μούζα) δεν ετυμολογείται από το επίθ. μουντός, όπως αναφέρει ο Π.Κ. ακολουθώντας διστακτικά τον Ανδριώτη (σ. 153), αλλά από το περσ. muzh (ίδια σημασία). Η πατρότητα της προτάσεως ανήκει στον Γ. Γιαννουλέλλη.
# (σ. 133) Το αλβ. imonik «καρπούζι» ετυμολογείται εσφαλμένα από τύπο χυμωνικό, που ο συγγραφέας ανάγει στο ουσ. χυμός, παρ’ ότι ο σχηματισμός είναι μορφολογικώς αστήρικτος. Πρόκειται προφανώς για το χειμωνικό (< χειμώνας), λέξη γνωστή στη διάλεκτο της Κάτω Ιταλίας και στα ιδιώματα της Κεφαλλονιάς και της Λευκάδας. Η λ. δήλωνε φρούτα κομμένα πρόωρα, τα οποία αφήνονταν να ωριμάσουν εκτός εποχής και μακριά από το δέντρο.
# (σ. 149) Το αλβ. manar «οικόσιτο αρνί» ανάγεται στο ελλ. μανάρι, το οποίο εξηγείται λανθασμένα από το ελνστ. υποκοριστικό ἀμνάριον (του αρχ. ἀμνός). Όπως έχω γράψει αλλού, ο παμβαλκανικός αυτός όρος προέρχεται μάλλον από το αρωμουνικό manări (πληθ. τού manaru), το οποίο έχει την αφετηρία του στο υστερολατινικό επίθ. manuarius (< λατ. manus «χέρι») και δήλωνε αρχικώς το ζώο «που τρέφεται από το χέρι κάποιου», που είναι οικόσιτο και εξημερωμένο. Η πατρότητα της προτάσεως ανήκει στoν S. Nicosia.
# (σ. 198) Το μεσν. τσεκούρι(ν) δεν σχηματίστηκε από υποτιθέμενη συνεκφορά το σεκούριον > *τ’ σεκούρι(ν) > τσεκούρι «με τροπή του [s] σε [ts] λόγω γρήγορης εκφοράς του ουδέτερου οριστικού άρθρου και του ουσιαστικού που ακολουθεί». Ο τσιτακισμός δεν λειτουργεί έτσι, το δε άρθρο δεν συγκόπτει προ συμφώνου τα τελικά φωνήεντα. Απεναντίας, από την υστερολατινική συνεκφορά (manuaria) securis «πέλεκυς (χειρός)» ο τύπος securis έδωσε το ελνστ. σεκούριον, από όπου με προσθίωση της άρθρωσης προ των φωνηέντων [e, i] προέκυψε το προστριβές [ts], πβ. κ. τσυρίζω < συρίζω, τσούζω < σίζω.
# (σ. 202) Το μεσν. κουτσός δεν προέρχεται από το ανύπαρκτο *κοψός, καθώς είχε αρχικά υποθέσει ο Κ. Άμαντος. Εξηγώ γιατί στο βιβλίο μου Εισαγωγή στη μεσαιωνική και νεοελληνική ετυμολογία (σ. 121-2). Πιθανότερη είναι η αναγωγή στο υστερολατινικό επίθετο coxus / cossus «χωλός», στην οποία συνηγορούν τα γλωσσοϊστορικά δεδομένα. Η πατρότητα της προτάσεως ανήκει στον Στ. Αλεξίου.
# (σ. 210) Όταν υποβάλλουμε ετυμολογική πρόταση, είναι σκόπιμο να ελέγχεται σχολαστικά η χωροχρονική τοποθέτηση των λέξεων. Εν προκειμένω, το ελλ. μουστάκι δεν προέρχεται από το ιταλ. mustachio, αν και (για να μην αδικήσουμε τον συγγραφέα) είναι σωστό να λεχθεί ότι το ίδιο σφάλμα επαναλαμβάνουν ο J. Maher και ο R. Anttila. Η λ. έχει αδιάλειπτη παρουσία στην Ελληνική: αρχ. μύσταξ, -ακος, ελνστ. μουστάκιον (υποκοριστικό), μεσν. μουστάκι(ν). Δεν υπάρχει βάση για να επικαλεστούμε ξένη αφετηρία ή μεσολάβηση.
Κάνω συχνά τη σκέψη ότι, ακόμη και όταν καταπιάνεται με ζητήματα που δεν εμπίπτουν πλήρως στο αντικείμενό του, ο καλός μελετητής έχει τον τρόπο να ξεχωρίζει. Από το βιβλίο του Επιδράσεις τής Νεότερης Ελληνικής στις βαλκανικές γλώσσες ο κ. Κριμπάς αναδεικνύεται για την καλλιέργεια και την αδρή γραφή του.
Με στενοχωρεί να πω ότι, ειδικά στον τομέα τής εκτίμησης των βαλκανισμών ως δομικών στοιχείων που αποτελεί την κεντρική θέση τού βιβλίου, ο συγγραφέας βασανίζεται φιλότιμα να αντλήσει νερό από το βαθύ αυτό πηγάδι, χωρίς τελικά να τα καταφέρνει. Το βιβλίο μένει σαν διστακτικό αποτύπωμα ενός ταλαντούχου τεχνίτη, που ίσως χρειαζόταν να το ξαναπιάσει ωριμότερος πια και με πληρέστερη ειδική κατάρτιση. Η ευφυΐα και ευσυνειδησία τού συγγραφέα καθιστούν, νομίζω, αυτή την προσδοκία βεβαιότερη.
Βιβλιογραφικές παραπομπές
Friedman, V.A. 1999: «West Rumelian Turkish in Macedonia and adjacent areas». The Turkish Language in Contact. Amsterdam: J. Benjamins.
Friedman, V.A. 2006: «Balkans as a Linguistic Area». In: Keith Brown (ed.) Encyclopedia of Language & Linguistics, 2nd edition, vol. 1, pp. 657-672. Oxford: Elsevier.
Hamp, E. 1979: «Linguistic areas or clusters?». Quatrième Congrès International des Études du Sud-est Européen. Ankara.
Horrocks, G. 1997: Greek. A history of the language and its speakers. London & New York (μτφρ. 2006 υπό Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου, Αθήνα: Εστία).
Johanson, L. 1992: Strukturelle Faktoren in türkischen Sprachkontakten. Stuttgart: Franz Steiner.
Joseph, B. 1983: The synchrony and diachrony of the Balkan infinitive. A study in areal, general and historical linguistics. Cambridge: Cambridge University Press.
Joseph, B. 1992: «Balkan languages». International Encyclopaedia of Linguistics. Oxford: Oxford University Press.
Lindstedt, Yuko 1999: «Linguistic balcanisation: contact-induced change by mutual reinforcement». Conference on Language Contact, Groningen.
Schaller, H.W. 1975: Die Balkansprachen. Eine Einführung in die Balkanphilologie. Heidelberg.
Thomason, Sarah G. 1999: «Linguistic areas and language history». Conference on Language Contacts, Groningen.Trask, L. 2007 (β΄ έκδ.): Historical linguistics. London: Hodder.
16/6/09
Πίσω από τις γραμμές
Η περιπέτεια των γλωσσών τής Δύσης, μετάφραση: Έφη Μαργέλη,
επιμέλεια: Παν. Χαραλαμπάκος (Αθήνα 2007, εκδ. Ενάλιος)
Γνώρισα την κ. Βαλτέρ αρκετά χρόνια αφότου είχα διαβάσει το βιβλίο της. Ακούοντάς την να μιλάει αναρωτήθηκα γιατί μου φαινόταν οικείο το πρόσωπό της. Με το ύφος που στολίζει η καλοσύνη και η αποκτημένη ωριμότητα, η κ. Βαλτέρ μιλούσε όπως έγραφε: βιογραφώντας τις λέξεις και μεταδίδοντας ευγενικούς στοχασμούς για τις γλώσσες και τους ομιλητές τους.
Από την πρόσφατη ελληνική μετάφραση του γαλλικού βιβλίου δεν ανέμενα να μεταφέρει το συνομιλητικό και πρόσχαρο ύφος τού πρωτοτύπου· αναγνωρίζω πόσο είναι άδικο να επωμίζεται ο μεταφραστής ρόλο που αρμόζει σε εκ νέου συγγραφή. Εφόσον, όμως, πρόκειται για γλωσσολογικό κείμενο προορισμένο να κερδίσει το ευρύ κοινό, θα προσδοκούσαμε εύλογα επιστημονική ακρίβεια και γλωσσική ισοδυναμία, ενδείξεις ότι η μεταφράστρια και ο επιμελητής αγωνίστηκαν να υπηρετήσουν το κείμενο.
Η εξακοσίων σελίδων μετάφραση που έχουμε στα χέρια μας είναι τεράστιο έργο και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να εργαστεί κανείς υπό πίεση χρόνου σε τέτοιο απαιτητικό βιβλίο. Η εξιστόρηση της πορείας τόσων διαφορετικών γλωσσών, η παράθεση δεκάδων λεξικών τύπων και παραδειγμάτων και η ευφυής παρουσίαση της επιστήμης με τρόπο αφηγηματικό υφαίνουν από κοινού ολόκληρο τον ιστό των δυτικοευρωπαϊκών ανταλλαγών χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη. Δυστυχώς, όμως, ο χειρισμός τέτοιου και τόσου υλικού με άφθονους τύπους, οικωνύμια, τοπωνύμια και επιστημονικούς όρους ήγειρε υψηλές προσδοκίες, στις οποίες φοβούμαι ότι η ελληνική μετάφραση δεν κατάφερε γενικά να ανταποκριθεί.
Τα επιστημονικά βιβλία, ακόμη και όταν παρέχουν εκλαϊκευμένες γνώσεις, ζητούν από τον μεταφραστή να είναι κάτοχος του πλαισίου αναφοράς τους, γνώστης των τεχνικών όρων και των διακρίσεών τους, απαιτούν εν ολίγοις να διαθέτει κοινό υπόβαθρο επικοινωνίας με τον συγγραφέα. Ειδάλλως, υπάρχει κίνδυνος να φθείρει το κείμενο μεταφράζοντας επιπόλαια, χωρίς συνέπεια και υπό το νέφος τής αμηχανίας, η οποία δίχως άλλο θα φτάσει στον αναγνώστη.
Παρακαλώ τώρα να μου συγχωρηθεί μια δήλωση που ίσως ακουστεί κατηγορηματική: Μπορώ να φανταστώ τον μεταφραστή και τον επιμελητή τού επιστημονικού βιβλίου μονάχα τριγυρισμένους από μια απέραντη βιβλιοθήκη, να καλοζυγίζουν κάθε λεξική επιλογή και να ζητούν συμβουλές ειδικών στα θέματα που δεν κατέχουν. Η μεταφραστική εργασία που γίνεται από μνήμης, χωρίς βιβλιογραφία και επίπονη έρευνα, δεν κερδίζει καθόλου τον σεβασμό μου.
Η εν λόγω μετάφραση είναι σε μεγάλο βαθμό άνιση. Παρ’ ότι γραμμένη σε γλώσσα στρωτή και γενικά ομαλή, παρ’ ότι καταβλήθηκε προσπάθεια να παρουσιαστούν τα εθνωνύμια και τοπωνύμια με την αντίστοιχη ελληνική ονομασία (αναγνωρίζω την εγκυκλοπαιδική έρευνα που οπωσδήποτε έγινε), στα αυστηρώς γλωσσολογικά του σημεία, αυτά που κατ’ εξοχήν χρωματίζουν το πρωτότυπο, το μεταφρασμένο κείμενο προχωρεί ψηλαφητά και αφήνει τον αναγνώστη σε πυκνή ομίχλη.
Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις με βοηθούν να ξεχωρίσω στη συνέχεια δύο κατηγορίες μεταφραστικών αστοχιών που υποπίπτουν αμέσως στην προσοχή.
Εν πρώτοις, η απόσταση από το αντικείμενο του βιβλίου καταφαίνεται από τον ατυχή χειρισμό αρκετών γλωσσολογικών όρων. Το βιβλίο αδικείται κατάφωρα όταν ο όρος sons distinctifs «ήχοι με διακριτική αξία» (δηλ. φωνήματα) αποδίδεται «χαρακτηριστικοί ήχοι» (σ. 44) ή όταν χρησιμοποιείται ο όρος «μεταγραφή» (σ. 46) για να αποδοθεί το γαλλ. translittération, που όμως δηλώνει τον «μεταγραμματισμό». Οι formes prestigieuses δεν είναι φυσικά «περίβλεπτοι τύποι» (σ. 58), αλλά «τύποι κύρους», η δε reconstruction μεταφράζεται αδέξια «ανακατασκευή των γλωσσών» (σ. 89) ή «ανασκευή των μορφών τής γλώσσας» (σ. 235, 474), ενώ οι καθιερωμένοι όροι είναι «επανασύνθεση» ή έστω «αποκατάσταση».
Η αβεβαιότητα στην παρουσίαση των επιστημονικών όρων έχει επιπλέον ως αποτέλεσμα η mutation consonantique «συμφωνική τροπή» να μεταφράζεται απρόσεκτα «μεταλλαγή των συμφώνων» (σ. 95), «μετάλλαξη» (στον πληθ., σ. 97, 114), πράγμα που παρέσυρε τη μεταφράστρια στον ατυχή νεολογισμό «αμετάλλακτοι κανόνες» (σ. 168) αντί «αμετάβλητοι κανόνες» (γαλλ. règles immuables). Το ελληνικό κείμενο συγχέει αδικαιολόγητα τους τεχνικούς όρους désinence «κατάληξη» και suffixe «επίθημα» μεταφράζοντάς τους αδιακρίτως ως «καταλήξεις» (σε διάφορα σημεία, π.χ. σ. 311) και αποδίδει άστοχα τη λέξη formes ως «μορφές» αντί «τύπους». Επιπρόσθετα, η λέξη calque, η οποία δηλώνει τύπους σχηματισμένους κατά το πρότυπο ξένων όρων, αποδίδεται βιαστικά «αντίγραφο» (σ. 304, 478) αντί «μεταφραστικό δάνειο», ο γλωσσολογικός όρος notation «δήλωση» μεταφράστηκε ασταθώς «σημειογραφία» (των φωνηέντων, σ. 41) και «προσδιορισμός» (της έρρινης προφοράς, σ. 123) και ο φωνητικός όρος voiced dorsal spirant «ηχηρό οροφικό συριστικό» (από αγγλικό τίτλο, σ. 517) αλλοιώθηκε σε «προφερόμενο ραχιαίο συρριστικό [sic] ήχο».
Μερικοί ακόμη αλλοιωμένοι γλωσσολογικοί όροι: «χαρακτηριστικά ένωσης» (σ. 363, αντί του ορθού «ενωτικά», γαλλ. traits d’union), «σημειολογία» (σ. 361, αντί του ορθού «σημασιολογία», γαλλ. sémantique), «διάλεκτοι» (σ. 352, αντί του ορθού «τοπικά ιδιώματα», γαλλ. patois), «παραγωγική ερμηνεία» (σ. 598, αντί του ορθού «γενετική ερμηνεία», αγγλ. genetic interpretation, από βιβλιογραφικό τίτλο).
Η δεύτερη κατηγορία λαθών είναι, καθώς πιστεύω, απόρροια της πρώτης. Η ατελής κατανόηση του γλωσσολογικού περιεχομένου τού βιβλίου αποκόπτει μερικές φορές εξ ολοκλήρου τη μετάφραση από το πρωτότυπο. Επί παραδείγματι, διαβάζοντας τη φράση «σταδιακή κατάρρευση του τυχαίου συστήματος» (σ. 155) χρειάστηκε να καταφύγω στο πρωτότυπο για να ανακαλύψω ότι επρόκειτο περί του «πτωτικού συστήματος» (γαλλ. du système casuel). Από θολή αντίληψη της ατμόσφαιρας που μεταδίδει το βιβλίο η καθαρεύουσα χαρακτηρίστηκε «επιστημονική, ελιτίστικη και λίγο θεοποιημένη» (σ. 59, αντί «λόγια, ελιτίστικη και κάπως μνημειακή», γαλλ. savante, élitiste, un peu statufiée). Το λατινικό ρήμα delirare δεν σήμαινε αρχικώς «βγαίνω από τη δεξιά γραμμή» (σ. 134), αλλά «φεύγω από την ευθεία, παρεκκλίνω» (γαλλ. sortir de la ligne droite). Στη σελίδα 331 μια άκρως ενδιαφέρουσα υποενότητα τιτλοφορείται «Λέξεις με την ίδια ετυμολογία», αλλά απαιτείται να την αντιπαραβάλουμε με τον πρωτότυπο τίτλο Les doublets ne sont pas des synonymes, για να κατανοήσουμε ότι η σωστότερη απόδοση είναι «Ομόρριζα αλλά όχι συνώνυμα».
Μερικές ακόμη αστοχίες αυτής της κατηγορίας: «ανάθεση κυρίων ονομάτων» (σ. 233, αντί του δόκιμου «ονοματοδοσία», γαλλ. attribution des noms propres), «Οι απόπειρες που αποβλήθηκαν» (σ. 167, τίτλος υποενότητας, αντί του ορθού «Αποτυχημένες απόπειρες», γαλλ. Tentatives avortées), «προνομιακή ορθογραφία» (σ. 489, αντί του ορθού «προτιμώμενη ορθογραφία», γαλλ. orthographe préférentielle), «παρούσα προφορά» (σ. 46, αντί του ορθού «τρέχουσα προφορά», γαλλ. prononciation actuelle), «Δύο ειδικότητες της ολλανδικής γραμματικής» (σ. 490, τίτλος υποενότητας, αντί του ορθού «Δύο ιδιαιτερότητες της ολλανδικής γραμματικής», γαλλ. Deux spécialités de la grammaire néerlandaise).
Τα λάθη πληθύνονται όταν πρόκειται για λέξεις ή φράσεις από γλώσσες με τις οποίες η μεταφράστρια δεν είναι εξοικειωμένη, π.χ. λατ. nec plus ultra «το μη περαιτέρω, (λαϊκ.) ώς εδώ και μη παρέκει» (που αποδόθηκε «δεν υπάρχει καλύτερο», σ. 160), λατ. tandem «τελικά, τέλος πάντων» (που αποδόθηκε «ζευγάρι», σ. 159), γερμ. Fahrkarte «εισιτήριο» (που αποδόθηκε «χαρτονόμισμα», σ. 441), γερμ. Regiment «σύνταγμα» (που αποδόθηκε «στράτευμα», σ. 441).
Το πρόβλημα επιτείνουν περιπτώσεις κατά τις οποίες καθιερωμένες αποδόσεις αγνοήθηκαν και παρουσιάζονται αγνώριστες. Εν προκειμένω, το άρθρο τού ελληνικού συντάγματος του 1911, που καθιέρωνε την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα, ξαναμεταφράζεται από τα Γαλλικά στη Νεοελληνική (σ. 60) με αποτέλεσμα να ακυρώνεται το περιεχόμενό του (που όριζε ως επίσημο τον γλωσσικό τύπο στον οποίο ήταν γραμμένο). Το ευρέως γνωστό έργο τού Ντεκάρτ Λόγος περί της μεθόδου (1637) μεταφέρεται αδέξια ως Πραγματεία σε σχέση με τη μέθοδο (σ. 164), η δε Εξουσιοδοτημένη Μετάφραση της Βίβλου (αγγλ. Authorised Version ή King James’ Version) αποδόθηκε αδόκιμα Εγκεκριμένη εκδοχή τής Βίβλου (σ. 540, 545).
Η κακή κρίση αποφέρει τους χειρότερους καρπούς της στην ενότητα της βιβλιογραφίας και των σημειώσεων (σ. 591-631). Αντί να ευθυγραμμιστεί προς την καθιερωμένη τακτική και να παραθέτει τα ονόματα και τους βιβλιογραφικούς τίτλους όπως είναι στο πρωτότυπο, το ελληνικό κείμενο αποπειράται αφ’ ενός μεν να μεταφράσει τους τίτλους στα Ελληνικά (μόνο όμως όταν είναι στα Γαλλικά ή στα Αγγλικά), αφ’ ετέρου δε να μεταγράψει τα ονόματα στα Ελληνικά.
Λυπούμαι που πρέπει να σημειώσω ότι αυτή η απόφαση ήταν καταστροφική για την ποιότητα του βιβλίου. Όταν μεταφράζονται οι τίτλοι και μεταγράφονται τα ονόματα, ο αναγνώστης χάνει τη δυνατότητα να αναζητήσει τα σχετικά βιβλία ή άρθρα, αφού δεν μπορεί πάντοτε να ξέρει ποια είναι η αρχική μορφή τους, ποιος είναι ο αυθεντικός τους τίτλος και σε ποια γλώσσα γράφτηκαν. Δυστυχώς, η επιπόλαιη αυτή κίνηση είχε ως πρόσθετο αποτέλεσμα να παραμορφώνονται τα ονόματα διαφόρων επιστημόνων. Λόγου χάριν, ο Γάλλος Jean Haudry μεταγράφηκε Χωντρύ, ο γνωστός γλωσσολόγος Claude Hagège αποκαλείται Χάγκεκ και Χάγκεζκ (αντί Αζέζ) και ο Guy Jucqois απαντά ως Γκάι και Γκουί Ζουκουά. Μόνο προχειρότητα μαρτυρεί η αλλοίωση του ονόματος του Γερμανού λεξικογράφου Walter von Wartburg (που μεταγράφηκε Γουάρτμπουργκ αντί Βάρτμπουργκ), του Ιταλού λεξικογράφου Zolli (που μεταγράφηκε Ζογί αντί Τζόλι), με αποκορύφωμα το επώνυμο του ίδιου του συζύγου τής συγγραφέως, ο οποίος παρουσιάζεται αίφνης να ονομάζεται Ζεράρντ Γουώλτερ!
Το χειρότερο είναι ότι για βιβλία που η συγγραφέας συμβουλεύτηκε στα Ελληνικά —και το σημειώνει ρητά— η μεταφράστρια επιλέγει να ξαναμεταφράσει τους τίτλους από τα Γαλλικά κάνοντας τα αγνώριστα, όπως συμβαίνει με βιβλία των Γ. Μπαμπινιώτη (σημ. 57), Ν. Κοντοσόπουλου (σημ. 31) και Α. Χαραλαμπόπουλου (σημ. 75), ενώ παραβλέπει το γεγονός ότι για ορισμένα υπάρχουν δόκιμες ελληνικές μεταφράσεις (όπως για τα βιβλία των J. Haudry, A. Mirambel και R. Browning). Με στενοχωρεί να υποσημειώσω ότι η απόδοση του γαλλ. Actes ως «Πράξεις» αντί «Πρακτικά» (συνεδρίου) ή η διατήρηση αβλεψιών τού πρωτοτύπου, όπως ότι η πτώση τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έλαβε χώρα το 1450 (αντί το 1453), επιμαρτυρούν πως η μετάφραση άξιζε περισσότερη προσοχή.
Σταματώ εδώ. Θα ήθελα από καρδιάς η κ. Βαλτέρ, που παρουσίασε προσωπικά τη μετάφραση του βιβλίου της, να μπορεί να αποβλέπει στην ελληνική έκδοση με ασφάλεια και υπερηφάνεια. Συλλογίζομαι ότι οι γραμματείς των ιερών εβραϊκών Γραφών κατέληγαν να μετρούν, όχι μόνο τις λέξεις που αντέγραφαν, αλλά και τα γράμματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι δεν παρέλειψαν τίποτε. Από την κρινόμενη μετάφραση δεν προσδοκούσα τέτοια σχολαστικότητα. Θα ήθελα απλώς να αποδίδει με αξιοπιστία το πρωτότυπο. Εξάλλου, από τον μεταφραστή το μόνο που ζητείται είναι να αποδειχθεί πιστός.
Σημείωση: Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο γράφτηκε αρχικά για ένα λογοτεχνικό περιοδικό, του οποίου η έκδοση δυστυχώς δεν ευοδώθηκε. Αν και δεν είναι πια επίκαιρο, σκέφτηκα ότι, παρά να απομείνει ξεχασμένο, δεν θα ήταν ίσως άτοπο να αναρτηθεί εδώ. Ευχαριστώ.
17/12/07
Γλωσσικά εμπόδια
Το 1793, ενόσω διαρκούσε ο αναβρασμός από τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση, ανεξέλεγκτοι όχλοι είχαν σε αρκετές περιπτώσεις καταστρέψει βιβλιοθήκες και λεηλατήσει μνημεία. Ο αββάς Γρηγόριος, απηυδισμένος από τον χαλασμό, έπλασε μια λέξη αντιπροσωπευτική του: βανδαλισμός (vandalisme). Σχολίασε: Je créai le mot pour tuer la chose «Δημιουργώ τη λέξη, για να σκοτώσω το πράγμα».
Όπως νιώθουμε πιο άνετα κοντά σε κάποιον όταν ξέρουμε το όνομά του, έτσι και για να εξοικειωθούμε με μια ιδέα ή έννοια, για να στοιχειοθετήσουμε τη φυσιογνωμία της, πασχίζουμε να της βρούμε όνομα. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να επινοεί ονόματα για τα πράγματα, καθώς μας το δείχνει ήδη η Βιβλική αφήγηση της Γένεσης. Χωρίς όνομα η έννοια παραμένει ρευστή ουσία, απροσδιόριστη, στην πραγματικότητα προγλωσσική. Στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων τού Νίκου Σαραντάκου τα εμπόδια έχουν όνομα και τα λάθη ταυτότητα. Στο προηγούμενο άρθρο μου ασχολήθηκα κυρίως με τον τρόπο γραφής αυτού του αξιοσημείωτου βιβλίου. Προσπάθησα να αναδείξω τα χαρίσματά του και να στηρίξω τη γνώμη μου ότι πρόκειται για υψηλής στάθμης ανάγνωσμα. Θα ήθελα τώρα να στρέψω την προσοχή σε δυο-τρία θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο, μπαίνοντας στο μονοπάτι που προτείνει και εξετάζοντας αν τα ονόματα αντιστοιχούν στα πράγματα.
Αν διάβασα σωστά, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων καταπιάνεται, μεταξύ πολλών άλλων, με μερικές βασικές έννοιες, τις οποίες τοποθετεί στη ρίζα διαφόρων γλωσσικών αντιλογιών. Κυρίαρχο ρόλο στην επιχειρηματολογία του παίζει η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, όρος που χρησιμοποιείται ενίοτε και από άλλους κριτικούς. Καταφανώς ο συγγραφέας δεν φρονεί ότι υπάρχει κίνδυνος αναβίωσης της καθαρεύουσας, όπως τη θυμούμαστε ή τη διαβάζουμε ακόμη σε κείμενα του παρελθόντος ή όπως τη χρησιμοποιούσαν στον δημόσιο λόγο. Εκτιμά, ωστόσο, ότι υπάρχει τάση για προσκόλληση ή επιστροφή σε μερικούς λόγιους ή λογιότροπους τύπους και στηλιτεύει την τακτική ορισμένων να κατακρίνουν κάθε τρέχουσα χρήση που δεν συμβιβάζεται με το πρότυπό τους. Επειδή μερικοί επικριτές κατέχουν θέσεις-κλειδιά και έχουν πρόσβαση σε δημόσιο λόγο, η παρουσία τους γίνεται περισσότερο αισθητή και οι απόψεις τους έχουν ίσως κάποια απήχηση στο κοινό που επηρεάζουν.
Εντούτοις, η λεπτομερής μελέτη των στοιχείων δεν επιβεβαιώνει, καθώς πιστεύω, τον φόβο ότι μπροστά μας έχουμε κάποιας μορφής «παλινόρθωση» της «φετιχιστικής νεοκαθαρεύουσας». Ίσως μερικοί διανοούμενοι ή λόγιοι, ακόμη και επιστήμονες, κατορθώσουν με το κύρος ή την επικοινωνιακή τους ικανότητα να αυξήσουν τη διάδοση λίγων τύπων ή δομών τής προτιμήσεώς τους, αλλά η μεγάλη μάζα των ομιλητών παραμένει αμέτοχη ή υφίσταται μόνο απειροελάχιστη την επιρροή αυτή (βλ. D. Bolinger, «Usage and acceptability in language», από τον πρόλογο του The American Heritage Dictionary, 2η έκδ., Boston 1982). Τρέφω συμπάθεια προς τις υγιείς ανησυχίες που εκφράζονται στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων, φοβούμαι όμως ότι το όνομα που επιλέχθηκε δεν είναι σύστοιχο του φαινομένου για το οποίο δημιουργήθηκε. Συμβαίνει κάποτε να υιοθετούμε έναν όρο επειδή αποδίδει τη στάση μας προς το πράγμα· φρονούμε ίσως ότι η οικειότητα προς τη λέξη μάς προστατεύει από την πλάνη. Νομίζουμε ακόμη ότι ένα απωθητικό όνομα (όπως ο όρος νεοκαθαρεύουσα) μπορεί να συμπυκνώσει εντός του όλα τα ψυχολογικά βάρη τής παλαιάς καθαρεύουσας εντοπισμένα στη σύγχρονη γλώσσα. Και προσπαθούμε έτσι να τα αποδιώξουμε.
Ο αναγνώστης μου θα διερωτηθεί αν είναι σκόπιμο να σταθούμε τόσο στην ορολογία. Σε τελική ανάλυση, αν τα φαινόμενα που περιγράφονται είναι σωστά, η ονομασία τους θα πρέπει να κρίνεται ζήτημα δευτερεύον. Νομίζω πως δεν είναι έτσι. Αν ο γιατρός διαγνώσει σωστά τα συμπτώματα και την έκτασή τους, λίγα θα μπορούσε να προσφέρει αν αποτύγχανε να κατονομάσει επακριβώς ό,τι βλέπει. Οι φορτισμένες λέξεις μπορεί να διευκολύνουν την τοποθέτηση, σηκώνουν όμως συγχρόνως σύννεφα σκόνης πάνω από το φαινόμενο που αποσκοπούν να περιγράψουν. Έχω τη γνώμη, όπως και άλλοι γλωσσολόγοι, ότι αυτό συμβαίνει με τον όρο νεοκαθαρεύουσα.
Η συγκεκριμένη ετικέτα έχει χρησιμοποιηθεί από μερικούς έμπειρους εργάτες τής γλώσσας, όπως ο Ν.Σ., ως όρος-ομπρέλα, ο οποίος αποδίδει «ιδεολογική τρομοκρατία» ή «φετιχιστικά συμπλέγματα» στη διάδοση ή επικράτηση ορισμένων λόγιων τύπων ή δομών, κυρίως όταν η ισχύς τους απορρέει από την επιβολή μερικών που κατέχουν θέσεις εξουσίας. Κάνω μερικές φορές την πικρή σκέψη ότι, αν δεν προσέξουμε, γρήγορα μεταθέτουμε στη γλώσσα ιδιότητες των ανθρώπων. Εξηγούμαι: Ό,τι χαρακτηρίζεται από εκζήτηση, ξυπασιά, αλαζονεία, φετιχισμό, άγνοια και παρόμοια δεν είναι η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, αλλά ομιλητές, συγγραφείς, μεταφραστές και διορθωτές: άνθρωποι με αδυναμίες, οι οποίοι αυτονοήτως δεν περιορίζονται σε μία πλευρά τού γλωσσικού φάσματος.
Αν και η στρωματογραφία των παραγόμενων κειμένων δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί, μπορούμε καλύτερα να υποστηρίξουμε ότι ορισμένα είδη γραπτού λόγου αποκαλύπτουν έντονη ροπή για ανανέωση των γλωσσικών τρόπων. Επειδή η καθημερινή γλωσσική χρήση φαίνεται ή ακούεται τετριμμένη και συχνά φορτισμένη συναισθηματικά, υπάρχει ανάγκη για λεξιλογικές διεξόδους περισσότερο αποχρωματισμένες, προκειμένου να ταιριάζουν σε δημόσιο λόγο. Οι διέξοδοι αυτές αναζητούνται κατ’ ανάγκη στον λόγιο δίαυλο της γλώσσας. Δεν χρειάζεται να νιώθουμε ένοχοι απέναντί του.
Επιπλέον, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αναλύει τις αιτίες των λαθών με βάση την προέλευση ή το κίνητρο: άγνοια, ακαταστάλαχτες περιοχές τής γλώσσας, εκζήτηση. Κατόπιν, ταξινομεί όσους επιδιώκουν να διορθώνουν τους άλλους σε α) λαθοθήρες, β) συντηρητές των λεπτών διακρίσεων και γ) κειτούκειτους (= που εξετάζουν αν η συγκεκριμένη χρήση υπάρχει ή κείται στα αρχαία κείμενα). Η εν λόγω διαίρεση περιλαμβάνει εύστοχες επί μέρους παρατηρήσεις. Αναφέρθηκα σε αυτές στο προηγούμενο άρθρο μου.
Θα περιοριστώ μόνο σε ό,τι κατά τη γνώμη μου φορτώνει το βιβλίο με περιττό υποκειμενισμό. Είναι σοφό να αναγνωρίσουμε ότι οι ρευστοί τομείς τής γλώσσας πιθανόν να παραμείνουν σε εξέλιξη σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και αυτό μας στερεί τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα ή να αποδείξουμε σωστή την πρόβλεψή μας. Είναι επομένως σπουδαίο να κατανοήσουμε ότι η επικρατούσα χρήση, την οποία εύλογα επικαλούμαστε, δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξακριβωθεί. Όταν ελέγχουμε την αποδεκτότητα (acceptability) ενός τύπου, έχουμε συγκεκριμένα ερωτήματα να αντιμετωπίσουμε: Σε ποιον τομέα ή πεδίο θεωρείται η εν λόγω χρήση αποδεκτή ή κυρίαρχη; Στον προφορικό ή στον γραπτό λόγο; Ποιες ηλικιακές ή κοινωνικές ομάδες την υιοθετούν και ποιες αμφιταλαντεύονται; Σε ποια λειτουργική εφαρμογή εντοπίζονται τα περισσότερα λάθη ή οι αποκλίσεις; Μήπως η χρήση που στιγματίζω (ή ενδεχομένως θωπεύω) αποτελεί μία ακόμη επιλογή ύφους, στοιχείο τής φυσικής ποικιλίας, που δεν είναι σκόπιμο να στερηθούμε; Μπορώ να ισχυριστώ με ειλικρίνεια ότι οι υποδείξεις μου δεν προβάλλουν απλώς τις προτιμήσεις ή τις διαισθητικές μου παρατηρήσεις;
Για να αξιώσουμε βάσιμα συμπεράσματα, συνετό είναι να μην εμπιστευτούμε μόνο το ένστικτό μας. Αν το πράξουμε, ενδέχεται να αστοχήσουμε στην κρίση μας και να συστήνουμε περιθωριακές χρήσεις όπως *η ταμία – της ταμίας, *η γραμματέα – της γραμματέας, *οι συγγράφισσες κτλ., παροτρύνοντας κατόπιν το κοινό να τις υιοθετήσει, προκειμένου «να τριφτούν στη χρήση» (σ. 213). Μπορεί επίσης να αφήσουμε την υποκειμενική μας προτίμηση να μας οδηγήσει να χαρακτηρίσουμε τη γενική της κυβερνήσεως τύπο «έξω από τη νόρμα» (σ. 195) ή να προτείνουμε ακόμη και τον άκλιτο τύπο ουδετέρου *του διαμπερέ (σ. 196). Τελικά, ίσως παρασυρθούμε να στηλιτεύσουμε τα λόγια επαγγελματικά θηλυκά σε –ος (π.χ. η υπουργός, η χημικός), επειδή παρατηρούνται λάθη σε συνεκφορές με επίθετα (σ. 211).
Θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι αυτός είναι ένας από τους λίγους τομείς που η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων σφάλλει στην κρίση. Τα πρόσφατα χρόνια έχουν διεξαχθεί συστηματικές και σταθμισμένες (= με υπολογισμό τής ηλικίας, του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης και του κειμενικού είδους) έρευνες για τον σχηματισμό των επαγγελματικών θηλυκών ονομάτων. Η πιο πρόσφατη είναι των συναδέλφων Άννας Ιορδανίδου & Ελένης Μάντζαρη: «Τα Θηλυκά Επαγγελματικά Ουσιαστικά: Γλωσσική Χρήση και Τυποποίηση» (5ο Συνέδριο, Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία, Λευκωσία 13-15/11/2005). Οι ερευνήτριες διαπιστώνουν (μεταξύ άλλων) κατόπιν μελέτης σε σώματα κειμένων ότι:
α) Τα επαγγελματικά σε –ος δύσκολα θηλυκοποιούνται (δηλ. δέχονται επιθήματα χαρακτηρισμένα: -ίνα, -ισσα) και αυτό γίνεται για γλωσσικούς λόγους (όχι κοινωνικούς ή από «μισογυνισμό», όπως καταλογίζει ο Ν.Σ., σ. 214). Αιτίες: Η εξοικείωση με την προϋπάρχουσα κατάληξη –ος, η ελαφρώς μειωτική χροιά τού επιθήματος –ίνα και η εντύπωση ότι τα λόγια μορφήματα είναι λιγότερο χαρακτηρισμένα και, ως εκ τούτου, καταλληλότερα για επίσημους επαγγελματικούς όρους.
β) Τα ουσιαστικά σε –της θηλυκοποιούνται με πολύ μικρή αντίσταση (π.χ. διευθύντρια, επιθεωρήτρια, αρμόστρια – προσθέτω ως μοναδική ιδιότυπη εξαίρεση τη λέξη βουλευτής).
γ) Τα ουσιαστικά σε –έας, -ίας, -ορας, -ονας εμφανίζουν μεγάλη αντίδραση λόγω της άσιγμης κατάληξης, η οποία οδηγεί σε αποκλίνοντες τύπους στη γενική πτώση (π.χ. *της συγγραφέας). Υπογραμμίζουν: «Η χρήση των λόγιων καταλήξεων –έως, -ορος, και –ονος φαίνεται ότι συμβάλλει στην αποτροπή αυτών των αποκλίσεων και γι’ αυτό η συστηματική περιγραφή τους είναι απαραίτητη σε οποιαδήποτε προσπάθεια τυποποίησης».
Οι ερευνήτριες καταλήγουν στην ακόλουθη εύστοχη διαπίστωση: «Η επικράτηση λόγιων στοιχείων, κυρίως στα ουσιαστικά σε –ας και –ης, αφορά ‘τοπικές’ και αυτόνομες διεισδύσεις, που δεν ανατρέπουν την ομαλότητα και την καθαρότητα του μορφολογικού συστήματος της Νέας Ελληνικής».
Από τη συνεξέταση των στοιχείων συνειδητοποιούμε ότι ορισμένοι λόγιοι μορφολογικοί τύποι αυτής της δομικής ισχύος αποτελούν απαραίτητες κλιτικές θυρίδες (slots) στο σύστημα και επικρατούν όπου δεν υπήρξαν ή δεν γενικεύτηκαν αντίστοιχοι δημοτικοί τύποι. Η λόγια προέλευσή τους δεν πρέπει να μας παρασύρει και να τους προσάπτουμε το σημάδι τού Κάιν. Αν θελήσουμε να στηρίξουμε τη θέση μας με το επιπρόσθετο επιχείρημα ότι ο τύπος η ταμία είναι αρχαίος (σ. 209), τότε παραχωρούμε το δικαίωμα στον αντίγνωμο να παρουσιάσει τον τύπο της γραμματέως, που μαρτυρείται ήδη στον Αριστοφάνη (Θεσμοφοριάζουσαι στ. 433). Αν επικαλεστούμε το κριτήριο της χρήσεως, θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι οι έρευνες (όπως αυτή που προανέφερα) πιθανόν να μην επιβεβαιώσουν τις θέσεις μας. Η πείρα έδειξε ότι αξιόλογες μελέτες σχετικά με το ζήτημα, όπως του Τριανταφυλλίδη, του Κριαρά, του Τσοπανάκη και του Φόρη (βιβλιογραφικά στοιχεία στο τέλος τού άρθρου), που επιχείρησαν να κανονίσουν τα θηλυκά επαγγελματικά και συνέστησαν χαρακτηρισμένα έμφυλα επιθήματα (π.χ. –ισσα, -ινα κτλ.), είχαν ρυθμιστικό χαρακτήρα και εν τέλει απέτυχαν να περιγράψουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ευτυχώς, ο Ν.Σ., παρ’ ότι συστήνει τους αποκλίνοντες τύπους *-έα, -έας και πληθ. –ισσες, μεταχειρίζεται στο βιβλίο του την επικρατούσα χρήση η συγγραφέας (σ. 44) και η γραμματέας (σ. 278). Οι αρχαίοι θα παρατηρούσαν καλόκαρδα: Μεταξὺ χειλέων καὶ κύλικος πολλὰ πέλει.
Το αξιόλογο βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου είναι γεμάτο χρήσιμες διαπιστώσεις, που μαρτυρούν εποπτεία των γλωσσικών πραγμάτων. Αξιοσημείωτες είναι ακόμη οι ορθογραφικές παρατηρήσεις του, που είναι συνεπείς και συστηματικές. Δεν θα τις συζητήσω εδώ ούτε θα επισημάνω πού διαφωνώ: ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τις θεωρητικές μου θέσεις για την ορθογραφία σε προηγούμενα κείμενά μου.
Κάποτε, σε λίγα μόνο σημεία, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ίσως δεν καταλήγει στο σωστότερο συμπέρασμα. Αυτό είναι συγγνωστό και δεν μπορούμε να το απαιτήσουμε από ένα συγγραμμα γλωσσικής κριτικής, που προσπαθεί να επιπλεύσει στον ωκεανό τής γλώσσας, στις γκρίζες ζώνες και στις ακαταστάλαχτες περιοχές του. Είναι, όμως, βιβλίο που τροφοδοτεί τη σκέψη και που διδάσκει με τα απλούστερα εργαλεία τον ορθό επιστημονικό συλλογισμό. Είναι, με δυο λόγια, βιβλίο καμωμένο από ευφυΐα και κατανόηση.
Σημειώσεις: Οι παλαιότερες μελέτες των θηλυκών επαγγελματικών είναι του Τριανταφυλλίδη («Η ‘βουλευτίνα’ και ο σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών», Άπαντα Μ. Τριανταφυλλίδη, Θεσ/νίκη 1963, σ. 326-334), του Κριαρά (Τα Πεντάλεπτά μου, Θεσ/νίκη 1987, σ. 114-6), του Τσοπανάκη («Ο δρόμος προς την δημοτική: θεωρητικά, τεχνικά και γλωσσικά προβλήματα. Σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών», 1982, Νέα Εστία 1204, σ. 1120-42) και του Φόρη («Ένα πρωτότυπο και πολύτιμο λεξικό», 1968, Νέα Εστία 84, σ. 1365-79).
26/10/07
Νίκου Σαραντάκου: Γλώσσα Μετ' Εμποδίων (Αθήνα 2007: Εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου)
Έχει γίνει συνήθεια τα τελευταία χρόνια να παρομοιάζουμε το καινούργιο βιβλίο με πλοίο. Ευχόμαστε να είναι «καλοτάξιδο», ίσως επειδή ενδομύχως αναγνωρίζουμε πως, αφού έφυγε από την πένα τού συγγραφέα, έχει μείνει πια μόνο του στο πέλαγος του δημοσιευμένου λόγου.
Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων του Νίκου Σαραντάκου ναυπηγήθηκε για τον «ωκεανό τής γλώσσας», όπως ρητά αναφέρεται στον πρόλογό της. Σε αυτό το περιβάλλον ο αναγνώστης μου πια το ξέρει πως πνέουν ισχυρά ρεύματα, τεταμένες αντίρροπες δυνάμεις, που εύκολα μπορούν να μετατρέψουν ένα βιβλίο γλωσσικής κριτικής σε ανεμοσκόρπισμα. Από την παρουσίαση που θα επιχειρήσω παρακάτω ευελπιστώ να φανεί γιατί το βιβλίο που συζητούμε δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Ας προεκτείνουμε τώρα την παραβολή. Η λειτουργία ενός βιβλίου με το περιεχόμενο της Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων κρίνεται από τρεις κυρίως παράγοντες, τους οποίους θα ήθελα να έχουμε κατά νου: α) αν είναι στερεά διαρθρωμένο και πείθει με τη λογικότητα και με το ύφος του, β) αν έχει εκτιμήσει σωστά τις συνθήκες και το περιβάλλον, ώστε να προσλαμβάνει με ευαισθησία τη γλωσσική πραγματικότητα, γ) αν πλοηγείται με σωστές συντεταγμένες, εν ολίγοις αν οδηγεί σε ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.
Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω πώς το βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις τρεις αυτές απαιτήσεις.
Πρώτα, όμως, θα ήθελα να μου επιτραπεί η εξής σύντομη παρέκβαση, που δεν είναι, νομίζω, άσκοπη: Η βιβλιοκριτική παρουσίαση έργων για τη γλωσσική χρήση εμπεριέχει τον διαρκή κίνδυνο της αυτοπαρατηρησίας. Ο απόηχος της δικής μας ιδιολέκτου μπορεί να αλλοιώσει την ικανότητά μας να συζητήσουμε με φωτισμένη κρίση. Επιπλέον, ο βολικός χωρισμός σε σχολές σκέψεως ή γλωσσικές παρατάξεις φέρνει άκοπα στην επιφάνεια συνειρμούς και ισχυρές πεποιθήσεις που τραυματίζουν την καλή θέληση. Θέλω να πω ότι σκοπός τής κριτικής δεν είναι να κάνει θόρυβο τέτοιον που να σκεπάζει το βιβλίο, αλλά να αναδείξει το αποτέλεσμα της στοχαστικής μελέτης του. Αν το παρόν και το επόμενο κείμενο ξεστρατίσουν από αυτό το αντικείμενο, το σφάλμα θα πρέπει να καταλογιστεί στον κριτικό, όχι στον συγγραφέα.
Με τη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ο φιλόλογος και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος μάς έδωσε βιβλίο ώριμο και καλοδουλεμένο. Ο αναγνώστης έχει στα χέρια του κείμενο με επιχειρήματα που έχουν ξανά και ξανά δοκιμαστεί στη γλωσσική πράξη. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι ολοφάνερα γραμμένη με πραγματικό μεράκι και γνήσια αγωνία για τη γλώσσα, αλλά όχι πανικό. Ακόμη και αν σε κάποια σημεία δεν συμφωνήσουμε με τον συγγραφέα (αναπόφευκτο άλλωστε), χρέος έχουμε να παραδεχτούμε αυτή τη στάση ως τη μόνη σωστή.
Ο Ν.Σ. ξεχωρίζει από την αρχή τέσσερα εμπόδια στη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα, που δικαιολογούν τον τίτλο τού βιβλίου. Αυτά είναι κατά τη γνώμη του: 1) Η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα (αλλού ονομάζεται νεοκαθαρευουσιάνικη αντεπίθεση, παλινόρθωση ή λαίλαπα), 2) Η λεξιθηρία (η εκζήτηση στον τομέα τού λεξιλογίου), 3) Η περιφρόνηση της χρήσης (κατ’ εξοχήν στην ορθογραφία), και 4) Ο γλωσσικός εθνικισμός (που εντοπίζεται ως επί το πλείστον στη γλωσσική μυθολογία). Αναλυτικό πίνακα περιεχομένων τού βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να δει στην ιστοσελίδα τού συγγραφέα.
Το βιβλίο επιδιώκει να συμβάλει στην απενοχοποίηση ορισμένων (επικρινόμενων) χρήσεων (λαθών ή «λαθών») και να μετατοπίσει τον άξονα της κριτικής αναλύοντας (τις περισσότερες φορές με επιτυχία) το ιδεολογικό πλαίσιο που υπόκειται σε αυτήν. Ίσως δεν ευστοχεί σε κάθε κρίση, αλλά είναι βιβλίο που πείθει και δημιουργεί: δεν αρκείται απλώς να απολαμβάνει ότι κατεδαφίζει την αντιγνωμία.
Ο Ν.Σ. έχει φανερά εργαστεί στο ύφος και στην τέχνη τού λόγου, όπως το μαρτυρούν ήδη τα απολαυστικά του σημειώματα στο διαδίκτυο. Εννοώ: Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι βιβλίο που συναρπάζει και διαβάζεται σχεδόν μονορούφι. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να μεταχειριστεί καλοδιαλεγμένα παραδείγματα που υπηρετούν το κείμενο (π.χ. σ. 60: η πέτρα στο πηγάδι, σ. 73: ο εξηνταβελόνης δανειστής) και δεν χάνει την ευκαιρία να μας δώσει ενίοτε πινελιές από εύστοχο χιούμορ (π.χ. σ. 319 κ.εξ. το σημείωμα με τίτλο Δεν πληρώ, δεν πληρώ, σ.129-30: η πλειονότητα και η πλειοψηφία, σ. 344: οι «εδώδιμοι» τρομοκράτες). Το βιβλίο κινείται με άνεση και συναρπαστικό ρυθμό, χωρίς να αποποιείται την ευθύνη τής επιστημονικής τεκμηρίωσης.
Αυτό ίσως οδηγεί στην εξής παρανόηση, που σπεύδω τώρα να προλάβω: Ότι ο Ν.Σ. μας έδωσε βιβλίο απολαυστικό δεν σημαίνει πως αμέλησε την αυστηρά γλωσσολογική του θεμελίωση. Στην πραγματικότητα, κείμενα όπως η πραγματεία για τη λόγια φράση και δη (σ. 117 κ.εξ.), η λεξικογραφική ανάλυση του επιθέτου έωλος (σ. 162-8) και η διερεύνηση του αντιγραφικού λάθους Κογξ Ομ Παξ (σ. 90 κ.εξ.) μπορούν άνετα να σταθούν σε οποιαδήποτε κριτική αντεξέταση: αποτελούν εξαίρετες φιλολογικές μελέτες.
Ο Ν.Σ. παραδέχεται στον πρόλογό του ότι έγραψε μερικές φορές με ύφος «πολεμικό» και δικαιολογεί την κάποτε δηκτική χροιά του, «επειδή συνηθίζεται» (σ. 17). Τα σχόλιά του (σπεύδω να το τονίσω) είναι πάντοτε επιστημονικώς έντιμα: δεν κρίνει αποσπασματικά, δεν αλλοιώνει τις παραθέσεις από τα έργα που συζητεί, δεν παραποιεί τις πηγές και συχνά αγωνίζεται να δώσει την πλήρη εικόνα τής αντίθετης άποψης.
Αναρωτιέμαι, όμως, αν το σκληρό ή ειρωνικό ύφος είναι συνήθεια που πρέπει να φυλάξουμε όταν συζητούμε ή γράφουμε. Δεν νομίζω ότι το βιβλίο κερδίζει σε πειστικότητα από εκφράσεις όπως «τρίψτε τους τον Μ. Βασίλειο και τον Ψελλό … στη μούρη» (σ. 125), από χαρακτηρισμούς όπως «καρακαθαρευουσιανιά» (στη σωστή κατά τα άλλα ανάλυση της φρ. στις καλένδες, σ. 113) ή από τον υπαινιγμό για «το μέρος εκείνο του σώματος με το οποίο γράφουν μερικοί» (σ. 235).
Σκοπός μου δεν είναι να αντιπαραβάλω εδώ αισθητικές προτιμήσεις. Εντούτοις, πρέπει να ξέρουμε ότι, αφού το βιβλίο είναι σύντροφος και συναναστροφή, θα απευθυνθεί σε ανόμοιας σύστασης αναγνωστικό κοινό. Η πείρα δείχνει ότι η οξεία ειρωνεία ή το δηκτικό ευφυολόγημα ίσως κολακέψουν όσους ήδη συμφωνούν μαζί μας, αλλά θα απωθήσουν οπωσδήποτε εκείνους που αμφιταλαντεύονται, που μας ζυγίζουν στο καντάρι τόσο της τεκμηρίωσης όσο και του ήθους γραφής, εν ολίγοις εκείνους που κυρίως επιδιώκουμε να πείσουμε. Φοβούμαι μήπως έτσι αδικήσουμε τις απόψεις μας και συρρικνώσουμε την απήχησή τους.
Ξέρω βέβαια ότι ο εκφραστικός τρόπος αρκετών κειμένων γλωσσικής κριτικής (επιφυλλίδων και άρθρων, ακόμη και βιβλίων) έχει δυστυχώς πολεμικό χαρακτήρα. Πεποίθησή μου είναι ότι δεν χρειάζεται να τον αναπαράγουμε στο διηνεκές. Η συνεισφορά μας στον διάλογο δεν πρέπει να επωμίζεται ρόλο αντηχείου που ανταποδίδει την ένταση. Η ευφυής γλώσσα τού Ν.Σ., που αναδεικνύεται πλούσια στο κείμενό του, θα κομίσει την επιστημονική γνώμη με τρόπο πολύ ελκυστικότερο αν αποφύγει το φορτίο τής οξύτητας.
Η αξιόλογη συμβολή τού βιβλίου στον διάλογο, όπως ανέφερα παραπάνω, έχει, καθώς νομίζω, τις ρίζες της στο εξαιρετικό γλωσσικό ένστικτο του συγγραφέα. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αποκαλύπτει τη μακρά θητεία τού Ν.Σ. σε απαιτητικές γλωσσικές πράξεις όπως η μετάφραση και αποδίδει στη γνώμη του σεβαστή βαρύτητα. Είναι χάρισμα του βιβλίου ότι διαβάζει ως επί το πλείστον σωστά τις γλωσσικές τάσεις και, ακόμη περισσότερο, ότι δεν σπαταλά δυνάμεις σε επιπόλαιες περιγραφές λαθών ή κακής χρήσης τής γλώσσας. Αν μπορούσα να το εκφράσω με παράδειγμα: Ο Ν.Σ. δεν μας μιλάει για τη θάλασσα δείχνοντας μια τρικυμία. Απεναντίας, έχει διαλέξει τον δύσκολο δρόμο τής επιστημονικής ανάλυσης και της γλωσσολογικής θεμελίωσης.
Αυτό είναι ολοφάνερο από τον τρόπο χειρισμού των γλωσσικών μύθων, μερικοί από τους οποίους με απασχόλησαν σε προηγούμενα άρθρα. Ο Ν.Σ. εξετάζει, όχι μόνο τι είναι κίβδηλο και τι γνήσιο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό κατασκευής τού ψεύδους και σημειώνει βήμα προς βήμα πώς συγκροτείται ο μύθος από έναν και μόνο κόκκο αλήθειας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η κατασκευή τού μύθου ότι η Ελληνική δεν έγινε επίσημη γλώσσα των Η.Π.Α. για μία ψήφο (σ. 23) και η παραπλανητική παρουσίαση της ψήφισης του μονοτονικού συστήματος από οπαδούς τού πολυτονικού (σ. 269). Ο συγγραφέας παρακολουθεί διεξοδικά την τακτική των ερασιτεχνών (παρ)ετυμολόγων (σ. 78) και προσφέρει πραγματικά πολύτιμη υπηρεσία στην επιστημονική ετυμολογία, η οποία τόσα έχει υποστεί από ακατάρτιστους «ερευνητές» με πρόσβαση στα μέσα επικοινωνίας. Μια από τις πλέον εμπεριστατωμένες αναλύσεις τής ανάδυσης και απήχησης ενός εύηχου μύθου θα βρει ο αναγνώστης στην περιγραφή τού κειμένου για το υποτιθέμενο πρόγραμμα ελληνομάθειας Hellenic Quest (σ. 41 κ.εξ.). Πίσω από τους επινοητές τέτοιων μύθων βρίσκεται συχνά η πρόσληψη της αρχαιογνωσίας με νωχελική αυταρέσκεια ή ακόμη η ελλιπής γνώση. Στις ευστοχότερα διατυπωμένες κρίσεις τού βιβλίου ανήκει οπωσδήποτε ότι «όσο λιγότερες γλώσσες ξέρει κάποιος, τόσο περισσότερο ρέπει προς γενικεύσεις» (σ. 241).
Η αυθεντική ευαισθησία τού Νίκου Σαραντάκου φαίνεται επίσης από οξυδερκείς παρατηρήσεις του για τη γλώσσα, γνωστές σε όσους έχουν και στο παρελθόν συζητήσει μαζί του. Έχει δίκιο ότι πολλά ρήματα τείνουν να γίνονται μεταβατικά (σ. 146) και σωστά διαπιστώνει ότι ορισμένες χρήσιμες λεπτές διακρίσεις τείνουν να σαρώνονται από τη γενίκευση (π.χ. ήταν – ήσαν, ως – σαν, έκαμα – έκανα). Εύστοχη είναι επίσης η αρχή που εφαρμόζει, ότι αν ορισμένη γραφή ή διατύπωση έχει παγιωθεί από αιώνες (από τον μεσαίωνα ή ακόμη και από την αρχαιότητα), δεν είναι σκόπιμο να στιγματίζεται η χρήση της από τυχόν διαφορετική αφετηρία (π.χ. οι γραφές κροκόδειλος, πλημμύρα, οι φράσεις και δη, παν μέτρον άριστον).
Μία ακόμη οξυδερκής επισήμανση είναι η τάση να μην ακολουθείται συστηματικά ο αρχαίος κανόνας τής σίγησης του τελικού φωνήεντος των προθέσεων όταν το β΄ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν (σ. 130-1, π.χ. παραϊατρικά, παραεμπόριο, παραεξουσία κτλ.). Επειδή ο Ν.Σ. γράφει ότι «αυτή είναι εξέλιξη της γλώσσας, που δεν μπορώ να αιτιολογήσω έτσι πρόχειρα», ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ότι οφείλεται στη μορφολογική αρχή τής λεξικής ακεραιότητας (lexical integrity, αναλυτικά στη S. Anderson, A-Morphous Morphology, 1992, Cambridge University Press), κατά την οποία ο ομιλητής νιώθει την ανάγκη να έχει εν συνθέσει πλήρεις λεξικούς τύπους.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η λέξη παρ(α)ολυμπιάδα, που απασχόλησε τον Ν.Σ. και έχει/είχε ταλανίσει αρκετά τον δημόσιο λόγο. Δεν κρίνω άσκοπο να μνημονεύσω εδώ ένα περιστατικό, μια και έχουν περάσει πλέον αρκετά χρόνια:
Ενώ προετοιμάζονταν οι Παρ(α)ολυμπιακοί Αγώνες, ένας από τους υπευθύνους είχε την ιδέα να τηλεφωνήσει στο γραφείο μου και να μου εκθέσει το πρόβλημα με την απόδοση του αγγλ. Paralympics. Ρώτησε ποια ελληνική μεταγραφή είναι σωστή. Του απάντησα ότι, αν και ο τύπος Παρολυμπιακοί συμμορφώνεται με τον αρχαίο κανόνα, ο τύπος Παραολυμπιακοί είναι εξίσου αποδεκτός. Άκουσα που δυσκολευόταν να πειστεί. Τον ρώτησα γιατί. «Ξέρετε», εξήγησε, «μας έχουν πει να μην αλλάξουμε καθόλου τον αγγλικό όρο, να γράψουμε Παραλυμπιακοί».
Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη για ομοιομορφία στις διάφορες γλώσσες, αλλά ο σχηματισμός συνθέτων δεν έχει σε κάθε μια τούς ίδιους περιορισμούς. Το ελληνογενές πρόθεμα para- στην Αγγλική απαντά σε αρκετά σύνθετα δηλώνοντας κάτι που υπάρχει παράλληλα ή παράπλευρα προς κάτι άλλο (π.χ. paramilitary «παραστρατιωτικός», paramedic «παραϊατρικός», parapsychology «παραψυχολογία» κτλ.). Το πρόθεμα αυτό χρειάζεται την πλήρη μορφή του για να αποδώσει αυτή τη σημασία στην Αγγλική, διότι τυχόν συγκεκομμένο αλλόμορφο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σε νεόπλαστα σύνθετα. Δικαιολογημένα ο Ν.Σ. απορρίπτει τον αγγλισμό *Παραλυμπιακοί. Και ευτυχώς, ο τύπος αυτός δεν υιοθετήθηκε από την επιτροπή των αγώνων.
Υπάρχουν δύο ακόμη τομείς που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τής Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων: η ανίχνευση των λαθών και η ταυτότητα της γλωσσικής χρήσης. Οι αξιοσημείωτες ιδέες τού συγγραφέα αξίζουν οπωσδήποτε περαιτέρω συζήτηση, οι δε επί μέρους αντιρρήσεις μου πιστεύω ότι θα ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο με πραγματική προσδοκία.
Θα ασχοληθώ με αυτά τα αιτήματα στο δεύτερο άρθρο, το οποίο θα ολοκληρώσει τη βιβλιοκριτική παρουσίαση.