21/5/07

Γλωσσική παραμυθία

nos propterea aliquid bonum judicare,
quia id conamur, volumus, appetiamus atque cupimus


Baruch Spinoza

Ήταν πριν από κάμποσα χρόνια, όταν σεβαστός εκδότης με ιστορία στον χώρο των γραμμάτων μπήκε ανήσυχος στο γραφείο μου. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι Θ.», είπε: «Αυτό το φασούλι η Ινδοευρωπαϊκή πώς μας προέκυψε;» Τον ρώτησα τι εννοούσε. Έκανε μια κοφτή χειρονομία. «Εγώ Ινδοευρωπαϊκή δεν ξέρω. Ξέρω για τη γλώσσα των Ελλήνων, των Ρωμαίων… Γιατί αυτή η γλώσσα η αρχική να μην είναι η Ελληνική;»

Η διατύπωση της ερώτησης με είχε τότε στενοχωρήσει. Ένιωθα ότι ο συνομιλητής μου ήταν απογοητευμένος από τα συμπεράσματα της επιστημονικής γλωσσολογίας. Ήταν βαθιά λυπημένος από το γεγονός ότι σε προχωρημένη ηλικία είχε αναγκαστεί να μάθει πως έπρεπε να αποχωριστεί κάτι που αγαπούσε, στο οποίο είχε επενδύσει ψυχικά. Κατανοούσα ότι οι γλωσσικές του πεποιθήσεις είχαν τόσο ζυμωθεί με τον τρόπο σκέψης του, ώστε συμμετείχαν στις αξίες του και προσέδιδαν στις ιδέες του νόημα.

Όπως έγραψε ο Σπινόζα στο παραπάνω χωρίο: «Θεωρούμε κάτι καλό επειδή αγωνιζόμαστε για αυτό, επειδή το ευχόμαστε, το αποζητούμε ή το ποθούμε».

Όπως κάθε μύθος, η γλωσσική μυθολογία έχει ρόλο παραμυθητικό. Προσφέρει παρηγοριά και ψυχική ικανοποίηση σε ανθρώπους που αγαπούν τη γλώσσα και γοητεύονται από τα μυστικά τής λειτουργίας της. Αποτελεί άγκυρα στην αναζήτηση ταυτότητας, αναδεικνύοντας τον κάτοχό της και την ξεχωριστή, διακεκριμένη του θέση. Όσο οι καιροί ηγεμονεύονται από την ηθική ακαθοριστία, όσο η ουσία τής αξίας μένει αινιγματική, το πλαίσιο που ευνοεί την άνθηση τέτοιων ιδεολογημάτων θα είναι στερεά υφασμένο, ελκυστικό στην όψη και κολακευτικό στα αφτιά.

Οι γλωσσικοί μύθοι καλύπτουν αμέσως τα κενά. Χαρακτηριστικό τους είναι η σαφής απόδοση ρόλου και ταυτότητας στους μετέχοντες. Όπως σε κάθε παραμύθι, γίνεται εύκολα νοητό ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ο δε ακροατής αισθάνεται ευτυχής που ξέρει ότι το καλό τελικά θα υπερισχύσει. Ομοίως, όσοι εντρυφούν σε γλωσσικούς μύθους αναζητούν στρατόπεδα, παρατάξεις, συνωμοσίες και προδότες. Από τη βαθιά τους ανησυχία για πιθανή απώλεια εικάζουν ότι έχουν ευθύς αμέσως εντοπίσει ποιος είναι ο αντίπαλος και από πού ενεργεί. Κατόπιν αναπτύσσουν λόγο καταγγελτικό των υποτιθέμενων προθέσεών του. Ως εκ τούτου, στην ινδοευρωπαϊκή συγκριτική γλωσσολογία, στα πορίσματα της επιστήμης για την προέλευση του αλφαβήτου, στο γλωσσικό ζήτημα, σε θέματα ετυμολογίας οι μύθοι παρέχουν αμέσως την ελκυστική εναλλακτική λύση, τέτοια που να μπορούν να αγαπήσουν και να αγωνιστούν για χάρη της.

Τα μυθεύματα γλωσσικής υπεροχής χαρακτηρίζονται επίσης από τη φαντασίωση της έμπνευσης. Ο αυτόκλητος ερευνητής θέτει συγκεκριμένο στόχο (π.χ. να παρουσιάσει την Πρωτοελληνική σαν μητέρα-γλώσσα) και κατόπιν επιλέγει τα δεδομένα που ταιριάζουν στην εικασία του. Συρράπτει ετερόκλιτα στοιχεία με βάση εκκινήσεως την εξωτερική ομοιότητα και πασχίζει να συμμορφώσει το γλωσσικό υλικό που είναι διαθέσιμο. Αν ερωτηθεί γιατί απουσιάζουν τα γλωσσικά τεκμήρια που να βεβαιώνουν κάποια μεταβολή (π.χ. γιατί δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Ετρουσκική προέρχεται από την Ελληνική), ο εμπνευστής τού μύθου κραδαίνει το ευέλικτο argumentum ex silentio: αν κάποτε τα τεκμήρια βρεθούν, θα θριαμβολογήσει· αν δεν βρεθούν, μπορεί πάντοτε να ισχυρίζεται ότι θα εντοπιστούν στο μέλλον και ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του…

Οι γλωσσικοί μύθοι διακρίνονται ακόμη από ημιμάθεια, η οποία δεν αναιρείται από τις αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής Εσκιμώος ανάγεται αβίαστα στο επίθ. άσχημος και το αγγλ. sin στο ομηρικό σίνομαι «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια.

Εν τέλει, το πλέον λυπηρό γνώρισμα όσων εντρυφούν σε τέτοιους μύθους είναι η αλλοίωση της κρίσης και της ικανότητας σκέψεως. Όσοι γοητεύονται από τη γλωσσική μυθολογία και προσκολλώνται σε αυτήν γρήγορα επιτρέπουν στον εαυτό τους να καλλιεργεί ισχυρό μίσος για την αντιγνωμία―αποστροφή και καχυποψία που παραμορφώνει την οπτική γωνία υπό την οποία αντικρίζουν τους άλλους.

Αυτό το κεκαλυμμένο μίσος είναι λάθος. Όταν μια ιδέα τείνει να υποβάλλει την αυτάρεσκη υπεροψία, να τροφοδοτεί την αυθάδεια και την εχθρότητα και να μας στερεί την ικανότητα να ακούμε στοχαστικά την αντίθετη άποψη, χρέος έχουμε να προστατευτούμε. Η αλήθεια θα πρέπει να οικοδομεί την ισορροπία. Εν ολίγοις, κάθε αναγνώστης, φοιτητής, καθηγητής, μεταπτυχιακός συνεργάτης, λεξικογράφος ή επιστήμονας προερχόμενος από άλλον κλάδο θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η υποστήριξη της αλήθειας είναι πραγματικά ευγενής ιδέα.

Η υπεράσπιση της αλήθειας δεν είναι όμως εύκολο εγχείρημα.

Αξιόλογοι συνάδελφοι γλωσσολόγοι εκφράζουν ανησυχία για τη διάδοση των παραγλωσσικών και πρωτογλωσσικών μύθων. Αναρωτιούνται δικαιολογημένα πώς είναι εφικτό να ανασκευαστεί κάθε πλάνη, πώς είναι δυνατόν να συμμαζευτεί κάθε ψεύδος που έχει κυκλοφορηθεί με τον μανδύα τής πρωτότυπης έρευνας. Η ανησυχία είναι εύλογη, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ακόμη και μεταξύ μη κατηρτισμένων φιλολόγων παρατηρείται σύγχυση ή απροθυμία ως προς την υποστήριξη της επιστημονικής αλήθειας. Επιπλέον, η βαριά κληρονομιά τής αρχαίας γλώσσας έχει χρησιμοποιηθεί (χωρίς να φταίει η ίδια) ως πηγή τέτοιων μύθων από όσους δεν γνωρίζουν πώς να προσλάβουν ή πώς να αποδεχθούν αυτό το πολύτιμο καταπίστευμα.

Ίσως πρέπει να ξεκινήσουμε αλλιώς.

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα: Για να προστατευτούμε από τη χρήση πλαστών χαρτονομισμάτων, που κατασκευάζονται πλέον με ολοένα και μεγαλύτερη πιστότητα, θα ήταν οπωσδήποτε μάταιο να θελήσουμε να εξοικειωθούμε με κάθε τύπο πλαστού χαρτονομίσματος που κυκλοφορείται. Πρακτικότερο και πιο συνετό θα ήταν μάλλον να γνωρίσουμε και να κατέχουμε καλά τα χαρακτηριστικά των γνήσιων χαρτονομισμάτων. Αυτό θα μας παρείχε τον αναμφισβήτητο μετρικό κανόνα για να κρίνουμε την αλήθεια. Ό,τι δεν ταιριάζει με το γνήσιο θα είναι οπωσδήποτε και αυτόχρημα πλαστό.

Ομοίως, δεν έχει νόημα να καταπιαστούμε με την ανασκευή κάθε γλωσσικού μύθου. Δεν ωφελεί ο ατέρμων αγώνας να δείξουμε πού πλανώνται όσοι μιλούν για Πρωτοαιγαιακή μητέρα-γλώσσα ή γιατί είναι εντελώς αστήρικτη η εικασία τού Γιοσέφ Γιαχούντα (Joseph Yahuda) ότι τα Εβραϊκά είναι Ελληνικά ή πόσα έτη φωτός αφίσταται της αληθείας η υπόθεση ότι οι Ίνκα μιλούσαν δωρική διάλεκτο ή τι καθιστά ανυπόληπτη την άποψη ότι η νεοελληνική προφορά δεν διέφερε πολύ από την αρχαία κ.ο.κ. Προτιμότερο είναι να δώσουμε στον εαυτό μας τον χρόνο (και τη βιβλιογραφική κατάρτιση) να εξοικειωθεί με τον επιστημονικό τρόπο σκέψεως της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αν αναπτύξουμε την ικανότητα και τη μέθοδο να διακρίνουμε την αλήθεια, οι γλωσσικοί μύθοι θα αποσυρθούν μόνοι τους στο περιθώριο, όπως τα παραμύθια που πάψαμε να αναζητούμε μόλις μεγαλώσαμε.

Σε επόμενο άρθρο θα ήθελα να φέρω στην προσοχή τού αναγνώστη τρία μόνο από τα διακριτικά γνωρίσματα της γλωσσολογικής μεθόδου. Συνάδελφοι άλλων επιστημών (π.χ. ιστορικοί, αρχαιολόγοι) έχουν κατά καιρούς καταθέσει τα δικά τους τεκμήρια, αλλά εδώ θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες που προσφέρει η επιστημονική γλωσσολογία.


Όταν ξαναφέρνω στον νου τη συζήτηση με τον καλοπροαίρετο εκείνο εκδότη, καταλαβαίνω γιατί δεν τον ικανοποίησαν οι εξηγήσεις τής επιστήμης. Με άκουσε με υπομονή για λίγα λεπτά, μετά κούνησε το κεφάλι και είπε φανερά στενοχωρημένος: «Δεν ξέρω τι θα γίνει σε τριάντα χρόνια ―εγώ δεν θα ζω πια― αλλά δεν βλέπω μέλλον στην ελληνική γλώσσα. Και θα έχουμε φταίξει εμείς…» Έφυγε απογοητευμένος.

Εννοούσε ότι «εμείς», κυρίως «εμείς» με τις μακροχρόνιες ειδικές σπουδές, δεν έχουμε υπερασπιστεί τη γλώσσα που αγαπούμε όσο θα έπρεπε; Εννοούσε ότι, ακόμη και αν κάτι δεν είναι επιστημονικά διακριβωμένο, εφόσον πληροί την προϋπόθεση να προάγει την ελληνική γλωσσική υπεροχή, οφείλουμε να το υποστηρίξουμε; Εννοούσε ότι ο γλωσσικός μύθος είναι τελικά παραμυθία, που δεν μπορούμε να στερηθούμε;

Ο σεβαστός συνομιλητής μου πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Δεν είχαμε έκτοτε ξαναμιλήσει για το θέμα. Το κείμενο αυτό έχει αφορμή εκείνη τη συζήτηση, όπως ένα χρέος που δεν έχουμε ακόμη ξεπληρώσει.


Τα άρθρα που πραγματεύθηκαν αυτά τα αιτήματα είναι:
Γλωσσική παραμυθία: Η ομοιότητα και η αντιστοιχία
Γλωσσική παραμυθία: Η διατήρηση της δομής
Γλωσσική παραμυθία: Η αρχή τής ομοχρονίας

29/4/07

Ορθογραφικές αμφιγραφίες: μία ή δύο λέξεις;

curae posteriores fons querelarum

Οι περισσότεροι πιθανώς νομίζουμε ότι γνωρίζουμε τι διακρίνει το κοστούμι ως ένδυμα. Θα συμφωνούσαμε χωρίς πολλή σκέψη ότι το κοστούμι αποτελείται από σακάκι και παντελόνι που είναι ραμμένα με το ίδιο ύφασμα και έχουν σχεδιαστεί να φοριούνται συνδυασμένα, ταιριάζοντας σε ορισμένο μέγεθος. Ο ορισμός φαίνεται πλήρης, αλλά ας σκεφθούμε: Αν έχουμε καλό γούστο, ίσως αποφασίσουμε κάποια φορά να συνδυάσουμε το σακάκι ή το παντελόνι ορισμένου κοστουμιού με άλλο συμπλήρωμα ―εξακολουθεί τότε να είναι κοστούμι; Ο βιαστικός αναγνώστης θα μου απαντήσει όχι, αλλά νομίζω ότι και εκείνος θα επιστρέψει το σακάκι και το παντελόνι τού κοστουμιού στην ίδια κρεμάστρα, ανεξάρτητα από τον συνδυασμό που διάλεξε να φορέσει.

Ώστε, μήπως το ζήτημα είναι ότι το κοστούμι αποτελείται από σακάκι και παντελόνι που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις και, επιπλέον, τα βρίσκουμε στην ίδια κρεμάστρα;

Από γλωσσολογικής απόψεως, το ερώτημα δεν θα αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα για γραφές συνεχούς χαρακτήρα και χωρίς οριοθετικά σημεία μεταξύ των λέξεων, γι’ αυτό και δεν απασχόλησε τους αρχαίους. Δεν θα συνιστούσε επίσης ζήτημα, αν υπήρχε σαφής μορφολογικός ορισμός τής λέξεως εκτός (συγ)κειμένου.

Σύμφωνα με ευρύτερα αποδεκτό ορισμό (H. Spencer & A. Zwicky, Handbook of Morphology, Oxford 1998), θα χαρακτηρίζαμε λέξη τη γλωσσική μονάδα που αποτελεί μία τονική ενότητα (δηλ. φέρει έναν μόνο τόνο), διαθέτει ολοκληρωμένη σημασία (που δεν είναι απλώς άθροισμα των σημασιών των μορφημάτων της, γραμματικών ή λεξικών), η δε αυτοτέλειά της δεν επηρεάζεται από τη σύνταξη. Ο συνδυασμός των εν λόγω κριτηρίων έχει ωθήσει ορισμένους γλωσσολόγους να ονομάσουν τις λέξεις αναφορικές νησίδες (anaphoric islands), για να δηλώσουν με αυτόν τον τρόπο τι κάνει τους ομιλητές να τις χωρίζουν με κενά στον γραπτό λόγο (Α. Ράλλη, Μορφολογία, Αθήνα 2005).

Όπως συχνά συμβαίνει σε ορισμούς, τα αντιπαραδείγματα που φαίνεται να αντιστέκονται σθεναρά στην ταξινόμηση επιμένουν να κάνουν διακριτή την παρουσία τους. Αυτό αληθεύει κατ’ εξοχήν (ή κατεξοχήν;) σε φραστικές λέξεις ή συνδυασμούς, καθώς και σε παγιοποιημένες (στερεότυπες) αναφορικές νησίδες, οι οποίες προκαλούν αμφιβολίες ως προς τον τρόπο γραφής τους. Στην πραγματικότητα, το αν θα γραφτούν με μία ή δύο λέξεις είναι ζήτημα που έχει συνδεθεί με την αυτοτέλεια ή δέσμευση των συστατικών μερών τους, με την ορθογραφική συνήθεια, καθώς και με τον βαθμό καθιερώσεως στον λόγο. Επιπλέον, δεν έχει λείψει (και) από αυτή τη συζήτηση η αναζήτηση ιδεολογικού υποβάθρου: έχει ενίοτε θεωρηθεί αρχαϊστική τάση, όχι αυτή καθ’ αυτήν η χρήση λογίων φραστικών λέξεων, αλλά η επιλογή τής γραφής τους με δύο λέξεις.

Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο ή πρόσφατο. Ο Τριανταφυλλίδης το αντιμετώπισε ίσως πρώτη φορά όταν ανέλαβε να ρυθμίσει την ορθογραφία τού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα Στα Μυστικά τού Βάλτου. Από την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ τους προκύπτει ότι ο γλωσσολόγος είχε ταλαντευτεί αρκετά ως προς τη δέουσα λύση. Το 1939 ξαναέγραψε για το θέμα, όταν απάντησε στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών (στον πρόεδρό της Βάσο Δασκαλάκη, 1897-1944), που του είχε ζητήσει να της υποβάλει εισήγηση για ορθογραφικό κανονισμό. Δεδομένου ότι η σύνταξη της Νεοελληνικής Γραμματικής βρισκόταν σε αρκετά προχωρημένο στάδιο, ο Τριανταφυλλίδης εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί το αίτημα. Ωστόσο, κατέγραψε μερικές παρατηρήσεις, με τη νηφαλιότητα και την ευγένεια που τον χαρακτήριζε. Μεταξύ αυτων είναι η ακόλουθη:

«…τα εισβάρος, ή καλύτερα σεβάρος, επικεφαλής δε μου πολυαρέσουν. Κάπου πρέπει να σταματήσωμε και τα παραδείγματα είναι πολύ αφθονώτερα απ’ όσα αναγράφονται.»

Ο Τριανταφυλλίδης αντιλαμβανόταν ότι δεν επρόκειτο για ζήτημα προσωπικής προτιμήσεως, εντούτοις ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσε να διατυπώσει κανόνες τέτοιους που να εξαλείφουν τις αμφιγραφίες. Στη Νεοελληνική Γραμματική (§ 75, 76) καταχωρίζει σειρά φραστικών λέξεων που πρέπει να γράφονται ως μία, αποφεύγει όμως επιμελώς να εξηγήσει γιατί. Αναφέρει απλώς:

«Σε κάθε όμως εποχή τής γλώσσας γεννιούνται με τη σύνθεση νέες λέξεις, και άλλων σύνθετων λέξεων συχνά απαρχαιώνονται τα συστατικά τους ή ο τρόπος που συνθέτονται. Γι’ αυτό δεν είναι εύκολο μερικές φορές να οριστή αν κάτι που λέμε αποτελή μια λέξη ή δύο.»

Στον κατάλογο που ακολουθεί γράφει ως μία λέξη τις εξής: απαρχής, απεναντίας, απευθείας, αφότου, αφού, δηλαδή, διαμιάς, ειδάλλως, ειδεμή, ενόσω, εντάξει (προστέθηκε αργότερα στη Μικρή Σχολική Γραμματική), ενώ, εξαιτίας, εξάλλου, εξαρχής, εξίσου, επικεφαλής (αλλαγή τής προηγούμενης άποψής του), επιτέλους, καθαυτό, καθεξής, καλημέρα, καληνύχτα, καλησπέρα, καληώρα, καταγής, κατευθείαν, κιόλας, μεμιάς, μολαταύτα, μόλο (που), μολονότι, μολονόπου, ολωσδιόλου, οπωσδήποτε, προπάντων, σάμπως, τωόντι, υπόψη, ώσπου, ωστόσο―καθένας, καθεμία, καθένα, καθετί, κατιτί, οποιοσδήποτε, οτιδήποτε, καθέκαστα.

Παρ’ ότι (ή μήπως παρότι;) οι επιλογές τού Τριανταφυλλίδη είναι ως επί το πλείστον αυτές που επικράτησαν και αποκαλύπτουν τον γλωσσικό ρεαλισμό του, έχουν σαφώς ενδεικτικό χαρακτήρα. Ακόμη, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τις υποκείμενες αρχές που υπαγόρευσαν την α΄ ή τη β΄ προτίμηση, αν εξαιρέσουμε την ορθογραφική συνήθεια των λογοτεχνών τής εποχής.

Πολλά χρόνια αργότερα, στη δική του Νεοελληνική Γραμματική (Αθήνα & Θεσσαλονίκη 1994) ο προσφάτως εκλιπών Αγαπητός Τσοπανάκης προσθέτει στον ανωτέρω κατάλογο τις ακόλουθες φραστικές λέξεις, τις οποίες θεωρεί επιρρηματικά στοιχεία: ενμέρει (ο Τριανταφυλλίδης συνέστηνε εν μέρει), εντέλει, εντούτοις, εξαδιαιρέτου, εξάπαντος, εξημισείας, επιτούτου, κατακούτελα, καταλεπτώς, κατάμουτρα, καταπρόσωπο, κατάσαρκα, κατεξοχήν, μεσοστρατίς, μισοτιμής, ξοπίσω, ξώφαλτσα, οποτεδήποτε, οπουδήποτε, παρακάτω, παραπάνω, παραπέρα, παραπίσω, προσώρας κ.ά. (Παρέλειψα ορισμένα για τα οποία δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα χωριστής γραφής τους).

Σε άρθρο του στο Βήμα (11 Απριλίου 1999) ο καθηγητής κ. Γ. Μπαμπινιώτης ασχολήθηκε επίσης με το θέμα, προσεγγίζοντάς το από την πλευρά τού γλωσσολογικού ορισμού τής λέξης και παραθέτοντας κατάλογο στοιχείων που πρέπει ή θα μπορούσαν να γράφονται ενωμένα ή χωριστά. Εντούτοις, στον επίλογο του άρθρου του υπογραμμίζει:

«Ας σημειωθεί, ωστόσο, με σαφήνεια και αίσθηση πραγματικότητας ότι απόλυτη συνέπεια στο ετερόκλιτο πλήθος των φράσεων δεν υφίσταται ούτε μπορεί να υπάρξει, αφού (…) ουδέποτε ένα σώμα ειδικών μελέτησε και ρύθμισε συστηματικά το θέμα στο σύνολό του.»

Η μελέτη των καταλόγων που βρίσκουμε στα ανωτέρω κείμενα επαληθεύει την προηγούμενη διαπίστωση. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να παρουσιάσω ορισμένες επί μέρους (ή επιμέρους;) επιβοηθητικές αρχές, οι οποίες ενδέχεται να στρέψουν την προσοχή σε παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, αν ποτέ υπάρξει ή αναγνωριστεί ως αρμόδια τέτοια ρυθμιστική αρχή, που να συντάξει σχετικό ορθογραφικό κανονισμό. Ο κατηρτισμένος αναγνώστης και ο ενημερωμένος φιλόλογος μπορούν να καταλογίσουν στον γράφοντα την επωφελή ή ενδεχομένως άσκοπη παράθεσή τους.

1) Η ενωμένη ή χωριστή γραφή δεν εξαρτάται από το αν τα συστατικά μέρη απαντούν αυτοτελώς ή μόνο ως δεσμευμένα μορφήματα.

Κοινές λέξεις όπως αιτία, ίσος, άλλος, τόσο, που δεν ενοχλούν όταν απαντούν ενωμένα στις γραφές εξαιτίας, εξίσου, εξάλλου, ωστόσο, ώσπου. Το κριτήριο αυτό δεν λειτουργεί, όταν έστω ένα από τα δύο (ή περισσότερα) συστατικά μέρη είναι μονάδα τού κοινού λεξιλογίου.

2) Αν η αρχή τής τονικής ενότητας παραβιάζεται, η χωριστή γραφή θα μπορούσε να προτιμηθεί.

Εφόσον η λέξη αποτελεί μία τονική ενότητα και στην Ελληνική δεν έχουμε το φαινόμενο του δευτερεύοντος τόνου (όπως π.χ. στη Γερμανική: aufsteigen /áufštáigen/ «ανεβαίνω»), είναι παροδηγητικό να υιοθετούμε ενωτική γραφή που αντιβαίνει στον πραγματικό τόνο. Εξάλλου, ο ρόλος τού τόνου είναι προφανής στα τονικά παρώνυμα, δηλ. σε λέξεις που αλλάζουν σημασία, όταν  ο τόνος βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Επί παραδείγματι, η γραφή καθετί, που συστήνει η Νεοελληνική Γραμματική, δεν συμφωνεί με την πραγματική εκφορά τού στοιχείου, που είναι διλεκτική: κάθε τι (με τόνο και στα δύο τεμάχια). Ομοίως, η γραφή ολωσδιόλου ή τελοσπάντων παραθεωρεί ότι τα συστατικά τεμάχια εκφέρονται σχεδόν πάντοτε χωριστά: όλως διόλου, τέλος πάντων.

3) Η ενωμένη γραφή δεν πρέπει να παραβιάζει τους φωνολογικούς κανόνες τής Ελληνικής.

Όταν σχηματίζονται συμπλέγματα φθόγγων ανεπίτρεπτα για την Ελληνική, είναι καλό να προτιμούμε τη χωριστή γραφή. Κατά τούτο, οι γραφές ενμέρει, ενπρώτοις, ενπολλοίς, ενγένει αντιτίθενται στους φωνολογικούς κανόνες τής γλώσσας, διότι τα συμπλέγματα *νμ, *νπ, *νγ δεν είναι ανεκτά σε ελληνικές λέξεις και όποτε παρουσιάστηκαν, ακολούθησε πλήρης ή μερική αφομοίωση (π.χ. συν-μετέχω > συμμετέχω, εν-μένω > εμμένω, εν-πορος > έμπορος, εν-γράφω > εγγράφω). Συνεπώς, γράφουμε εν μέρει, εν πρώτοις, εν πολλοίς, εν γένει, εν πάση περιπτώσει κ.τ.ό.

4) Η ενωμένη γραφή δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση ως προς την αναγνώριση της μορφολογικής κατηγορίας στην οποία ανήκει η λέξη.

Λάθη όπως *τον επικεφαλή, *οι επικεφαλείς, *έχω υπόψει κ.τ.ό. μαρτυρούν ότι ο ομιλητής παρασύρεται από την ενωμένη γραφή και θεωρεί ότι η προθετική φράση επί κεφαλής είναι κλιτό όνομα, το δε υπ’ όψη / υπ’ όψιν είναι ενδεχομένως ρηματικό μόρφημα (κατά το έχω κόψει) ή ακόμη και όνομα (π.χ. *η υπόψη, *την υπόψη). Οι γραφές επί κεφαλής, υπ’ όψη / υπ’ όψιν εξαλείφουν κάθε πιθανότητα συγχύσεως. Η επιλογή τής ενωμένης γραφής καθαυτό συνήθως οδηγεί στην αθέτηση της συντακτικής σχέσης τού κατά με αιτιατική: καθ’ (ε)αυτόν, καθ’ αυτό.




5) Αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την παγίωση του συνδυασμού, η χωριστή γραφή είναι πάντοτε προτιμητέα.

Ενώ το εξάπαντος είναι ήδη αρχαίο, οι γραφές εξαδιαιρέτου, εξημισείας (Τσοπανάκης) παρουσιάζουν σαν απολίθωμα τις σχετικά πρόσφατες προθετικές φράσεις εξ αδιαιρέτου, εξ ημισείας (κυρίως του νομικού / συμβολαιογραφικού λεξιλογίου), ξαφνιάζοντας δυσάρεστα τον αναγνώστη.

Η ορθογραφική συνήθεια δεν μπορεί επίσης να παραβλεφθεί. Για λόγους που σχετίζονται με τη συχνότητα εμφανίσεως, την οπτική εικόνα και την κατάρτιση του εκάστοτε γράφοντος, συναντούμε συχνά τις γραφές καταρχήν, προπάντων, απευθείας, αλλά διστάζουμε να γράψουμε (ή γράφουμε σπανιότερα) καταρχάς, προπαντός, κατευθείαν. Η Νεοελληνική Γραμματική, μολονότι αντιμετώπισε ρεαλιστικά το ζήτημα και είχε κατά νου τη λογοτεχνική κυρίως πρακτική, δεν έθεσε αρχές που να εξασφαλίζουν ομοιογενή ρύθμιση, επωμίζοντας έτσι στους μεταγενεστέρους την ευθύνη να συζητήσουν τις παραμέτρους του.

Τα χρόνια που πέρασαν έδειξαν ότι είναι σοφό να ξανανοίξουμε τη ντουλάπα και να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τα κοστούμια που έχουμε κρεμάσει εκεί. Ίσως για μερικά κάναμε το λάθος να βάλουμε στην ίδια κρεμάστρα σακάκι και παντελόνι που δεν ανήκαν εκεί. Και αν φαίνεται ότι καθυστερήσαμε, είναι ίσως επειδή οι ύστερες φροντίδες είναι πηγή παραπόνων…

11/4/07

Η βάση τού μεταφορικού λόγου

  • Θα το ρισκάρω.
  • Οι πιθανότητες είναι εις βάρος μου / εναντίον μου.
  • Στην τελευταία αλλαγή ο προπονητής έριξε τον άσο που είχε στο μανίκι του.
  • Αν παίξεις σωστά τα χαρτιά σου, κανείς δεν μπορεί να σε σταματήσει.
  • Το καλό μου χαρτί είναι ότι με δικαιώνει η έκθεση της επιτροπής.
  • Νομίζω ότι μπλοφάρετε! Δεν έχετε στοιχεία εναντίον μου.
  • Διακυβεύεται η ίδια η ζωή του (< αρχ. κύβος «ζάρι»).

Ασφαλώς η ζωή δεν είναι τυχερό παιχνίδι, πολλώ δε μάλλον αφού τα τυχερά παιχνίδια με χρήματα αποτελούν επιβλαβή και εθιστική ενασχόληση. Τα παραδείγματα που προαναφέρθηκαν, όμως, ανήκουν στο καθημερινό λεξιλόγιο και μπορούν να βρεθούν χωρίς καθόλου κόπο σε οποιοδήποτε πλήρες λεξικό ή σε βάση γλωσσικών δεδομένων. Φυσικά, δεν ανήκουν σε ανθρώπους εξοικειωμένους με τη χαρτοπαιξία ή γνώστες των τυχερών παιχνιδιών. Μαρτυρούν ωστόσο ότι, αν και πιθανότατα αγνοούμε τους κανόνες τέτοιων παιχνιδιών, χρησιμοποιούμε λεξιλογικές επιλογές που εφαρμόζουν την ορολογία τού παίκτη σε πράξεις τής καθημερινής ζωής και σε συνέπειές τους.

Εξετάστε ορισμένα παραδείγματα, εν μέρει αντίστοιχα, από την Αγγλική:

  • I’ll take my chances.
  • The odds are against me.
  • If you play your cards right, you will accomplish it.
  • Still, I have a few ideas up my sleeve.
  • He is bluffing. They are holding nothing against you.
  • These are high stakes.
  • Your life is at stake.

Η προφανής αντιστοίχιση της ορολογίας των παιγνίων με αποφάσεις τής καθημερινής ζωής δεν είναι τυχαία. Είναι προφανές ότι οι ομιλητές παρατηρούν κάποιου βαθμού ομοιότητα, πραγματική ή εικαζόμενη, και την προβάλλουν στις λεξιλογικές και φραστικές επιλογές τους. Στη γνωσιακή γλωσσολογία (cognitive linguistics) θεωρούμε ότι αυτή η αντίληψη ομοιότητας (similarity perception) αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό τού μεταφορικού λόγου.


Η παραδοσιακή διδασκαλία τής μεταφοράς έχει υποπέσει σε σοβαρές πλάνες ως προς την παρουσίαση αυτής της αντίληψης ομοιότητας. Από τα σχολικά μας χρόνια έχουμε εξοικειωθεί με τυπικές μεταφορές, όπως π.χ. τα τριανταφυλλένια μάγουλα της κόρης ή αυτή η αλεπού με κορόιδεψε. Τέτοιες μεταφορές διδάσκονται συχνά ως τμήμα τής παραδοσιακής τεχνολογίας, δηλ. της αναγνώρισης των μερών τού λόγου και των καλολογικών στοιχείων του.


Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις πυλώνες τής παραδοσιακής αντίληψης περί μεταφοράς. Κατόπιν θα εξετάσουμε πώς οι εν λόγω απόψεις αστοχούν να προσδιορίσουν ποια είναι η βάση τού μεταφορικού λόγου και τι κινητροδοτεί τη λειτουργία του.


1. Η μεταφορά διδάσκεται σαν ρητορικό σχήμα λόγου, το οποίο αποσκοπεί στην καλολογία και, ως εκ τούτου, στον στολισμό τής επικοινωνίας.
2. Η μεταφορά αντιμετωπίζεται σαν αποκλειστικά γλωσσικό φαινόμενο ή λειτουργία και συνίσταται απλώς στη χρήση μιας λέξεως ή φράσεως αντί άλλης.
3. Η μεταφορά θεωρείται ότι βασίζεται σε πραγματική και προϋπάρχουσα ομοιότητα, η οποία υφίσταται στον αποκαλούμενο «πραγματικό κόσμο». Επομένως, τα ροδοκόκκινα μάγουλα μιας κοπέλας οφείλουν την ονομασία τους σε πραγματική ομοιότητα με το χρώμα ορισμένων τριαντάφυλλων, ενώ κάποιος μπορεί να μας εξαπατήσει, όπως η αλεπού πλησιάζει ύπουλα το θύμα της.


Με αφετηρία τούς τρεις αυτούς πυλώνες κατανοούμε ότι η παραδοσιακή εικόνα τής μεταφοράς εστιάζεται στην πεποίθηση ότι πρόκειται για ειδική, μη συμβατική χρήση τής γλώσσας. Ο τομέας-πηγή (source domain), από τον οποίο αντλείται η μεταφορική χρήση, θεωρείται ότι έχει πραγματική, προϋπάρχουσα και αντικειμενική ομοιότητα με τον τομέα-στόχο (target domain), στον οποίο προβάλλεται.


Η γνωσιακή γλωσσολογία έχει τις τελευταίες δεκαετίες αναδείξει θεμελιώδεις αδυναμίες αυτού του παραδοσιακού μοντέλου.


Κατ’ αρχάς, δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε για κάθε μεταφορά την «προϋπάρχουσα ομοιότητα», στην οποία εικάζουμε ότι στηρίζεται. Ας επιστρέψουμε στις μεταφορές που παρουσιάζουν τη ζωή σαν τυχερό παιχνίδι. Προφανώς οι ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών τομέων δεν είναι αντικειμενικές ή προϋπάρχουσες, δηλ. οι πράξεις και οι συνέπειές τους δεν έχουν εγγενή (inherent) ομοιότητα με τα τυχερά παιχνίδια, ώστε να υπάρχει μεταξύ τους άρρηκτη αιτιώδης σχέση. Αν αυτό αλήθευε, ο αριθμός των μεταφορικών χρήσεων θα ήταν πολύ περιορισμένος, διότι θα προϋπέθετε οντολογική σύνδεση. Θα σήμαινε επίσης ότι στις ιδιότητες των λέξεων είναι εξ υπαρχής αποθηκευμένες άπειρες έννοιες, οι οποίες αναμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για να έλθουν στο φως.


Στην πραγματικότητα, η τυπική σημασιολογία έχει πέσει σε αυτήν ακριβώς την παγίδα, καθώς τείνει να θεωρεί τη μεταφορά επέκταση της αντικειμενικής σημασίας σε άλλες συνθήκες αληθείας (truth conditions), οι οποίες καθορίζουν αν η εν λόγω σημασία λαμβάνει την τιμή αληθής ή ψευδής. Ωστόσο, οι συνθήκες τής αντικειμενικής πραγματικότητας παρέχουν το πλαίσιο (frame), όχι τους τρόπους τής επικοινωνίας. Η τυπική σημασιολογία θα υποστηρίξει ότι ο μεταφορικός λόγος συνιστά έμμεση διατύπωση μιας σημασίας, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί ευθέως ή κυριολεκτικώς υπό άλλες συνθήκες. Ως εκ τούτου, κατά τη θεωρία αυτή, όταν λέμε ότι κάποιος χώνεψε καλά ό,τι του διδάξαμε, μεταφέρουμε σε άλλες συνθήκες αληθείας τη λειτουργία τής πέψης. Όταν δίνουμε σε κάποιον τροφή για σκέψη, διατυπώνουμε εμμέσως ό,τι θα μπορούσαμε ευθέως να πούμε με τη φράση ιδέες για σκέψη.


Η εν λόγω θέση αποτυγχάνει εντελώς να προσδιορίσει τη βάση τού μεταφορικού λόγου και αδυνατεί να εξηγήσει τι κινητροδοτεί κάθε νέα μεταφορά. Αν η σημασία μιας πρότασης προέρχεται από το άθροισμα των σημασιών των λέξεων, τότε οι λέξεις αποτελούν περιέκτες (containers) άπειρων προϋπαρχουσών σημασιών, τις οποίες απλώς φέρουμε στην επιφάνεια μέσω της μεταφοράς.


Η αστοχία αυτού του συμπεράσματος καταφαίνεται από το εξής παράδειγμα: Υποθέστε ότι επινοώ την απίθανη μεταφορά η θεωρία αυτή είναι καμωμένη από φτηνό στόκο (παράδειγμα του Lakoff), εννοώντας ότι είναι ανίσχυρη ή αδύναμη. Τι είναι αυτό που κάνει τον ομιλητή να επινοήσει τη συγκεκριμένη μεταφορά και πώς την κατανοεί ο ακροατής; Ασφαλώς ο στόκος δεν έχει εγγενείς ομοιότητες με τη θεωρία ούτε εμπεριέχει a priori τη σημασία «αδύναμος, ανίσχυρος». Επί παραδείγματι, μπορεί να καταφερθούμε μειωτικά εναντίον κάποιου, λέγοντας ότι ο άνθρωπος είναι στόκος και δεν καταλαβαίνει τίποτα! Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε για *θεωρητικό στόκο ή *θεωρητικό ασβεστοκονίαμα, διότι οι λέξεις αυτές δεν έχουν, όπως ελέχθη, εγγενή σχέση με την έννοια της θεωρίας.


Η χρήση τής συγκεκριμένης λέξης οφείλεται σε δομική σχέση των δύο τομέων, η οποία αποκαλείται αντίληψη δομικής ομοιότητας (perceived structural similarity). Έδρα της είναι το γνωσιακό σύστημα με το οποίο είναι δημιουργημένος ο άνθρωπος. Το εν λόγω σύστημα επιτρέπει την αναγνώριση δομικών σχέσεων ή συνδέσεων μεταξύ δύο τομέων, οι οποίοι στην αντίληψη του ομιλητή παρουσιάζουν δυνατότητες αντιστοιχίσεως (mapping). Συνεπώς, η μεταφορά δεν είναι πρωταρχικά γλωσσικό, αλλά νοητικό φαινόμενο, που υστερογενώς αποτυπώνεται στη γλώσσα.


Το τελικό μας παράδειγμα το αποδεικνύει σαφώς. Εξετάστε τη μεταφορά Ο ΘΥΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΥΓΡΟ. Τομέας-πηγή είναι το ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟ ΥΓΡΟ και τομέας-στόχος είναι ο ΘΥΜΟΣ. Οι δομικές αντιστοιχίες που κινητροδοτούν αυτή τη μεταφορά είναι οι ακόλουθες (προηγείται ο τομέας-πηγή και ακολουθεί ο τομέας-στόχος):


Πηγή - Στόχος

Περιέκτης (π.χ. δοχείο) - Σώμα
Κλίμακα θερμότητας - Κλίμακα θυμού
Πίεση περιέκτη - Πίεση θυμού
Κοχλασμός από βρασμό - Κοχλασμός από θυμό
Όρια αντοχής περιέκτη - Όρια ελέγχου τού θυμού
Έκρηξη - Απώλεια ελέγχου


Έχοντας υπ’ όψιν τις παραπάνω αντιστοιχίες είμαστε σε καλύτερη θέση να κατανοήσουμε τι κινητροδότησε τις ακόλουθες μεταφορές:

  • Βράζει το αίμα του και δεν σηκώνει πολλά-πολλά.
  • Κόντεψα να σκάσω απ’ το κακό μου!
  • Δεν περίμενα να αντιδράσεις τόσο ψύχραιμα υπό πίεση.
  • Δεν μπορεί να ξεσπάει πάνω σου όποτε νευριάζει.
  • Μετά από ώρα ξεθύμανε και κατάφερα να του μιλήσω.
  • Η ένταση ανάμεσά τους σιγόβραζε.
  • Συγγνώμη! Φούντωσα και είπα πράγματα που δεν έπρεπε…

Ότι κάποιος μπορεί να βράζει από θυμό ή να δώσει τόπο στην οργή είναι ασφαλώς ζήτημα αγωγής και ικανότητας αυτοελέγχου. Αλλά η δυνατότητα να αντιληφθούμε, να γνωρίσουμε και να αποδώσουμε έτσι τα αισθήματά μας έχει την αφετηρία της στη δομή τού γνωσιακού μας συστήματος, που συνιστά τη βάση τού μεταφορικού λόγου.

Σημείωση. Παραδείγματα και στοιχεία τής γνωσιακής θεωρίας τής μεταφοράς άντλησα, μεταξύ άλλων, από τα βιβλία των W. Croft & D.A. Cruse, Cognitive Linguistics (Cambridge University Press, 2004) και του G. Lakoff, Women, fire and dangerous things: what categories reveal about the mind (University of Chicago Press, 1987).

30/3/07

Η σημασιολογική δείνωση - Μέρος Β΄

Πάνω στο κομοδίνο της είναι ένα μικρό κουτάκι. Δεν έχει τίποτε σπουδαίο: ένα φτηνό κολιέ με πολλές πολύχρωμες χάντρες. Αλλά δίπλα του υπάρχει μια κάρτα. Λέει ότι το κολιέ είναι δώρο από την οχτάχρονη κορούλα της, που ξόδεψε για αυτό όλες της τις οικονομίες. Τώρα το ασήμαντο κουτάκι παίρνει στα μάτια της άλλη αξία. Η μητέρα αγκαλιάζει την κόρη της συγκινημένη και γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Όπως τα πράγματα, έτσι και οι λέξεις συχνά εξαρτούν την αξία τους από το ποιος τις χρησιμοποιεί. Το περιβάλλον χρήσεως, το ποιόν των ομιλητών και η αντίληψη της γλωσσικής κοινότητας αποκτούν ξεχωριστό ρόλο στο σημασιολογικό φορτίο μιας λέξεως και επηρεάζουν την πορεία ενδεχόμενης μεταβολής. Αν η μητέρα που αναφέρθηκε στον πρόλογο δεχόταν το ίδιο δώρο σε επέτειο γάμου από τον σύζυγό της, οπωσδήποτε η αξιολόγησή του θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Στο προηγούμενο άρθρο μου εξήγησα ότι η σημασιολογική δείνωση συνεπάγεται μείωση του κύρους μιας λέξεως, η οποία ακολουθείται από κακοσημία. Ως αποτέλεσμα, η λέξη απαντά πλέον σε άλλο συγκείμενο και με διαφορετικά υπονοήματα. Όπως συμβαίνει με το σύνολο των σημασιολογικών μεταβολών, τις περισσότερες φορές δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε το σημείο αφετηρίας μιας αλλαγής, αλλά νιώθουμε απλώς ικανοποιημένοι όταν μπορούμε να απεικονίσουμε τη μετέπειτα εξέλιξη.

Η ενασχόληση με τις τάξεις των σημασιολογικών μεταβολών, κυρίως δε με τη δείνωση, καθιστά απαραίτητη μια διασάφηση. Η παραδοσιακή εικόνα των αλλαγών σημασίας βασιζόταν στην απατηλή εντύπωση ότι κατά κάποιον τρόπο η νεότερη σημασία προέρχεται ή εκπηγάζει από την προηγούμενη ή ότι η παλαιότερη σημασία μετατρέπεται στη νέα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί. Αμφότερες οι σημασίες πρέπει να είναι διαθέσιμες στην ίδια γλωσσική κοινότητα υπό τον όρο τής ομοχρονίας, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες που ευνοούν κάποια αλλαγή.

Η αρχή αυτή είναι διαυγέστερη όταν εξετάζουμε τη σημασιολογική αλλαγή φράσεων, όχι απλώς λέξεων. Εξετάστε το ακόλουθο παράδειγμα δείνωσης:

Η φράση έφαγε της χρονιάς του σήμερα σημαίνει «ξυλοκοπήθηκε άγρια». Εντούτοις, η αρχή της δεν ήταν κακόσημη. Τα σώματα κειμένων δείχνουν ότι αρχικώς αναφερόταν σε κάποιον ο οποίος έφαγε από τις προμήθειες που είχε αποθηκεύσει εκείνη τη χρονιά. Είναι φανερό ότι, αφού οι εν λόγω προμήθειες ήταν προϊόντα εποχής, υπήρχαν σε αφθονία, επειδή ο σκοπός τους ήταν να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του έτους. Η χρήση τής φράσης με τη σημασία «ξυλοκοπήθηκε» ήταν στην αρχή ευφημιστική, δηλαδή αποσκοπούσε στην απόδοση δυσμενούς σημασίας με λεκτικά μέσα που δεν είχαν χρωματιστεί ως κακόσημα.

O δίαυλος αλλαγής τής σημασίας συνδέεται άρρηκτα με το περιβάλλον επικοινωνίας, όχι μόνο το συγκειμενικό, αλλά το ευρύτερο. Ο ομιλητής χρησιμοποιεί τη λέξη ή τη φράση με άλλη σημασία, επειδή αυτό υπηρετεί τα αξιώματα της επικοινωνίας. Σε αυτά περιλαμβάνεται επίσης η επιθυμία τού ομιλητή για πρωτοτυπία και εκφραστικότητα, ειδικά όταν νιώθει ότι τα διαθέσιμα μέσα έχουν υποστεί κατά κάποιον τρόπο κορεσμό.

Για να παραμείνουμε στο εννοιακό πεδίο τού «ξυλοκοπήματος», η φράση τον έκανα του αλατιού «τον έδειρα» δεν ήταν εξ αρχής κακόσημη. Φαίνεται ότι αφετηρία της υπήρξε η συνήθεια να κοπανίζουν το μπαγιάτικο ή σκληρό κρέας (κυρίως στα στρατόπεδα του 19ου αιώνα), για να μαλακώσει, ώστε στη συνέχεια να αλατιστεί. Το κοπανισμένο κρέας ήταν πλέον του αλατιού, κατάλληλο για αλάτισμα. Αυτή η κοινή εικόνα προσέδιδε στον λόγο ευφυΐα και πρωτοτυπία, όταν μεταφερόταν στην απόδοση του ξυλοκοπήματος.

Το περιβάλλον δεν είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Οι ομιλητές τείνουν να αξιολογούν τον τρόπο επικοινωνίας, τον δικό τους και των άλλων, και να αντλούν συμπεράσματα για τη γλώσσα. Σε αρκετές περιπτώσεις η άποψή τους για άλλους ομιλητές επηρεάζει τις λέξεις, όπως το επίπεδο των κατοίκων επηρεάζει την εικόνα μιας περιοχής.

Στην περίπτωση των λέξεων dilettante (ιταλ.), amateur (γαλλ.) και ερασιτέχνης αυτός ακριβώς είναι ο λόγος τής σημασιολογικής δείνωσης. Οι πηγές δείχνουν ότι οι λέξεις αυτές αναφέρονταν σε κάποιον που εκδήλωνε πραγματική αφοσίωση σε κάτι, αν και δεν το ασκούσε ως επάγγελμα, αποτελούσε δε ενασχόληση των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Βαθμηδόν οι ομιλητές άρχισαν να αντιδιαστέλλουν τέτοιες ασχολίες προς την ειδική επιστημονική γνώση των ειδημόνων. Τελικά, ερασιτέχνης αποκλήθηκε, όχι πλέον ο εραστής τής τέχνης, αλλά κυρίως ο ανειδίκευτος, ο άπειρος, ο μη ειδικός.

Οι όροι αγαθός και αθώος, μολονότι δεν έχουν χάσει τις αρχικές σημασίες τους, έφθασαν στη Νέα Ελληνική να δηλώνουν επίσης τον «ανόητο» ή «εύπιστο» άνθρωπο, πράγμα που κινείται παράλληλα προς τη δείνωση σημασίας την οποία υπέστησαν οι γαλλικές λέξεις innocent «αθώος – ανόητος» και bonhomme «καλός, καλοκάγαθος – ανόητος, εύπιστος». Στην ίδια κατηγορία ανήκει η λέξη κρετίνος «ηλίθιος», η οποία ανάγεται στο γαλλ. crétin, που δύσκολα αποκαλύπτει την καταγωγή του από το υστερολατινικό christianus (< ελνστ. χριστιανός).

Χαρακτηριστική περίπτωση σημασιολογικής χειροτέρευσης αποτελεί η αγγλική λέξη gay, η οποία επί αιώνες σήμαινε «πρόσχαρος, ζωηρός, εύθυμος» και ώς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δινόταν συχνά ως προσωπικό όνομα. Η αλλαγή σημασίας της ξεκίνησε από την αργκό των φυλακών, όπου η φράση gay cat σήμαινε «νεαρός αλήτης που τον εκμεταλλεύεται (συχνά σεξουαλικά) άλλος εμπειρότερος» και κατόπιν «νεαρός ομοφυλόφιλος», πράγμα που οδήγησε στη γενίκευση της σημασίας «ομοφυλόφιλος» (Webster’s Dictionary of Word Histories, Springfield Mass., 1992). Η επικράτηση της σημασίας αυτής είχε ως αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί εντελώς η ιστορικά κληρονομημένη χρήση «εύθυμος, ζωηρός», η οποία σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια από τον μέσο ομιλητή χωρίς σοβαρή παρεξήγηση.

Ιδιαίτερα επιρρεπή στη σημασιολογική δείνωση είναι τα λεξικά δάνεια. Αυτό δεν οφείλεται σε εγγενή κατωτερότητα των δανείων ούτε υπάρχει τίποτε το «χυδαίο» στη χρήση λέξεων ξένης προελεύσεως. Εντούτοις, το λεξικό δάνειο δεν μεταφέρει στην αποδέκτρια γλώσσα τις σημασιολογικές και μορφολογικές συνάψεις (γλωσσολογικώς, τις παραδειγματικές και συνταγματικές σχέσεις) που είχε στη γλώσσα προελεύσεως (φαινόμενο κλεψύδρας). Αυτό καθιστά τέτοια δάνεια επιρρεπή σε επανερμηνεία με βάση κυρίως τη φωνητική ομοιότητα.

Η λέξη παλάβρα είναι ισπανοεβραϊκής προελεύσεως και αρχικά σήμαινε, όπως και στα Ισπανικά, «λέξη, λόγος». Η ισπανοεβραϊκή γλώσσα (λαντίνο) αποτελούσε επί μακρόν lingua franca κατά τις εμπορικές συναλλαγές στην προπολεμική Θεσσαλονίκη (ακόμη και εκτός των σεφαραδίτικων κοινοτήτων) και έτσι η λέξη παλάβρα πέρασε στην Ελληνική. Στην αποδέκτρια γλώσσα, όμως, η ισχυρή παρετυμολογική επίδραση του ήδη μεσαιωνικού επιθέτου παλαβός (λόγω φωνητικής ομοιότητας) κινητροδότησε τη σημασιολογική δείνωση και έτσι σήμερα η λέξη παλάβρα έφθασε να σημαίνει «τρέλα», το δε παράγωγο παλάβρας έγινε συνώνυμο του παλαβός.

Όταν ένα λεξικό δάνειο ανταγωνίζεται μια λόγια λέξη, είτε επανεισηγμένη είτε νεόπλαστη, η σημασιολογική δείνωση μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος, αν το δάνειο συνδέεται με τη λαϊκή γλώσσα. Επειδή το ξένο λαϊκό δάνειο είναι φυσικό να έχει ευρεία χρήση, πιθανόν να αποφεύγεται στον γραπτό λόγο, ο οποίος στην εποχή μας αποκτά αυξανόμενη σπουδαιότητα. Ως εκ τούτου, ο μέσος ομιλητής ίσως αρχίσει να παίρνει αποστάσεις. Αυτή είναι πολλές φορές η αφετηρία διαφόρων μειωτικών χρήσεων. Επί παραδείγματι, τα λεξικά δάνεια λούστρος, χαμάλης, τενεκές, χασάπης, αν χρησιμοποιηθούν ως προσφωνήσεις, αποκτούν ευθύς αμέσως μειωτικό χαρακτήρα (π.χ. λούστρο! χαμάλη! τενεκέ! χασάπη!), τον οποίο δεν έχουν οι λόγιες αντίστοιχες: στιλβωτής, μεταφορέας, λευκοσίδηρος, κρεοπώλης.

Ο Δ. Τομπαΐδης προβάλλει την αντίρρηση ότι η αποδοχή αυτής της εξήγησης θα οδηγούσε στην άποψη πως «η γλώσσα των ανώτερων τάξεων μπορεί να ρυθμίζει τις σημασίες ή τις αποχρώσεις των σημασιών που παίρνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται από το λαό» (Λεξιλογικά τής Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1998, σελ. 35). Αν και η αντίληψη του άνωθεν (von oben nach unten) καθορισμού των σημασιών δεν είναι ίσως ελκυστική, το ειδικό βάρος στην πλάστιγγα φέρει η χρήση ή η σημασία που κερδίζει κύρος στους ομιλητές. Μολονότι αυτή δεν γέρνει πάντοτε προς την πλευρά των ανωτέρων τάξεων, η εισαγωγή λόγιων όρων ή η υιοθέτηση αρχαίων σε αντικατάσταση λεξικών δανείων ώθησε, την εποχή τού καθαρισμού, αρκετές ξένες λέξεις σε σημασιολογική χειροτέρευση.

Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

Η λέξη χάλι προέρχεται από το τουρκικό hal, το οποίο σημαίνει απλώς «κατάσταση» (χωρίς μειωτικό χαρακτήρα). Η επανεισαγωγή τής λέξης επίσκεψη ώθησε τη λαϊκή βίζιτα (δάνειο από την Ιταλική) στη μειωτική σημασία «επίσκεψη πόρνης». Οι λέξεις μαντάτο (λατ.) και χαμπέρι (τουρκ.) δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ίδιο συγκείμενο με τη λέξη είδηση (π.χ. η φράση πήρα τα μαντάτα / τα χαμπέρια δηλώνει ότι κάποιος έμαθε μάλλον άσχημα νέα, πράγμα που δεν αποδίδεται από την αντίστοιχη φράση πήρα / έλαβα τις ειδήσεις).


Η σημασιολογική δείνωση είναι μέρος τού συνόλου των αλλαγών σημασίας, που αποτελούν το πλέον δυσπρόσιτο αντικείμενο έρευνας της ιστορικής γλωσσολογίας. Η ανακάλυψη κανονικοτήτων ή γενικών τάσεων δεν είναι εύκολη, επειδή πάντοτε υπάρχουν αντιπαραδείγματα που φαίνεται να ακυρώνουν την ομαλή ταξινόμηση. Αντί να κατονομάσει την αλλαγή, ο ιστορικός γλωσσολόγος πρέπει ίσως να αρκεστεί να την ερμηνεύσει, αναζητώντας τον παράγοντα που φέρει το ειδικό βάρος και κυριαρχεί στην επικοινωνία. Και στην επικοινωνία οι ερωτήσεις ποιος, σε ποιον, πώς και γιατί έχουν τον βαρύνοντα ρόλο.

Σημείωση: Προστέθηκαν μερικές λέξεις από τις πηγές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο.

13/3/07

Η σημασιολογική δείνωση

Προς το τέλος τής ζωής του ο Βασιλιάς τής Αγγλίας Ιάκωβος Β΄ (King James II, 1633-1701) επισκέφθηκε τον τόπο όπου γίνονταν οι εργασίες για την αποκατάσταση του καθεδρικού ναού τού Αγ. Παύλου στο Λονδίνο. Ο ναός είχε καταστραφεί ολοσχερώς από την πυρκαγιά τού 1665 και επανασχεδιάστηκε με βάση το αναγεννησιακό πρότυπο που κυριαρχούσε τότε. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος, καταφανώς ευχαριστημένος από τη νέα μορφή τού κτηρίου, το χαρακτήρισε amusing, awful and really artificial.

O σύγχρονος αναγνώστης δύσκολα θα συμπέραινε ότι ο βασιλιάς έφυγε ευδιάθετος! Οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα ταίριαζαν ίσως σε φουτουριστικό θέατρο, οπωσδήποτε όχι σε μεγαλοπρεπή λατρευτικό χώρο. Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι οι ακροατές τού Βασιλέως Ιακώβου δεν παρεξηγήθηκαν από τα σχόλιά του. Στον καιρό τους τα λόγια του σήμαιναν ότι ο ναός ήταν «ευχάριστος, αξιοσέβαστος, πραγματικό καλλιτέχνημα», όχι «ευτράπελος, απαίσιος και στην πραγματικότητα τεχνητός /ψεύτικος»…

Η ιστορία των λέξεων αποδεικνύει σαφώς ότι habent verba fata sua… Καθώς βυθιζόμαστε στον ιστορικό χρόνο αναζητώντας πληροφορίες για τη χρήση και τη σημασία των λέξεων, ενίοτε διαπιστώνουμε ότι αρκετές από αυτές μοιάζουν με οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς. Λόγω της απουσίας αξιόπιστων κειμένων ή άλλων αναφορών, πολλές φορές δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε την αιτία τους ή να προχωρήσουμε σε κάποια αληθοφανή εικασία για την αφετηρία τους.

Στις μείζονες ταξινομήσεις των σημασιολογικών μεταβολών τού 20ού αιώνα (M. Bréal, G. Stern, S. Ullmann κ.ά.) βρίσκει πάντοτε θέση η κατηγορία που αποκαλούμε δείνωση ή χειροτέρευση (αγγλ. pejoration, γερμ. Pejorisierung ή Verschlechterung). Με αυτόν τον όρο κατονομάζονται οι αλλαγές σημασίας που δηλώνουν μείωση του κύρους ή της αξίας τού αντικειμένου αναφοράς και συνεπάγονται υποβάθμισή του. Ως αποτέλεσμα, λέξεις που κατά το παρελθόν θεωρούνταν εύσημες από τους ομιλητές τείνουν τώρα να αποφεύγονται στο ίδιο γλωσσικό περιβάλλον ή συγκείμενο.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση της σύγχρονης γλωσσολογίας ότι οι μεταβολές σημασίας δεν υπόκεινται σε αυστηρά καθορισμένη κανονικότητα. Εξαιτίας τής φύσεως του λεξιλογίου, οι δυνατές αλλαγές είναι ουσιαστικά απεριόριστες, διότι δεν υφίστανται τους περιορισμούς συνδυασμού (ή υποκατηγοριοποιήσεως, κατά τον γλωσσολογικό όρο) των φωνημάτων και των μορφημάτων, οι οποίοι επικαθορίζουν τις φωνολογικές και μορφολογικές μεταβολές. Επιπλέον, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι οι αλλαγές αντιλήψεων των ομιλητών αφ’ ενός και η αλλαγή τής χρήσεως ή της σύστασης των αντικειμένων αναφοράς αφ’ ετέρου είναι σε θέση να επιφέρουν μετατόπιση του σημασιολογικού φορτίου με τρόπο που δεν μπορεί εύκολα να ταξινομηθεί. Εν ολίγοις, για να εξηγήσουμε γιατί μια λέξη έγινε κακόσημη (pejorative), χρειάζεται να γνωρίζουμε τι συνέβη στο γλωσσικό και εξωγλωσσικό περιβάλλον της.

Σε αυτό και στο επόμενο άρθρο θα επιχειρήσω σύντομα να παρουσιάσω δύο αιτιολογικούς παράγοντες που φαίνεται να ευνοούν ή να κινητροδοτούν (motivate) τη σημασιολογική δείνωση. Οι εν λόγω παράγοντες είναι (α) συγκειμενικοί (contextual) και (β) εξωγλωσσικοί (linguistic-external).

Ας σκεφθούμε το εξής παράδειγμα:

Ένα σπίτι που επί πολλές δεκαετίες εθεωρείτο επαρκές και ικανοποιητικό σιγά-σιγά υφίσταται τις συνέπειες του χρόνου. Ακόμη, η γειτονιά του αρχίζει να υποβαθμίζεται επειδή κατοικίες που μαρτυρούν χαμηλό βιοτικό επίπεδο οικοδομούνται στην περιοχή, η οποία βαθμηδόν χάνει το κύρος ή την αίγλη που άλλοτε είχε.

Οι λέξεις δεν αποτελούν αυτόνομες νησίδες, αλλά είναι οργανωμένες σε σύνολα παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων, τα οποία συχνά αποκαλούνται ακτινωτά δίκτυα (radial networks). Ενώ ο πυρήνας τής λεξικής σημασίας είναι ευκρινώς προσδιορισμένος, η ασάφεια (fuzziness) των περιφερειακών σημασιών αφήνει περιθώριο για επικάλυψη ή αλληλεπίδραση με αντίστοιχες σημασίες άλλων λέξεων. Τελικά, η αλλαγή στη χρήση ενός στοιχείου τού ακτινωτού δικτύου ενίοτε προκαλεί αλυσιδωτή αντίδραση που παρασύρει ένα ή περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη.

Επί παραδείγματι, η αγγλική λέξη undertaker σήμαινε «αυτός που αναλαμβάνει συγκεκριμένο έργο, εργολάβος». Ωστόσο, η συχνή χρήση της στη φράση funeral undertaker «εργολάβος κηδειών» περιόρισε την παρουσία της αποκλειστικά σε αυτό το συγκείμενο. Τελικά, η λέξη έφθασε να σημαίνει αποκλειστικά «νεκροθάφτης, εργολάβος κηδειών».

Μερικές φορές, η απόδοση αρνητικής σημασίας είναι υπόρρητη (implicit) και ο ακροατής την εκλαμβάνει ως τέτοια από το συγκειμενικό περιβάλλον. Αν η χρήση ενός όρου περιοριστεί σε περιβάλλον με συσσωρευμένα αρνητικά υπονοήματα (implicatures), η σημασιολογική δείνωση είναι επί θύραις. Παραδείγματος χάριν, η χρήση τής αγγλικής λέξης notorious «αξιοσημείωτος» σε συγκείμενο με αρνητικά υπονοήματα (όπως μαρτυρούν τα σώματα κειμένων τής Αγγλικής) οδήγησε στη σημασία «αξιοσημείωτος για κάτι κακό, περιώνυμος για άσχημο λόγο» και η λέξη έφθασε να σημαίνει «διαβόητος» (όπως ακριβώς και η ελληνική λέξη διαβόητος «διάσημος, φημισμένος» > «πασίγνωστος για άσχημο λόγο, κακόφημος»).

Η επίδραση άλλων μελών τού ακτινωτού δικτύου είναι εμφανής στο γερμανικό ουσιαστικό Dirne, το οποίο τον 15ο αιώνα σήμαινε «νεαρή υπηρέτρια», έννοια που αποδιδόταν επίσης από τις λέξεις Dienerin και Magd. Βαθμηδόν, οι λέξεις αυτές απορρόφησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη σημασία και ώθησαν τον όρο Dirne στην κακόσημη δήλωση της «πόρνης», η οποία υπήρχε ήδη ως ευφημιστική περιφερειακή χρήση. Σήμερα η λέξη Dirne σημαίνει αποκλειστικά «πόρνη».

Σε ορισμένες περιπτώσεις η κινητροδότηση μπορεί να είναι εξωγλωσσική, όπως θα εξετάσουμε παρακάτω, αλλά η αλυσιδωτή αντίδραση συγκειμενική. Αυτό συμβαίνει συχνά με όρους που αποδίδουν την έννοια «αποχωρητήριο».

Η αρχαία λέξη απόπατος θεωρήθηκε πολύ εκφραστική και ίσως προσβλητική για δημόσια χρήση. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για νέες σημασίες στις λέξεις αποχωρητήριο, μέρος (οι οποίες αρχικώς δεν σήμαιναν «τουαλέτα»), η δε λέξη καμπινές κρίθηκε ακατάλληλη για να εκφράσει αυτό που δήλωναν λιγότερο περιγραφικά η γαλλική λέξη τουαλέτα και η ιταλική λέξη μπάνιο (αν και αντιδάνειο). Οι λέξεις αυτές, επειδή δήλωσαν άλλο είδος υγιεινής από τη λεκάνη τουαλέτας (που σήμαινε η λ. καμπινές και κρίθηκε, ως εκ τούτου, χυδαία για δημόσια συζήτηση ή για ερώτηση πληροφορίας), βαθμηδόν κυριάρχησαν εν σχέσει με τα υπόλοιπα συνώνυμα. Η στάθμιση του βαθμού ευγένειας γίνεται εύκολα, όταν ο ομιλητής πρέπει να αποφασίσει ποιον όρο θα χρησιμοποιήσει σε δημόσια ερώτηση πληροφορίας, όπως: παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε πού είναι το μπάνιο/η τουαλέτα/ο καμπινές/το λουτρό/το μέρος κ.τ.ό…;

Ότι η τάση αυτή αποτελεί κοινό κτήμα και άλλων γλωσσών είναι φανερό από αντίστοιχους όρους τής Αγγλικής. Η φραστική λέξη Water Closet (W.C.) άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ελλιπώς ευγενής όρος, πράγμα που προκάλεσε αλυσιδωτή αντίδραση στο ακτινωτό δίκτυο και έφερε στην επιφάνεια διαδοχικώς τα ουσιαστικά lavatory «λουτρό», κατόπιν bathroom «μπάνιο» και restroom «δωμάτιο ανακούφισης (!)» (κυρίως στις Η.Π.Α.). Το γαλλικό δάνειο toilet (η βασική λέξη στη Βρετανική Αγγλική), ως όρος ξένης προελεύσεως, δεν έφερε τη φόρτιση των γηγενών λέξεων και διατηρήθηκε χωρίς πρόβλημα. Ακόμη και η σήμανση των χώρων επηρεάστηκε, με αποτέλεσμα οι πινακίδες W.C. να αντικαθίστανται σταδιακά από τις λέξεις Gents’ (Gentlemen’s) και Ladies’ (στις Η.Π.Α.).

Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας οδηγεί στον δεύτερο αιτιολογικό παράγοντα της σημασιολογικής δείνωσης, που σχετίζεται, όχι με τη γλώσσα καθ’ αυτήν, αλλά με τη στάση των ομιλητών προς την έννοια ή το αντικείμενο αναφοράς. Για να θυμηθούμε το παράδειγμα του κτηρίου, μια κατοικία μπορεί να υποβαθμιστεί, όχι μόνο επειδή δίπλα της βρίσκονται ελλιπώς συντηρημένα ή φτωχά σπίτια, αλλά και επειδή οι παρατηρητές εικάζουν ότι οι ένοικοι της περιοχής είναι χαμηλού βιοτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Σταδιακά, ολόκληρη η γειτονιά γίνεται κατά κάποιον τρόπο κακόφημη και προσελκύει την προσοχή μόνο με αυτή την ιδιότητα.

Ομοίως, η χρήση ορισμένων λέξεων από/για ορισμένες κοινωνικές ομάδες ή στάσεις μπορεί να συντελέσει ώστε οι ομιλητές να ταυτίσουν τον όρο με τις εν λόγω ομάδες και να αποφύγουν την περαιτέρω αναφορά.

Με αυτό όμως θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος τού άρθρου.

Σημείωση: Πολλά παραδείγματα αντλήθηκαν από το θαυμάσιο βιβλίο τού Gerd Fritz, Historische Semantik (Stuttgart 1998). Ζητώ συγγνώμη για τους αγγλικούς όρους που συχνά παρεντίθενται, αλλά σκέφτηκα ότι ο αναγνώστης που αναζητεί περαιτέρω βιβλιογραφία θα χρειαζόταν οπωσδήποτε τις λέξεις-κλειδιά.

18/2/07

Εκδήλωση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών προς τιμήν τού καθηγητή Γεράσιμου Ρηγάτου

Ο κ. Γεράσιμος Ρηγάτος, επίκουρος καθηγητής τής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επί εικοσαετία διευθυντής τού νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», έχει πλούσια συγγραφική δραστηριότητα σε τομείς υψηλού γραμματειακού ενδιαφέροντος: ιατρική λαογραφία και πολιτισμός τής ιατρικής.

Έχει εκδώσει δεκάδες βιβλία σχετικά με τη λαϊκή αντίληψη της Ιατρικής και το έργο του βραβεύθηκε το 1989 από την Ακαδημία Αθηνών (Βραβείο Α΄ Τάξεως). Στα έργα του περιλαμβάνεται το Λεξικό Ιατρικής Λαογραφίας (2005), η Ιατρική Παροιμιολογία (2002, β΄ έκδοση), τα Νεοελληνικά Επώνυμα με Ιατρική Προέλευση (1997, β΄ έκδοση), καθώς και το βιβλίο ιατρικών αινιγμάτων Γυάλινος Πύργος – Τρίχινος Φράχτης: Τι Είναι; (2003). Ασχολήθηκε εκτεταμένα με τους παροιμιόμυθους, τα γιατροσόφια, τις επωδές και τη λαϊκή θεραπευτική, στοιχεία που κυριαρχούσαν στη ζωή και την παράδοση κάθε τόπου μέχρι πρόσφατα.

Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών οργανώνει εκδήλωση προς τιμήν τού κ. Ρηγάτου, προκειμένου να στρέψει την προσοχή σε πτυχές αυτού του πολύπλευρου συγγραφικού έργου.

Προσκλήθηκα να μιλήσω σε αυτή την εκδήλωση με σκοπό να μοιραστώ σκέψεις σχετικά με την αξία τής λεξικογραφικής αποθησαύρισης αυτού του υλικού. Οι καθηγήτριες κ. Γκίβαλου και Μαρκαντώνη, ειδήμονες επί των σχετικών θεμάτων, θα ασχοληθούν με τη λογοτεχνική και καθ’ αυτήν επιστημονική αξία αυτού του πολύτιμου συγγραφικού έργου.

Αντιγράφω στη συνέχεια το δελτίο τύπου τής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών με το πρόγραμμα της εκδήλωσης.


Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
σας προσκαλεί σε εκδήλωση προς τιμήν τού μέλους της
ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΡΗΓΑΤΟΥ.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί
την Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007 και ώρα 7.00 μ.μ.
στην Αίθουσα «Μιχαήλας Αβέρωφ»,
Γενναδίου 8 και Ακαδημίας, 7ος όροφος.

Για το έργο τού Γεράσιμου Ρηγάτου θα μιλήσουν:

Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου
Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
τού Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. τού Πανεπιστημίου Αθηνών


Μαρία Μηλίγκου-Μαρκαντώνη
Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας τής Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών

Θεόδωρος Μωυσιάδης
Διδάκτωρ Γλωσσολογίας, Κέντρο Λεξικολογίας

Πεζογραφήματα του τιμωμένου θα αποδώσει η Ελένη Φραγκούλη, ηθοποιός.


Προσθήκη: Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με ξεχωριστή επιτυχία σε αίθουσα κατάμεστη από καλλιεργημένους αναγνώστες. Ευχαριστώ προσωπικά όλους όσοι τίμησαν με την παρουσία τους αυτή την εσπερίδα και είχα τη χαρά να τους γνωρίσω από κοντά. Από όσους διατηρούν διαδικτυακό ιστότοπο θέλω να μνημονεύσω τον αγαπητό μου Φοινικιστή, που βαθύτατα εκτιμώ, και τον φιλόλογο/σχολικό σύμβουλο Μπάμπη Δερμιτζάκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε εδώ και είκοσι χρόνια. Το κείμενο της εισήγησής μου είναι τώρα διαθέσιμο (Γλώσσα και αποταμιευμένη σοφία).

9/2/07

Ετυμολογικοί μετεωρισμοί

Κριτική στο άρθρο τού Χρίστου Δάλκου,
«Η ενδοσυγκριτική μέθοδος», 2003, Λεξικογραφικόν Δελτίον 24, 131-159

Εκλεκτός φίλος μού διηγήθηκε αυτή την ιστορία: Επί αρκετό καιρό παρατηρούσε ότι το μικρό του παπαγαλάκι μελαγχολούσε και είχε πάψει να κελαηδάει. Ρώτησε στο κατάστημα όπου το είχε αγοράσει γιατί συνέβαινε αυτό. Του απάντησαν ότι προφανώς το παπαγαλάκι ένιωθε μοναξιά μετά από τόση απομόνωση στο κλουβί του. Ο αγαπητός φίλος σκέφτηκε αμέσως να αγοράσει άλλο ένα, ώστε τα δύο παπαγαλάκια να έχουν συντροφιά. Ο πωλητής τού χαμογέλασε: «Δεν χρειάζεται, κύριε. Απλώς θα βάλετε ένα καθρεφτάκι στη μία πλευρά τού κλουβιού. Το παπαγαλάκι σας θα βλέπει τον εαυτό του και θα νομίζει ότι έχει παρέα». Η συμβουλή εφαρμόστηκε και το κόλπο έπιασε: Το παπαγαλάκι ήταν ευτυχισμένο και άρχισε πάλι να κελαηδάει όπως πρώτα.

Μελετώντας εξονυχιστικά το άρθρο τού κ. Χρίστου Δάλκου «Η ενδοσυγκριτική μέθοδος», λυπήθηκα βλέποντας πόσο μπορεί κάποτε να πλανηθούμε αν αφουγκραζόμαστε απλώς τον ήχο τής δικής μας φωνής και νομίζουμε ότι η επιστήμη ομονοεί με εμάς. Ο κ. Δάλκος, φιλόλογος απεσπασμένος στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων τής Ακαδημίας Αθηνών, επιχειρεί να αναπροσανατολίσει την ετυμολογική έρευνα ισχυριζόμενος ότι η λεξιπλασία «εντός μιας και της αυτής γλώσσας» οδηγεί στις ίδιες τις ρίζες τής γλωσσογενετικής διαδικασίας. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αποκαλούμενη ενδοσυγκριτική μέθοδος ανατρέχει «σε εναλλακτικούς τύπους (ή αλλοτύπους) των λέξεων, και, βάσει των παρατηρουμένων φωνητικών εναλλαγών, αναζητά τον πρωτογενέστερο [sic] τύπο και το πιθανό νόημά του μες στον κορμό τής καθ’ όλου ελληνικής».

Μολονότι είναι προφανές ότι το άρθρο γράφτηκε με καλή πρόθεση και, κάποτε, έμπνευση, η σκέψη τού συντάκτη τείνει συνεχώς να ξεστρατίζει από την επιστημονική μέθοδο. Ο κ. Δάλκος έχει επινοήσει δικό του σύστημα περιγραφής των φωνητικών και μορφολογικών αλλαγών και μοχθεί να συμμορφώσει τα δεδομένα που του αντιστέκονται. Τα λογικά και χρονολογικά άλματα είναι άφθονα και κορυφώνονται στη βασική σκέψη τού συγγραφέα, ότι «του πρωτοελληνικού υποστρώματος συνέχεια αποτελεί η νέα ελληνική γλώσσα, μέχρι τα τέλη τού 19ου αι. μ.Χ. τουλάχιστον» (σ. 148). Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας ηγεμονεύει σε ολόκληρο το άρθρο και, παρ’ όλο που ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι δεν εκφράζεται έτσι η communis opinio, παραθεωρεί οποιαδήποτε αντεπιχειρήματα και την ογκώδη βιβλιογραφία που τα στηρίζει. Συχνά ο λόγος του μοιάζει με κάποιον που απλώς γοητεύεται ακούοντας τον αντίλαλό του―και λυπούμαι για αυτό.

Θα διατυπώσω τώρα ορισμένες γενικές κρίσεις για τον τρόπο γραφής τού άρθρου και το πλαίσιο στηρίξεώς του. Κατόπιν θα αναφερθώ σε επί μέρους ζητήματα που εξελέγχουν την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του. Προσημειώνω ότι, αν και σέβομαι την έρευνα και τον κόπο τού κ. Δάλκου, κρίνω όμως ότι επέλεξε εντελώς παραμορφωτική οπτική γωνία. Ως ενδείξεις τής κρίσης μου αυτής παρακαλώ να θεωρηθούν τα ακόλουθα σημεία:

1. Η αναφορά στη γλωσσική αλλαγή είναι καθ’ ολοκληρίαν ξένη προς τη γλωσσολογικά εδραιωμένη έρευνα.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στο φωνούν υποκείμενο, ώστε να μην αντιμετωπίζονται σαν μηχανικές οι φωνητικές μεταβολές. Εντούτοις, κατόπιν αδικεί το σωστό αυτό δίδαγμα της γλωσσολογίας, όταν αποδίδει το φαινόμενο του τσιτακισμού στην «απουσία δοντιών από τους υπερήλικες» (σ. 133). Στη συνέχεια, χάνει τόσο τον προσανατολισμό του, ώστε διακινδυνεύει το συμπέρασμα ότι οι νωδοί γέροντες μετέδωσαν την ατελή προφορά τους στις νεότερες γενεές, οι μεταναστεύσεις των οποίων οδήγησαν στο «φαινόμενο της διαφοροποίησης των centum και satem γλωσσών». Εν τέλει, το κείμενο παρασύρεται από τον εαυτό του και θεωρεί ότι η νωδή ή λειψή / ψευδή προφορά των γερόντων ερμηνεύει τις εναλλαγές τού τύπου φ-χ, φ-θ, χ-θ, β-γ, γ-δ.

Ο ρόλος τού υποκειμένου στη γλωσσική αλλαγή διερευνάται σωστά όταν ξέρουμε πού να κοιτάξουμε και πώς να το εξακριβώσουμε. Δυστυχώς, ο συγγραφέας δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψιν τις θεμελιώδεις επί του θέματος εργασίες, όπως του W. Labov για τη διάλεκτο της Ν. Υόρκης ή του ζεύγους Milroy για τη διάλεκτο του Μπέλφαστ, που αποτελούν λίθο ακρογωνιαίο για κοινωνιογλωσσολογική ανάλυση. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι καμμία μεταβολή δεν συμβαίνει αν δεν αποκτήσει κύρος στη γλωσσική αντίληψη της κοινότητας. Στην πραγματικότητα, τα νήπια είναι οι φορείς τής πλέον ατελούς προφοράς και συχνά χρειάζεται να περάσουν μερικά χρόνια, ώστε να συμμορφωθούν προς τη νόρμα. Όμως η ομιλία τους δεν θεωρείται πρότυπος λόγος.

Η τοποθέτηση των νωδών γερόντων στην αφετηρία αλλαγών τέτοιας κλίμακας είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Θα θέσω μερικές αυτονόητες και ίσως αφελείς ερωτήσεις: Από πού τεκμαίρεται ότι σχεδόν όλοι οι γέροντες έχουν ελλιπή προφορά; Πώς εξακριβώνεται η θέση τής τάξης των ηλικιωμένων σε κάθε κοινωνία που παράγει λόγο; Πώς μπορεί ορισμένη προφορά που οφείλεται σε σωματικό ελάττωμα να θεωρείται υψηλού κύρους σε γλώσσες και κοινωνίες τέτοιου εύρους και με τόση χρονική απόσταση; Πώς ταιριάζει η θεωρία τού φωνούντος υποκειμένου με τον μελετημένο τσιτακισμό, ο οποίος συμβαίνει πάντοτε πριν από πρόσθιο φωνήεν /e, i/; Έπειτα, πώς μπορεί η ίδια παράμετρος να κατευθύνει σε διαφορετική γλωσσική εξέλιξη, όπως συνέβη στη διαφοροποίηση των centum και satem γλωσσών; Και μήπως τελικά αγνοούμε τις φωνητικές έννοιες του τόπου και του τρόπου αρθρώσεως των συμφώνων ―εν τέλει της αρθρωτικής τους συγγένειας― όταν μιλούμε για «εναλλαγή» τους, σαν να επρόκειτο για απλή ποικιλία;

2. Οι ετυμολογικές προτάσεις βασίζονται, ως επί το πλείστον, σε έωλες εικασίες παρά σε τεκμήρια.

Η ισχυρότερη αιτία που ωθεί τον συγγραφέα σε επιστημονικά μετέωρες προτάσεις είναι ότι ομαδοποιεί φαινόμενα μη ομοειδή και αθετεί το κριτήριο της ομοχρονίας. Ως εκ τούτου, αστοχεί σοβαρά όταν συνδέει νεοελληνικούς διαλεκτικούς τύπους με μυκηναϊκές επιγραφές, χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μαρτυρία. Επιπλέον, δεν ελέγχει αν η μορφολογική λειτουργία των λέξεων και ο σχηματισμός των παραγώγων και συνθέτων τους συμφωνεί με την πρότασή του. Εξετάστε τα ακόλουθα παραδείγματα.

Συσχετίζει ετυμολογικά τα αρχ. ρήματα μαλάσσω και μάσσω, υποστηρίζοντας ότι το δεύτερο προήλθε από το πρώτο με σίγηση του –λ-. Ως τεκμήριο προσάγει τύπους τής τσακονικής διαλέκτου, όπως μαάζω, μαάσσω, μαάχω κτλ. Εντούτοις, η λέξη μάζα, που αποτελεί το πιο αξιοσημείωτο παράγωγο του ρ. μάσσω, θα έπρεπε να είχε ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν. Η μάζα (αρχ. μεγαρ. μάδδα) έχει προέλθει από τύπο *μαγ-ja, του οποίου το θέμα μαγ- απαντά στο απαρέμφατο μαγ-ήναι (αόρ. του ρ. μάσσω), ενώ το ρήμα μαλάσσω αναλύεται ως *μαλακ-jω και οδηγεί στο επίθ. μαλακός. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι έχουμε δύο διαφορετικές ετυμολογικές οικογένειες, που ανάγονται σε θέματα μαγ- (πβ. μάγ-μα) και μαλακ- (πβ. μαλακ-ός), τα οποία θα έπρεπε να ερμηνεύσουμε. Δεν είναι σωστό να ξεκινούμε από παράγωγα, αγνοώντας τους τύπους που βρίσκονται στην αφετηρία τού ετυμολογικού πεδίου.

Για τέτοιους και παρόμοιους συσχετισμούς, καθώς και για την ελλιπή τους τεκμηρίωση, ο κ. Δάλκος γράφει:

«Τα συμπεράσματα που βγήκαν για τον πρωτογενή χαρακτήρα λέξεων όπως γρουσσί – χρυσή ή κρανίδα – κσανίδα κ.λπ. δεν βασίζονται σε εξακριβωμένες προγενέστερες γραπτές μαρτυρίες, αλλά στην αναγνώριση ως περισσότερο εύλογης της αντιστοιχίας των στοιχείων αυτών προς τη φύση και την εσωτερική λογική των πραγμάτων» (σελ. 140).


Η θέση αυτή είναι καθ’ ολοκληρίαν άστοχη. Οι μαρτυρίες ζυγίζουν στην ετυμολογική πλάστιγγα απείρως περισσότερο από οποιαδήποτε in vitro εικασία. Για να γεφυρωθεί το κενό ανάμεσα στην ομηρική σανίδα και στο τσακονικό κσανίδα, απαιτούνται μαρτυρίες, όχι φαντασία. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται, η κσανίδα προέρχεται από τον τύπο κρανίδα (που είναι ο κοινότερος στη διάλεκτο), ο δε Αθ. Κωστάκης ετυμολογεί την κρανίδα από τύπο χαραμίδα (Λεξικό τής Τσακωνικής Διαλέκτου, τόμ. 2, Αθήνα 1986, σελ. 143) υποδεικνύοντας έτσι τη σωστή κατεύθυνση. Είναι εντελώς μετέωρη η πεποίθηση ότι το αρχ. σανίς, -ίδος μπορεί να προέλθει από δευτερεύοντα διαλεκτικό τύπο, ο οποίος μαρτυρείται μόνο στη Νέα Ελληνική.

3. Το άρθρο επιχειρεί κατά κόρον συγκρίσεις ανόμοιων φαινομένων.

Ο κ. Δάλκος έχει προσχωρήσει στην ατεκμηρίωτη αντίληψη ότι η προελληνική και η Νέα Ελληνική έχουν όμοια φωνητική συμπεριφορά. Προβαίνει μάλιστα στο εξής παρακινδυνευμένο συμπέρασμα:

«Η σύμπτωση (…) ωρισμένων συμφωνικών εναλλαγών που λαμβάνουν χώραν τόσο στην «προ»ελληνική όσο και στη νεοελληνική, και μάλιστα στις ίδιες λέξεις (…) θα μπορούσε να σημαίνη (…) ότι νέα ελληνική και «προ»ελληνική έχουν την ίδια φωνητική συμπεριφορά» (σ. 144).
Και παρακάτω:

«Αυτού κυρίως του πρωτοελληνικού υποστρώματος συνέχεια, αποτελεί η νέα ελληνική γλώσσα, μέχρι τα τέλη τού 19ου αι. μ.Χ. τουλάχιστον» (σ. 148).


Με αυτή την αφετηρία το άρθρο πραγματεύεται τις συμφωνικές εναλλαγές που μνημόνευσα παραπάνω (μεταξύ β-γ, γ-δ κτλ.), τις οποίες εντοπίζει ακόμη και σε μυκηναϊκές επιγραφές. Επί παραδείγματι, ξεκινώντας από το μυκ. i-ja-sa-ta-: ιάσθαι, εικάζει ότι το -j- είναι συνοδίτης φθόγγος, ο οποίος (παρ’ ότι απών από την κλασική ελληνική) διασώθηκε στα ν.ελλ. γιαίνω, γιατρός, τα οποία παράγει από τύπους υγιαίνω και *υγιατρός. Κατόπιν φθάνει μέχρι του σημείου να παραγάγει το αρχ. ιαίνω από τύπο *γιαίνω < υγιαίνω, ανατρέποντας εντελώς τη σχετική χρονολόγηση των λέξεων.


Τα λεξιλογικά δεδομένα είναι, ωστόσο, τόσο εμφανή, ώστε ακυρώνουν τέτοιους ετυμολογικούς μετεωρόλιθους. Αν θέσουμε ως αρχικό τον τύπο υγιαίνω, που παράγεται από το επίθ. υγιής, τότε προσκρούομε στον μυκηναϊκό τύπο, ο οποίος δεν περιέχει ίχνος υ-. Περαιτέρω, ο τύπος ιαίνω μπορεί να δώσει *γιαίνω [jéno] με ημιφωνοποίηση και συνίζηση, όχι όμως το αντίστροφο. Ο κ. Δάλκος θα έπρεπε να συνεξετάσει τη συμπεριφορά των ημιφωνικών στοιχείων στις λέξεις εορτή > γιορτή, υιός > γυιος, ύαλος > γυαλί κτλ., όπου ο ουρανικός φθόγγος αποτελεί κανονική φωνητική εξέλιξη, όχι αφετηρία. Τέλος, όταν ισχυριζόμαστε ότι ο μυκηναϊκός τύπος υπερπήδησε αιώνες γραπτών τεκμηρίων και εμφανίζεται αίφνης στα μεσαιωνικά και στις διαλέκτους, υποσκάπτουμε τα ίδια τα θεμέλια της πρότασής μας.

4. Ο κ. Δάλκος ισχυρίζεται ότι «οι προελληνικές λέξεις δεν πέρασαν στη νέα ελληνική μέσω της αρχαίας, αλλά κατ’ ευθείαν, ότι υπάρχει δηλαδή μια άμεση και άνευ τρίτου ενδιαμέσου σχέση και επικοινωνία (…) μεταξύ προελληνικής και νεοελληνικής» (σ. 148).

Δυστυχώς, το άρθρο δεν μοχθεί καν να ερμηνεύσει ή να στοιχειοθετήσει αυτή την υπόγεια σχέση. Λυπούμαι από καρδιάς που πρέπει να πω ότι, αν στοιχηθούμε πίσω από αυτή τη θέση, μιλούμε για γλώσσα άνευ ομιλητών. Αν οι λέξεις δεν οφείλονται στη λειτουργία τής γλωσσικής συνέχειας, τότε μέσω ποιας οδού μεταδόθηκαν στη Νέα Ελληνική; Ποιοι είναι οι φορείς τής μετάδοσης τέτοιου λεξιλογικού πλούτου; Οπωσδήποτε όχι ο γραπτός λόγος, γνωστός σε ελαχίστους.

Επιπλέον, το άρθρο θεωρεί απόδειξη της ανωτέρω θέσεως ότι ορισμένες αρχαιοελληνικές λέξεις τού καθημερινού λεξιλογίου δεν επιβίωσαν στη Νέα Ελληνική, εν αντιθέσει με άλλες, τις οποίες χαρακτηρίζει «πρωτοελληνικές». Επί παραδείγματι:

● αρχ. σκίμπους, αλλά επικράτησε το κράββατος > κρεβάτι.
● αρχ. όρος, αλλά επικράτησε το βουνός > βουνό.
● αρχ. μέλας, αλλά επικράτησε το μαύρος.

Και πάλι ο συγγραφέας κοιτάζει προς λανθασμένη κατεύθυνση. Οι συγκεκριμένοι αρχ. όροι υποχώρησαν επειδή παρουσίαζαν δυσκολία στην κλίση και στη μορφολογία, ενώ οι αντίστοιχοι ελληνιστικοί (όχι πρωτοελληνικοί) εντάσσονται σε ομαλό μορφολογικό παράδειγμα. Συγκεκριμένα, το αρχ. σκίμπους, σκίμποδος ήταν δύσκολοτερο στην κλίση από το απλό κράβ(β)ατος και το υποκοριστικό του κρεβάτιον > κρεβάτι. Ομοίως το αρχ. όρος (γεν. του όρους, πληθ. τα όρη, των ορέων) θα έμοιαζε αρκετά ασυμμόρφωτο εν συγκρίσει με το ομαλό βουνό. Τέλος, το επίθ. μέλας, μέλανος (θηλ. μέλαινα, μελαίνης, ουδ. μέλαν, μέλανος) είχε ίσως καταντήσει άσκηση κλίσεως εν σχέσει με το ομαλό μαύρος, -η, -ο.

Όταν παραβάλλουμε γλωσσικές λειτουργίες, ζωτικό είναι να βεβαιωνόμαστε ότι έχουμε μελετήσει τους μηχανισμούς αλλαγής και δεν αγνοούμε τα δεδομένα που μπορεί να ακυρώνουν την πρότασή μας. Με βαθιά μου λύπη κρίνω ότι το άρθρο τού κ. Δάλκου εκτρέπεται από την οδό τής επιστημονικής μεθοδολογίας με τρόπο που το καθιστά γλωσσολογικώς ασυνάρτητο. Αυτό προκύπτει, πέραν των άλλων, από την αναφορά του σε ζητήματα γλωσσογονίας, από την εκτίμηση ότι οι γλώσσες μπορούν να κληρονομήσουν ρίζες ή θέματα και όχι πλήρεις λεξικούς τύπους, καθώς και από την υπερβολική έμφαση που αποδίδει στις ηχομιμητικές λέξεις.

Επειδή οι εν λόγω θέσεις συνιστούν σοβαρά γλωσσολογικά ατοπήματα, θα επιχειρήσω να τις ανασκευάσω σε άλλα συναφή άρθρα.


Υποσημείωση:
Για τεχνικούς λόγους δεν κατόρθωσα να γράψω τους αρχαίους τύπους με πολυτονικούς χαρακτήρες. Επίσης, η γραφή Τσακονική διάλεκτος, που χρησιμοποιώ (αντί Τσακωνική), δεν οφείλεται σε παράβλεψη, αλλά σε διαφορετική ετυμολογική αρχή, την οποία έχω αναλύσει και αλλού (υιοθετώντας την πρόταση του Στ. Καρατζά, Les Tzacones, Boston 1976).