12/12/06

Ας μιλήσουμε για ορθογραφία...

They spell it Vinci and pronounce it Vinchy;
foreigners always spell better than they pronounce.

Mark Twain (1869)



Οι ιστορικοί γράφουν ότι η πλήρης πανοπλία τού Ρωμαίου λεγεωναρίου ζύγιζε περίπου 30 κιλά. Αν αναλογιστούμε ότι σε περίοδο εκστρατείας οι ρωμαϊκές φάλαγγες διήνυαν αρκετά χιλιόμετρα την ημέρα, καθώς και ότι η μάχη μπορούσε να διαρκέσει πολλές ώρες, ο λεγεωνάριος χρειαζόταν αρκετά αποθέματα αντοχής και δύναμης απλώς και μόνο για να κινείται. Και τότε μερικοί φαντασμένοι Ρωμαίοι, που κατακρίνει στα κείμενά του ο Ιούλιος Καίσαρ, διαπίστωναν πόσο λάθος είχαν κάνει όταν έσπευδαν να προσθέσουν στις πανοπλίες τους όμορφα διακοσμητικά φτερά ή χρυσές (αντί δερμάτινες) χειρίδες και ζώνες και τώρα δυσκολεύονταν να λυγίσουν τα γόνατα ή να απλώσουν τα χέρια.

Κάθε πρόταση για την ορθογραφία έχει την ιδιαιτερότητα ότι κομίζει το φορτίο τής συνεχούς δοκιμασίας. Οι μακρές διαφωνίες και διαμάχες έχουν πάντοτε το ίδιο αντικείμενο με την εικόνα τού Ρωμαίου λεγεωναρίου μπροστά στον καθρέφτη: Τι χρειάζομαι; Τι είναι απαραίτητο; Τι είναι περιττό; Τι είναι αταίριαστο; Τι είναι εφικτό;

Το ότι αναφέρθηκα σε στρατό έχει σκοπιμότητα: είχα υπ' όψιν τις ιδιότητες της ομοιομορφίας και της πειθαρχίας. Αυτές νομίζω ότι είχε τονίσει ήδη το 1932 σε ομιλία του προς ακροατήριο εκπαιδευτικών ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Παρακαλώ προσέξτε τη διατύπωσή του:

"Αναγνωρίζω την ανάγκη για μια απλοποίηση. Θα ήμουν όμως ο τελευταίος που θ' αδιαφορούσε για την ανάγκη ορθογραφικής πειθαρχίας. Και είναι χρέος μου να θυμίσω πως η απόχτηση γραπτής κοινής, σε όποια βάση και αν ρυθμιστή, θα έχη πάντοτε να κριθή μ' ένα άλλο ανώτατο σύνθημα, χρήσιμο και σε πολλά άλλα: της εργασίας."


Οι εύστοχες παρατηρήσεις τού Τριανταφυλλίδη αποδεικνύουν αναντίρρητες, καθώς πιστεύω, τις αρχές που προανέφερα. Αν και ηχούν δυσάρεστα, η ομοιομορφία και η πειθαρχία υπήρξαν στόχοι κάθε ορθογραφικής μεταρρύθμισης. Διέφερε, ωστόσο, το εκάστοτε πρότυπο αναφοράς. Με τη διεισδυτική του ματιά ο Τριανταφυλλίδης εξήγησε ότι το κριτήριο της εργασίας (δηλ. της εφαρμογής) είναι ισχυρότερο από το κριτήριο του μονομερούς ιστορισμού, αλλά και εγκυρότερο από την επιδίωξη της απλοποίησης ή της ευκολίας.

Σε τελευταία επιφυλλίδα του στην εφημερίδα Τα Νέα (Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου) ο κ. Γιάννης Χάρης, επιμελητής εκδόσεων, υποστήριξε, με τον τρόπο του, την ισχύ αυτών των αρχών και κατέκρινε λεξικογραφικά εγχειρήματα που θεωρεί ότι τις παρακάμπτουν (άρθρο: Ορθογραφούμεν μετ' ευτελείας;). Υπολογίζω πάντοτε σοβαρά τις απόψεις των "εργατών" τής γλώσσας: μεταφραστών, συγγραφέων, επιμελητών, διορθωτών, εκπαιδευτικών κ.ά. Επειδή συνεχώς αναμετρούνται με τη γλώσσα και τη γραφή σε δημόσιο βήμα, διαθέτουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν αμέσως να αποτιμήσουν τον απόηχο των επιλογών τους.

Ο κ. Χάρης ευστοχεί στην παρατήρηση ότι κανένα λεξικογραφικό έργο δεν δικαιούται τον τίτλο τής Βίβλου σε γλωσσικά ζητήματα. Μολονότι η φράση του έχει συγκεκριμένο στόχο, δεν θα ήθελα να τον αδικήσω αφαιρώντας από το σχόλιό του το δίδαγμα που πρέπει να αντληθεί. Θα άξιζε να προστεθεί ότι η απόδοση τίτλων δεν είναι μονομερής: οι γλωσσολόγοι γνωρίζουμε ότι σε διάφορα έργα έχει κατά καιρούς απονεμηθεί ο τίτλος ευαγγέλιο της δημοτικής, κορωνίδα τής λεξικογραφίας, επιτομή τής εγκυρότητας κ.ά. Ας αποσπάσουμε από τη φόρτιση των χαρακτηρισμών την αξία τής συνύπαρξης διαφόρων λεξικών, γραμματικών και γλωσσολογικών προτάσεων, που συμβάλλουν στην καλλιέργεια των επί μέρους θεμάτων. Πρέπει να εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να αναπτύσσει συνδυαστική θεώρηση και να μην περιφρονούμε μια καλή εισήγηση απλώς επειδή δεν ξεκίνησε από εμάς.

Ο κ. Χάρης έχει δίκιο ότι η ορθογραφική σύγχυση μπορεί να βλάψει τη γλωσσική πράξη, ιδιαίτερα τη διδακτική. Πιστεύει ότι οι νεωτεριστικές προτάσεις (εννοεί την ετυμολογική ορθογραφία) πρέπει να περιορίζονται σε αμιγώς επιστημονικές εργασίες και να τίθενται προς αξιολόγηση, ώστε να μην αιφνιδιάζεται ή παρασύρεται το κοινό, όπως θεωρεί ότι συμβαίνει με ένα λεξικογραφικό έργο περιωπής.

Ομολογώ ότι αυτή η θέση είναι αξιοπρόσεκτη και αξίζει κανείς να κοπιάσει διανοητικά, ώστε να τη σταθμίσει κατάλληλα. Ως προς το ζήτημα της διδακτικής ο κ. Χάρης έχει δίκιο: οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις δεν πρέπει να αποσυντονίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα. Εντούτοις, ο καθένας μας παραδέχεται ότι η εγγενής αδράνεια που χαρακτηρίζει τις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις (όπως συνέβη επί παραδείγματι με την καθυστερημένη καθιέρωση της Νεοελληνικής Κοινης και του μονοτονικού) τείνει να εδραιώνει συνήθειες (ναι, ακόμη και γραφές ή γλωσσικές τακτικές) που δεν μοχθήσαμε να ελέγξουμε ή δεν δεχτήκαμε να ανασκευάσουμε, επειδή είπαμε ότι δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες. Τη συγκεκριμένη πτυχή τού ζητήματος νομίζω ότι παρέβλεψε ο κ. Χάρης. Ότι ο διάλογος για την ορθογραφία δεν πρέπει να γίνεται μόνο για να αντικρούσουμε τους αντιγνώμους μας, αλλά και για να φωτιστούν ενδεχόμενες αδυναμίες μας. Και ότι η σημερινή σχολική ορθογραφία δεν είναι επέκεινα ή υπεράνω αυτού του διαλόγου.

Στο επόμενο σημείωμα θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, διαφωνώ με την έμμεση θέση τού κ. Χάρη, ότι ο διάλογος για την ορθογραφία έχει ουσιαστικά λήξει. (Ζητώ συγγνώμη αν τον αδικώ ή του βάζω λόγια στο στόμα, αλλά αυτή την εικόνα αποκόμισα από το άρθρο του). Θα επιχειρήσω επίσης να αναλύσω ποιες αδυναμίες παρουσιάζει η καθιερωμένη σχολική ορθογραφία ως προς τις αρχές τής συνέπειας και της ομοιομορφίας. Έχοντας δαπανήσει πολλά χρόνια στη μελέτη των συναφών θεμάτων και με το φορτίο ή το εφόδιο των πολλών λαθών μου, έχω οδηγηθεί σε μερικά συμπεράσματα που ίσως σημαίνουν κάτι.

Μικρή παρατήρηση/παρένθεση: Όταν κρίνουμε μια ορθογραφική πρόταση, δεν θα πρέπει να υιοθετούμε το αξίωμα falsus in uno, falsus in toto, απορρίπτοντας συλλήβδην τις εισηγήσεις κάποιου με τον οποίο γενικά διαφωνούμε. Επειδή κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα έχει αναντιρρήτως ιδεολογικό υπόβαθρο, επωμιζόμαστε, όταν γράφουμε, τη βαριά ευθύνη να δείξουμε ότι οι πεποιθήσεις που έκφράζουμε δεν έχουν θολώσει την κρίση μας και ότι η ισχυρή μας θέση δεν έχει καταστρέψει την ικανότητά μας να προσδίδουμε στη συζήτηση αξιοπρέπεια και ήθος. Και τότε, είτε επικρατήσουν οι απόψεις μας είτε όχι, το απόσταγμά τους θα είναι θετικό.
Προσθήκη (17/12/06): Μετά την ανάρτηση αυτού του κειμένου ο κ. Χάρης είχε την καλοσύνη (μέσω προσωπικής επικοινωνίας) να μου διευκρινίσει περαιτέρω θέσεις τού άρθρου του που φοβάται μήπως παρανοήθηκαν. Τον ευχαριστώ θερμά για τις διασαφήσεις του και θα τις λάβω υπ' όψιν στη συνέχεια της συζήτησης. Εξυπακούεται ότι θα περιμένω την προαναγγελθείσα επιφυλλίδα τού κ. Χάρη στα Νέα και κατόπιν θα συνεχίσω τη δική μου συνεισφορά.

6/12/06

Το δέντρο, τα κλαδιά και τα κύματα: Σχήματα στη γλωσσική αλλαγή

Σε παλαιό εγχειρίδιο για την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας δινόταν προς τον μαθητή η ακόλουθη (υφολογική) συμβουλή: Αποφεύγετε τη χρήση ρητών, παροιμιών και παραδειγμάτων στον γραπτό σας λόγο. Αν τα χρησιμοποιείτε, οι αναγνώστες σας ίσως νομίσουν ότι δεν μπορείτε να εκφραστείτε με δικά σας λόγια ή ότι δεν έχετε δικές σας ιδέες. Η συμβουλή αυτή δεν φαίνεται παράδοξη. Στα επιστημονικά εγχειρίδια η χρήση παραδειγμάτων σπανίζει και κυριαρχεί η μεταγλώσσα τής ορολογίας, με σκοπό τη συμπύκνωση των πληροφοριών και, ως εκ τούτου, την οικονομία τού λόγου. Πολλοί δε έχουν τη γνώμη ότι τα ρητά, οι παροιμίες και τα παραδείγματα ανήκουν προφανώς σε κοινωνίες με λιγότερα εγγράμματα μέλη, οι οποίες στηρίζονταν κυρίως στη μνήμη ως αποθήκη και φυλάκιο γνώσεων. Ο σύγχρονος επιστήμονας, κατ' εξοχήν ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ανατρέφεται με την αντίληψη ότι η ακαδημαϊκή διδασκαλία περιλαμβάνει την παράθεση στοιχείων και επιχειρημάτων, θέσεων και αντιρρήσεων διατυπωμένων στη γλώσσα τής επιστήμης, στη γλώσσα των βιβλίων αυτών καθ' αυτά. Τελικά, το ακαδημαϊκό μάθημα καταλήγει να είναι αναμέτρηση του διδάσκοντος με ένα ή περισσότερα βιβλία.

Έχω από καιρού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω τακτική θα μπορούσε να παρομοιαστεί με κάποιον που ζωγραφίζει έναν πίνακα, χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα γνωστό σχήμα. Μολονότι κάποιοι ομότεχνοι ίσως τον θαυμάσουν, πόσοι θα απολαύσουν πραγματικά το προϊόν ως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα; Ακόμη και αν ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι η τεχνική του συνιστά τέχνη, τι εντύπωση θα αποκομίσουν για την τέχνη οι παρατηρητές;

Σε αυτό το σημείωμα επιθυμώ να δείξω ότι η χρήση παραδειγμάτων στην ακαδημαϊκή διδασκαλία τής γλωσσικής αλλαγής έχει στην πραγματικότητα βάθος, ισχύ και παραστατικότητα που την καθιστούν στοιχείο τής μάθησης και όχι απλώς βοήθημά της. Στα σημεία που θα παραθέσω στη συνέχεια, παρακαλώ προσπαθήστε να διακρίνετε την εκτενή χρήση των αναλογιών, που, αν λείψουν, καθιστούν ανεπαρκή την παρουσίαση και την αποτίμηση των αντίστοιχων θεωριών.

Ένα από τα πρώτα σχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διδασκαλία τής Ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας ήταν το δέντρο (Friedrich von Schlegel, Franz Bopp κ.ά.). Η απλότητα αυτής της συλλήψεως έχει εισχωρήσει στην επιστημονική μεταγλώσσα. Κατανοούμε ευθύς αμέσως την αναφορά σε γλωσσικούς κλάδους, που προέκυψαν από κοινό κορμό, αναφερόμαστε σε ρίζες γλωσσών και λέξεων και τελικά δεν δυσκολευόμαστε να πούμε ότι φύσηξε ο άνεμος της γλωσσικής αλλαγής.

Αν η γλώσσα λειτουργούσε σαν μηχανή ή οργανισμός, το σχήμα δεν θα είχε ατέλειες. Αποτυπώνει πολύ καλά τις εγγύτερες και τις απώτερες σχέσεις των επί μέρους γλωσσών, ξεχωρίζει τους κλάδους από τους υποκλάδους και επιτρέπει την υπόθεση ότι, όπως ένα κλαδί μπορεί να ξεραθεί, μια γλώσσα μπορεί ομοίως να πεθάνει, αν πάψει να έχει ομιλητές.

Εντούτοις, όταν εμβαθύνουμε στην ιστορία των γλωσσών, το σχήμα ή το πρότυπο του δέντρου φαίνεται ατελές. Ας αναφερθούμε σε ένα μόνο μειονέκτημα: Στο κατά γράμμα δέντρο τα κλαδιά ξεκινούν από διαφορετικό σημείο τού κορμού, πλησιέστερα ή μακρύτερα από τη ρίζα. Αυτό θα φαινόταν πολύ ελκυστικό για τις γλωσσικές οικογένειες, ότι δηλαδή αποχωρίστηκαν από τον κοινό κορμό σε διαφορετικά χρονικά στάδια.

Αν, όμως, το σκεφθούμε βαθύτερα, η εξήγηση δεν ικανοποιεί. Επί παραδείγματι, σε ποιο χρονικό σημείο τής δημώδους Λατινικής αποχωρίστηκαν από τον κοινό κορμό οι ρομανικές γλώσσες; Αν υποθέσουμε ότι οι γλώσσες τής Καστίλλης (η κατοπινή Ισπανική) αποχωρίστηκαν στο χρονικό σημείο Α, οι υπόλοιποι λατινόφωνοι μιλούσαν ακόμη την ύστερη Λατινική; Και πότε έληξε ο προσδιορισμός; Πότε οι κάτοικοι των επαρχιών τής Λουζιτανίας συνειδητοποίησαν ότι η γλώσσα τους δεν ήταν Λατινική αλλά Πορτογαλική; Πότε το αντιλήφθηκαν οι ομιλητές των άλλων συγγενών γλωσσών; Για να χρησιμοποιήσουμε ένα ακόμη παράδειγμα, η απόλυτη υιοθέτηση του δενδροειδούς σχήματος θα παρομοίαζε τη γλώσσα με αμαξοστοιχία, η οποία βαθμηδόν χάνει τα βαγόνια της ώσπου μένει χωρίς κανένα, αλλά εμείς επιμένουμε να μιλούμε για τρένο.

Είναι προφανές ότι, όταν παρουσιάστεί στους φοιτητές ολόκληρος ο παραπάνω συλλογισμός, δεν υποτιμάται η νοημοσύνη τού ακαδημαϊκού ακροατηρίου. Απεναντίας, τους βοηθούμε να εισδύσουν στην ουσία τής θεωρίας και να τη συλλάβουν σφαιρικά και πλήρως. Ενεργοποιούμε τις δυνάμεις αντιλήψεώς τους και είναι πιθανόν μέσω κατάλληλων ερωτήσεων να αντιληφθούν οι ίδιοι το πλαίσιο του όλου σχήματος. Εν ολίγοις, τους βοηθούμε να αναπτύξουν και να καλλιεργήσουν επιστημονικό λογισμό.

Ο γλωσσολόγος που χώνεψε καλά το σχήμα τού δέντρου θα κατανοήσει επιπλέον τι επιδίωξε να προσφέρει η θεωρία των κυμάτων (Wellentheorie). Θα συλλάβει ευθύς τις ατέλειές της, αναλογιζόμενος ότι η γλωσσική αλλαγή δεν περνά σαν οδοστρωτήρας πάνω από προγενέστερα στρώματα ή τύπους. Θα καταλάβει, εν ολίγοις, ότι η γλωσσική αλλαγή είναι πολύπλοκη διαδικασία, στην οποία μόνον ατελώς μπορεί να έχει πρόσβαση ο επιστήμονας, διότι αποτελεί ο ίδιος τμήμα της ή την παρατηρεί υπό περιορισμένη οπτική γωνία και αφού έχει ήδη συντελεστεί.

Εφόσον ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος να σκέφτεται με βάση εικονοσχήματα (image-schemas), που αποτελούν δομές γνώσεως θεμελιώδεις στην οργάνωση της σκέψης, η χρήση παραδειγμάτων και σχημάτων στην επιστημονική μάθηση είναι στην πραγματικότητα εγγενές στοιχείο τής γνώσης. Η επιστημονική ανάλυση που δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί με δεδομένα γνωσιακά (cognitive) σχήματα γίνεται ανεπίγνωστη, ακατανόητη ή, όπως έγραψε ο μαθηματικός και γλωσσολόγος Ray Jackendoff, απλώς α-νόητη.

30/11/06

Γλώσσα και αγωγή

Μερικές ερωτήσεις μοιάζουν με παγόβουνα: Η ουσία τους βρίσκεται ως επί το πλείστον κάτω από την επιφάνεια, πίσω από αυτά που πραγματικά δηλώνουν.
Πάρτε ως παράδειγμα την ερώτηση: Φθείρεται η γλώσσα;

Η ερώτηση αυτή ανασύρει στην επιφάνεια μια έννοια γλωσσολογικώς απαράδεκτη: τη φθορά. Η επιστημονική άποψη, ότι η γλώσσα μεταβάλλεται ή αλλάζει και δεν «φθείρεται», έχει πολλαπλώς καταδειχθεί και δεν χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση. Ούτε χρειάζεται να καταπιαστεί κανείς με τους παράγοντες που συνήθως ωθούν κάποιον να μιλήσει για φθορά: μακρά ιστορική παράδοση, ανάδειξη των λόγιων στοιχείων σε κανόνα ορθοέπειας, αποδοκιμασία των δανείων, μορφολογικές αποκλίσεις που τείνουν να διαδοθούν. Ούτε χρειάζεται να αναφερθεί κανείς στο ζήτημα της εξιδανίκευσης της ετυμολογικής ορθογραφίας (παρ’ ότι πιστεύω ότι είναι η συνεπέστερη μορφή και έχω εργαστεί για τη συστηματοποίησή της στην Ελληνική).

Πίσω από την ερώτηση περί φθοράς συνήθως κρύβεται απογοήτευση. Συχνά καλοπροαίρετοι άνθρωποι με αγάπη για τη γλώσσα λυπούνται βλέποντας τάσεις για παρέκκλιση από το πρότυπο που έχουν μελετήσει, καλλιεργήσει ή φανταστεί. Συνήθως δε η αντίληψη της φθοράς συνοδεύεται από ελλιπή γλωσσολογική παιδεία, η οποία ευδοκιμεί στους ελληνοκεντρικούς χώρους. Και είναι κρίμα ότι η προώθηση των αποκαλουμένων «ιδεολογημάτων υπεροχής» (ideals of superiority), που σχετίζονται με την πατρότητα του αλφαβήτου, την ινδοευρωπαϊκή θεωρία ή την προφορά τής Αρχαίας Ελληνικής, βρίσκει γόνιμο έδαφος σε όσους αγαπούν τη γλώσσα και αναζητούν κάπου να αγκιστρωθούν, ώστε να νιώσουν ότι δεν συμβάλλουν στη φθορά της.

Η σκιαμαχία σχετικά με τις θέσεις αυτές αποτελεί πλέον κοινό τόπο σε κάθε συζήτηση περί «φθοράς» τής γλώσσας. Σε κατοπινά σημειώματα θα αναφερθώ στα καθαρώς γλωσσολογικά ζητήματα που σχετίζονται με αυτή τη συζήτηση. Υπάρχει όμως περισσότερο βάθος στο αρχικό ερώτημα: Εφόσον η έννοια της φθοράς έχει αξιολογική και ηθική χροιά, υπάρχει κάποιος τρόπος να εφαρμοστεί στη γλώσσα;


Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε μια πλευρά τού ζητήματος, η οποία δεν υπόκειται σε γλωσσολογική / επιστημονική ανάλυση. Με αυτό θα ήθελα να ασχοληθώ σε αυτό το πρώτο σημείωμα. Αναφέρομαι στη γλωσσική επικοινωνία, στην αγωγή τού λόγου. Ο όρος αυτός ίσως ανακαλεί στον νου μαθήματα καλλιέπειας, ορθής εκφώνησης και άρθρωσης ή, εν γένει, τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να βελτιωθεί ως ομιλητής ή δάσκαλος προς ακροατήριο και να πείθει τους συνομιλητές του. Τέτοιου είδους ζητήματα έχουν ασφαλώς μεγάλη σημασία και αποτελούν στην ουσία την τέχνη τής ρητορικής, την οποία μπορεί κάποιος να διδαχθεί και, εν συνεχεία, να ασκήσει, όπως συνέβαινε ήδη στην αρχαιότητα.

Η γλωσσική επικοινωνία, όμως, δεν στηρίζεται μόνο στην ικανότητα πειθούς. Διαθέτει και άλλες αρετές που συνήθως αγνοούνται.


Συγκεκριμένα: Σε πάμπολλες συζητήσεις (ακόμη και σε ανταλλαγές κειμένων) βλέπει κανείς να αρθρώνονται απλώς παράλληλοι μονόλογοι. Όταν κάποιος παρατηρεί τον συνομιλητή του ενώ συγχρόνως προετοιμάζει την απάντησή του, έχει στάση αμυντική και δεν συμβάλλει σε πραγματική επικοινωνία. Επιπρόσθετα, η πίεση για εξασφάλιση γοήτρου μεταβάλλει μια συνομιλία σε αγώνα από τον οποίο πρέπει κανείς να βγει (όσο το δυνατόν πιο) αλώβητος. Ως εκ τούτου, όλο και λιγότεροι είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν χρόνο ακούοντας κάποιον και στη συνέχεια να δείξουν ότι έλαβαν υπ’ όψιν όσα ελέχθησαν. Όλο και σπανιότερα ακούμε ανθρώπους να υποβάλλουν ερωτήσεις όπως «Τι εννοείς;», «Ποια είναι η γνώμη σου;», «Μπορείς να μου εξηγήσεις…;» Τέτοιες ερωτήσεις παραχωρούν σε κάποιον άλλον χρόνο να παρουσιάσει τη θέση του και να κυριαρχήσει τρόπον τινά στη συζήτηση· επιπλέον αποκαλύπτουν ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα και μας στερούν την ευκαιρία να προβάλουμε τον εαυτό μας. Σημαίνουν ότι δεν επιδιώκουμε να είμαστε το επίκεντρο της προσοχής ή το σημείο αναφοράς σε κάθε τι που διαμείβεται.

Η αγωγή τής επικοινωνίας περιλαμβάνει την ευγένεια και τον σεβασμό. Είναι η ικανότητα ή η τέχνη να κάνουμε τον συνομιλητή ή τον ακροατή να αισθανθεί ότι ωφελήθηκε, ότι συνέβαλε, ότι βοήθησε, ότι συμμετείχε. Σημαίνει να αφιερώνουμε χρόνο στη γλώσσα, χωρίς να βιαζόμαστε όταν μιλούμε και χωρίς να σπεύδουμε να εκφράσουμε γνώμη για το κάθε τι. Σημαίνει να αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς μας και ότι άλλοι μπορεί να υπερέχουν σε γνώσεις, ιδέες ή ευφυΐα και, επομένως, να μας ωφελήσουν. Σημαίνει να διαφωνήσουμε χωρίς να προσβάλουμε ή να θίξουμε. Σημαίνει να κερδίσουμε τον συνομιλητή, όχι τη λογομαχία.

Ο Αυστριακός πιανίστας Artur Schnabel παραδέχτηκε κάποτε: «Δεν παίζω τις νότες καλύτερα από άλλους πιανίστες. Χειρίζομαι όμως καλύτερα τις παύσεις ανάμεσα στις νότες—ναι, εκεί ακριβώς έγκειται η τέχνη μου».
Η αγωγή τής επικοινωνίας περιλαμβάνει παύσεις. Όχι απλώς τις ρητορικές παύσεις για έμφαση, για εισαγωγή επιχειρήματος, για πρόκληση αποήχου κ.τ.ό., αλλά την ικανότητα να σωπαίνει κανείς για να ακούσει. Συνδέεται με την τέχνη τής ακρόασης, η οποία φθείρεται διαρκώς από την ταχύτητα της ομιλίας, από έναν ακατάπαυστο μονόλογο που εξωτερικεύεται χωρίς να έχει ωριμάσει.

Η αγωγή τής επικοινωνίας είναι κατ’ εξοχήν αναγνώριση της αξίας τού σιγάν, όχι του λαλείν. Και αυτό δεν είναι μόνο τέχνη, αλλά και αρετή.