27/4/08

Η τέχνη τής συνομιλίας

Στους αγαπημένους μου γονείς
για τα 41 χρόνια γάμου που συμπλήρωσαν


Η πρώτη φορά που ακούσαμε τη φωνή μας ηχογραφημένη πρέπει να υπήρξε πραγματικά συναρπαστική και συγχρόνως απογοητευτική εμπειρία. Αναμφίβολα αναρωτηθήκαμε: «Έτσι είναι η φωνή μου;»

Η χροιά τής φωνής επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες, στους οποίους το αφτί είναι εξαιρετικά ευαίσθητο. Ο ήχος που παράγεται από τις φωνητικές χορδές ενισχύεται από τα οστά τού θώρακα και της κεφαλής, από τις ρινικές κοιλότητες και τους παραρρινικούς κόλπους, επηρεάζεται δε από την ανατομία τού στόματος, των δοντιών και του λάρυγγα. Εντούτοις, επειδή τα αφτιά αποτελούν μέρος τού ηχητικού αυτού συστήματος, οι δονήσεις των οστών δεν τους επιτρέπουν να αντιληφθούν τον ήχο τής φωνής ακριβώς όπως τον ακούν οι άλλοι. Είναι σαν να προσπαθούμε να ακούσουμε ένα πιάνο κολλώντας το αφτί μας πάνω στην ουρά του· η ακουστική αίσθηση είναι εντελώς αλλοιωμένη.

Ο απόηχος της συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της συνομιλίας έχει ομοιότητες με τη χροιά τής ηχογραφημένης φωνής: συχνά αφήνει στους άλλους διαφορετική εντύπωση από ό,τι στον ομιλητή. Ο γλωσσολογικός κλάδος τής ανάλυσης ομιλίας έχει εξετάσει ποικίλους διαύλους από τους οποίους διηθείται το μήνυμα προτού καταλήξει στον αποδέκτη. Χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, είναι αρκετό να δεχτούμε ότι η αναγνώριση της επίδρασης των πράξεων ομιλίας [speech acts] και της προσλεκτικής ισχύος τους [locutionary force] αποτελεί προϋπόθεση για κάθε μελέτη τής συνομιλίας.


Στις απαρχές τού ευγενικού λόγου

Η ευγένεια στη συνομιλιακή διαδικασία προϋποθέτει αναγνώριση του γεγονότος ότι τα λόγια ασκούν επίδραση, που μπορεί να είναι αρεστή ή δυσάρεστη, επωφελής ή επιβλαβής. Ο υπολογισμός τού αποήχου που έχουν οι λέξεις ως ισχυρά εργαλεία επικοινωνίας γέννησε την ανάγκη για ευγένεια.

Ο ευγενικός λόγος εκφράζεται διαφορετικά κατά γλώσσα και σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι η γλωσσολογική του ανάλυση. Αρκεί να λεχθεί ότι, εφόσον η χρήση τής γλώσσας αποτυπώνει στοιχεία τής προσωπικότητας, η συνομιλία αποκαλύπτει εν πολλοίς τι είδους ταυτότητα αποδίδουν αναμεταξύ τους οι συμμετέχοντες. Ανάλογα με τη γλώσσα, ο σεβασμός και η απόδοση τιμής στον συνομιλητή εκφράζεται με πραγμάτωση διαφορετικών και διακριτών γραμματικών ή συντακτικών επιλογών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η επιλογή απευθυντικού τρόπου [addressive mode] στη συνομιλία. Στα Ελληνικά ο εν λόγω τρόπος σχετίζεται με τη χρήση τού πληθυντικού ευγενείας στην προσφώνηση αγνώστων ή ανωτέρων. Οι γλωσσολογικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι ο πληθυντικός ευγενείας έχει την αφετηρία του στον πληθυντικό τής μεγαλοπρεπείας [pluralis majestatis], ο οποίος πρωτοπαρουσιάστηκε στη διάκριση των λατινικών αντωνυμιών tu «εσύ» και vos «εσείς». (Ας σημειωθεί ότι ο πληθυντικός τής μεγαλοπρεπείας είναι αρχαϊκό συντακτικό σχήμα· απαντά επί παραδείγματι ήδη στη Βιβλική Εβραϊκή, αλλά εκεί ακολουθείται από ρήμα σε ενικό αριθμό). Κατά τον 4ο αι. μ.Χ. αναπτύχθηκε η συνήθεια να απευθύνονται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον πληθυντικό vos αντί του ενικού tu. Βαθμηδόν η χρήση τού πληθυντικού έγινε χαρακτηριστικό των ανωτέρων τάξεων, τύπος που οι ευγενείς απηύθυναν ο ένας στον άλλον. Συγχρόνως μεταχειρίζονταν ενικό όταν μιλούσαν σε κατωτέρους τους, υποδηλώνοντας έτσι ότι ο πληθυντικός δεν δήλωνε μόνο σεβασμό αλλά και απόσταση σε αντιδιαστολή προς την οικειότητα. Συνοψίζοντας γλωσσική διαδρομή που διήρκεσε αιώνες, οι απευθυντικοί τύποι ευγενείας επεκτάθηκαν σε διάφορα περιβάλλοντα και εκφράστηκαν ποικιλοτρόπως κατά γλώσσα (π.χ. σε πληθυντικό γαλλ. tu / vous, γερμ. du / Sie, ελλ. εσύ / εσείς – σε γ΄ ενικό που δηλώνει απόσταση, π.χ. ισπ. tú / usted, ιταλ. tu / lei, πολων. ty / pan κ.ά.)

Λέξεις για την ευγένεια

Ότι η ευγένεια ως σύστημα συμπεριφοράς έχει ιστορικά συνδεθεί με τη σωρευτική απήχηση του βίου των ανωτέρων τάξεων προκύπτει και από τις ίδιες τις λέξεις που τη δηλώνουν. Η αρχ. λέξη εὐγενής (> μεσν. εὐγενικός) αρχικά σήμαινε, ως είναι φυσικό, «υψηλής, αρχοντικής καταγωγής», σύντομα όμως δήλωσε αυτόν «που έχει λεπτούς τρόπους, που φέρεται με αβρότητα». Στη Γερμανική το επίθ. höflich «ευγενικός» έχει την αφετηρία του στο ουσιαστικό Hof «αυλή (ηγεμόνα ή ευγενούς)» και είναι ομόρριζο των επιθέτων höfisch «αυλικός» και hübsch «χαριτωμένος, όμορφος».

Η γαλλική λέξη poli «ευγενικός» προέρχεται από τον λατ. μετοχικό τύπο polītus του ρήματος polire «γυαλίζω» (> γαλλ. polir «γυαλίζω, ραφινάρω»). Τον 12ο αι. η λ. poli σήμαινε επίσης «κομψός» και την ίδια εποχή μέσω της αγγλονορμανδικής τάξης περνά στον αγγλ. τύπο polite, που φυσικά σημαίνει «γυαλισμένος». Από τον 16ο αι. συναντάται πλέον με τη σημασία «καλλιεργημένος», αλλά θα χρειαστεί ένας αιώνας ακόμη για να εκφράσει ο όρος poli τη σημερινή σημασία «ευγενικός, με λεπτούς τρόπους».

Οι διαπιστώσεις αυτές, που αποτελούν κοινό κτήμα τής επιστημονικής γλωσσολογίας, δεν αποδεικνύουν ότι η ευγένεια είναι γνώρισμα των ανωτέρων μόνο τάξεων· μάλλον αποκαλύπτουν ότι οι τρόποι των ευγενών ασκούσαν εξ αρχής ισχυρή επίδραση και προκαλούσαν αίσθηση.


Απόψεις για την ευγένεια


Αν και η ευγένεια στη συμπεριφορά (κατ’ εξοχήν στη συνομιλία) έχαιρε ανέκαθεν σεβασμού, οι απόψεις για το περιεχόμενό της δεν ταυτίζονται. Παρόμοια με τις γλωσσικές μεταβολές, ορισμένοι τρόποι και πρότυπα κερδίζουν κύρος στην κοινότητα και ενδέχεται να ανατρέψουν τη στάση της ή να οδηγήσουν σε άλλη αξιολόγηση. Αυτό μπορεί να συμβεί εντελώς απροσδόκητα.

Για να διαφωτίσουμε το σημείο: Επί πολλές δεκαετίες οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν ότι είναι αγενές να συστηνόμαστε έχοντας το χέρι στην τσέπη ή κοιτάζοντας προς κατεύθυνση άλλη από το πρόσωπο του συνομιλητή μας. Αν όμως αυτή η συμπεριφορά αποσπαστεί από το συγκεκριμένο πλαίσιο και ενταχθεί σε άλλο, π.χ. αν ο δημοφιλής ήρωας κινηματογραφικής ταινίας παρουσιάσει αυτή τη στάση ως στοιχείο τού χαρακτήρα του με καταφατικό περικείμενο και με τρόπο που κολακεύει την προσοχή, το αγενές φέρσιμο θα μπορούσε να αποχαρακτηριστεί και να μετονομαστεί σε «αμεσότητα», «αυτοπεποίθηση» ή «αντισυμβατικότητα».

Οι σκέψεις αυτές καταδεικνύουν ότι η στάση κάποιου κατά τη συνομιλία απέχει πολύ από τον υπόκωφο θόρυβο ενός καταποντισμένου ηχείου: πάντοτε συντονίζεται με την κλίμακα της επικοινωνίας. Ορισμένοι τείνουν να πιστεύουν ότι η τέχνη τής συνομιλίας επαφίεται απλώς στη δεξιότητα των συνομιλητών. Άλλοι κρίνουν περιττή τη συζήτηση περί καλών τρόπων και το δείχνουν στην πράξη, υποστηρίζοντας ότι η στερεότυπη ευγένεια απογυμνώνει την επικοινωνία από την ουσία της, ότι είναι σπατάλη γλωσσικού φορτίου. Εν τέλει, ποιος αποφασίζει αν είμαστε ευγενικοί συνομιλητές;

Το άρθρο αυτό δεν αποσκοπεί στην παρουσίαση υποδείξεων ή τεχνικών για τη συνομιλία, πολλώ μάλλον αφού ο συντάκτης του δεν έχει ούτε τα προσόντα ούτε την εξουσία να το πράξει. Έχω όμως υπ’ όψιν ένα παράδειγμα που φαίνεται ότι διαφωτίζει το ζήτημα και εξηγεί γιατί η τέχνη τής συνομιλίας παραμένει ζωτικής σημασίας και πέρα από οποιαδήποτε φλυαρία πολύτιμη.


Συνομιλία και οδήγηση: Ο καλός και ο κακός οδηγός


Η συμμετοχή σε συνομιλία θα μπορούσε τηρουμένων των αναλογιών να παρομοιαστεί με την οδήγηση σε πολυσύχναστο δρόμο: Αν και όλοι έχουν πιθανώς δίπλωμα οδηγήσεως, αυτό δεν τους καθιστά κατ’ ανάγκην ασφαλείς οδηγούς ούτε μειώνει τους παράγοντες που συνεχώς οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν. Όπως οι οδηγοί έτσι και οι συνομιλητές κινούνται σε ένα πλέγμα ομαδικών σχέσεων, οι οποίες αν αγνοηθούν ή υποτιμηθούν ασφαλώς θα προκαλέσουν εκτροπή ή και συγκρούσεις.

Ομοίως, η πείρα από τη συμμετοχή σε συζητήσεις, η ευγλωττία, η ευφυΐα, η ετοιμολογία και άλλα χαρίσματα δεν σημαίνουν ότι κάποιος αντιλαμβάνεται οπωσδήποτε τον απόηχο της φωνής του στους άλλους, ότι εν ολίγοις καλλιεργεί την τέχνη τής συνομιλίας. Αν τα γλωσσικά χαρίσματα δεν κατευθύνονται από σεβασμό και γνήσια ευαισθησία, θα παραγάγουν απλώς κάποιον που επιθυμεί να κυριαρχεί στη συζήτηση και να έχει την τελευταία κάθε φορά λέξη, συχνά δε στις συζητήσεις κυριαρχεί ο πιο εκδηλωτικός, όχι ο πιο αξιόλογος.

Στις λίγες παρατηρήσεις που ακολουθούν ο αναγνώστης μου ασφαλώς θα εντοπίσει παράλληλα στοιχεία ανάμεσα στη συνομιλία και την οδήγηση· δεν προσπαθώ να τα κρύψω. Επειδή τα όρια της ευγένειας είναι μερικές φορές δύσκολο να περιγραφούν, ίσως είναι χρησιμότερο να ξεκινήσουμε από την οδήγηση, για την οποία μπορούμε να εκφραστούμε πιο αντικειμενικά.

α) Ο καλός συνομιλητής είναι πρώτα καλός ακροατής.

Η καλή ακρόαση περιλαμβάνει περισσότερα από το να ακούει κανείς ήχους και να κατανοεί το περιεχόμενό τους. Απαιτεί παρατηρητικότητα, της οποίας το κλειδί είναι το γνήσιο ενδιαφέρον για τον συνομιλητή. Αν ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, θα μεταχειριζόμαστε τις απόψεις τους με σεβασμό, αφιερώνοντας τον αναγκαίο χρόνο για να τις σκεφτούμε και να βεβαιωθούμε ότι τις καταλαβαίνουμε. Όταν ο συνομιλητής αναπτύσσει τις θέσεις του, η ενεργός ακρόαση δηλώνεται με νεύμα ή χαμόγελο ή με τον κατάλληλο συνομιλιακό δείκτη.

Αν έχουμε τη συνήθεια να διακόπτουμε ή να συμπληρώνουμε κάθε πρόταση του συνομιλητή μας, αυτό θα μετέδιδε το μήνυμα ότι οι πεποιθήσεις των άλλων δεν αξίζουν τον χρόνο, την προσοχή, την υπομονή ή τον σεβασμό μας. Θα θέλαμε να σχηματίσουν τέτοια εντύπωση;

Ο καλός ακροατής αγωνίζεται να διακρίνει την άποψη του συνομιλητή του. Αναρωτιέται: «Γιατί έχει αυτή τη γνώμη; Τι τον οδήγησε να επενδύσει σε αυτήν; Πώς μπορώ να δείξω ότι αναγνωρίζω τη σπουδαιότητα που έχει για αυτόν η σκέψη του, ακόμη και όταν την κρίνω λανθασμένη ή αβάσιμη;»

Ο καλός ακροατής απαντά με τρόπο που αποπνέει εκτίμηση. Στην προφορική επικοινωνία το χαρακτηριστικό αυτό έρχεται στο προσκήνιο με ανάλογες χειρονομίες ή εκφράσεις τού προσώπου, καθώς και με τη χροιά τής φωνής. Ο σεβασμός προς ό,τι ειπώθηκε συνεπάγεται ότι αναγνωρίζουμε την παρουσία τού συνομιλητή ως αξιόλογη, έστω και αν διαφωνούμε. Αν δεν μπορούμε να εκδηλώσουμε τέτοια στάση, είναι σοφότερο να προτιμήσουμε τη σιωπή. Αν απαντούμε γραπτώς, δεν είναι άσκοπο να ευχαριστήσουμε τον συνομιλητή που μας γνωστοποίησε τη γνώμη του, που θεώρησε σκόπιμο να μοιραστεί μαζί μας ιδέες στις οποίες έχει ίσως αναλώσει χρόνο και στοχασμό. Η ανταπόκριση είναι συνήθως ευνοϊκή.

β) Ο καλός συζητητής παραχωρεί προτεραιότητα.

Η αθέτηση των κανόνων προτεραιότητας αποτελεί, κατά τους συγκοινωνιολόγους, μία από τις κύριες αιτίες αυτοκινητικών ατυχημάτων. Φυσικά, οι κανόνες και τα σήματα οδικής κυκλοφορίας παρέχουν εδραιωμένο το πλαίσιο που καθορίζει ποιος οδηγός πρέπει να παραχωρήσει προτεραιότητα. Τι συμβαίνει όμως στη συνομιλία;

Ας εξετάσουμε πρώτα εν συντομία τι συνεπάγεται η παραχώρηση προτεραιότητας. Κατόπιν, θα είναι, καθώς πιστεύω, εύλογο ποιος συνομιλητής πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία.

Η παραχώρηση χρόνου στους άλλους, για να εκφραστούν, φανερώνει (όπως ήδη τονίστηκε) αξιέπαινο ενδιαφέρον. Επιπλέον, η προσοχή με προσήλωση ενθαρρύνει την ελεύθερη έκφραση. Αν συνοδεύεται από διακριτικές, υποκινητικές ερωτήσεις, αποκαλύπτει ότι η συνομιλία είναι αμφίδρομης ροής και όχι απλώς βήμα για να μιλήσουμε όταν έρθει η σειρά μας. Εντούτοις, η εκχώρηση προτεραιότητας σημαίνει πολύ περισσότερα.

Ο καλός συνομιλητής δεν επιδιώκει συνεχώς την πρωτοβουλία στη συζήτηση. Δεν σπεύδει να εκφράσει γνώμη για το κάθε τι ούτε θεωρεί υποτιμητικό να παραδεχτεί ότι ωφελήθηκε από όσα ελέχθησαν. Δεν διστάζει να ομολογήσει ότι πείστηκε για κάτι στο οποίο είχε προηγουμένως αντιρρήσεις. Θα σημειώσει έντιμα: «Έχετε δίκιο», «Δέχομαι τη διόρθωση», «Δεν το είχα σκεφτεί». Τέτοιες εκφράσεις αποδίδουν στους άλλους τιμή και αναγνώριση, ενώ συγχρόνως σημαίνουν ότι μπορούμε να συζητήσουμε χωρίς να χαρακτηρίζουμε κάθε αντίρρηση πρόκληση. Ως αποτέλεσμα, όταν κατόπιν μιλήσουμε, είναι πιθανότερο να εισακουστούμε με τον ανάλογο σεβασμό.

Η συζήτηση περιλαμβάνει διαπραγμάτευση συναισθημάτων. Συνήθως αυτά εκπέμπονται από τον τόνο τής φωνής ή από το ύφος τής γραφής και δεν συγκεφαλαιώνονται σε τεχνική ή μέθοδο που μαθαίνεται· είναι ιδιότητες που διαπλάθονται και καλλιεργούνται. Από τη στάση μας στη συζήτηση, γραπτή ή προφορική, ο συνομιλητής είναι ευθύς σε θέση να διακρίνει αν σκοπό έχουμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, να κατεδαφίσουμε τις απόψεις του ή να τον επικρίνουμε με σκληρότητα. Από το ύφος ομιλίας ή γραφής θα καταλάβει οπωσδήποτε αν τα σχόλιά μας πηγάζουν από ευγενική καλοσύνη ή από αγανάκτηση. Ο θετικός τόνος ασκεί ευεργετική επίδραση: ακόμη και όταν ο συνομιλητής δεν πεισθεί αμέσως, θα του έχουμε αφήσει ικανή τροφή για σκέψη.

Από τα παραπάνω προκύπτει, νομίζω, αβίαστα ποιος πρέπει να παραχωρεί προτεραιότητα στη συνομιλία: αυτός που περισσότερο ενδιαφέρεται για την καλή της έκβαση.


γ) Ο καλός συζητητής δεν είναι επιθετικός, αλλά θετικός.

Η επιθετική οδήγηση, παρ’ ότι δημοφιλής, αποκαλύπτει ότι πίσω από το τιμόνι κάθεται κάποιος που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του. Ο οδηγός αυτός είναι απότομος, ανταγωνιστικός και, ως εκ τούτου, επικίνδυνος. Ποιος θα ήθελε να συνταξιδέψει στο αυτοκίνητό του;

Ο επιθετικός συζητητής έχει πιθανώς αναπτύξει την ικανότητα να εντοπίζει γρήγορα τα σφάλματα ή τις ελλείψεις των άλλων απόψεων. Συχνά στρέφεται εναντίον τους ως προσώπων, προσπαθώντας έτσι να υπονομεύσει τις θέσεις τους. Μολονότι μπορεί να είναι ευφυής και εύστροφος, αντιμετωπίζει τους αντιγνώμους με υπεροψία, την οποία ενδομύχως ή καταφανώς δικαιολογεί ως αίσθηση ανωτερότητας και κάνει πνευματώδη σχόλια που πιστεύει ότι τον εξυψώνουν.

Αυτός ο τρόπος κολακεύει ίσως τον εγωισμό, αλλά είναι βέβαιο ότι θα κάνει τον ακροατή να κλείσει τα αφτιά του, παρ’ όλο που θα μπορούσε ενδεχομένως να αποκομίσει κάτι χρήσιμο. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση αυτού του ύφους τονώνει ιδιότητες της προσωπικότητας, τις οποίες θα έπρεπε να μοχθούμε να καταστείλουμε: εγωισμό, υπερηφάνεια, ιδιοτέλεια.

Ο καλός συζητητής δεν αποπνέει σκληρότητα αλλά καλοσύνη, ακόμη και όταν ο συνομιλητής του δεν φαίνεται να την αξίζει ή φέρεται άσοφα. Χωρίς να επιβραβεύει το σφάλμα ή να υποκρίνεται ότι συμφωνεί, ο καλός συζητητής θα αναζητήσει κάτι θετικό στη συμμετοχή τού συνομιλητή του και θα το αναδείξει γενναιόδωρα. Αν χρειαστεί να διορθώσει, το κάνει με τρόπο που δεν μειώνει την αξιοπρέπεια του άλλου και λειτουργεί ως συνεργάτης, όχι σαν ελεγκτής.

Στην παραγωγική συζήτηση ο θετικός συνομιλητής εκδηλώνει λογικότητα και είναι πρόθυμος να υποχωρεί όταν είναι κατάλληλο. Δεν συγχέει την αυτοπεποίθηση με την ισχυρογνωμοσύνη ούτε θεωρεί μειωτική τη συγκατάβαση. Είναι έτοιμος να υποβάλει ερωτήσεις, για να αποκτήσει ευρύτερη κατανόηση του θέματος. Δεν σπεύδει σε συμπεράσματα.

Ο θετικός συνομιλητής χαρακτηρίζεται επιπλέον από σύνεση. Δεν βιάζεται να καταλογίσει στον συνομιλητή του ταπεινά ή ποταπά κίνητρα. Προσπαθεί να διακρίνει πίσω από τις λέξεις τα αισθήματα. Κατόπιν δεν μεταχειρίζεται αυτά τα αισθήματα με καταφρόνηση. Αντιλαμβάνεται ότι κανείς δεν επιθυμεί να μετέχει σε συζήτηση, στην οποία νιώθει διαρκώς υπό πίεση. Αν τον υποχρεώσουμε, θα υιοθετήσει αναπόφευκτα αμυντική στάση και θα κρύψει πίσω της όλες τις ευαίσθητες χορδές που αποτύχαμε να αγγίξουμε. Συνεπώς, ο συνετός συνομιλητής καταπολεμεί την παρόρμηση να μιλάει ή να γράφει μόνο για να εκθέσει σφάλματα άλλων. Αν διαφωνήσει, δείχνει καθαρά ότι προσβλέπει στην κατανόηση, όχι στη σύγκρουση.

Κάτι τελευταίο: Η αισχρολογία, η υβριστική ή χυδαία γλώσσα και οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί ορίζουν την αποτυχία τής συνομιλίας. Αντί να δείχνουν ευφυΐα ή αμεσότητα, αποκαλύπτουν τουναντίον πόσο χαμηλά μπορούμε να πέσουμε αν κάποτε χάσουμε τον έλεγχο. Με γαστρονομικούς όρους, μοιάζει σαν να προσφέρουμε στον προσκεκλημένο μας φρούτο σε κατάσταση αποσύνθεσης.


Η τέχνη τής συνομιλίας αποτελείται από συσσωρευμένα κοιτάσματα πολλών αρετών, από παραστάσεις και λεκτικές πράξεις που συντέμνονται στην ευγένεια. Αν και κάποιος θα μπορούσε ενδεχομένως να μάθει και να εφαρμόσει μερικές μεθόδους ή τεχνικές, ίσως δε να μελετήσει εγχειρίδια καλών τρόπων και οδηγούς συμπεριφοράς, μόνο ο γνήσιος σεβασμός και το πραγματικό ενδιαφέρον θα εμφυσήσουν σε όλα τα παραπάνω ζωτική πνοή.

29/2/08

Στη μηχανή τού γλωσσικού χρόνου

Hazman yaassé et shelo

Από την εικόνα τής πλάστιγγας ή ζυγαριάς προέκυψαν στη Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική δύο αξιοσημείωτα ρήματα, εντελώς διαφορετικής σημασίας: το ρήμα γέρνω «κλίνω προς τα κάτω» (που ανάγεται στο αρχ. ἐγείρω «υψώνω») και το ρήμα σηκώνω «υψώνω» (που ανάγεται στο ελληνιστικό σηκῶ «ζυγίζω στην πλάστιγγα»). Από τις πρώτες ετυμολογικές μελέτες των εν λόγω ρημάτων διατυπώνουμε την εικασία ότι αφετηρία των δύο σημασιών υπήρξε η εικόνα μιας πλάστιγγας, στην οποία ο βαρύτερος δίσκος πέφτει τη στιγμή που υψώνεται ο ελαφρύτερος. Αγνοούμε όμως την ακριβή αιτία τής διαφοροποίησης. Εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε γιατί η ίδια εικόνα παρήγαγε σημασιολογικώς αντίθετα αποτελέσματα, αφ’ ενός μεν «κλίνω προς τα κάτω» (ρήμα γέρνω), αφ’ ετέρου δε «υψώνω» (ρήμα σηκώνω).

Ο Σαίξπηρ έγραψε για τον χρόνο ότι «ταξιδεύει με διαφορετικό βηματισμό» και φαίνεται πως αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν όταν προσπαθούμε να τον παρατηρήσουμε.

Ειδικά για τη μελέτη τής σημασιολογικής μεταβολής έχει ευφυώς λεχθεί ότι περισσότερα είναι τα ερωτήματα από τις διαθέσιμες απαντήσεις. Μερικές φορές ο ιστορικός γλωσσολόγος απλώς αγγίζει ορατές πλευρές τής εξέλιξης ή αρκείται να συγκρίνει παράλληλες μεταβολές σε διάφορες γλώσσες, για να φωτίσει μέσω αυτών κάποιας μορφής κανονικότητα. Κάποτε, όταν έχει φέρει στο φως αρκετά στοιχεία (όπως στο παράδειγμα των δύο ρημάτων), νιώθει σαν να προσπαθεί να καλλιεργήσει με ακατάλληλα εργαλεία μια τέχνη ελλειπτική. Ακόμη και όταν με πολλή προσπάθεια καταφέρουμε να ταξιδέψουμε πίσω στον γλωσσικό χρόνο, αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι οι βιογραφίες των λέξεων που επανασυνθέσαμε θα επαναληφθούν.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που η μελέτη των σημασιολογικών μεταβολών προκαλεί τόσες ερμηνευτικές δυσκολίες στον ιστορικό γλωσσολόγο. Ένας ισχυρός λόγος είναι ότι οι πιθανές αλλαγές σημασίας δεν διέπονται από τα όρια των φωνητικών και μορφολογικών αλλαγών. Ενώ κάθε γλώσσα διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό φωνημάτων και μορφημάτων, πράγμα που συνεπάγεται πεπερασμένες δυνατότητες συνδυασμού και μεταβολών τους, οι σημασίες δεν αποτελούν κλειστό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και αν εντοπιστούν συγκεκριμένες τάσεις ή κανονικότητες, αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα ούτε δεσμεύουν τυχόν μελλοντική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία μας να προσδιορίσουμε επακριβώς και πλήρως τις αιτίες των σημασιολογικών μεταβολών εξηγεί εν πολλοίς γιατί δεν μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους που να τις περιγράφουν. Εφόσον η δομή των σημασιών κατ’ ουσίαν αποτυπώνει τη δομή τής αντιλήψεως, η χαρτογράφηση των αλλαγών τους θα απαιτούσε ίσως μια γραμματική τής σκέψης.

Το πράγμα περιπλέκεται αν αναλογιστούμε επιπλέον το εξής:

Αν κάποτε είμαστε αρκετά τυχεροί, το ταξίδι στον γλωσσικό χρόνο μπορεί να μας αποκαλύψει μια καλή ιστορία. Και τότε όμως η περιγραφή της παρουσιάζεται σαν τετελεσμένο γεγονός, του οποίου έχουν προηγηθεί στάδια που ίσως αγνοούμε ή μηχανισμοί που δεν μελετήσαμε. Όταν σε ένα λεξικό διαβάζουμε αναλυμένη τη βιογραφία μιας λέξεως, αυτό έχει συμβεί συνήθως χάρις σε καλές μαρτυρίες των ενδιαμέσων σταδίων της, που έτυχε να διασωθούν, μάλλον παρά εξαιτίας τής ευφυούς ετυμολογικής εργασίας τού γλωσσολόγου.

Ο γλωσσικός χρόνος δεν χαρακτηρίζεται από αυστηρή γραμμικότητα· σπανίως μας δίνει μια ιστορία όπως θα θέλαμε να την ακούσουμε: με αρχή, μέση και τέλος. Πολλές φορές είμαστε ικανοποιημένοι μόνο και μόνο επειδή στην ανοιχτή θάλασσα βρήκαμε διάσπαρτα νησιά που μοιάζουν να χωρίζονται από χάσματα, αλλά διακρίναμε ότι επικοινωνούν στον αβυσσαίο βυθό. Όταν βρούμε στοιχεία που τεκμηριώνουν την υποθαλάσσια σύνδεση, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι κάτω από την επιφάνεια υπήρχε σχήμα, σχέση, μηχανισμός και βάση.

Μια από τις λίγες περιπτώσεις στις οποίες έχουμε προσδιορίσει με αξιόπιστα στοιχεία τις αδιόρατες αυτές συνδέσεις είναι οι αλλαγές σημασίας που προκαλούνται από τη γραμματικοποίηση [grammaticalisation]. Ο όρος αυτός υποδηλώνει, κατά τον Meillet, «την απόδοση γραμματικού χαρακτήρα σε προηγουμένως ανεξάρτητη λέξη» ή την τροπή μιας ανεξάρτητης λέξης σε όρο με γραμματική λειτουργία (1912, ‘L’evolution des formes grammaticales’, Scientia 12, 6).

Εξετάστε τα ακόλουθα μεσαιωνικά παραδείγματα:


· Βλέπε αυτός ο λογισμός, μήμπα να σε πλανέσει (Ερωτόκριτος).
· Ογιά να μήμπα να θαρρεί πως τον παρακαλούμε, πε του πως δεν παντρεύγομαι (Φορτουνάτος).
· Εφοβήθην (μ)πας και στείλουν απέ τα ξύλα τους (Μαχαιράς).


Από την ετυμολογία μαθαίνουμε πώς εκτυλίχθηκε η ιστορία αυτών των συνδέσμων. Σε προγενέστερα κείμενα συναντούμε τις ακολουθίες μην πας (> μπας) και μην πά(ει) (> μήμπα), από όπου προέκυψε ο νεοελληνικός σύνδεσμος μπας. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις φωνητικές μεταβολές και τη φωνολογική μείωση, που περιλαμβάνονται στα γνωρίσματα της γραμματικοποίησης, υπάρχει κάτι στην πορεία τής σημασίας που έλκει αμέσως την προσοχή: η μετάβαση από τη λεξική σημασία «μην πας» στη γραμματική λειτουργία τού ενδοιαστικού συνδέσμου. Επειδή η αλλαγή αυτη συνεπάγεται απώλεια στοιχείων τής λεξικής σημασίας και άμβλυνση των χαρακτηριστικών της, δηλώνεται εύγλωττα με τον όρο σημασιολογικός αποχρωματισμός [semantic bleaching].

Ο όρος φέρνει εύλογα στον νου αυτό που μπορεί να συμβεί στα ζωηρόχρωμα ρούχα, αν κάποτε ξεχαστούμε και τα βουτήξουμε σε λευκαντικό όπως η χλωρίνη. Αν μεταχειριστούμε δε ζεστό νερό, είναι βέβαιο ότι το ύφασμα θα ξεβάψει.

Η γραμματικοποίηση ενός όρου επηρεάζει τόσο δραστικά τη λεξική σημασία του, επειδή μεταβάλλει τον λειτουργικό ρόλο και συρρικνώνει το σημασιολογικό πεδίο του. Ως αποτέλεσμα, η λέξη χάνει μέρος τού φορτίου της, διότι ενσωματώνει τώρα λειτουργίες που προηγουμένως επιτελούνταν από στοιχεία τού συντακτικού περιβάλλοντος ή υπονοούνταν από τη συνομιλία. Η προσαρμογή αυτή αποκαλείται υποκειμενοποίηση [subjectification], επειδή είναι προσανατολισμένη στην οπτική γωνία τού ομιλητή και φέρει την ευθύνη για τη σταδιακή άμβλυνση της σημασίας.

Ίσως δεν θα απείχαμε από την αλήθεια αν παρατηρούσαμε ότι ο αποχρωματισμός επιδρά με τρόπο που θυμίζει έντονα το ξέβαμμα των ρούχων: απαιτεί την ισχύ ενός δραστικού παράγοντα (π.χ. λευκαντικού), όπως είναι η διαδικασία τής γραμματικοποίησης, και ευνοείται από το περιβάλλον (π.χ. ζεστό νερό), όπως όταν συμβάλλουν οι συμφραστικές και συντακτικές συνθήκες.

Τώρα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τι συνέβη στις παρακάτω περιπτώσεις, στις οποίες η γλωσσική αναδρομή έχει αποδώσει καλούς καρπούς.

Στα κείμενα της κλασικής Λατινικής η φρ. clara mente σημαίνει, ως είναι φυσικό, «με καθαρό μυαλό» (clarus + mens, -ntis). Εντούτοις, αργότερα, στη δημώδη Λατινική το συμφραστικό περιβάλλον ευνόησε την ερμηνεία «ξεκάθαρα, σαφώς, με σαφή τρόπο». Ως αποτέλεσμα, το β΄ συστατικό μέρος -mente αποχρωματίστηκε και θεωρήθηκε δηλωτικό τού τρόπου. Αυτό υπήρξε η αφετηρία των επιρρημάτων σε -ment(e) που χρησιμοποιούν οι σύγχρονες ρομανικές γλώσσες (π.χ. γαλλ. lente-ment «αργά», douce-ment «γλυκά»), τα οποία καθόλου δεν ανακαλούν στον νου την αρχή τους (λατ. mens, -ntis «νους, μυαλό»).

Διαφορετική ήταν η εξέλιξη του παλαιού γαλλικού επιθέτου verai (> σύγχρονο γαλλ. vrai), το οποίο σήμαινε, όπως σήμερα, «αληθινός» και προήλθε από το λατ. verus (με τη μεσολάβηση του υστερολατινικού *veraius). Ώς τον 14ο αι. το παλαιογαλλικό verai είχε περάσει στην Αγγλική, όπου διατηρούσε τη βασική σημασία του. Τότε όμως συνέβη μια αξιοσημείωτη αλλαγή. Καθώς συνόδευε διάφορα ονόματα, η συντακτική λειτουργία τής λέξεως μεταβλήθηκε και απέκτησε απλώς εμφατικό ρόλο ως επίρρημα. Κατά συνέπεια, φράσεις τής παλαιάς Αγγλικής όπως veray good(e) «αληθινά καλός» απέκτησαν ήδη τον 15ο αι. τη γενικότερη σημασία «πολύ καλός» και η Αγγλική το πολύχρηστο σήμερα επίρρημα very.

Σε περιπτώσεις προχωρημένου αποχρωματισμού, όταν η γραμματικοποίηση έχει προκαλέσει θεμελιώδεις μεταβολές στην υποκείμενη δομή τής λέξεως, η ανίχνευση της διαδοχής των ρόλων δεν είναι εύκολη. Το κοινό λατινικό ουσιαστικό homo «άνθρωπος» αποκτά στη δημώδη Λατινική την επιπρόσθετη σημασία «άνδρας», σχέση κοινή στο γνωσιακό σύστημα των ομιλητών (πβ. αρχ. ἄνθρωπος < *ἄνδρ-ωπος «που μοιάζει με άνδρα»). Η αλλαγή αύξησε τη συχνότητα χρήσεως της λέξης, η οποία υπέστη περαιτέρω φωνολογική μείωση (παλ. γαλλ. omne) και κατέληξε στην απλή γαλλ. αντωνυμία on (πβ. κ. αγγλ. man «άνθρωπος – άνδρας», γερμ. Mann «άνδρας» - man «κάποιος»).


Οι περιπτώσεις αποχρωματισμού που έχουν μελετηθεί αποκαλύπτουν ότι κατά τη γραμματικοποίηση παρουσιάζεται ισχυρή τάση προσαρμογής τής σημασίας στη ροή τής συνομιλίας ή της επικοινωνίας. Δυστυχώς, τα γραπτά κείμενα του παρελθόντος σπανίως μας παρέχουν πληροφορίες για το περιβάλλον τής επικοινωνίας, τα υπονοήματα των συμμετεχόντων, τη χροιά ή το ύφος τής συνομιλίας. Η ιστορική σημασιολογία μάς επιτρέπει μόνο να αρκεστούμε στη βεβαιότητα ότι «ο χρόνος θα κάνει το μέρος του». Και ευχόμαστε να αφήσει πίσω του αποτυπώματα ικανά για να ταξιδέψουμε σε αυτόν.

Σημείωση: Με τον αποχρωματισμό και την αποσημασιοποίηση έχω ασχοληθεί εκτενώς στο άρθρο μου «Το επίρρημα τάχα: Μεταβολές σημασίας και ο ρόλος τής γραμματικοποίησης» (Γλωσσολογία, 2006, τόμ. 15, σελ. 51-64). Επιπλέον, ένας οξύνους αναγνώστης είχε την καλοσύνη να διατυπώσει εύστοχες παρατηρήσεις για τον γλωσσικό χρόνο από την οπτική γωνία των θετικών επιστημών. Τον ευχαριστώ θερμά.

8/2/08

Ετυμολογικές παρενέργειες: Η αμαξοστοιχία και η μηχανή

Κριτική στο άρθρο τού Ι.Ν. Ηλιούδη
«À propos de l’étymologie des mots
κτῆνος, ζερβός, φλογέρα, καζάνι»
(Αθηνά, τόμ. ΠΒ΄ [2000], σ. 229-232)

Δεν είχα αρχίσει ακόμη να πηγαίνω στο σχολείο, όταν ο αγαπημένος μου παππούς συνήθιζε να με πηγαίνει βόλτα στο Φάληρο. Ήταν στις αρχές τής δεκαετίας τού ΄70, τότε που είχε περιοχές με μεγάλες παιδικές χαρές και οι άνθρωποι ένιωθαν άνετα να περπατήσουν. Θυμούμαι λίγες λεπτομέρειες πια, αλλά πολύ καθαρά πόσο βάρος είχε στα μάτια ενός παιδιού ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που παίρναμε από την Πλατεία Ομονοίας. Αυτό που έχει μείνει καρφωμένο στη μνήμη, όμως, είναι η απογοήτευσή μου που δεν μπορούσα να βρω τη μηχανή τού τρένου. Η αμαξοστοιχία έφτανε στο τέρμα τής διαδρομής και ευθύς γύριζε πίσω με την αντίθετη φορά· δεν έπρεπε η μηχανή να είναι πάντοτε μπροστά;

Ο ετυμολόγος που έχει να δαμάσει υλικό ποικίλης προελεύσεως βρίσκεται συχνά στην ανάγκη να αποφασίσει προς τα πού θα κινηθεί και ποιο από τα διαθέσιμα στοιχεία φέρει το ειδικό βάρος που απαιτείται για να οδηγήσει την έρευνα. Αν αστοχήσει, ίσως απομείνει σε άλλον προορισμό, πασχίζοντας κατόπιν να συμμορφώσει όπως-όπως τα δεδομένα.

Ο δρ Φιλολογίας Ι.Ν. Ηλιούδης έχει κατά καιρούς ασχοληθεί με την ετυμολογία και λυπούμαι ότι χρειάστηκε και στο παρελθόν να ελέγξω τις προτάσεις του. Η επιστήμη τής ετυμολογίας έχει κανόνες και αυτοί εφαρμόζονται, όχι αφαιρετικά στο γενικό πλαίσιο, αλλά στην οπτική γωνία, στη συλλογιστική τροχιά και στη φορά τής έρευνας. Στην εφαρμογή τους δεν αρκεί η καλή προαίρεση.

Ο κ. Ηλιούδης ετυμολογεί εκ νέου τις λέξεις κτήνος, ζερβός, φλογέρα και καζάνι. Ατυχώς, σφάλλει και στις τέσσερεις. Όχι από ατελή γνώση τής γλώσσας ή από έλλειψη βιβλιογραφικών πηγών, αλλά από κακή κρίση, από άστοχο υπολογισμό των παραγόντων που συμμετέχουν στην ιστορία των λέξεων.

Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω γιατί ο προσανατολισμός αυτών των προτάσεων είναι εσφαλμένος ή γιατί η μηχανή τού τρένου πρέπει πάντοτε να βρίσκεται στην πρώτη θέση.


1) κτήνος

Ο συγγραφέας κρίνει λανθασμένη τη γλωσσολογική βιβλιογραφία που ανάγει τη λέξη σε θέμα ομόρριζο του ρήματος κτῶμαι (-άο-). Αιτία είναι ένας συλλογισμός που βασίζεται σε ανεπαρκή λεξικογραφική κρίση: Ότι κτήνη ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα ζώα που σφάζονταν για να προσφερθούν ως θυσία. Με αυτή την αφετηρία ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι «l’étymologie de ce mot est vraisemblablement en relation avec de sens du verbe κτείνω, ἔ-κταν-ον (κταν > κτην)» (σ. 230). Προχωρεί μάλιστα να κατονομάσει την προτεινόμενη παραγωγή με τον παλαιογραμματικό όρο μετάληψις, που μεταχειρίζονταν οι γραμματικοί τής ελληνιστικής εποχής για να περιγράψουν τη μετάθεση ποσότητας, επειδή αγνοούσαν τα μεταπτωτικά φαινόμενα.

Η ετυμολογία είναι, δίχως άλλο, ευγενής άσκηση και δεν θέλω διόλου να αποθαρρύνω νέες προτάσεις. Εντούτοις, αν η συμβολή μας δεν έχει μεθοδολογική αρτιότητα, πιθανόν να αποδειχθεί μάταιη, διότι, όπως σοφά έλεγε ο ποιητής, κακὸν δ’ ἀνεμώλια βάζειν.

Εν προκειμένω, η σωστή μορφολογική ανάλυση είναι προϋπόθεση και όχι παρεπόμενο της σύγκρισης. Πρέπει να προηγείται οποιουδήποτε συσχετισμού με εικαζόμενα ομόρριζα. Σύμφωνα με τα έγκυρα λεξικογραφικά έργα (Chantraine, Frisk, Hofmann), η λ. αναλύεται κτῆ-νος (με θέμα κτη- και παραγωγικό επίθημα -νος), πράγμα που την εντάσσει στην ευρεία λεξιλογική οικογένεια των αρχ. κτῶ-μαι (-άο-), κτῆ-σις, κτη-τός, κτῆ-μα, κτή-τωρ, κτέα-νον «ιδιοκτησία, περιουσία». Συνεπώς, το θέμα κτη- λειτουργεί κανονικά ως μεταπτωτική βαθμίδα τής ρίζας και δεν υπάρχει τρόπος ή λόγος να αποσυνδεθεί από αυτήν.

Από την άλλη πλευρά, η ανάλυση κτῆν-ος, που προτείνει ο κ. Ηλιούδης θέλοντας να συνδέσει με το αρχ. κτείνω «φονεύω» (< *κτεν-jω), αφήνει τη λέξη απομονωμένη. Από το εν λόγω ρήμα σχηματίζονται παράγωγα σε –ος, αλλά αυτά είναι nomina agentis και συναντώνται αποκλειστικά στην ετεροιωμένη βαθμίδα –κτονος: πατρο-κτόνος, ἀδελφο-κτόνος. Αυτό συμφωνεί με σχήματα όπως τείνω – τόνος, θείνω – φόνος, των οποίων η εκτεταμένη βαθμίδα (*την-, *θην) δεν απαντά στην Ελληνική.

Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που μαρτυρεί ότι το κτῆνος ανήκει στη λεξιλογική οικογένεια του κτῶμαι (και όχι του κτείνω). Ο αρχ. πληθυντικός κτήνη / κτήνεα σημαίνει σε πρώιμα κείμενα «αγέλες, ιδιοκτησία, ποίμνια» (όχι «σφαχτά»), όπως φαίνεται από χωρία τού Ησιόδου και των Ομηρικών ύμνων. Η σημασία «σφαχτά για θυσία», την οποία εισάγει στη συζήτηση ο κ. Ηλιούδης, βασίζεται σε υστερότερες λεξικογραφικές παρατηρήσεις τού Ερρίκου Στεφάνου (στο γνωστό λεξικό τού 1841) και του έργου που είναι γνωστό ως Μέγα Ετυμολογικόν. Τα έργα αυτά αποθησαυρίζουν πολύτιμο υλικό, αλλά οι ερμηνείες τους δεν έχουν επιστημονική βάση. Αν βασιστούμε στις ετυμολογικές τους εξηγήσεις, βέβαιο είναι ότι θα παρασυρθούμε προς άλλη κατεύθυνση.


2) ζερβός

Ο κ. Ηλιούδης δεν συμμερίζεται την άποψη των λεξικών ότι το μεσαιωνικό επίθετο ζερβός ετυμολογείται από το ζαβός, επειδή δεν βρίσκει τρόπο να εξηγήσει τη μεταβολή σημασίας. Εντούτοις, όπως έχω ξαναγράψει, η μηχανή τής αμαξοστοιχίας είναι τα κριτήρια μορφής: αν τα αγνοήσουμε, θα βρεθούμε αίφνης εκτροχιασμένοι και μακριά από τον προορισμό μας. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι «le mot ζερβός a de relation étymologique avec le mot latin reservum (ital. riserva) et il a résulté comme le mot néogrec στέρνα < (ci)sterna: (re)servum, (ri)serva > ζερβός, d’ailleurs tous les deux ont un sens d’auxiliaire et du reserviste» (σ. 231).

Ο συλλογισμός αυτός περιέχει αρκετά ατοπήματα. Αν υποτεθεί απόσπαση του τεμαχίου re- / ri- από το λατ. (re)servum ή το ιταλ. (ri)serva, ποιο είναι το μορφοφωνολογικό περιβάλλον που ευνοεί την επανανάλυση; Επιπλέον, δεν ερμηνεύεται η μετακίνηση του τόνου στη λήγουσα. Το κυριότερο: Παραβλέπεται η παρουσία τού μεσαιωνικού τύπου ζαρβός, το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί από το υποτιθέμενο (re)servum.

Όση συγκίνηση και αν προσφέρει στον ερευνητή μια καινούργια ετυμολογική πρόταση, αυτή εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες που διέπουν ολόκληρο το γλωσσικό υλικό. Από το μεσν. ζαβός «ανόητος, τρελός» προέκυψε τύπος ζαρβός (πιθ. μέσω επιθ. *ζαβρός κατά το αριστερός) και κατόπιν ζερβός (με τροπή /a/ > /e/ σε περιβάλλον /r/). Η λαϊκή πεποίθηση ότι η αριστερή πλευρά σχετίζεται με ελαττωματικότητα σε διάφορους τομείς προσέφερε τη βάση για την ετυμολογική αυτή αλυσίδα.


3) φλογέρα

Για τη λέξη αυτή οι ετυμολογικές μελέτες προτείνουν αναγωγή σε όρους τής Αλβανικής ή της Αρωμουνικής (Κουτσοβλαχικής). Τέτοιοι όροι τού ποιμενικού λεξιλογίου είναι συνήθως διάσπαρτοι στις βαλκανικές γλώσσες (π.χ. ρουμ. fluer, αλβ. flojere) και συχνά δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε την αφετηρία. Ο κ. Ηλιούδης νομίζει ότι βρήκε τη λύση: «cette origine commune est le mot de la grecque ancienne αὐλός: αὐλο- + suffixe -ερα > ἀφλοέρα > φλογέρα» (σ. 232).

Φοβούμαι ότι σε αυτό το νήμα ο αρθρογράφος προχωρεί στα σκοτεινά. Η Νέα Ελληνική δεν έχει επίθημα -ερα (απεναντίας έχει -ιέρα, -ερός, καθώς και επαυξήσεις τους). Ακόμη, η αποκρυστάλλωση της αρχ. διφθόγγου αυ- οδηγεί σε [af] μόνον όταν ακολουθεί άηχο σύμφωνο: αυτός [aftos], παύση [pafsi], αλλά αυλός [avlos], αυλή [avli]. Καμμία γλωσσολογική αιτία δεν μπορεί να στηρίξει διαφορετική συμπεριφορά τής διφθόγγου στην προκειμένη περίπτωση.


4) καζάνι

Τα ετυμολογικά λεξικά ανάγουν το μεσν. καζάνι στο τουρκ. kazan. O κ. Ηλιούδης, ωστόσο, παρασύρεται από τη σκέψη ότι αρκετές τουρκικές λέξεις έχουν απώτερη ελληνική αρχή και εικάζει ότι «le mot turc kazan a aussi l’origine grecque, c’est à savoir, κάδ(ος) + suffixe -ανι(ν) > καζάνι > kazan» (σ. 232).

Η πρόταση αυτή είναι εξ ολοκλήρου άστοχη. Η μεταβολή δ > ζ είναι πολύ σπάνια και δεν πραγματοποιείται ποτέ πριν από ανοικτό κεντρικό φωνήεν (το -α-): απαιτεί πρόσθιο κλειστό φωνήεν ή ημίφωνο (π.χ. ζαβολιά < διαβολιά). Η παράθεση βιβλιογραφικών στοιχείων για τον σχηματισμό των τύπων τηγ-άνι, δρεπ-άνι και παρόμοια, αν και χρήσιμη, δεν ενισχύει καθόλου την πρόταση του αρθρογράφου.


Έχω ξαναγράψει ότι η ετυμολογία δεν είναι ανεκτική επιστήμη. Η υιοθέτηση μιας πρότασης συνεπάγεται απόρριψη άλλης ή άλλων. Πολλές φορές η βιογραφία των λέξεων μοιάζει με βιβλίο που έχουμε πιάσει ανοιγμένο κάπου στη μέση και αγωνιζόμαστε να βρούμε την αρχή του. Είναι ίσως προτιμότερο να το κρατήσουμε πρώτα σωστά, όχι ανάποδα, γνωρίζοντας προς τα πού να διαβάσουμε, από πού να ξεκινήσουμε. Διότι μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί άλλος τρόπος να υπηρετήσουμε την ακρίβεια και την επιστημονική γνώση.

5/2/08

Φιλοξενημένα

Επειδή το επόμενο άρθρο θα είναι (κριτική) ετυμολογικού περιεχομένου, ήθελα να συνδέσω εδώ δύο παλαιότερα κείμενά μου, ώστε ο αναγνώστης να έχει και σε αυτά πρόσβαση. Ευχαριστώ από καρδιάς τούς εκλεκτούς οικοδεσπότες τού Περιγλωσσίου, που είχαν την καλοσύνη να τα φιλοξενήσουν στον ιστότοπό τους.


1) Ετυμολογικά κριτήρια ή άκριτη ετυμολογία;
2) Ο σουγιάς και το νυστέρι: Ετυμολογικά νύγματα.

29/1/08

Γλώσσα και αποταμιευμένη σοφία

Στις 7 Μαρτίου 2007 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών οργάνωσε εκδήλωση με σκοπό να τιμήσει το συγγραφικό έργο τού κ. Γεράσιμου Ρηγάτου στον τομέα τής ιατρικής λαογραφίας. Έγραψα τότε για αυτή την περίσταση. Η εν λόγω εκδήλωση, στην οποία είχα τη χαρά να μιλήσω μαζί με τις καθηγήτριες κ. Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου και Άννα Γουίλ-Μπαδιεριτάκη (αντικαταστάτρια της κ. Μαρκαντώνη), έστρεψε την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τις ασθένειες, το σώμα και τους γιατρούς, όπως αναδεικνύεται από την κρυμμένη σοφία των μύθων, των παροιμιών και των αινιγμάτων.

Ευχαριστώ τους οργανωτές για την τιμητική εκείνη πρόσκληση και παραθέτω στη συνέχεια το κείμενο της ομιλίας μου, με την ελπίδα ότι θα προσελκύσει το ενδιαφέρον σε τομείς τής εκφραστικής γλώσσας που είναι τόσο παραμελημένοι.

Ομιλία προς τιμήν τού καθηγητή κ. Γεράσιμου Ρηγάτου


Πόσες παροιμίες γνωρίζετε; Πόσες πιστεύετε ότι μπορείτε να θυμηθείτε; Πόσες συνηθίζετε να χρησιμοποιείτε;

Οι ερωτήσεις αυτές μοιάζουν ίσως απροσδόκητες σε ένα μορφωμένο και καλλιεργημένο ακροατήριο όπως αυτό. Αλλά οι γνώστες τής ιστορίας ξέρουν ότι σε καιρούς όχι πολύ μακρινούς η ίδια η σοφία και η γνώση ευθέως σχετίζονταν με την ικανότητα κάποιου να κατέχει παροιμίες, να λύνει αινίγματα, να αφηγείται μύθους.

Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι που αποκαλούμε σήμερα σοφούς διακρίνονταν σε αυτούς ειδικά τους τομείς. Ο Αριστοτέλης, ο τελευταίος που μπορούσε να καυχηθεί ότι καλλιέργησε ως πανεπιστήμων τα βασικά γνωστικά πεδία, είχε καταρτίσει εκτενή συλλογή παροιμιών, που δυστυχώς δεν διασώθηκε μέχρι σήμερα. Από την εβραϊκή Βιβλική ιστορία μαθαίνουμε ότι ο Σολομών μπορούσε να λέει από μνήμης 3000 παροιμίες. Τότε που ο γραπτός λόγος ήταν δυσεύρετος και τα κείμενα ελάχιστα, οι παρατηρήσεις τού ανθρώπου για τη ζωή και την υγεία, οι αρχές, οι αρετές και οι αξίες του έπρεπε να διατυπωθούν με τις λιγότερες δυνατές λέξεις. Έπρεπε να απομνημονευθούν. Οι άνθρωποι έφεραν αυτά τα λόγια σαν δίχτυ ασφαλείας στη ζωή τους.

Λοιπόν: Πόσες παροιμίες γνωρίζετε;

Ο κ. Γεράσιμος Ρηγάτος δαπάνησε τουλάχιστον 28 χρόνια συλλέγοντας ύλη λαϊκής σοφίας. Από το 1979, οπότε έγραψε το πρώτο του κείμενο για τον πολιτισμό τής ιατρικής, εργάστηκε επιμελώς και με σχολαστικότητα να αναδείξει τις λαϊκές γνώσεις και αντιλήψεις για την υγεία. Ανέτρεξε σε παροιμίες, μύθους, αινίγματα, δημοτικά τραγούδια, επωδές και αναζήτησε ακατέργαστους κρυστάλλους τέτοιας σοφίας.

Ασφαλώς, η λαογραφική ύλη είναι υλικό ακατέργαστο. Όπως συμβαίνει με κάθε τέτοιο ορυκτό, η ομορφιά του δεν είναι αμέσως φανερή ή ορατή. Ένας αδαμάντινος κρύσταλλος χρειάζεται να κοπεί με μεγάλη επιδεξιότητα, για να λάμψει στο φως και να προκαλέσει τον θαυμασμό. Ειδάλλως, ένα μικρό λάθος στο τρόχισμα μπορεί να τον μετατρέψει σε σκόνη άνθρακα, οπότε αναφωνούμε ότι άνθρακες ο θησαυρός.

Στην ομιλία μου θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, πώς ο κ. Ρηγάτος χειρίζεται με σεβασμό το υλικό του, ώστε να μας προσφέρει κρυστάλλους σοφίας. Δεύτερον, πώς μπορούμε ίσως σήμερα να ωφεληθούμε, αν έπρεπε ή θα οφείλαμε κάτι να διδαχτούμε από όσα με τόσο μόχθο έχουν συγκεντρωθεί.

Θα ξεκινήσω με τον χειρισμό τού υλικού.

Λέγεται ότι η ομορφιά ενός αδαμάντινου κρυστάλλου πολλαπλασιάζεται όταν ξέρουμε από πού να κοιτάξουμε για να διακρίνουμε πώς παγιδεύει και ελευθερώνει το φως από τις πολυάριθμες έδρες του. Ο κ. Ρηγάτος ως φιλόλογος-ιατρός δείχνει ότι ξέρει ακριβώς πού να κοιτάξει. Προσέξτε γιατί.

Το 1997 ο κ. Ρηγάτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Ιατρική Παροιμιολογία, έργο ξεχωριστής λαογνωσίας. Εκεί συναθροίζει, κατατάσσει και ερμηνεύει παροιμίες για τον γιατρό και τον ασθενή, για τα πρόσωπα και τις νόσους, για το σώμα και τις λειτουργίες του. Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά πώς είναι δομημένος ο αφαιρετικός λόγος που χαρακτηρίζει τις παροιμίες. Αντί να παραθέτει απλώς την παροιμία και δίπλα την εξήγηση, προτιμά να αναδεικνύει την αναλογική σκέψη που τη διέπει. Αυτό συμβαίνει επειδή η παροιμία βασίζεται στην αντίληψη ομοιότητας, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα κάθε τέτοιου ρητού.

Θα σας αναφέρω μερικά παραδείγματα.

Αφού η καρδιά είναι η έδρα των αισθημάτων, μπορεί να είναι καλή ή κακή, σκληρή ή τρυφερή, μπορεί να είναι θαρραλέα ή να τρέμει, να ραγίζει, να σπάζει, μπορεί να μας την ανοίγουν ή να την κάνουν περιβόλι, μπορεί να σπαράζει ή να καεί.

Αναλογιστείτε επίσης τον μεταφορικό λόγο που συνδέεται με τη μύτη. Είναι φυσικά το όργανο της όσφρησης και έτσι λέμε ότι κάποιος έχει μεγάλη ή γερή μύτη. Αλλά ο συγγραφέας παρατηρεί οξυδερκώς ότι στον πυρήνα πολλών μεταφορικών εκφράσεων βρίσκεται το γεγονός ότι η μύτη προεξέχει στο πρόσωπο. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιος χώνει τη μύτη του ή τον σέρνουν από τη μύτη. Μπορεί επίσης να είναι ψηλομύτης, αν σηκώνει υπεροπτικά το κεφάλι, ή να μη βλέπει πέρα από τη μύτη του, παροιμία γνωστή και στη γαλλική γλώσσα.

Η αίσθηση της γεύσης μπορεί ακόμη να αποτελέσει τον πυρήνα παροιμιών. Σε διάφορες παροιμίες ο κ. Ρηγάτος επισημαίνει ότι μέσω της γεύσης δηλώνεται η κληρονομικότητα: Γονείς τα τρώνε τα ξινά και τα παιδιά μουδιάζουν – Οι μάννες τρων τα όξινα και τα παιδιά μουδιούνε. Είναι αξιοσημείωτο ότι η παροιμία αυτή συναντάται ήδη στη Βίβλο, στον Ιερεμία και τον Ιεζεκιήλ, τον 7ο κιόλας αιώνα. Οι Εβδομήκοντα διάλεξαν την εξής μεταφραστική απόδοση: Οἱ πατέρες ἔφαγον ὄμφακα καὶ οἱ ὀδόντες τῶν τέκνων ᾑμωδίασαν. Πόσο διαυγής είναι τώρα ο πυρήνας των παροιμιών: Οι πράξεις των γονέων έχουν συνέπειες στα παιδιά τους. Η λαϊκή αντίληψη εύστοχα το εφήρμοσε επίσης στις κληρονομικές νόσους.

Ασφαλώς αυτή η οπτική γωνία προβάλλει τις έδρες τού παροιμιακού λόγου.

Ο χειρισμός τής λαογραφικής ύλης από τον κ. Ρηγάτο είναι υποδειγματικός, ουσιαστικά φιλολογικός, για έναν ακόμη λόγο. Εφαρμόζει στα κείμενά του μια αρχή που γνωρίζουμε ήδη για τη γλωσσολογική της αξία: την αρχή τής ομοχρονίας.

Τι είναι η ομοχρονία και γιατί τη χρειαζόμαστε; Θα απαντήσω σε αυτό το ερώτημα εκθέτοντας σύντομα το πρόβλημα και διαφωτίζοντάς το με ένα παράδειγμα.

Η λαογραφική ύλη βασίζεται στην προφορική παράδοση: καταξιώνεται μέσω της μετάδοσης από γενεά σε γενεά. Επειδή στηρίζεται στην υποστήριξη της ομάδας, στον αυθορμητισμό και όχι στην επιστημονική μελέτη, επειδή συχνά εκφράζει προλήψεις, φαντασία ή μυθική αντίληψη, ενίοτε δυσκολευόμαστε να την προσλάβουμε σωστά.

Μπορούμε ίσως να το παρομοιάσουμε με αυτό που συμβαίνει όταν κοιτάζουμε στον βυθό τής θάλασσας από απόσταση ή από μέσα. Ελάχιστα μέτρα κάτω από την επιφάνεια όλα τα άλλα χρώματα έχουν απορροφηθεί, τα πάντα (ακόμη και το πιο ζωηρό κόκκινο) έχουν αποκτήσει απόχρωση από σκούρο πράσινο. Ως αποτέλεσμα, με τα φυσικά μας μάτια αδυνατούμε να διακρίνουμε οποιαδήποτε απόχρωση του βυθού. Τι χρειαζόμαστε; Φως. Απαιτείται να φέρουμε μαζί μας τεχνητό φως. Χωρίς φως η εικόνα τού βυθού είναι αλλοιωμένη και παραπλανητική.

Η αρχή τής ομοχρονίας που εφαρμόζει πιστά στα έργα του ο κ. Ρηγάτος είναι η προσπάθεια να εξετάσουμε τη λαογραφική ύλη στον δικό της ιστορικό χρόνο, όχι στον δικό μας. Καθώς βυθιζόμαστε στον χρόνο, χρειαζόμαστε, όχι τα μάτια τού 21ου αιώνα, αλλά φως τέτοιο που να μας βοηθεί να γνωρίσουμε τα στοιχεία τού λαϊκού πολιτισμού, το πιστοποιητικό γεννήσεώς τους και το βιογραφικό τους σημείωμα.

Το 2005 ο κ. Ρηγάτος παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό ένα έργο ξεχωριστής ποιότητας, το Λεξικό Ιατρικής Λαογραφίας, πραγματικό opus vitae στον τομέα του. Το βιβλίο, επιμελημένο έξοχα από τις εκδόσεις Βήτα, περιέχει περίπου 4.200 λήμματα και 55 εικόνες σε 400 σελίδες. Στην πραγμάτευση των λημμάτων ο συγγραφέας επιδιώκει συστηματικά να αναχθεί στον ιστορικό χρόνο των θεμάτων, εφαρμόζοντας την αρχή τής ομοχρονίας.

Επί παραδείγματι, σε πολλές λαογραφικές παραδόσεις και με διαφορετικό κάθε φορά διαλεκτικό τύπο συναντούμε μια μυστηριώδη οντότητα, που τη χρησιμοποιούσαν ως φόβητρο για τα παιδιά. Είναι η Γειλού ή το γελλουικό (στην Κάρπαθο), αλλά και ο Γελλοφάς ή Γιαλλουάς (που συνδέεται με τις προλήψεις για τη γλωσσοφαγιά). Ίσως έχετε ακούσει τη Γιαλλού στην Αμοργό (που είχε κακό μάτι) ή (αν είστε από τη Μυτιλήνη, την Κρήτη, την Κύπρο) εκείνη που ευθύνεται για τον αιφνίδιο βρεφικό θάνατο ή τη μεσογειακή αναιμία. Φυσικά πρόκειται για πρόληψη. Αν όμως δεν την τοποθετήσουμε στον ιστορικό χρόνο, θα χάσουμε κάθε δυνατότητα εποπτείας της.

Ο κ. Ρηγάτος ερευνά τις πηγές. Βρίσκει τις μεσαιωνικές μαρτυρίες, ότι πρόκειται για μυστηριώδη θεότητα που πίστευαν ότι έβλαπτε τα παιδιά. Ο Μιχαήλ Ψελλός την ονομάζει Γιλλώ και την αποκαλεί θεοστυγὲς μίασμα, παμμιγὲς τέρας, λέγοντας μάλιστα ότι πρόκειται για αρχαίο και πολυθρύλητο όνομα. Τώρα έχουμε την πληροφορία που χρειαζόμαστε. Από ανάμνηση αυτής της μυθικής οντότητας προέκυψαν τα φόβητρα και κατόπιν οι επωδές και τα ξόρκια για την αποτροπή τού κακού.

Όμως ο τομέας στον οποίο η επιθυμία για αποτροπή τού κακού εκδηλώνεται ξεκάθαρα είναι η ονοματοθεσία. Αν υπάρχουν μυστηριώδεις δυνάμεις που απειλούν το νεογέννητο, που μπορεί να σταθούν κακός οιωνός για την υγεία και τη ζωή του, ίσως το όνομά του να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να αποδιώξει το κακό. Ο κ. Ρηγάτος δεν αμελεί αυτή την πλευρά τής λαογραφικής ύλης στο βιβλίο του Νεοελληνικά Επώνυμα με Ιατρική Προέλευση. Τέτοια ονόματα και επώνυμα θεωρούνταν φυλαχτά: Ζώης (να ζήσει το παιδί, ειδικά αν προηγήθηκαν θάνατοι), Σιδέρης (να είναι γερό σαν σίδερο), Χρόνης (να μακροημερεύσει), Στέριος (να στεριώσει) και Ρίζος (να ριζώσει). Δεν συμφωνείτε ότι αυτά τα ονόματα αποκτούν τώρα ενώπιόν μας άλλο νόημα, επειδή προσπαθήσαμε να τα αντικρίσουμε στον δικό τους ιστορικό χρόνο, επειδή ακολουθήσαμε την αρχή τής ομοχρονίας;


Τελευταίο άφησα το ερώτημα της ωφέλειας. Μας ευεργετεί άραγε τώρα η μελέτη τής λαογραφικής ύλης; Υπάρχει ίσως κάτι που διδασκόμαστε, κάτι να ωφεληθούμε;

Στο βιβλίο του Γυάλινος Πύργος, Τρίχινος Φράχτης, που εκδόθηκε το 2003, ο κ. Ρηγάτος σχολιάζει σειρά αινιγμάτων για το ανθρώπινο σώμα και τις λειτουργίες του. Εξετάζει την ιστορία των αλληγορικών αφηγήσεων και τη θέση που είχαν στην αρχαιότητα τα μαντεύματα ως πνευματικό άθλημα και ως μέσο αποταμιεύσεως και δοκιμής τής γνώσης. Τα αινίγματα αποτελούσαν εγκλωβισμένα μυστικά και η δυνατότητα κάποιου να τα εξηγήσει ήταν δείκτης τής σοφίας του ή της ικανότητάς του να φυλάξει την εμπιστευμένη σε αυτόν γνώση. Στους κατοπινούς καιρούς όποιος ήξερε πολλά αινίγματα μπορούσε επίσης να ψυχαγωγήσει τους άλλους και να γίνει αφορμή ενός παιδαγωγικού παιχνιδιού.

Ερώτηση προς αυτοεξέταση: Πόσα παιδαγωγικά παιχνίδια έχουν θέση στις δικές μας συντροφιές;

Τέτοιες αλληγορικές περιγραφές συχνά φέρνουν μαζί τους τον απόηχο νοημάτων με ειδικό βάρος. Είναι μια φωνή από το παρελθόν. Φυσικά, οι αντιλήψεις και τα ήθη τής εποχής δεν ήταν ιδανικά. Ωστόσο, εκείνοι που έφεραν αυτές τις αντιλήψεις δεν είχαν ίσως διαβάσει ποίηση, αλλά μπορούσαν να μιλήσουν τόσο ποιητικά, ώστε να παρομοιάσουν τη γλώσσα με φιλντισένιο περιβόλι, κελαδεί γλυκό αηδόνι. Δεν ήξεραν αν το φως είναι ύλη ή κύμα ή και τα δύο, αλλά ήξεραν για τη σκιά αυτό που λέει ένα κυπριακό αίνιγμα: έšει έναν πράμαν πραματίν, που όπου πάω κλουφά μου («είναι ένα πράγμα τόσο δα, που όπου πάω με ακολουθεί»).

Δεν αληθεύει ότι από την καλαισθησία και την οξυδέρκεια αυτών των αλληγοριών μπορούμε κάτι να διδαχτούμε, να ωφεληθούμε;

Διάβασα πρόσφατα το εξής: Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο μάτι μπορεί να διακρίνει περίπου 10.000.000 αποχρώσεις ή χρώματα. Από αυτά μπορούμε να κατονομάσουμε ίσως μόνο είκοσι ή λίγο περισσότερα.

Ο κ. Ρηγάτος με το πλούσιο συγγραφικό έργο του μας βοηθεί να γνωρίσουμε και ό,τι μέχρι τώρα δεν μπορούσαμε να κατονομάσουμε, μας εξοικειώνει με στοιχεία τής κληρονομιάς μας, που δεν είχαμε φροντίσει να αποδεχτούμε και να αποκτήσουμε. Το πολύτιμο αυτό καταπίστευμα δεν είναι ζήτημα ιατρικής λαογραφίας. Είναι προϊόν τού τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντικρίζει τον εαυτό του. Σε αυτό ο κ. Ρηγάτος έκανε το μέρος του. Και μπορούμε, γι' αυτό, όπως οι Ρωμαίοι, να πούμε: cujus pars magna fuit…


(Η ομιλία μου δημοσιεύτηκε, μαζί με τις υπόλοιπες ομιλίες τής εκδήλωσης, στο περιοδικό Πνευματική Κύπρος, τεύχος 423, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2009, σ. 183-6).

17/12/07

Γλωσσικά εμπόδια

Ακόμη λίγα σχόλια με αφορμή ένα αξιόλογο βιβλίο

Το 1793, ενόσω διαρκούσε ο αναβρασμός από τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση, ανεξέλεγκτοι όχλοι είχαν σε αρκετές περιπτώσεις καταστρέψει βιβλιοθήκες και λεηλατήσει μνημεία. Ο αββάς Γρηγόριος, απηυδισμένος από τον χαλασμό, έπλασε μια λέξη αντιπροσωπευτική του: βανδαλισμός (vandalisme). Σχολίασε: Je créai le mot pour tuer la chose «Δημιουργώ τη λέξη, για να σκοτώσω το πράγμα».

Όπως νιώθουμε πιο άνετα κοντά σε κάποιον όταν ξέρουμε το όνομά του, έτσι και για να εξοικειωθούμε με μια ιδέα ή έννοια, για να στοιχειοθετήσουμε τη φυσιογνωμία της, πασχίζουμε να της βρούμε όνομα. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να επινοεί ονόματα για τα πράγματα, καθώς μας το δείχνει ήδη η Βιβλική αφήγηση της Γένεσης. Χωρίς όνομα η έννοια παραμένει ρευστή ουσία, απροσδιόριστη, στην πραγματικότητα προγλωσσική. Στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων τού Νίκου Σαραντάκου τα εμπόδια έχουν όνομα και τα λάθη ταυτότητα. Στο προηγούμενο άρθρο μου ασχολήθηκα κυρίως με τον τρόπο γραφής αυτού του αξιοσημείωτου βιβλίου. Προσπάθησα να αναδείξω τα χαρίσματά του και να στηρίξω τη γνώμη μου ότι πρόκειται για υψηλής στάθμης ανάγνωσμα. Θα ήθελα τώρα να στρέψω την προσοχή σε δυο-τρία θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο, μπαίνοντας στο μονοπάτι που προτείνει και εξετάζοντας αν τα ονόματα αντιστοιχούν στα πράγματα.

Αν διάβασα σωστά, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων καταπιάνεται, μεταξύ πολλών άλλων, με μερικές βασικές έννοιες, τις οποίες τοποθετεί στη ρίζα διαφόρων γλωσσικών αντιλογιών. Κυρίαρχο ρόλο στην επιχειρηματολογία του παίζει η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, όρος που χρησιμοποιείται ενίοτε και από άλλους κριτικούς. Καταφανώς ο συγγραφέας δεν φρονεί ότι υπάρχει κίνδυνος αναβίωσης της καθαρεύουσας, όπως τη θυμούμαστε ή τη διαβάζουμε ακόμη σε κείμενα του παρελθόντος ή όπως τη χρησιμοποιούσαν στον δημόσιο λόγο. Εκτιμά, ωστόσο, ότι υπάρχει τάση για προσκόλληση ή επιστροφή σε μερικούς λόγιους ή λογιότροπους τύπους και στηλιτεύει την τακτική ορισμένων να κατακρίνουν κάθε τρέχουσα χρήση που δεν συμβιβάζεται με το πρότυπό τους. Επειδή μερικοί επικριτές κατέχουν θέσεις-κλειδιά και έχουν πρόσβαση σε δημόσιο λόγο, η παρουσία τους γίνεται περισσότερο αισθητή και οι απόψεις τους έχουν ίσως κάποια απήχηση στο κοινό που επηρεάζουν.

Εντούτοις, η λεπτομερής μελέτη των στοιχείων δεν επιβεβαιώνει, καθώς πιστεύω, τον φόβο ότι μπροστά μας έχουμε κάποιας μορφής «παλινόρθωση» της «φετιχιστικής νεοκαθαρεύουσας». Ίσως μερικοί διανοούμενοι ή λόγιοι, ακόμη και επιστήμονες, κατορθώσουν με το κύρος ή την επικοινωνιακή τους ικανότητα να αυξήσουν τη διάδοση λίγων τύπων ή δομών τής προτιμήσεώς τους, αλλά η μεγάλη μάζα των ομιλητών παραμένει αμέτοχη ή υφίσταται μόνο απειροελάχιστη την επιρροή αυτή (βλ. D. Bolinger, «Usage and acceptability in language», από τον πρόλογο του The American Heritage Dictionary, 2η έκδ., Boston 1982). Τρέφω συμπάθεια προς τις υγιείς ανησυχίες που εκφράζονται στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων, φοβούμαι όμως ότι το όνομα που επιλέχθηκε δεν είναι σύστοιχο του φαινομένου για το οποίο δημιουργήθηκε. Συμβαίνει κάποτε να υιοθετούμε έναν όρο επειδή αποδίδει τη στάση μας προς το πράγμα· φρονούμε ίσως ότι η οικειότητα προς τη λέξη μάς προστατεύει από την πλάνη. Νομίζουμε ακόμη ότι ένα απωθητικό όνομα (όπως ο όρος νεοκαθαρεύουσα) μπορεί να συμπυκνώσει εντός του όλα τα ψυχολογικά βάρη τής παλαιάς καθαρεύουσας εντοπισμένα στη σύγχρονη γλώσσα. Και προσπαθούμε έτσι να τα αποδιώξουμε.

Ο αναγνώστης μου θα διερωτηθεί αν είναι σκόπιμο να σταθούμε τόσο στην ορολογία. Σε τελική ανάλυση, αν τα φαινόμενα που περιγράφονται είναι σωστά, η ονομασία τους θα πρέπει να κρίνεται ζήτημα δευτερεύον. Νομίζω πως δεν είναι έτσι. Αν ο γιατρός διαγνώσει σωστά τα συμπτώματα και την έκτασή τους, λίγα θα μπορούσε να προσφέρει αν αποτύγχανε να κατονομάσει επακριβώς ό,τι βλέπει. Οι φορτισμένες λέξεις μπορεί να διευκολύνουν την τοποθέτηση, σηκώνουν όμως συγχρόνως σύννεφα σκόνης πάνω από το φαινόμενο που αποσκοπούν να περιγράψουν. Έχω τη γνώμη, όπως και άλλοι γλωσσολόγοι, ότι αυτό συμβαίνει με τον όρο νεοκαθαρεύουσα.

Η συγκεκριμένη ετικέτα έχει χρησιμοποιηθεί από μερικούς έμπειρους εργάτες τής γλώσσας, όπως ο Ν.Σ., ως όρος-ομπρέλα, ο οποίος αποδίδει «ιδεολογική τρομοκρατία» ή «φετιχιστικά συμπλέγματα» στη διάδοση ή επικράτηση ορισμένων λόγιων τύπων ή δομών, κυρίως όταν η ισχύς τους απορρέει από την επιβολή μερικών που κατέχουν θέσεις εξουσίας. Κάνω μερικές φορές την πικρή σκέψη ότι, αν δεν προσέξουμε, γρήγορα μεταθέτουμε στη γλώσσα ιδιότητες των ανθρώπων. Εξηγούμαι: Ό,τι χαρακτηρίζεται από εκζήτηση, ξυπασιά, αλαζονεία, φετιχισμό, άγνοια και παρόμοια δεν είναι η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, αλλά ομιλητές, συγγραφείς, μεταφραστές και διορθωτές: άνθρωποι με αδυναμίες, οι οποίοι αυτονοήτως δεν περιορίζονται σε μία πλευρά τού γλωσσικού φάσματος.

Αν και η στρωματογραφία των παραγόμενων κειμένων δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί, μπορούμε καλύτερα να υποστηρίξουμε ότι ορισμένα είδη γραπτού λόγου αποκαλύπτουν έντονη ροπή για ανανέωση των γλωσσικών τρόπων. Επειδή η καθημερινή γλωσσική χρήση φαίνεται ή ακούεται τετριμμένη και συχνά φορτισμένη συναισθηματικά, υπάρχει ανάγκη για λεξιλογικές διεξόδους περισσότερο αποχρωματισμένες, προκειμένου να ταιριάζουν σε δημόσιο λόγο. Οι διέξοδοι αυτές αναζητούνται κατ’ ανάγκη στον λόγιο δίαυλο της γλώσσας. Δεν χρειάζεται να νιώθουμε ένοχοι απέναντί του.

Επιπλέον, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αναλύει τις αιτίες των λαθών με βάση την προέλευση ή το κίνητρο: άγνοια, ακαταστάλαχτες περιοχές τής γλώσσας, εκζήτηση. Κατόπιν, ταξινομεί όσους επιδιώκουν να διορθώνουν τους άλλους σε α) λαθοθήρες, β) συντηρητές των λεπτών διακρίσεων και γ) κειτούκειτους (= που εξετάζουν αν η συγκεκριμένη χρήση υπάρχει ή κείται στα αρχαία κείμενα). Η εν λόγω διαίρεση περιλαμβάνει εύστοχες επί μέρους παρατηρήσεις. Αναφέρθηκα σε αυτές στο προηγούμενο άρθρο μου.

Θα περιοριστώ μόνο σε ό,τι κατά τη γνώμη μου φορτώνει το βιβλίο με περιττό υποκειμενισμό. Είναι σοφό να αναγνωρίσουμε ότι οι ρευστοί τομείς τής γλώσσας πιθανόν να παραμείνουν σε εξέλιξη σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και αυτό μας στερεί τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα ή να αποδείξουμε σωστή την πρόβλεψή μας. Είναι επομένως σπουδαίο να κατανοήσουμε ότι η επικρατούσα χρήση, την οποία εύλογα επικαλούμαστε, δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξακριβωθεί. Όταν ελέγχουμε την αποδεκτότητα (acceptability) ενός τύπου, έχουμε συγκεκριμένα ερωτήματα να αντιμετωπίσουμε: Σε ποιον τομέα ή πεδίο θεωρείται η εν λόγω χρήση αποδεκτή ή κυρίαρχη; Στον προφορικό ή στον γραπτό λόγο; Ποιες ηλικιακές ή κοινωνικές ομάδες την υιοθετούν και ποιες αμφιταλαντεύονται; Σε ποια λειτουργική εφαρμογή εντοπίζονται τα περισσότερα λάθη ή οι αποκλίσεις; Μήπως η χρήση που στιγματίζω (ή ενδεχομένως θωπεύω) αποτελεί μία ακόμη επιλογή ύφους, στοιχείο τής φυσικής ποικιλίας, που δεν είναι σκόπιμο να στερηθούμε; Μπορώ να ισχυριστώ με ειλικρίνεια ότι οι υποδείξεις μου δεν προβάλλουν απλώς τις προτιμήσεις ή τις διαισθητικές μου παρατηρήσεις;

Για να αξιώσουμε βάσιμα συμπεράσματα, συνετό είναι να μην εμπιστευτούμε μόνο το ένστικτό μας. Αν το πράξουμε, ενδέχεται να αστοχήσουμε στην κρίση μας και να συστήνουμε περιθωριακές χρήσεις όπως *η ταμία – της ταμίας, *η γραμματέα – της γραμματέας, *οι συγγράφισσες κτλ., παροτρύνοντας κατόπιν το κοινό να τις υιοθετήσει, προκειμένου «να τριφτούν στη χρήση» (σ. 213). Μπορεί επίσης να αφήσουμε την υποκειμενική μας προτίμηση να μας οδηγήσει να χαρακτηρίσουμε τη γενική της κυβερνήσεως τύπο «έξω από τη νόρμα» (σ. 195) ή να προτείνουμε ακόμη και τον άκλιτο τύπο ουδετέρου *του διαμπερέ (σ. 196). Τελικά, ίσως παρασυρθούμε να στηλιτεύσουμε τα λόγια επαγγελματικά θηλυκά σε –ος (π.χ. η υπουργός, η χημικός), επειδή παρατηρούνται λάθη σε συνεκφορές με επίθετα (σ. 211).

Θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι αυτός είναι ένας από τους λίγους τομείς που η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων σφάλλει στην κρίση. Τα πρόσφατα χρόνια έχουν διεξαχθεί συστηματικές και σταθμισμένες (= με υπολογισμό τής ηλικίας, του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης και του κειμενικού είδους) έρευνες για τον σχηματισμό των επαγγελματικών θηλυκών ονομάτων. Η πιο πρόσφατη είναι των συναδέλφων Άννας Ιορδανίδου & Ελένης Μάντζαρη: «Τα Θηλυκά Επαγγελματικά Ουσιαστικά: Γλωσσική Χρήση και Τυποποίηση» (5ο Συνέδριο, Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία, Λευκωσία 13-15/11/2005). Οι ερευνήτριες διαπιστώνουν (μεταξύ άλλων) κατόπιν μελέτης σε σώματα κειμένων ότι:

α) Τα επαγγελματικά σε –ος δύσκολα θηλυκοποιούνται (δηλ. δέχονται επιθήματα χαρακτηρισμένα: -ίνα, -ισσα) και αυτό γίνεται για γλωσσικούς λόγους (όχι κοινωνικούς ή από «μισογυνισμό», όπως καταλογίζει ο Ν.Σ., σ. 214). Αιτίες: Η εξοικείωση με την προϋπάρχουσα κατάληξη –ος, η ελαφρώς μειωτική χροιά τού επιθήματος –ίνα και η εντύπωση ότι τα λόγια μορφήματα είναι λιγότερο χαρακτηρισμένα και, ως εκ τούτου, καταλληλότερα για επίσημους επαγγελματικούς όρους.

β) Τα ουσιαστικά σε –της θηλυκοποιούνται με πολύ μικρή αντίσταση (π.χ. διευθύντρια, επιθεωρήτρια, αρμόστρια – προσθέτω ως μοναδική ιδιότυπη εξαίρεση τη λέξη βουλευτής).

γ) Τα ουσιαστικά σε –έας, -ίας, -ορας, -ονας εμφανίζουν μεγάλη αντίδραση λόγω της άσιγμης κατάληξης, η οποία οδηγεί σε αποκλίνοντες τύπους στη γενική πτώση (π.χ. *της συγγραφέας). Υπογραμμίζουν: «Η χρήση των λόγιων καταλήξεων –έως, -ορος, και –ονος φαίνεται ότι συμβάλλει στην αποτροπή αυτών των αποκλίσεων και γι’ αυτό η συστηματική περιγραφή τους είναι απαραίτητη σε οποιαδήποτε προσπάθεια τυποποίησης».

Οι ερευνήτριες καταλήγουν στην ακόλουθη εύστοχη διαπίστωση: «Η επικράτηση λόγιων στοιχείων, κυρίως στα ουσιαστικά σε –ας και –ης, αφορά ‘τοπικές’ και αυτόνομες διεισδύσεις, που δεν ανατρέπουν την ομαλότητα και την καθαρότητα του μορφολογικού συστήματος της Νέας Ελληνικής».

Από τη συνεξέταση των στοιχείων συνειδητοποιούμε ότι ορισμένοι λόγιοι μορφολογικοί τύποι αυτής της δομικής ισχύος αποτελούν απαραίτητες κλιτικές θυρίδες (slots) στο σύστημα και επικρατούν όπου δεν υπήρξαν ή δεν γενικεύτηκαν αντίστοιχοι δημοτικοί τύποι. Η λόγια προέλευσή τους δεν πρέπει να μας παρασύρει και να τους προσάπτουμε το σημάδι τού Κάιν. Αν θελήσουμε να στηρίξουμε τη θέση μας με το επιπρόσθετο επιχείρημα ότι ο τύπος η ταμία είναι αρχαίος (σ. 209), τότε παραχωρούμε το δικαίωμα στον αντίγνωμο να παρουσιάσει τον τύπο της γραμματέως, που μαρτυρείται ήδη στον Αριστοφάνη (Θεσμοφοριάζουσαι στ. 433). Αν επικαλεστούμε το κριτήριο της χρήσεως, θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι οι έρευνες (όπως αυτή που προανέφερα) πιθανόν να μην επιβεβαιώσουν τις θέσεις μας. Η πείρα έδειξε ότι αξιόλογες μελέτες σχετικά με το ζήτημα, όπως του Τριανταφυλλίδη, του Κριαρά, του Τσοπανάκη και του Φόρη (βιβλιογραφικά στοιχεία στο τέλος τού άρθρου), που επιχείρησαν να κανονίσουν τα θηλυκά επαγγελματικά και συνέστησαν χαρακτηρισμένα έμφυλα επιθήματα (π.χ. –ισσα, -ινα κτλ.), είχαν ρυθμιστικό χαρακτήρα και εν τέλει απέτυχαν να περιγράψουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ευτυχώς, ο Ν.Σ., παρ’ ότι συστήνει τους αποκλίνοντες τύπους *-έα, -έας και πληθ. –ισσες, μεταχειρίζεται στο βιβλίο του την επικρατούσα χρήση η συγγραφέας (σ. 44) και η γραμματέας (σ. 278). Οι αρχαίοι θα παρατηρούσαν καλόκαρδα: Μεταξὺ χειλέων καὶ κύλικος πολλὰ πέλει.

Το αξιόλογο βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου είναι γεμάτο χρήσιμες διαπιστώσεις, που μαρτυρούν εποπτεία των γλωσσικών πραγμάτων. Αξιοσημείωτες είναι ακόμη οι ορθογραφικές παρατηρήσεις του, που είναι συνεπείς και συστηματικές. Δεν θα τις συζητήσω εδώ ούτε θα επισημάνω πού διαφωνώ: ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τις θεωρητικές μου θέσεις για την ορθογραφία σε προηγούμενα κείμενά μου.

Κάποτε, σε λίγα μόνο σημεία, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ίσως δεν καταλήγει στο σωστότερο συμπέρασμα. Αυτό είναι συγγνωστό και δεν μπορούμε να το απαιτήσουμε από ένα συγγραμμα γλωσσικής κριτικής, που προσπαθεί να επιπλεύσει στον ωκεανό τής γλώσσας, στις γκρίζες ζώνες και στις ακαταστάλαχτες περιοχές του. Είναι, όμως, βιβλίο που τροφοδοτεί τη σκέψη και που διδάσκει με τα απλούστερα εργαλεία τον ορθό επιστημονικό συλλογισμό. Είναι, με δυο λόγια, βιβλίο καμωμένο από ευφυΐα και κατανόηση.



Σημειώσεις: Οι παλαιότερες μελέτες των θηλυκών επαγγελματικών είναι του Τριανταφυλλίδη («Η ‘βουλευτίνα’ και ο σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών», Άπαντα Μ. Τριανταφυλλίδη, Θεσ/νίκη 1963, σ. 326-334), του Κριαρά (Τα Πεντάλεπτά μου, Θεσ/νίκη 1987, σ. 114-6), του Τσοπανάκη («Ο δρόμος προς την δημοτική: θεωρητικά, τεχνικά και γλωσσικά προβλήματα. Σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών», 1982, Νέα Εστία 1204, σ. 1120-42) και του Φόρη («Ένα πρωτότυπο και πολύτιμο λεξικό», 1968, Νέα Εστία 84, σ. 1365-79).

26/10/07

Νίκου Σαραντάκου: Γλώσσα Μετ' Εμποδίων (Αθήνα 2007: Εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου)

Βιβλιοκριτική παρουσίαση

Έχει γίνει συνήθεια τα τελευταία χρόνια να παρομοιάζουμε το καινούργιο βιβλίο με πλοίο. Ευχόμαστε να είναι «καλοτάξιδο», ίσως επειδή ενδομύχως αναγνωρίζουμε πως, αφού έφυγε από την πένα τού συγγραφέα, έχει μείνει πια μόνο του στο πέλαγος του δημοσιευμένου λόγου.

Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων του Νίκου Σαραντάκου ναυπηγήθηκε για τον «ωκεανό τής γλώσσας», όπως ρητά αναφέρεται στον πρόλογό της. Σε αυτό το περιβάλλον ο αναγνώστης μου πια το ξέρει πως πνέουν ισχυρά ρεύματα, τεταμένες αντίρροπες δυνάμεις, που εύκολα μπορούν να μετατρέψουν ένα βιβλίο γλωσσικής κριτικής σε ανεμοσκόρπισμα. Από την παρουσίαση που θα επιχειρήσω παρακάτω ευελπιστώ να φανεί γιατί το βιβλίο που συζητούμε δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ας προεκτείνουμε τώρα την παραβολή. Η λειτουργία ενός βιβλίου με το περιεχόμενο της Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων κρίνεται από τρεις κυρίως παράγοντες, τους οποίους θα ήθελα να έχουμε κατά νου: α) αν είναι στερεά διαρθρωμένο και πείθει με τη λογικότητα και με το ύφος του, β) αν έχει εκτιμήσει σωστά τις συνθήκες και το περιβάλλον, ώστε να προσλαμβάνει με ευαισθησία τη γλωσσική πραγματικότητα, γ) αν πλοηγείται με σωστές συντεταγμένες, εν ολίγοις αν οδηγεί σε ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.

Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω πώς το βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις τρεις αυτές απαιτήσεις.

Πρώτα, όμως, θα ήθελα να μου επιτραπεί η εξής σύντομη παρέκβαση, που δεν είναι, νομίζω, άσκοπη: Η βιβλιοκριτική παρουσίαση έργων για τη γλωσσική χρήση εμπεριέχει τον διαρκή κίνδυνο της αυτοπαρατηρησίας. Ο απόηχος της δικής μας ιδιολέκτου μπορεί να αλλοιώσει την ικανότητά μας να συζητήσουμε με φωτισμένη κρίση. Επιπλέον, ο βολικός χωρισμός σε σχολές σκέψεως ή γλωσσικές παρατάξεις φέρνει άκοπα στην επιφάνεια συνειρμούς και ισχυρές πεποιθήσεις που τραυματίζουν την καλή θέληση. Θέλω να πω ότι σκοπός τής κριτικής δεν είναι να κάνει θόρυβο τέτοιον που να σκεπάζει το βιβλίο, αλλά να αναδείξει το αποτέλεσμα της στοχαστικής μελέτης του. Αν το παρόν και το επόμενο κείμενο ξεστρατίσουν από αυτό το αντικείμενο, το σφάλμα θα πρέπει να καταλογιστεί στον κριτικό, όχι στον συγγραφέα.


Με τη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ο φιλόλογος και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος μάς έδωσε βιβλίο ώριμο και καλοδουλεμένο. Ο αναγνώστης έχει στα χέρια του κείμενο με επιχειρήματα που έχουν ξανά και ξανά δοκιμαστεί στη γλωσσική πράξη. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι ολοφάνερα γραμμένη με πραγματικό μεράκι και γνήσια αγωνία για τη γλώσσα, αλλά όχι πανικό. Ακόμη και αν σε κάποια σημεία δεν συμφωνήσουμε με τον συγγραφέα (αναπόφευκτο άλλωστε), χρέος έχουμε να παραδεχτούμε αυτή τη στάση ως τη μόνη σωστή.

Ο Ν.Σ. ξεχωρίζει από την αρχή τέσσερα εμπόδια στη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα, που δικαιολογούν τον τίτλο τού βιβλίου. Αυτά είναι κατά τη γνώμη του: 1) Η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα (αλλού ονομάζεται νεοκαθαρευουσιάνικη αντεπίθεση, παλινόρθωση ή λαίλαπα), 2) Η λεξιθηρία (η εκζήτηση στον τομέα τού λεξιλογίου), 3) Η περιφρόνηση της χρήσης (κατ’ εξοχήν στην ορθογραφία), και 4) Ο γλωσσικός εθνικισμός (που εντοπίζεται ως επί το πλείστον στη γλωσσική μυθολογία). Αναλυτικό πίνακα περιεχομένων τού βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να δει στην ιστοσελίδα τού συγγραφέα.

Το βιβλίο επιδιώκει να συμβάλει στην απενοχοποίηση ορισμένων (επικρινόμενων) χρήσεων (λαθών ή «λαθών») και να μετατοπίσει τον άξονα της κριτικής αναλύοντας (τις περισσότερες φορές με επιτυχία) το ιδεολογικό πλαίσιο που υπόκειται σε αυτήν. Ίσως δεν ευστοχεί σε κάθε κρίση, αλλά είναι βιβλίο που πείθει και δημιουργεί: δεν αρκείται απλώς να απολαμβάνει ότι κατεδαφίζει την αντιγνωμία.

Ο Ν.Σ. έχει φανερά εργαστεί στο ύφος και στην τέχνη τού λόγου, όπως το μαρτυρούν ήδη τα απολαυστικά του σημειώματα στο διαδίκτυο. Εννοώ: Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι βιβλίο που συναρπάζει και διαβάζεται σχεδόν μονορούφι. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να μεταχειριστεί καλοδιαλεγμένα παραδείγματα που υπηρετούν το κείμενο (π.χ. σ. 60: η πέτρα στο πηγάδι, σ. 73: ο εξηνταβελόνης δανειστής) και δεν χάνει την ευκαιρία να μας δώσει ενίοτε πινελιές από εύστοχο χιούμορ (π.χ. σ. 319 κ.εξ. το σημείωμα με τίτλο Δεν πληρώ, δεν πληρώ, σ.129-30: η πλειονότητα και η πλειοψηφία, σ. 344: οι «εδώδιμοι» τρομοκράτες). Το βιβλίο κινείται με άνεση και συναρπαστικό ρυθμό, χωρίς να αποποιείται την ευθύνη τής επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Αυτό ίσως οδηγεί στην εξής παρανόηση, που σπεύδω τώρα να προλάβω: Ότι ο Ν.Σ. μας έδωσε βιβλίο απολαυστικό δεν σημαίνει πως αμέλησε την αυστηρά γλωσσολογική του θεμελίωση. Στην πραγματικότητα, κείμενα όπως η πραγματεία για τη λόγια φράση και δη (σ. 117 κ.εξ.), η λεξικογραφική ανάλυση του επιθέτου έωλος (σ. 162-8) και η διερεύνηση του αντιγραφικού λάθους Κογξ Ομ Παξ (σ. 90 κ.εξ.) μπορούν άνετα να σταθούν σε οποιαδήποτε κριτική αντεξέταση: αποτελούν εξαίρετες φιλολογικές μελέτες.

Ο Ν.Σ. παραδέχεται στον πρόλογό του ότι έγραψε μερικές φορές με ύφος «πολεμικό» και δικαιολογεί την κάποτε δηκτική χροιά του, «επειδή συνηθίζεται» (σ. 17). Τα σχόλιά του (σπεύδω να το τονίσω) είναι πάντοτε επιστημονικώς έντιμα: δεν κρίνει αποσπασματικά, δεν αλλοιώνει τις παραθέσεις από τα έργα που συζητεί, δεν παραποιεί τις πηγές και συχνά αγωνίζεται να δώσει την πλήρη εικόνα τής αντίθετης άποψης.

Αναρωτιέμαι, όμως, αν το σκληρό ή ειρωνικό ύφος είναι συνήθεια που πρέπει να φυλάξουμε όταν συζητούμε ή γράφουμε. Δεν νομίζω ότι το βιβλίο κερδίζει σε πειστικότητα από εκφράσεις όπως «τρίψτε τους τον Μ. Βασίλειο και τον Ψελλό … στη μούρη» (σ. 125), από χαρακτηρισμούς όπως «καρακαθαρευουσιανιά» (στη σωστή κατά τα άλλα ανάλυση της φρ. στις καλένδες, σ. 113) ή από τον υπαινιγμό για «το μέρος εκείνο του σώματος με το οποίο γράφουν μερικοί» (σ. 235).

Σκοπός μου δεν είναι να αντιπαραβάλω εδώ αισθητικές προτιμήσεις. Εντούτοις, πρέπει να ξέρουμε ότι, αφού το βιβλίο είναι σύντροφος και συναναστροφή, θα απευθυνθεί σε ανόμοιας σύστασης αναγνωστικό κοινό. Η πείρα δείχνει ότι η οξεία ειρωνεία ή το δηκτικό ευφυολόγημα ίσως κολακέψουν όσους ήδη συμφωνούν μαζί μας, αλλά θα απωθήσουν οπωσδήποτε εκείνους που αμφιταλαντεύονται, που μας ζυγίζουν στο καντάρι τόσο της τεκμηρίωσης όσο και του ήθους γραφής, εν ολίγοις εκείνους που κυρίως επιδιώκουμε να πείσουμε. Φοβούμαι μήπως έτσι αδικήσουμε τις απόψεις μας και συρρικνώσουμε την απήχησή τους.

Ξέρω βέβαια ότι ο εκφραστικός τρόπος αρκετών κειμένων γλωσσικής κριτικής (επιφυλλίδων και άρθρων, ακόμη και βιβλίων) έχει δυστυχώς πολεμικό χαρακτήρα. Πεποίθησή μου είναι ότι δεν χρειάζεται να τον αναπαράγουμε στο διηνεκές. Η συνεισφορά μας στον διάλογο δεν πρέπει να επωμίζεται ρόλο αντηχείου που ανταποδίδει την ένταση. Η ευφυής γλώσσα τού Ν.Σ., που αναδεικνύεται πλούσια στο κείμενό του, θα κομίσει την επιστημονική γνώμη με τρόπο πολύ ελκυστικότερο αν αποφύγει το φορτίο τής οξύτητας.

Η αξιόλογη συμβολή τού βιβλίου στον διάλογο, όπως ανέφερα παραπάνω, έχει, καθώς νομίζω, τις ρίζες της στο εξαιρετικό γλωσσικό ένστικτο του συγγραφέα. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αποκαλύπτει τη μακρά θητεία τού Ν.Σ. σε απαιτητικές γλωσσικές πράξεις όπως η μετάφραση και αποδίδει στη γνώμη του σεβαστή βαρύτητα. Είναι χάρισμα του βιβλίου ότι διαβάζει ως επί το πλείστον σωστά τις γλωσσικές τάσεις και, ακόμη περισσότερο, ότι δεν σπαταλά δυνάμεις σε επιπόλαιες περιγραφές λαθών ή κακής χρήσης τής γλώσσας. Αν μπορούσα να το εκφράσω με παράδειγμα: Ο Ν.Σ. δεν μας μιλάει για τη θάλασσα δείχνοντας μια τρικυμία. Απεναντίας, έχει διαλέξει τον δύσκολο δρόμο τής επιστημονικής ανάλυσης και της γλωσσολογικής θεμελίωσης.

Αυτό είναι ολοφάνερο από τον τρόπο χειρισμού των γλωσσικών μύθων, μερικοί από τους οποίους με απασχόλησαν σε προηγούμενα άρθρα. Ο Ν.Σ. εξετάζει, όχι μόνο τι είναι κίβδηλο και τι γνήσιο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό κατασκευής τού ψεύδους και σημειώνει βήμα προς βήμα πώς συγκροτείται ο μύθος από έναν και μόνο κόκκο αλήθειας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η κατασκευή τού μύθου ότι η Ελληνική δεν έγινε επίσημη γλώσσα των Η.Π.Α. για μία ψήφο (σ. 23) και η παραπλανητική παρουσίαση της ψήφισης του μονοτονικού συστήματος από οπαδούς τού πολυτονικού (σ. 269). Ο συγγραφέας παρακολουθεί διεξοδικά την τακτική των ερασιτεχνών (παρ)ετυμολόγων (σ. 78) και προσφέρει πραγματικά πολύτιμη υπηρεσία στην επιστημονική ετυμολογία, η οποία τόσα έχει υποστεί από ακατάρτιστους «ερευνητές» με πρόσβαση στα μέσα επικοινωνίας. Μια από τις πλέον εμπεριστατωμένες αναλύσεις τής ανάδυσης και απήχησης ενός εύηχου μύθου θα βρει ο αναγνώστης στην περιγραφή τού κειμένου για το υποτιθέμενο πρόγραμμα ελληνομάθειας Hellenic Quest (σ. 41 κ.εξ.). Πίσω από τους επινοητές τέτοιων μύθων βρίσκεται συχνά η πρόσληψη της αρχαιογνωσίας με νωχελική αυταρέσκεια ή ακόμη η ελλιπής γνώση. Στις ευστοχότερα διατυπωμένες κρίσεις τού βιβλίου ανήκει οπωσδήποτε ότι «όσο λιγότερες γλώσσες ξέρει κάποιος, τόσο περισσότερο ρέπει προς γενικεύσεις» (σ. 241).

Η αυθεντική ευαισθησία τού Νίκου Σαραντάκου φαίνεται επίσης από οξυδερκείς παρατηρήσεις του για τη γλώσσα, γνωστές σε όσους έχουν και στο παρελθόν συζητήσει μαζί του. Έχει δίκιο ότι πολλά ρήματα τείνουν να γίνονται μεταβατικά (σ. 146) και σωστά διαπιστώνει ότι ορισμένες χρήσιμες λεπτές διακρίσεις τείνουν να σαρώνονται από τη γενίκευση (π.χ. ήταν – ήσαν, ως – σαν, έκαμα – έκανα). Εύστοχη είναι επίσης η αρχή που εφαρμόζει, ότι αν ορισμένη γραφή ή διατύπωση έχει παγιωθεί από αιώνες (από τον μεσαίωνα ή ακόμη και από την αρχαιότητα), δεν είναι σκόπιμο να στιγματίζεται η χρήση της από τυχόν διαφορετική αφετηρία (π.χ. οι γραφές κροκόδειλος, πλημμύρα, οι φράσεις και δη, παν μέτρον άριστον).

Μία ακόμη οξυδερκής επισήμανση είναι η τάση να μην ακολουθείται συστηματικά ο αρχαίος κανόνας τής σίγησης του τελικού φωνήεντος των προθέσεων όταν το β΄ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν (σ. 130-1, π.χ. παραϊατρικά, παραεμπόριο, παραεξουσία κτλ.). Επειδή ο Ν.Σ. γράφει ότι «αυτή είναι εξέλιξη της γλώσσας, που δεν μπορώ να αιτιολογήσω έτσι πρόχειρα», ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ότι οφείλεται στη μορφολογική αρχή τής λεξικής ακεραιότητας (lexical integrity, αναλυτικά στη S. Anderson, A-Morphous Morphology, 1992, Cambridge University Press), κατά την οποία ο ομιλητής νιώθει την ανάγκη να έχει εν συνθέσει πλήρεις λεξικούς τύπους.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η λέξη παρ(α)ολυμπιάδα, που απασχόλησε τον Ν.Σ. και έχει/είχε ταλανίσει αρκετά τον δημόσιο λόγο. Δεν κρίνω άσκοπο να μνημονεύσω εδώ ένα περιστατικό, μια και έχουν περάσει πλέον αρκετά χρόνια:

Ενώ προετοιμάζονταν οι Παρ(α)ολυμπιακοί Αγώνες, ένας από τους υπευθύνους είχε την ιδέα να τηλεφωνήσει στο γραφείο μου και να μου εκθέσει το πρόβλημα με την απόδοση του αγγλ. Paralympics. Ρώτησε ποια ελληνική μεταγραφή είναι σωστή. Του απάντησα ότι, αν και ο τύπος Παρολυμπιακοί συμμορφώνεται με τον αρχαίο κανόνα, ο τύπος Παραολυμπιακοί είναι εξίσου αποδεκτός. Άκουσα που δυσκολευόταν να πειστεί. Τον ρώτησα γιατί. «Ξέρετε», εξήγησε, «μας έχουν πει να μην αλλάξουμε καθόλου τον αγγλικό όρο, να γράψουμε Παραλυμπιακοί».

Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη για ομοιομορφία στις διάφορες γλώσσες, αλλά ο σχηματισμός συνθέτων δεν έχει σε κάθε μια τούς ίδιους περιορισμούς. Το ελληνογενές πρόθεμα para- στην Αγγλική απαντά σε αρκετά σύνθετα δηλώνοντας κάτι που υπάρχει παράλληλα ή παράπλευρα προς κάτι άλλο (π.χ. paramilitary «παραστρατιωτικός», paramedic «παραϊατρικός», parapsychology «παραψυχολογία» κτλ.). Το πρόθεμα αυτό χρειάζεται την πλήρη μορφή του για να αποδώσει αυτή τη σημασία στην Αγγλική, διότι τυχόν συγκεκομμένο αλλόμορφο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σε νεόπλαστα σύνθετα. Δικαιολογημένα ο Ν.Σ. απορρίπτει τον αγγλισμό *Παραλυμπιακοί. Και ευτυχώς, ο τύπος αυτός δεν υιοθετήθηκε από την επιτροπή των αγώνων.

Υπάρχουν δύο ακόμη τομείς που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τής Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων: η ανίχνευση των λαθών και η ταυτότητα της γλωσσικής χρήσης. Οι αξιοσημείωτες ιδέες τού συγγραφέα αξίζουν οπωσδήποτε περαιτέρω συζήτηση, οι δε επί μέρους αντιρρήσεις μου πιστεύω ότι θα ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο με πραγματική προσδοκία.

Θα ασχοληθώ με αυτά τα αιτήματα στο δεύτερο άρθρο, το οποίο θα ολοκληρώσει τη βιβλιοκριτική παρουσίαση.