Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωσιακή γλωσσολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωσιακή γλωσσολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/6/08

Στοπ καρέ

Στην αγαπημένη μου Ρένα
για την όγδοη επέτειο του γάμου μας


Αν σας αρέσουν οι φωτογραφίες, θα έχει συμβεί να δείτε εικόνες τής περιοχής ή του τόπου σας, όπως έχει φωτογραφηθεί από άλλους. Ακόμη και αφού σας διαβεβαίωσαν ότι αυτό που βλέπετε είναι η συνοικία ή το σπίτι σας, οπωσδήποτε χρειαστήκατε λίγα λεπτά για να επαληθεύσετε την πληροφορία. Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιείτε, προσπαθούσατε να ξαναδείτε κάτι οικείο μέσα από το βλέμμα κάποιου άλλου και αυτό απαίτησε προσαρμογή.

Η στάση μας απέναντι στις διαφορετικές λήψεις τού φωτογραφικού φακού μπορεί να ρίξει φως σε πλευρές τής σημασιολογικής αλλαγής που συνήθως επισκοτίζονται από τη διασπορά των ειδών ή μορφών της. Σε προηγούμενα άρθρα έχουμε παρατηρήσει ότι η αχλύς που καλύπτει τις αιτίες των μεταβολών μάς αναγκάζει κάποτε να σκεφτόμαστε στο κενό, όταν μοχθούμε να εξακριβώσουμε ή να κατονομάσουμε την εξέλιξη. Η ειδολογική μάλιστα μελέτη δεν έχει πάντοτε παρουσιάσει τον κοινό παρονομαστή των αλλαγών, τέτοιον που να εφαρμόζεται σε αφιστάμενες περιπτώσεις.

Όταν επιχειρούμε να επανασυνθέσουμε τη διαδρομή μιας λέξεως, κατά κανόνα στοχεύουμε στη συνένωση στιγμιοτύπων τής πορείας της, προκειμένου να ξετυλιχτεί μπροστά μας το βιογραφικό της σημείωμα. Εντούτοις, η γνωσιακή σημασιολογία [cognitive semantics] μας προσφέρει μία ακόμη πολύτιμη δυνατότητα: να αντιληφθούμε τον ρόλο που παίζει στη σημασιολογική αλλαγή η εκάστοτε οπτική γωνία, η λήψη τού φωτογραφικού φακού.

Ας ξαναθυμηθούμε το πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε με τη φωτογραφία. Με τα δικά μας μάτια τα οικεία αντικείμενα έχουν ορισμένη και συγκεκριμένη αντιληπτική θέση, αναλύονται υπό καθορισμένη ταξινομική διάταξη, η οποία μας βοηθεί να αναγνωρίσουμε το φωτογραφικό πλάνο. Η θέση και η σειρά των στοιχείων απαρτίζουν τον οικείο μας χώρο, τον οποίο έχουμε δημιουργηθεί να συλλαμβάνουμε ως όλον. Αν κάποια από τις διαστάσεις ξαφνικά αλλάξει, π.χ. αν μας δείξουν την ίδια φωτογραφία μεγεθυσμένη ή τον ίδιο τόπο από άλλη οπτική γωνία, η αναγνώριση δυσχεραίνεται και προϋποθέτει επεξεργασία, η οποία αποκαλείται ερμηνευτική ανάλυση [construal].

Ομοίως, οι σημασίες των λέξεων δεν γίνονται ποτέ αντιληπτές in vacuo, αλλά εντός ορισμένης κάθε φορά φωτογραφικής λήψης, η οποία εκ φύσεως περιέχει και άλλες εικόνες, όπως μια φωτογραφία τελικά εικονίζει αντικείμενα ή πρόσωπα που ακούσια περιλάβαμε στο πλάνο. Το σύνολο των εννοιακών διαστάσεων που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό τής σημασίας αποκαλείται πλαίσιο [frame] ή νοητικός χώρος [mental space]. Όταν ο ομιλητής μεταχειρίζεται μια λέξη για να επικοινωνήσει, προϋποθέτει ότι ο συνομιλητής του μπορεί να αντιληφθεί με παρόμοιο τρόπο τα βασικά στοιχεία τού πλαισίου, ακριβώς όπως δείχνουμε μια φωτογραφία σε κάποιον και περιμένουμε να μοιραστεί τις εντυπώσεις μας.

Μερικά απλά παραδείγματα εξηγούν πιο παραστατικά πώς λειτουργεί το πλαίσιο στο γνωσιακό σύστημα των ομιλητών. Αν χρησιμοποιήσουμε έξω από τη σχολική τάξη τον όρο υποτείνουσα, ίσως νιώσουμε την ανάγκη να μεταχειριστούμε προσδιορισμούς όπως γεωμετρικός, επειδή αντιλαμβανόμαστε ότι το μόνο πλαίσιο που επιτρέπει τη σημασιολογική αναγνώριση της λέξης περιλαμβάνει ένα ορθογώνιο τρίγωνο (παράδειγμα του R. Langacker). Οι λέξεις αγοράζω, πουλώ θα ήταν ασαφείς έξω από το πλαίσιο της ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ και η λέξη αμυντικός, ως ουσιαστικό, προϋποθέτει πλαίσιο που θα συνδεόταν ίσως με αθλητική αναμέτρηση. (Συνηθίζεται να κεφαλαιογραφούνται τα πλαίσια, όταν κατονομάζονται στη σημασιολογική ανάλυση).

Η λειτουργία τού πλαισίου ερμηνεύει ικανοποιητικά την πολυσημία, η οποία είναι αναγκαία για την αλλαγή σημασίας. Σε κάθε επικοινωνιακή πράξη δεν είναι δυνατον να αναγγελθούν περισσότερες από μία έννοιες, διότι αυτό θα ακύρωνε τη μετάδοση του μηνύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, μία από τις σημασιολογικές πτυχές τής λέξεως προβάλλεται ή αναδεικνύεται ανάλογα με τις συνθήκες ή με την οπτική γωνία που έχει επιλεγεί. Ονομάζουμε αυτή την επιλεκτική προβολή προώθηση στο προσκήνιο [foregrounding].

Η λέξη στόμιο, παραδείγματος χάριν, αποκτά διαφορετική γνωσιακή υπόσταση αν προβληθεί στα πλαίσια ΦΙΑΛΗ, ΣΠΗΛΙΑ ή ΣΩΛΗΝΑΣ. Τα γερμανικά ρήματα essen και fressen σημαίνουν «τρώω», αλλά το πλαίσιο αναφοράς τους είναι διακριτό, διότι το πρώτο αφορά σε ανθρώπους, ενώ το δεύτερο σε ζώα. Η λέξη κακούργημα προσδιορίζει γενικότερο νοητικό χώρο στην καθημερινή ομιλία εν σχέσει με τη χρήση της στο δικαστήριο, όπου πρέπει να ενταχθεί στο ίδιο πλαίσιο με το οποίο ερμηνεύονται οι αντίστοιχοι όροι πλημμέλημα και πταίσμα. Αν πείτε μάλλον έχει ιό, ο προσδιορισμός τού πλαισίου είναι αναγκαίος για την κατανόηση, επειδή πρέπει να εξακριβωθεί αν εννοείτε άνθρωπο ή ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα του πλαισίου ως μηχανισμού σημασιολογικής ανάλυσης είναι ότι επιτρέπει στη γλώσσα να εντάσσει στον ίδιο νοητικό χώρο λέξεις με διαφορετικές σημασίες, που όμως ανήκουν στην ίδια εικόνα, στο ίδιο καρέ. Οι λέξεις πατέρας, μητέρα, θείος, ανεψιός, παππούς εγγράφονται στο πλαίσιο της ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ. Ωστόσο, οι λέξεις αυτές εννοιοποιούν επίσης αντίληψη από ποικίλα επίπεδα. Όπως εξήγησε ο G. Lakoff, η λέξη μητέρα περιέχει πληροφορίες που αντιστοιχούν, μεταξύ άλλων, στα εξής πλαίσια:

ΤΟΚΕΤΟΣ: Η γυναίκα που φέρνει το παιδί στον κόσμο, που τίκτει.
ΓΕΝΕΤΙΚΗ: Η γυναίκα που παρέχει το γενετικό υλικό για τη σύλληψη της νέας ζωής.
ΑΝΑΤΡΟΦΗ: Η γυναίκα που ανατρέφει και μεγαλώνει το παιδί.
ΓΑΜΟΣ: Η σύζυγος του πατέρα.
ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ: Η πλησιέστερη συγγενής τού παιδιού.
ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ: Η πεθερά σε σχέση με τον σύζυγο της κόρης της.

Η ανάλυση αυτή συνενώνει πολλαπλά πλαίσια, στα οποία εντάσσεται γνώση τής γλώσσας που είναι επίσης εγκυκλοπαιδική ή πραγματολογική. Επειδή η χρήση των λέξεων δεν απαιτεί οπωσδήποτε εξοικείωση με κάθε στοιχείο τού πλαισίου, τα επί μέρους εννοιακά συστήματα ονομάζονται ιδεοποιημένα γνωσιακά πρότυπα [Idealised Cognitive Models, ICMs]. Η εκάστοτε χρήση τής λέξης μητέρα μπορεί να προωθεί στο προσκήνιο ένα ή περισσότερα από αυτά τα πρότυπα, απεικονίζοντας ένα ή περισσότερα φωτογραφικά στιγμιότυπά της. Αν, επί παραδείγματι, αναφέρεται στη «μητρυιά», η λέξη θα προβάλλει τα πλαίσια ΓΑΜΟΣ, ΑΝΑΤΡΟΦΗ και όχι τα υπόλοιπα· αν αναφέρεται στη «βιολογική μητέρα», θα προβάλλει το πλαίσιο ΓΕΝΕΤΙΚΗ, αλλά όχι απαραιτήτως τα υπόλοιπα· αν δηλώνει την «άγαμη μητέρα», δεν θα περιλαμβάνει τα πρότυπα ΓΑΜΟΣ, ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ και παρόμοια.

Εν τέλει, το πλαίσιο υποδεικνύει την πορεία που ακολούθησε η αλλαγή σημασίας, καθώς προσδιορίζει τη σημασία που προωθείται στο προσκήνιο. Ενώ οι λήψεις τού γλωσσικού φακού είναι για κάθε λέξη πολλές, η εστίαση είναι κατά την πρόσληψη μία, αφήνοντας τις υπόλοιπες στο περιθώριο, ακριβώς όπως η εστίαση του φωτογραφικού φακού σε κοντινό αντικείμενο καθιστά τα είδωλα του παρασκηνίου θολά.

Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα: Το αγγλικό επίθετο rude «αγενής» προέρχεται (μέσω της παλαιάς Γαλλικής) από το λατ. rudis «τραχύς – ωμός» και αυτή ήταν η σημασία του όταν εισήχθη στην Αγγλική τον 15ο αι. Παρατηρήστε, όμως, τη διαδρομή που αποκαλύπτουν τα ακόλουθα χρονολογημένα παραδείγματα:

(1536) They shall leave their cure not to a rude and unlerned person, but to a good, lerned and experte curate [«όχι σε κάποιον αμόρφωτο και αμαθή»]
(1609) Some obey whilest they are rude or in a low state [«είναι ακαλλιέργητοι ή χαμηλού επιπέδου»]
(1788) It was the design of Otho the Third to abandon the ruder counties of the north [«να εγκαταλείψει τις πιο τραχιές/ακαλλιέργητες κομητείες τού βορρά»]
(1812) The production of metals from rude ores [«από ακατέργαστα μεταλλεύματα»]
(1865) The new religion was first promulgated by rude men unacquainted with learning and rhetoric [«από ακαλλιέργητους ανθρώπους»]

Προφανώς το επίθετο rude συλλαμβανόταν στον γλωσσικό φακό ως προσδιορισμός κυρίως «πραγμάτων» στο αρχικό τους στάδιο (προτού υποβληθούν σε κατεργασία) και κατόπιν «προσώπων» που δεν είχαν ακόμη εκπολιτιστεί, εκπαιδευτεί ή καλλιεργηθεί. Βαθμηδόν προωθήθηκε στο προσκήνιο η λήψη που εθεωρείτο χαρακτηριστικότερη: η αναφορά σε ανθρώπους που είχαν παραμείνει αμόρφωτοι και τραχείς, πράγμα που επηρέασε τη συμπεριφορά τους. Η απόσταση ώς τη σημασία «αγενής» δεν ήταν πλέον μεγάλη και διανύθηκε γρήγορα.

Είναι εμφανές ότι η ικανότητα του ανθρώπου να συλλαμβάνει και να ερμηνεύει τις σημασίες συνεπάγεται αναγνώριση διαφορετικών πλαισίων, τα οποία αποτελούν το πρίσμα τής σημασιολογικής ανάλυσης. Αν από τη γλωσσική σημασία απουσίαζε ο ρόλος τού πλαισίου, η ερμηνεία θα έτεινε να είναι μοναδική, ενιαία και ομοιόμορφη. Η απλουστευτική αυτή αντιμετώπιση θα αδυνατούσε να εξηγήσει την ανάπτυξη νέων σημασιών και τις διαφορές αντιλήψεως των ίδιων σημασιολογικών πεδίων, όπως υπογραμμίζεται από τα παραδείγματα που ακολουθούν.

Αρκετές γλώσσες χρειάζονται περισσότερα του ενός πλαίσια, για να εννοιοποιήσουν τη σημασία ΟΛΟΣ. Η Αρχαία Ελληνική διακρίνει σταθερά τα επίθετα πᾶς «πλήρης – κάθε είδους», ἅπας «συνολικός – (πληθ.) όλοι γενικά», ἕκαστος «καθένας χωριστά» (χωρίς κατ’ ανάγκην συμπεριληπτική αναφορά), ὅλος «πλήρης – (πληθ.) πάντες (συμπεριληπτική αναφορά)». Εντούτοις, η Γαλλική φαίνεται να αντιδιαστέλλει μόνο τις λέξεις tout «όλος» και chaque «κάθε», ενώ η Εβραϊκή δεν λεξικοποιεί καθόλου τη διάκριση αυτών των πλαισίων: η λέξη kol σημαίνει τόσο «όλος» όσο και «κάθε» (π.χ. kol hayom «όλη μέρα», kol boker «κάθε πρωί»).

Η εστίαση της αντιλήψεως δεν παραμένει αμετάβλητη. Αν σας ρωτούσαν τι χαρακτηρίζει περισσότερο την έννοια «κήπος», θα χρησιμοποιούσατε προφανώς πλαίσιο που περιλαμβάνει χώρο με λουλούδια σε κάποιον βαθμό περιποιημένα. Ωστόσο, φαίνεται ότι ομιλητές αρχαίων γλωσσών προωθούσαν στο προσκήνιο διαφορετική εικόνα, που σημαίνει ότι αντιλαμβάνονταν τη σημασία υπό εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.

Το ινδοευρωπαϊκό θέμα *gher- εικάζεται ότι σήμαινε «περικλείω, περιφράσσω» (και «παίρνω, αποκτώ»). Δεν είναι περίεργο ότι από μεταπτωτική βαθμίδα αυτού του θέματος προήλθε το λατ. hortus, που αρχικά σήμαινε «κλειστός, περιφραγμένος χώρος, περίβολος». Σταδιακά, ο κλειστός περιφραγμένος χώρος θεωρήθηκε κατάλληλος για ανθοκομία και έτσι η λέξη hortus έφθασε να σημαίνει «κήπος».

Η αλλαγή πλαισίου, όμως, δεν σταμάτησε εδώ. Η παλαιά γαλλική λέξη ort «κήπος» (< λατ. hortus) δεν διατηρήθηκε. Ποια λέξη για τον «κήπο» θα χρησιμοποιούσε τώρα η Γαλλική; Από το ίδιο Ι.Ε. θέμα προήλθε η παλαιά τευτονική λέξη *gardon, από την οποία σχηματίστηκε το υστερολατινικό gardo «φράχτης, περίβολος» και, καθώς πιστεύουμε, το επίθετο *gardinus «περιφραγμένος, περίκλειστος». Το επίθετο σχημάτισε τη συνεκφορά *hortus gardinus «περίκλειστος κήπος, περιφραγμένος κήπος», τα στοιχεία τής οποίας συνδέθηκαν τόσο στενά, ώστε θεωρήθηκαν ότι ανήκαν, όχι απλώς στην ίδια λήψη τού γλωσσικού φακού, αλλά και στο ίδιο καρέ, στο ίδιο στιγμιότυπο. Ως εκ τούτου, το επίθετο *gardinus απορρόφησε τη σημασία όλης της συνεκφοράς και οδήγησε στο παλαιό γαλλ. gardin «κήπος», από όπου το γαλλ. jardin και το αγγλ. garden.

Δεν είναι περιττό να υπογραμμιστεί ότι από το Ι.Ε. θέμα *gher- σχηματίστηκε επίσης κανονικά το αρχ. χόρτος, που, όπως θα αναμέναμε, σήμαινε «περίβολος, περιφραγμένος τόπος» και ειδικότερα «περίκλειστος βοσκότοπος». Η λέξη δεν διατήρησε το ίδιο πλαίσιο με τους ρομανικούς και γερμανικούς όρους· ο γλωσσικός φακός προέβαλε τη σημασία «τροφή ζώων (σε περίκλειστο βοσκότοπο)» και κατέληξε στη σημασία «χόρτο, χορτάρι». Προφανώς αυτό που κάποια γλωσσική κοινότητα φωτογραφίζει με συγκεκριμένο τρόπο παρουσιάζει μερική μόνο επικάλυψη με το πλαίσιο άλλων ομιλητών. Όταν νέα πλαίσια αναπτύσσονται, οι ήδη υπάρχουσες λέξεις αναγκάζονται, τρόπον τινά, να υπαχθούν σε άλλη ταξινόμηση και αυτό μεταβάλλει αρχικά τις συνυποδηλώσεις τους, προτού επηρεάσει τον πυρήνα τής λεξικής σημασίας.


Αν οι φωτογραφίες αρέσουν στους περισσότερους ανθρώπους, είναι ίσως επειδή τους θυμίζουν εικόνες, περιστάσεις ή πρόσωπα που δεν ανήκουν πια στο παρόν, που ο φακός μας έχει πλέον προσπεράσει. Είναι ίσως ευτύχημα ότι τα στιγμιότυπα του γλωσσικού φακού δεν περνούν ποτέ χωρίς να αφήσουν στις σημασίες των λέξεων αποτύπωμα που, αντί να συνθλιβεί από τον χρόνο, παραμένει μόνιμο τμήμα τής περιουσίας τους.

11/4/07

Η βάση τού μεταφορικού λόγου

  • Θα το ρισκάρω.
  • Οι πιθανότητες είναι εις βάρος μου / εναντίον μου.
  • Στην τελευταία αλλαγή ο προπονητής έριξε τον άσο που είχε στο μανίκι του.
  • Αν παίξεις σωστά τα χαρτιά σου, κανείς δεν μπορεί να σε σταματήσει.
  • Το καλό μου χαρτί είναι ότι με δικαιώνει η έκθεση της επιτροπής.
  • Νομίζω ότι μπλοφάρετε! Δεν έχετε στοιχεία εναντίον μου.
  • Διακυβεύεται η ίδια η ζωή του (< αρχ. κύβος «ζάρι»).

Ασφαλώς η ζωή δεν είναι τυχερό παιχνίδι, πολλώ δε μάλλον αφού τα τυχερά παιχνίδια με χρήματα αποτελούν επιβλαβή και εθιστική ενασχόληση. Τα παραδείγματα που προαναφέρθηκαν, όμως, ανήκουν στο καθημερινό λεξιλόγιο και μπορούν να βρεθούν χωρίς καθόλου κόπο σε οποιοδήποτε πλήρες λεξικό ή σε βάση γλωσσικών δεδομένων. Φυσικά, δεν ανήκουν σε ανθρώπους εξοικειωμένους με τη χαρτοπαιξία ή γνώστες των τυχερών παιχνιδιών. Μαρτυρούν ωστόσο ότι, αν και πιθανότατα αγνοούμε τους κανόνες τέτοιων παιχνιδιών, χρησιμοποιούμε λεξιλογικές επιλογές που εφαρμόζουν την ορολογία τού παίκτη σε πράξεις τής καθημερινής ζωής και σε συνέπειές τους.

Εξετάστε ορισμένα παραδείγματα, εν μέρει αντίστοιχα, από την Αγγλική:

  • I’ll take my chances.
  • The odds are against me.
  • If you play your cards right, you will accomplish it.
  • Still, I have a few ideas up my sleeve.
  • He is bluffing. They are holding nothing against you.
  • These are high stakes.
  • Your life is at stake.

Η προφανής αντιστοίχιση της ορολογίας των παιγνίων με αποφάσεις τής καθημερινής ζωής δεν είναι τυχαία. Είναι προφανές ότι οι ομιλητές παρατηρούν κάποιου βαθμού ομοιότητα, πραγματική ή εικαζόμενη, και την προβάλλουν στις λεξιλογικές και φραστικές επιλογές τους. Στη γνωσιακή γλωσσολογία (cognitive linguistics) θεωρούμε ότι αυτή η αντίληψη ομοιότητας (similarity perception) αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό τού μεταφορικού λόγου.


Η παραδοσιακή διδασκαλία τής μεταφοράς έχει υποπέσει σε σοβαρές πλάνες ως προς την παρουσίαση αυτής της αντίληψης ομοιότητας. Από τα σχολικά μας χρόνια έχουμε εξοικειωθεί με τυπικές μεταφορές, όπως π.χ. τα τριανταφυλλένια μάγουλα της κόρης ή αυτή η αλεπού με κορόιδεψε. Τέτοιες μεταφορές διδάσκονται συχνά ως τμήμα τής παραδοσιακής τεχνολογίας, δηλ. της αναγνώρισης των μερών τού λόγου και των καλολογικών στοιχείων του.


Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις πυλώνες τής παραδοσιακής αντίληψης περί μεταφοράς. Κατόπιν θα εξετάσουμε πώς οι εν λόγω απόψεις αστοχούν να προσδιορίσουν ποια είναι η βάση τού μεταφορικού λόγου και τι κινητροδοτεί τη λειτουργία του.


1. Η μεταφορά διδάσκεται σαν ρητορικό σχήμα λόγου, το οποίο αποσκοπεί στην καλολογία και, ως εκ τούτου, στον στολισμό τής επικοινωνίας.
2. Η μεταφορά αντιμετωπίζεται σαν αποκλειστικά γλωσσικό φαινόμενο ή λειτουργία και συνίσταται απλώς στη χρήση μιας λέξεως ή φράσεως αντί άλλης.
3. Η μεταφορά θεωρείται ότι βασίζεται σε πραγματική και προϋπάρχουσα ομοιότητα, η οποία υφίσταται στον αποκαλούμενο «πραγματικό κόσμο». Επομένως, τα ροδοκόκκινα μάγουλα μιας κοπέλας οφείλουν την ονομασία τους σε πραγματική ομοιότητα με το χρώμα ορισμένων τριαντάφυλλων, ενώ κάποιος μπορεί να μας εξαπατήσει, όπως η αλεπού πλησιάζει ύπουλα το θύμα της.


Με αφετηρία τούς τρεις αυτούς πυλώνες κατανοούμε ότι η παραδοσιακή εικόνα τής μεταφοράς εστιάζεται στην πεποίθηση ότι πρόκειται για ειδική, μη συμβατική χρήση τής γλώσσας. Ο τομέας-πηγή (source domain), από τον οποίο αντλείται η μεταφορική χρήση, θεωρείται ότι έχει πραγματική, προϋπάρχουσα και αντικειμενική ομοιότητα με τον τομέα-στόχο (target domain), στον οποίο προβάλλεται.


Η γνωσιακή γλωσσολογία έχει τις τελευταίες δεκαετίες αναδείξει θεμελιώδεις αδυναμίες αυτού του παραδοσιακού μοντέλου.


Κατ’ αρχάς, δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε για κάθε μεταφορά την «προϋπάρχουσα ομοιότητα», στην οποία εικάζουμε ότι στηρίζεται. Ας επιστρέψουμε στις μεταφορές που παρουσιάζουν τη ζωή σαν τυχερό παιχνίδι. Προφανώς οι ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών τομέων δεν είναι αντικειμενικές ή προϋπάρχουσες, δηλ. οι πράξεις και οι συνέπειές τους δεν έχουν εγγενή (inherent) ομοιότητα με τα τυχερά παιχνίδια, ώστε να υπάρχει μεταξύ τους άρρηκτη αιτιώδης σχέση. Αν αυτό αλήθευε, ο αριθμός των μεταφορικών χρήσεων θα ήταν πολύ περιορισμένος, διότι θα προϋπέθετε οντολογική σύνδεση. Θα σήμαινε επίσης ότι στις ιδιότητες των λέξεων είναι εξ υπαρχής αποθηκευμένες άπειρες έννοιες, οι οποίες αναμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για να έλθουν στο φως.


Στην πραγματικότητα, η τυπική σημασιολογία έχει πέσει σε αυτήν ακριβώς την παγίδα, καθώς τείνει να θεωρεί τη μεταφορά επέκταση της αντικειμενικής σημασίας σε άλλες συνθήκες αληθείας (truth conditions), οι οποίες καθορίζουν αν η εν λόγω σημασία λαμβάνει την τιμή αληθής ή ψευδής. Ωστόσο, οι συνθήκες τής αντικειμενικής πραγματικότητας παρέχουν το πλαίσιο (frame), όχι τους τρόπους τής επικοινωνίας. Η τυπική σημασιολογία θα υποστηρίξει ότι ο μεταφορικός λόγος συνιστά έμμεση διατύπωση μιας σημασίας, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί ευθέως ή κυριολεκτικώς υπό άλλες συνθήκες. Ως εκ τούτου, κατά τη θεωρία αυτή, όταν λέμε ότι κάποιος χώνεψε καλά ό,τι του διδάξαμε, μεταφέρουμε σε άλλες συνθήκες αληθείας τη λειτουργία τής πέψης. Όταν δίνουμε σε κάποιον τροφή για σκέψη, διατυπώνουμε εμμέσως ό,τι θα μπορούσαμε ευθέως να πούμε με τη φράση ιδέες για σκέψη.


Η εν λόγω θέση αποτυγχάνει εντελώς να προσδιορίσει τη βάση τού μεταφορικού λόγου και αδυνατεί να εξηγήσει τι κινητροδοτεί κάθε νέα μεταφορά. Αν η σημασία μιας πρότασης προέρχεται από το άθροισμα των σημασιών των λέξεων, τότε οι λέξεις αποτελούν περιέκτες (containers) άπειρων προϋπαρχουσών σημασιών, τις οποίες απλώς φέρουμε στην επιφάνεια μέσω της μεταφοράς.


Η αστοχία αυτού του συμπεράσματος καταφαίνεται από το εξής παράδειγμα: Υποθέστε ότι επινοώ την απίθανη μεταφορά η θεωρία αυτή είναι καμωμένη από φτηνό στόκο (παράδειγμα του Lakoff), εννοώντας ότι είναι ανίσχυρη ή αδύναμη. Τι είναι αυτό που κάνει τον ομιλητή να επινοήσει τη συγκεκριμένη μεταφορά και πώς την κατανοεί ο ακροατής; Ασφαλώς ο στόκος δεν έχει εγγενείς ομοιότητες με τη θεωρία ούτε εμπεριέχει a priori τη σημασία «αδύναμος, ανίσχυρος». Επί παραδείγματι, μπορεί να καταφερθούμε μειωτικά εναντίον κάποιου, λέγοντας ότι ο άνθρωπος είναι στόκος και δεν καταλαβαίνει τίποτα! Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε για *θεωρητικό στόκο ή *θεωρητικό ασβεστοκονίαμα, διότι οι λέξεις αυτές δεν έχουν, όπως ελέχθη, εγγενή σχέση με την έννοια της θεωρίας.


Η χρήση τής συγκεκριμένης λέξης οφείλεται σε δομική σχέση των δύο τομέων, η οποία αποκαλείται αντίληψη δομικής ομοιότητας (perceived structural similarity). Έδρα της είναι το γνωσιακό σύστημα με το οποίο είναι δημιουργημένος ο άνθρωπος. Το εν λόγω σύστημα επιτρέπει την αναγνώριση δομικών σχέσεων ή συνδέσεων μεταξύ δύο τομέων, οι οποίοι στην αντίληψη του ομιλητή παρουσιάζουν δυνατότητες αντιστοιχίσεως (mapping). Συνεπώς, η μεταφορά δεν είναι πρωταρχικά γλωσσικό, αλλά νοητικό φαινόμενο, που υστερογενώς αποτυπώνεται στη γλώσσα.


Το τελικό μας παράδειγμα το αποδεικνύει σαφώς. Εξετάστε τη μεταφορά Ο ΘΥΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΥΓΡΟ. Τομέας-πηγή είναι το ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΥΓΡΟ και τομέας-στόχος είναι ο ΘΥΜΟΣ. Οι δομικές αντιστοιχίες που κινητροδοτούν αυτή τη μεταφορά είναι οι ακόλουθες (προηγείται ο τομέας-πηγή και ακολουθεί ο τομέας-στόχος):


Πηγή - Στόχος

Περιέκτης (π.χ. δοχείο) - Σώμα
Κλίμακα θερμότητας - Κλίμακα θυμού
Πίεση περιέκτη - Πίεση θυμού
Κοχλασμός από βρασμό - Κοχλασμός από θυμό
Όρια αντοχής περιέκτη - Όρια ελέγχου τού θυμού
Έκρηξη - Απώλεια ελέγχου


Έχοντας υπ’ όψιν τις παραπάνω αντιστοιχίες είμαστε σε καλύτερη θέση να κατανοήσουμε τι κινητροδότησε τις ακόλουθες μεταφορές:

  • Βράζει το αίμα του και δεν σηκώνει πολλά-πολλά.
  • Κόντεψα να σκάσω απ’ το κακό μου!
  • Δεν περίμενα να αντιδράσεις τόσο ψύχραιμα υπό πίεση.
  • Δεν μπορεί να ξεσπάει πάνω σου όποτε νευριάζει.
  • Μετά από ώρα ξεθύμανε και κατάφερα να του μιλήσω.
  • Η ένταση ανάμεσά τους σιγόβραζε.
  • Συγγνώμη! Φούντωσα και είπα πράγματα που δεν έπρεπε…

Ότι κάποιος μπορεί να βράζει από θυμό ή να δώσει τόπο στην οργή είναι ασφαλώς ζήτημα αγωγής και ικανότητας αυτοελέγχου. Αλλά η δυνατότητα να αντιληφθούμε, να γνωρίσουμε και να αποδώσουμε έτσι τα αισθήματά μας έχει την αφετηρία της στη δομή τού γνωσιακού μας συστήματος, που συνιστά τη βάση τού μεταφορικού λόγου.

Σημείωση. Παραδείγματα και στοιχεία τής γνωσιακής θεωρίας τής μεταφοράς άντλησα, μεταξύ άλλων, από τα βιβλία των W. Croft & D.A. Cruse, Cognitive Linguistics (Cambridge University Press, 2004) και του G. Lakoff, Women, fire and dangerous things: what categories reveal about the mind (University of Chicago Press, 1987).

28/1/07

Η εικόνα στη γλωσσική αντίληψη


Quid est ergo tempus? Si nemo ex me quaeret, scio;
si quaerenti explicare velim, nescio.
Αυγουστίνος
Για τη συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών η λειτουργία τής γλώσσας είναι δυσεξήγητη. Όπως ένα ρολόι, ξέρουμε ότι λειτουργεί, αλλά μοιάζει σταματημένο όταν το κοιτάξουμε. Επειδή δεν ζούμε εκτός του χρόνου, συνήθως δυσκολευόμαστε να εξιχνιάσουμε την παρουσία του εν δράσει. Στο χωρίο που παρέθεσα, ο Αυγουστίνος το διατυπώνει εύστοχα: «Τι είναι όντως ο χρόνος; Αν κανείς δεν με ρωτάει, το ξέρω· αν θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που ρωτάει, δεν το ξέρω».

Αν και αδυνατούμε να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι ο χρόνος, διότι ζούμε στην παρουσία του, έχουμε ασφαλώς σημειώσει πρόοδο στην παρατήρησή του. Τον υποδιαιρέσαμε σε μετρήσιμες μονάδες, τις οποίες ευκολότερα μπορούμε να χειριστούμε, καθώς αντιστοιχούν στις διανοητικές μας ικανότητες· βλέποντας έναν δείκτη δευτερολέπτων να κινείται, αναφωνούμε: ο χρόνος κυλάει.

Η γλωσσική λειτουργία υψώνει παρόμοια εμπόδια. Επειδή αδυνατούμε να «βγούμε έξω» από τη γλώσσα μας και να την παρατηρήσουμε, είμαστε δε υποχρεωμένοι να τη χρησιμοποιήσουμε για να την περιγράψουμε, ίσως δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε για να εξετάσουμε τη λειτουργία της. Στην περίπτωση του χρόνου επινοήσαμε ή ανακαλύψαμε μια κατηγορία προσπελάσιμη στο αντιληπτικό μας σύστημα. Ο ομιλητής, που βρίσκεται σε παρόμοια θέση, θα έπρεπε ίσως να ξεκινήσει από εκεί: Να εντοπίσει τι είναι αυτό που θέτει όρια στη γλωσσική έκφραση.

Ο γλωσσολόγος πιθανόν να θεωρεί ότι έχει έτοιμη την απάντηση: Όρια στην έκφραση θέτουν π.χ. τα φωνήματα, οι επιτρεπτοί συνδυασμοί μορφημάτων σε ορισμένη γλώσσα, η θέση των όρων τής προτάσεως, η παρουσία ομωνύμων κτλ. Οι κατηγορίες αυτές, επειδή είναι εκ φύσεως πεπερασμένες, προσφέρονται για ανάλυση και περιγραφή. Εντούτοις, παρ’ ότι εξαιρετικά χρήσιμες στη γλωσσολογική έρευνα, φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν το ζήτημα από την πλευρά τού ανατόμου και όχι του χρήστη ή ομιλητή.

Σε αυτή τη θεμελιώδη ανάγκη, δηλ. την οπτική γωνία τού φωνούντος υποκειμένου, επιδίωξε να ανταποκριθεί την τελευταία εικοσαετία ο επιστημονικός κλάδος τής Γνωσιακής Γλωσσολογίας (Cognitive Linguistics). Αφετηρία και στήριγμα του τρόπου σκέψεως που ανέπτυξε είναι η κατανόηση ότι η γλώσσα βασίζεται στην εννοιοποίηση (conceptualisation) της αντίληψης. Απλουστεύοντας όσο γίνεται αυτή τη δήλωση, μπορούμε να τη διατυπώσουμε ως εξής: Οι σωματικές μας εμπειρίες, η αντίληψη του χώρου και ο προσανατολισμός μας σε αυτόν αποτυπώνονται στη γλώσσα και στον τρόπο λειτουργίας της. Αν επιδιώκουμε να βρούμε τα όρια της γλωσσικής έκφρασης, πρέπει αναπόφευκτα να ξεκινήσουμε από εδώ.

Ο άνθρωπος είναι πλασμένος ή δημιουργημένος με ήδη υπάρχουσες δομές, στις οποίες κατόπιν οργανώνεται η εμπειρία και η γλωσσική λειτουργία. Οι πρωταρχικές αυτές δομές, οι οποίες ενυπάρχουν στο γνωσιακό μας σύστημα, έχουν αποκληθεί εικονοσχήματα (image-schemas). Μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με αυλακιές οργωμένου χωραφιού, που είναι έτοιμο για σπορά. Ότι ο άνθρωπος γεννιέται «έτοιμος» για τη γλώσσα, με δεδομένα και ενδιάθετα τα βασικά εικονοσχήματα, υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα αποκτήματα που συνεισέφερε στις γνώσεις μας η γνωσιακή γλωσσολογία. Αν καταπιαστούμε με μερικά βασικά εικονοσχήματα, είναι δυνατόν να αποκτήσουμε πρόσβαση σε σημαντικά στοιχεία τής γλωσσικής λειτουργίας, απροσπέλαστα στην τυπική γλωσσολογική ανάλυση (λ.χ. στην τυπική σημασιολογία των συνθηκών αληθείας).

Σε αυτό το σημείωμα θέλω να προσφέρω ελάχιστες μόνο νύξεις αυτών των όμορφων (ας τα αποκαλέσω έτσι) πορισμάτων τού εν λόγω κλάδου. Θα περιοριστώ μόνο στην αποτύπωση της αντίληψης του χώρου, ελπίζοντας ότι ο αναγνώστης μου θα θελήσει να εμβαθύνει μόνος του σε παρόμοια συμπεράσματα.

Ας εξετάσουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

1. Ανέβηκα στη σκάλα, για να αλλάξω τη λάμπα.
2. Οι βαθμοί του έπεσαν σε αυτό το εξάμηνο.
3. Μη μου υψώνεις τη φωνή!
4. Το βράδυ παρουσίασε ανεβασμένο πυρετό.
5. Όλη την ώρα πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω στον διάδρομο.
6. Η εργασία σας είναι υψηλής ποιότητας.

Αν σας ζητούσα να φέρετε παράδειγμα που να περιγράφει επαρκώς τις έννοιες «πάνω» και «κάτω», ίσως σκεφτόσαστε το πρώτο (ανέβηκα τη σκάλα), δύσκολα όμως τα επόμενα. Εντούτοις, τα παραδείγματα αυτά αποκαλύπτουν την ύπαρξη συστηματικού και απλού εικονοσχήματος, που ενυπάρχει ως σκελετός στη δομή τους.

Ας προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τη δομή αυτή. Στο παράδειγμα (5) ο διάδρομος είναι, πιθανότατα, οριζόντιος· γιατί λοιπόν λέμε ότι πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω; Πώς εννοούμε ότι κάποιος υψώνει (3) τη φωνή; Γιατί αναφερόμαστε μόνο στην ένταση και όχι στο ύψος ή στον τόνο τής φωνής; Έπειτα, είναι απορίας άξιο πώς αντιλαμβανόμαστε τη φράση υψηλής ποιότητας (6). Γιατί όχι μεγάλης ή βαθιάς ή ευρείας ποιότητας;

Προτού δώσουμε την απάντηση, ας προσέξουμε και μερικά αντίστοιχα παραδείγματα από την Αγγλική:

1. I am on top of the situation «Έχω τον έλεγχο της καταστάσεως»
2. That was a low trick «Αυτό ήταν φτηνό (κ. λ. χαμηλό) κόλπο»
3. He is under my control «Είναι υπό τον έλεγχό μου»
4. Keep your voice down, please «Χαμηλώστε τη φωνή σας, παρακαλώ»
5. The province is quite close to sliding into civil war «Η επαρχία είναι στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου (κ. λ. πλησιάζει να γλιστρήσει σε εμφύλιο…)».

Είναι φανερό ότι οι παραπάνω μεταφορές έχουν δομηθεί σε εικονόσχημα με εξαιρετική συστηματικότητα και συνεκτικότητα. Θα αποκαλέσουμε το εικονόσχημα αυτό ΚΑΘΕΤΟΤΗΤΑ (verticality). Η ενδιάθετη αντίληψη της καθετότητας στον άνθρωπο τον υποκινεί να δομεί βασικές έννοιες ανάλογα με τη θέση τους στον κάθετο άξονα. Τώρα δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τη μεταφορά ΤΟ ΠΟΛΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ – ΤΟ ΛΙΓΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩ (στη βιβλιογραφία τα εικονοσχήματα και οι μεταφορές κεφαλαιογραφούνται). Εφόσον ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να κινείται και να δρα όρθιος, είναι λογικό ότι συνδέει την αύξηση με το ύψος και τη μείωση με την πτώση.

Κατά συνέπεια:

Το ηθικό μου ανεβαίνει, αλλά πέφτω σε κατάθλιψη. Ο βαριά άρρωστος μπορεί να βυθιστεί σε κώμα, αλλά δεν θα αφήσω τη γρίπη να με ρίξει κάτω. Παρ’ ότι ανέβηκε το εισόδημά του, τον θεωρώ κατώτερό μου. Δίνω συγχαρητήρια σε φοιτητή για τον χαμηλό αριθμό λαθών που βρήκα στο γραπτό του. Τον ενθαρρύνω: «Συνεχίστε και θα φθάσετε πολύ ψηλά!» Ακόμη και όταν η επιχείρηση κατέρρευσε, εκείνος δεν άφησε τον εαυτό του να ξεπέσει.

Η εγγενής συστηματικότητα αυτών των προτάσεων οφείλεται στο γεγονός ότι επικαθορίζονται από το θεμελιώδες εικονόσχημα της καθετότητας. Αν το ΠΟΛΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ, έπεται ότι και η ευτυχία, η ζωή, η ευημερία, αλλά και ο έλεγχος, η επιρροή συνδέονται με το ύψος. Σε αυτή την απλή εικονοσχηματική βάση οικοδομούνται έννοιες, περίπλοκες μεταφορές και αλλαγές σημασίας.

Επειδή οι πληροφορίες μας για τα εικονοσχήματα προέρχονται από την αίσθηση της όρασης, δικαίως μπορούμε να ονομάσουμε την αντίληψή μας οπτικοκεντρική (visualistic). Αν επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τι ορίζει τη γλώσσα μας, αυτή είναι η καλύτερη αφετηρία που έχουμε στη διάθεσή μας. Όπως έγραψε ο Καντ, «βλέπουμε τον κόσμο, όχι όπως είναι, αλλά όπως είμαστε».

Σημείωση: Τα παραδείγματα σε αυτό το σημείωμα έχουν ληφθεί από τα βιβλία G. Lakoff & M. Johnson, Metaphors We Live By (Chicago 1980) και Z. Kövecses, Metaphor. A Practical Introduction (Oxford 2002), καθώς και από το άρθρο μου «Στρεβλός = Κακός: Ένα γνωσιακό σχήμα μεταβολής σημασίας» (Γλώσσης χάριν, συλλογικός τόμος προς τιμήν τού καθ. Γ. Μπαμπινιώτη, Αθήνα 2008). Περισσότερα στοιχεία υπάρχουν επίσης στο άρθρο μου «Αλλαγές σημασίας στο εικονόσχημα του άξονα. Το παράδειγμα του ρήματος τρέπω» (Πρακτικά τού 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Ιωάννινα 2007, σ. 1057-62, διαθέσιμο εδώ).