8/2/08

Ετυμολογικές παρενέργειες: Η αμαξοστοιχία και η μηχανή

Κριτική στο άρθρο τού Ι.Ν. Ηλιούδη
«À propos de l’étymologie des mots
κτῆνος, ζερβός, φλογέρα, καζάνι»
(Αθηνά, τόμ. ΠΒ΄ [2000], σ. 229-232)

Δεν είχα αρχίσει ακόμη να πηγαίνω στο σχολείο, όταν ο αγαπημένος μου παππούς συνήθιζε να με πηγαίνει βόλτα στο Φάληρο. Ήταν στις αρχές τής δεκαετίας τού ΄70, τότε που είχε περιοχές με μεγάλες παιδικές χαρές και οι άνθρωποι ένιωθαν άνετα να περπατήσουν. Θυμούμαι λίγες λεπτομέρειες πια, αλλά πολύ καθαρά πόσο βάρος είχε στα μάτια ενός παιδιού ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που παίρναμε από την Πλατεία Ομονοίας. Αυτό που έχει μείνει καρφωμένο στη μνήμη, όμως, είναι η απογοήτευσή μου που δεν μπορούσα να βρω τη μηχανή τού τρένου. Η αμαξοστοιχία έφτανε στο τέρμα τής διαδρομής και ευθύς γύριζε πίσω με την αντίθετη φορά· δεν έπρεπε η μηχανή να είναι πάντοτε μπροστά;

Ο ετυμολόγος που έχει να δαμάσει υλικό ποικίλης προελεύσεως βρίσκεται συχνά στην ανάγκη να αποφασίσει προς τα πού θα κινηθεί και ποιο από τα διαθέσιμα στοιχεία φέρει το ειδικό βάρος που απαιτείται για να οδηγήσει την έρευνα. Αν αστοχήσει, ίσως απομείνει σε άλλον προορισμό, πασχίζοντας κατόπιν να συμμορφώσει όπως-όπως τα δεδομένα.

Ο δρ Φιλολογίας Ι.Ν. Ηλιούδης έχει κατά καιρούς ασχοληθεί με την ετυμολογία και λυπούμαι ότι χρειάστηκε και στο παρελθόν να ελέγξω τις προτάσεις του. Η επιστήμη τής ετυμολογίας έχει κανόνες και αυτοί εφαρμόζονται, όχι αφαιρετικά στο γενικό πλαίσιο, αλλά στην οπτική γωνία, στη συλλογιστική τροχιά και στη φορά τής έρευνας. Στην εφαρμογή τους δεν αρκεί η καλή προαίρεση.

Ο κ. Ηλιούδης ετυμολογεί εκ νέου τις λέξεις κτήνος, ζερβός, φλογέρα και καζάνι. Ατυχώς, σφάλλει και στις τέσσερεις. Όχι από ατελή γνώση τής γλώσσας ή από έλλειψη βιβλιογραφικών πηγών, αλλά από κακή κρίση, από άστοχο υπολογισμό των παραγόντων που συμμετέχουν στην ιστορία των λέξεων.

Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω γιατί ο προσανατολισμός αυτών των προτάσεων είναι εσφαλμένος ή γιατί η μηχανή τού τρένου πρέπει πάντοτε να βρίσκεται στην πρώτη θέση.


1) κτήνος

Ο συγγραφέας κρίνει λανθασμένη τη γλωσσολογική βιβλιογραφία που ανάγει τη λέξη σε θέμα ομόρριζο του ρήματος κτῶμαι (-άο-). Αιτία είναι ένας συλλογισμός που βασίζεται σε ανεπαρκή λεξικογραφική κρίση: Ότι κτήνη ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα ζώα που σφάζονταν για να προσφερθούν ως θυσία. Με αυτή την αφετηρία ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι «l’étymologie de ce mot est vraisemblablement en relation avec de sens du verbe κτείνω, ἔ-κταν-ον (κταν > κτην)» (σ. 230). Προχωρεί μάλιστα να κατονομάσει την προτεινόμενη παραγωγή με τον παλαιογραμματικό όρο μετάληψις, που μεταχειρίζονταν οι γραμματικοί τής ελληνιστικής εποχής για να περιγράψουν τη μετάθεση ποσότητας, επειδή αγνοούσαν τα μεταπτωτικά φαινόμενα.

Η ετυμολογία είναι, δίχως άλλο, ευγενής άσκηση και δεν θέλω διόλου να αποθαρρύνω νέες προτάσεις. Εντούτοις, αν η συμβολή μας δεν έχει μεθοδολογική αρτιότητα, πιθανόν να αποδειχθεί μάταιη, διότι, όπως σοφά έλεγε ο ποιητής, κακὸν δ’ ἀνεμώλια βάζειν.

Εν προκειμένω, η σωστή μορφολογική ανάλυση είναι προϋπόθεση και όχι παρεπόμενο της σύγκρισης. Πρέπει να προηγείται οποιουδήποτε συσχετισμού με εικαζόμενα ομόρριζα. Σύμφωνα με τα έγκυρα λεξικογραφικά έργα (Chantraine, Frisk, Hofmann), η λ. αναλύεται κτῆ-νος (με θέμα κτη- και παραγωγικό επίθημα -νος), πράγμα που την εντάσσει στην ευρεία λεξιλογική οικογένεια των αρχ. κτῶ-μαι (-άο-), κτῆ-σις, κτη-τός, κτῆ-μα, κτή-τωρ, κτέα-νον «ιδιοκτησία, περιουσία». Συνεπώς, το θέμα κτη- λειτουργεί κανονικά ως μεταπτωτική βαθμίδα τής ρίζας και δεν υπάρχει τρόπος ή λόγος να αποσυνδεθεί από αυτήν.

Από την άλλη πλευρά, η ανάλυση κτῆν-ος, που προτείνει ο κ. Ηλιούδης θέλοντας να συνδέσει με το αρχ. κτείνω «φονεύω» (< *κτεν-jω), αφήνει τη λέξη απομονωμένη. Από το εν λόγω ρήμα σχηματίζονται παράγωγα σε –ος, αλλά αυτά είναι nomina agentis και συναντώνται αποκλειστικά στην ετεροιωμένη βαθμίδα –κτονος: πατρο-κτόνος, ἀδελφο-κτόνος. Αυτό συμφωνεί με σχήματα όπως τείνω – τόνος, θείνω – φόνος, των οποίων η εκτεταμένη βαθμίδα (*την-, *θην) δεν απαντά στην Ελληνική.

Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που μαρτυρεί ότι το κτῆνος ανήκει στη λεξιλογική οικογένεια του κτῶμαι (και όχι του κτείνω). Ο αρχ. πληθυντικός κτήνη / κτήνεα σημαίνει σε πρώιμα κείμενα «αγέλες, ιδιοκτησία, ποίμνια» (όχι «σφαχτά»), όπως φαίνεται από χωρία τού Ησιόδου και των Ομηρικών ύμνων. Η σημασία «σφαχτά για θυσία», την οποία εισάγει στη συζήτηση ο κ. Ηλιούδης, βασίζεται σε υστερότερες λεξικογραφικές παρατηρήσεις τού Ερρίκου Στεφάνου (στο γνωστό λεξικό τού 1841) και του έργου που είναι γνωστό ως Μέγα Ετυμολογικόν. Τα έργα αυτά αποθησαυρίζουν πολύτιμο υλικό, αλλά οι ερμηνείες τους δεν έχουν επιστημονική βάση. Αν βασιστούμε στις ετυμολογικές τους εξηγήσεις, βέβαιο είναι ότι θα παρασυρθούμε προς άλλη κατεύθυνση.


2) ζερβός

Ο κ. Ηλιούδης δεν συμμερίζεται την άποψη των λεξικών ότι το μεσαιωνικό επίθετο ζερβός ετυμολογείται από το ζαβός, επειδή δεν βρίσκει τρόπο να εξηγήσει τη μεταβολή σημασίας. Εντούτοις, όπως έχω ξαναγράψει, η μηχανή τής αμαξοστοιχίας είναι τα κριτήρια μορφής: αν τα αγνοήσουμε, θα βρεθούμε αίφνης εκτροχιασμένοι και μακριά από τον προορισμό μας. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι «le mot ζερβός a de relation étymologique avec le mot latin reservum (ital. riserva) et il a résulté comme le mot néogrec στέρνα < (ci)sterna: (re)servum, (ri)serva > ζερβός, d’ailleurs tous les deux ont un sens d’auxiliaire et du reserviste» (σ. 231).

Ο συλλογισμός αυτός περιέχει αρκετά ατοπήματα. Αν υποτεθεί απόσπαση του τεμαχίου re- / ri- από το λατ. (re)servum ή το ιταλ. (ri)serva, ποιο είναι το μορφοφωνολογικό περιβάλλον που ευνοεί την επανανάλυση; Επιπλέον, δεν ερμηνεύεται η μετακίνηση του τόνου στη λήγουσα. Το κυριότερο: Παραβλέπεται η παρουσία τού μεσαιωνικού τύπου ζαρβός, το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί από το υποτιθέμενο (re)servum.

Όση συγκίνηση και αν προσφέρει στον ερευνητή μια καινούργια ετυμολογική πρόταση, αυτή εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες που διέπουν ολόκληρο το γλωσσικό υλικό. Από το μεσν. ζαβός «ανόητος, τρελός» προέκυψε τύπος ζαρβός (πιθ. μέσω επιθ. *ζαβρός κατά το αριστερός) και κατόπιν ζερβός (με τροπή /a/ > /e/ σε περιβάλλον /r/). Η λαϊκή πεποίθηση ότι η αριστερή πλευρά σχετίζεται με ελαττωματικότητα σε διάφορους τομείς προσέφερε τη βάση για την ετυμολογική αυτή αλυσίδα.


3) φλογέρα

Για τη λέξη αυτή οι ετυμολογικές μελέτες προτείνουν αναγωγή σε όρους τής Αλβανικής ή της Αρωμουνικής (Κουτσοβλαχικής). Τέτοιοι όροι τού ποιμενικού λεξιλογίου είναι συνήθως διάσπαρτοι στις βαλκανικές γλώσσες (π.χ. ρουμ. fluer, αλβ. flojere) και συχνά δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε την αφετηρία. Ο κ. Ηλιούδης νομίζει ότι βρήκε τη λύση: «cette origine commune est le mot de la grecque ancienne αὐλός: αὐλο- + suffixe -ερα > ἀφλοέρα > φλογέρα» (σ. 232).

Φοβούμαι ότι σε αυτό το νήμα ο αρθρογράφος προχωρεί στα σκοτεινά. Η Νέα Ελληνική δεν έχει επίθημα -ερα (απεναντίας έχει -ιέρα, -ερός, καθώς και επαυξήσεις τους). Ακόμη, η αποκρυστάλλωση της αρχ. διφθόγγου αυ- οδηγεί σε [af] μόνον όταν ακολουθεί άηχο σύμφωνο: αυτός [aftos], παύση [pafsi], αλλά αυλός [avlos], αυλή [avli]. Καμμία γλωσσολογική αιτία δεν μπορεί να στηρίξει διαφορετική συμπεριφορά τής διφθόγγου στην προκειμένη περίπτωση.


4) καζάνι

Τα ετυμολογικά λεξικά ανάγουν το μεσν. καζάνι στο τουρκ. kazan. O κ. Ηλιούδης, ωστόσο, παρασύρεται από τη σκέψη ότι αρκετές τουρκικές λέξεις έχουν απώτερη ελληνική αρχή και εικάζει ότι «le mot turc kazan a aussi l’origine grecque, c’est à savoir, κάδ(ος) + suffixe -ανι(ν) > καζάνι > kazan» (σ. 232).

Η πρόταση αυτή είναι εξ ολοκλήρου άστοχη. Η μεταβολή δ > ζ είναι πολύ σπάνια και δεν πραγματοποιείται ποτέ πριν από ανοικτό κεντρικό φωνήεν (το -α-): απαιτεί πρόσθιο κλειστό φωνήεν ή ημίφωνο (π.χ. ζαβολιά < διαβολιά). Η παράθεση βιβλιογραφικών στοιχείων για τον σχηματισμό των τύπων τηγ-άνι, δρεπ-άνι και παρόμοια, αν και χρήσιμη, δεν ενισχύει καθόλου την πρόταση του αρθρογράφου.


Έχω ξαναγράψει ότι η ετυμολογία δεν είναι ανεκτική επιστήμη. Η υιοθέτηση μιας πρότασης συνεπάγεται απόρριψη άλλης ή άλλων. Πολλές φορές η βιογραφία των λέξεων μοιάζει με βιβλίο που έχουμε πιάσει ανοιγμένο κάπου στη μέση και αγωνιζόμαστε να βρούμε την αρχή του. Είναι ίσως προτιμότερο να το κρατήσουμε πρώτα σωστά, όχι ανάποδα, γνωρίζοντας προς τα πού να διαβάσουμε, από πού να ξεκινήσουμε. Διότι μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί άλλος τρόπος να υπηρετήσουμε την ακρίβεια και την επιστημονική γνώση.

5/2/08

Φιλοξενημένα

Επειδή το επόμενο άρθρο θα είναι (κριτική) ετυμολογικού περιεχομένου, ήθελα να συνδέσω εδώ δύο παλαιότερα κείμενά μου, ώστε ο αναγνώστης να έχει και σε αυτά πρόσβαση. Ευχαριστώ από καρδιάς τούς εκλεκτούς οικοδεσπότες τού Περιγλωσσίου, που είχαν την καλοσύνη να τα φιλοξενήσουν στον ιστότοπό τους.


1) Ετυμολογικά κριτήρια ή άκριτη ετυμολογία;
2) Ο σουγιάς και το νυστέρι: Ετυμολογικά νύγματα.

29/1/08

Γλώσσα και αποταμιευμένη σοφία

Στις 7 Μαρτίου 2007 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών οργάνωσε εκδήλωση με σκοπό να τιμήσει το συγγραφικό έργο τού κ. Γεράσιμου Ρηγάτου στον τομέα τής ιατρικής λαογραφίας. Έγραψα τότε για αυτή την περίσταση. Η εν λόγω εκδήλωση, στην οποία είχα τη χαρά να μιλήσω μαζί με τις καθηγήτριες κ. Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου και Άννα Γουίλ-Μπαδιεριτάκη (αντικαταστάτρια της κ. Μαρκαντώνη), έστρεψε την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τις ασθένειες, το σώμα και τους γιατρούς, όπως αναδεικνύεται από την κρυμμένη σοφία των μύθων, των παροιμιών και των αινιγμάτων.

Ευχαριστώ τους οργανωτές για την τιμητική εκείνη πρόσκληση και παραθέτω στη συνέχεια το κείμενο της ομιλίας μου, με την ελπίδα ότι θα προσελκύσει το ενδιαφέρον σε τομείς τής εκφραστικής γλώσσας που είναι τόσο παραμελημένοι.

Ομιλία προς τιμήν τού καθηγητή κ. Γεράσιμου Ρηγάτου


Πόσες παροιμίες γνωρίζετε; Πόσες πιστεύετε ότι μπορείτε να θυμηθείτε; Πόσες συνηθίζετε να χρησιμοποιείτε;

Οι ερωτήσεις αυτές μοιάζουν ίσως απροσδόκητες σε ένα μορφωμένο και καλλιεργημένο ακροατήριο όπως αυτό. Αλλά οι γνώστες τής ιστορίας ξέρουν ότι σε καιρούς όχι πολύ μακρινούς η ίδια η σοφία και η γνώση ευθέως σχετίζονταν με την ικανότητα κάποιου να κατέχει παροιμίες, να λύνει αινίγματα, να αφηγείται μύθους.

Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι που αποκαλούμε σήμερα σοφούς διακρίνονταν σε αυτούς ειδικά τους τομείς. Ο Αριστοτέλης, ο τελευταίος που μπορούσε να καυχηθεί ότι καλλιέργησε ως πανεπιστήμων τα βασικά γνωστικά πεδία, είχε καταρτίσει εκτενή συλλογή παροιμιών, που δυστυχώς δεν διασώθηκε μέχρι σήμερα. Από την εβραϊκή Βιβλική ιστορία μαθαίνουμε ότι ο Σολομών μπορούσε να λέει από μνήμης 3000 παροιμίες. Τότε που ο γραπτός λόγος ήταν δυσεύρετος και τα κείμενα ελάχιστα, οι παρατηρήσεις τού ανθρώπου για τη ζωή και την υγεία, οι αρχές, οι αρετές και οι αξίες του έπρεπε να διατυπωθούν με τις λιγότερες δυνατές λέξεις. Έπρεπε να απομνημονευθούν. Οι άνθρωποι έφεραν αυτά τα λόγια σαν δίχτυ ασφαλείας στη ζωή τους.

Λοιπόν: Πόσες παροιμίες γνωρίζετε;

Ο κ. Γεράσιμος Ρηγάτος δαπάνησε τουλάχιστον 28 χρόνια συλλέγοντας ύλη λαϊκής σοφίας. Από το 1979, οπότε έγραψε το πρώτο του κείμενο για τον πολιτισμό τής ιατρικής, εργάστηκε επιμελώς και με σχολαστικότητα να αναδείξει τις λαϊκές γνώσεις και αντιλήψεις για την υγεία. Ανέτρεξε σε παροιμίες, μύθους, αινίγματα, δημοτικά τραγούδια, επωδές και αναζήτησε ακατέργαστους κρυστάλλους τέτοιας σοφίας.

Ασφαλώς, η λαογραφική ύλη είναι υλικό ακατέργαστο. Όπως συμβαίνει με κάθε τέτοιο ορυκτό, η ομορφιά του δεν είναι αμέσως φανερή ή ορατή. Ένας αδαμάντινος κρύσταλλος χρειάζεται να κοπεί με μεγάλη επιδεξιότητα, για να λάμψει στο φως και να προκαλέσει τον θαυμασμό. Ειδάλλως, ένα μικρό λάθος στο τρόχισμα μπορεί να τον μετατρέψει σε σκόνη άνθρακα, οπότε αναφωνούμε ότι άνθρακες ο θησαυρός.

Στην ομιλία μου θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, πώς ο κ. Ρηγάτος χειρίζεται με σεβασμό το υλικό του, ώστε να μας προσφέρει κρυστάλλους σοφίας. Δεύτερον, πώς μπορούμε ίσως σήμερα να ωφεληθούμε, αν έπρεπε ή θα οφείλαμε κάτι να διδαχτούμε από όσα με τόσο μόχθο έχουν συγκεντρωθεί.

Θα ξεκινήσω με τον χειρισμό τού υλικού.

Λέγεται ότι η ομορφιά ενός αδαμάντινου κρυστάλλου πολλαπλασιάζεται όταν ξέρουμε από πού να κοιτάξουμε για να διακρίνουμε πώς παγιδεύει και ελευθερώνει το φως από τις πολυάριθμες έδρες του. Ο κ. Ρηγάτος ως φιλόλογος-ιατρός δείχνει ότι ξέρει ακριβώς πού να κοιτάξει. Προσέξτε γιατί.

Το 1997 ο κ. Ρηγάτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Ιατρική Παροιμιολογία, έργο ξεχωριστής λαογνωσίας. Εκεί συναθροίζει, κατατάσσει και ερμηνεύει παροιμίες για τον γιατρό και τον ασθενή, για τα πρόσωπα και τις νόσους, για το σώμα και τις λειτουργίες του. Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά πώς είναι δομημένος ο αφαιρετικός λόγος που χαρακτηρίζει τις παροιμίες. Αντί να παραθέτει απλώς την παροιμία και δίπλα την εξήγηση, προτιμά να αναδεικνύει την αναλογική σκέψη που τη διέπει. Αυτό συμβαίνει επειδή η παροιμία βασίζεται στην αντίληψη ομοιότητας, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα κάθε τέτοιου ρητού.

Θα σας αναφέρω μερικά παραδείγματα.

Αφού η καρδιά είναι η έδρα των αισθημάτων, μπορεί να είναι καλή ή κακή, σκληρή ή τρυφερή, μπορεί να είναι θαρραλέα ή να τρέμει, να ραγίζει, να σπάζει, μπορεί να μας την ανοίγουν ή να την κάνουν περιβόλι, μπορεί να σπαράζει ή να καεί.

Αναλογιστείτε επίσης τον μεταφορικό λόγο που συνδέεται με τη μύτη. Είναι φυσικά το όργανο της όσφρησης και έτσι λέμε ότι κάποιος έχει μεγάλη ή γερή μύτη. Αλλά ο συγγραφέας παρατηρεί οξυδερκώς ότι στον πυρήνα πολλών μεταφορικών εκφράσεων βρίσκεται το γεγονός ότι η μύτη προεξέχει στο πρόσωπο. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιος χώνει τη μύτη του ή τον σέρνουν από τη μύτη. Μπορεί επίσης να είναι ψηλομύτης, αν σηκώνει υπεροπτικά το κεφάλι, ή να μη βλέπει πέρα από τη μύτη του, παροιμία γνωστή και στη γαλλική γλώσσα.

Η αίσθηση της γεύσης μπορεί ακόμη να αποτελέσει τον πυρήνα παροιμιών. Σε διάφορες παροιμίες ο κ. Ρηγάτος επισημαίνει ότι μέσω της γεύσης δηλώνεται η κληρονομικότητα: Γονείς τα τρώνε τα ξινά και τα παιδιά μουδιάζουν – Οι μάννες τρων τα όξινα και τα παιδιά μουδιούνε. Είναι αξιοσημείωτο ότι η παροιμία αυτή συναντάται ήδη στη Βίβλο, στον Ιερεμία και τον Ιεζεκιήλ, τον 7ο κιόλας αιώνα. Οι Εβδομήκοντα διάλεξαν την εξής μεταφραστική απόδοση: Οἱ πατέρες ἔφαγον ὄμφακα καὶ οἱ ὀδόντες τῶν τέκνων ᾑμωδίασαν. Πόσο διαυγής είναι τώρα ο πυρήνας των παροιμιών: Οι πράξεις των γονέων έχουν συνέπειες στα παιδιά τους. Η λαϊκή αντίληψη εύστοχα το εφήρμοσε επίσης στις κληρονομικές νόσους.

Ασφαλώς αυτή η οπτική γωνία προβάλλει τις έδρες τού παροιμιακού λόγου.

Ο χειρισμός τής λαογραφικής ύλης από τον κ. Ρηγάτο είναι υποδειγματικός, ουσιαστικά φιλολογικός, για έναν ακόμη λόγο. Εφαρμόζει στα κείμενά του μια αρχή που γνωρίζουμε ήδη για τη γλωσσολογική της αξία: την αρχή τής ομοχρονίας.

Τι είναι η ομοχρονία και γιατί τη χρειαζόμαστε; Θα απαντήσω σε αυτό το ερώτημα εκθέτοντας σύντομα το πρόβλημα και διαφωτίζοντάς το με ένα παράδειγμα.

Η λαογραφική ύλη βασίζεται στην προφορική παράδοση: καταξιώνεται μέσω της μετάδοσης από γενεά σε γενεά. Επειδή στηρίζεται στην υποστήριξη της ομάδας, στον αυθορμητισμό και όχι στην επιστημονική μελέτη, επειδή συχνά εκφράζει προλήψεις, φαντασία ή μυθική αντίληψη, ενίοτε δυσκολευόμαστε να την προσλάβουμε σωστά.

Μπορούμε ίσως να το παρομοιάσουμε με αυτό που συμβαίνει όταν κοιτάζουμε στον βυθό τής θάλασσας από απόσταση ή από μέσα. Ελάχιστα μέτρα κάτω από την επιφάνεια όλα τα άλλα χρώματα έχουν απορροφηθεί, τα πάντα (ακόμη και το πιο ζωηρό κόκκινο) έχουν αποκτήσει απόχρωση από σκούρο πράσινο. Ως αποτέλεσμα, με τα φυσικά μας μάτια αδυνατούμε να διακρίνουμε οποιαδήποτε απόχρωση του βυθού. Τι χρειαζόμαστε; Φως. Απαιτείται να φέρουμε μαζί μας τεχνητό φως. Χωρίς φως η εικόνα τού βυθού είναι αλλοιωμένη και παραπλανητική.

Η αρχή τής ομοχρονίας που εφαρμόζει πιστά στα έργα του ο κ. Ρηγάτος είναι η προσπάθεια να εξετάσουμε τη λαογραφική ύλη στον δικό της ιστορικό χρόνο, όχι στον δικό μας. Καθώς βυθιζόμαστε στον χρόνο, χρειαζόμαστε, όχι τα μάτια τού 21ου αιώνα, αλλά φως τέτοιο που να μας βοηθεί να γνωρίσουμε τα στοιχεία τού λαϊκού πολιτισμού, το πιστοποιητικό γεννήσεώς τους και το βιογραφικό τους σημείωμα.

Το 2005 ο κ. Ρηγάτος παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό ένα έργο ξεχωριστής ποιότητας, το Λεξικό Ιατρικής Λαογραφίας, πραγματικό opus vitae στον τομέα του. Το βιβλίο, επιμελημένο έξοχα από τις εκδόσεις Βήτα, περιέχει περίπου 4.200 λήμματα και 55 εικόνες σε 400 σελίδες. Στην πραγμάτευση των λημμάτων ο συγγραφέας επιδιώκει συστηματικά να αναχθεί στον ιστορικό χρόνο των θεμάτων, εφαρμόζοντας την αρχή τής ομοχρονίας.

Επί παραδείγματι, σε πολλές λαογραφικές παραδόσεις και με διαφορετικό κάθε φορά διαλεκτικό τύπο συναντούμε μια μυστηριώδη οντότητα, που τη χρησιμοποιούσαν ως φόβητρο για τα παιδιά. Είναι η Γειλού ή το γελλουικό (στην Κάρπαθο), αλλά και ο Γελλοφάς ή Γιαλλουάς (που συνδέεται με τις προλήψεις για τη γλωσσοφαγιά). Ίσως έχετε ακούσει τη Γιαλλού στην Αμοργό (που είχε κακό μάτι) ή (αν είστε από τη Μυτιλήνη, την Κρήτη, την Κύπρο) εκείνη που ευθύνεται για τον αιφνίδιο βρεφικό θάνατο ή τη μεσογειακή αναιμία. Φυσικά πρόκειται για πρόληψη. Αν όμως δεν την τοποθετήσουμε στον ιστορικό χρόνο, θα χάσουμε κάθε δυνατότητα εποπτείας της.

Ο κ. Ρηγάτος ερευνά τις πηγές. Βρίσκει τις μεσαιωνικές μαρτυρίες, ότι πρόκειται για μυστηριώδη θεότητα που πίστευαν ότι έβλαπτε τα παιδιά. Ο Μιχαήλ Ψελλός την ονομάζει Γιλλώ και την αποκαλεί θεοστυγὲς μίασμα, παμμιγὲς τέρας, λέγοντας μάλιστα ότι πρόκειται για αρχαίο και πολυθρύλητο όνομα. Τώρα έχουμε την πληροφορία που χρειαζόμαστε. Από ανάμνηση αυτής της μυθικής οντότητας προέκυψαν τα φόβητρα και κατόπιν οι επωδές και τα ξόρκια για την αποτροπή τού κακού.

Όμως ο τομέας στον οποίο η επιθυμία για αποτροπή τού κακού εκδηλώνεται ξεκάθαρα είναι η ονοματοθεσία. Αν υπάρχουν μυστηριώδεις δυνάμεις που απειλούν το νεογέννητο, που μπορεί να σταθούν κακός οιωνός για την υγεία και τη ζωή του, ίσως το όνομά του να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να αποδιώξει το κακό. Ο κ. Ρηγάτος δεν αμελεί αυτή την πλευρά τής λαογραφικής ύλης στο βιβλίο του Νεοελληνικά Επώνυμα με Ιατρική Προέλευση. Τέτοια ονόματα και επώνυμα θεωρούνταν φυλαχτά: Ζώης (να ζήσει το παιδί, ειδικά αν προηγήθηκαν θάνατοι), Σιδέρης (να είναι γερό σαν σίδερο), Χρόνης (να μακροημερεύσει), Στέριος (να στεριώσει) και Ρίζος (να ριζώσει). Δεν συμφωνείτε ότι αυτά τα ονόματα αποκτούν τώρα ενώπιόν μας άλλο νόημα, επειδή προσπαθήσαμε να τα αντικρίσουμε στον δικό τους ιστορικό χρόνο, επειδή ακολουθήσαμε την αρχή τής ομοχρονίας;


Τελευταίο άφησα το ερώτημα της ωφέλειας. Μας ευεργετεί άραγε τώρα η μελέτη τής λαογραφικής ύλης; Υπάρχει ίσως κάτι που διδασκόμαστε, κάτι να ωφεληθούμε;

Στο βιβλίο του Γυάλινος Πύργος, Τρίχινος Φράχτης, που εκδόθηκε το 2003, ο κ. Ρηγάτος σχολιάζει σειρά αινιγμάτων για το ανθρώπινο σώμα και τις λειτουργίες του. Εξετάζει την ιστορία των αλληγορικών αφηγήσεων και τη θέση που είχαν στην αρχαιότητα τα μαντεύματα ως πνευματικό άθλημα και ως μέσο αποταμιεύσεως και δοκιμής τής γνώσης. Τα αινίγματα αποτελούσαν εγκλωβισμένα μυστικά και η δυνατότητα κάποιου να τα εξηγήσει ήταν δείκτης τής σοφίας του ή της ικανότητάς του να φυλάξει την εμπιστευμένη σε αυτόν γνώση. Στους κατοπινούς καιρούς όποιος ήξερε πολλά αινίγματα μπορούσε επίσης να ψυχαγωγήσει τους άλλους και να γίνει αφορμή ενός παιδαγωγικού παιχνιδιού.

Ερώτηση προς αυτοεξέταση: Πόσα παιδαγωγικά παιχνίδια έχουν θέση στις δικές μας συντροφιές;

Τέτοιες αλληγορικές περιγραφές συχνά φέρνουν μαζί τους τον απόηχο νοημάτων με ειδικό βάρος. Είναι μια φωνή από το παρελθόν. Φυσικά, οι αντιλήψεις και τα ήθη τής εποχής δεν ήταν ιδανικά. Ωστόσο, εκείνοι που έφεραν αυτές τις αντιλήψεις δεν είχαν ίσως διαβάσει ποίηση, αλλά μπορούσαν να μιλήσουν τόσο ποιητικά, ώστε να παρομοιάσουν τη γλώσσα με φιλντισένιο περιβόλι, κελαδεί γλυκό αηδόνι. Δεν ήξεραν αν το φως είναι ύλη ή κύμα ή και τα δύο, αλλά ήξεραν για τη σκιά αυτό που λέει ένα κυπριακό αίνιγμα: έšει έναν πράμαν πραματίν, που όπου πάω κλουφά μου («είναι ένα πράγμα τόσο δα, που όπου πάω με ακολουθεί»).

Δεν αληθεύει ότι από την καλαισθησία και την οξυδέρκεια αυτών των αλληγοριών μπορούμε κάτι να διδαχτούμε, να ωφεληθούμε;

Διάβασα πρόσφατα το εξής: Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο μάτι μπορεί να διακρίνει περίπου 10.000.000 αποχρώσεις ή χρώματα. Από αυτά μπορούμε να κατονομάσουμε ίσως μόνο είκοσι ή λίγο περισσότερα.

Ο κ. Ρηγάτος με το πλούσιο συγγραφικό έργο του μας βοηθεί να γνωρίσουμε και ό,τι μέχρι τώρα δεν μπορούσαμε να κατονομάσουμε, μας εξοικειώνει με στοιχεία τής κληρονομιάς μας, που δεν είχαμε φροντίσει να αποδεχτούμε και να αποκτήσουμε. Το πολύτιμο αυτό καταπίστευμα δεν είναι ζήτημα ιατρικής λαογραφίας. Είναι προϊόν τού τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντικρίζει τον εαυτό του. Σε αυτό ο κ. Ρηγάτος έκανε το μέρος του. Και μπορούμε, γι' αυτό, όπως οι Ρωμαίοι, να πούμε: cujus pars magna fuit…


(Η ομιλία μου δημοσιεύτηκε, μαζί με τις υπόλοιπες ομιλίες τής εκδήλωσης, στο περιοδικό Πνευματική Κύπρος, τεύχος 423, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2009, σ. 183-6).

17/12/07

Γλωσσικά εμπόδια

Ακόμη λίγα σχόλια με αφορμή ένα αξιόλογο βιβλίο

Το 1793, ενόσω διαρκούσε ο αναβρασμός από τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση, ανεξέλεγκτοι όχλοι είχαν σε αρκετές περιπτώσεις καταστρέψει βιβλιοθήκες και λεηλατήσει μνημεία. Ο αββάς Γρηγόριος, απηυδισμένος από τον χαλασμό, έπλασε μια λέξη αντιπροσωπευτική του: βανδαλισμός (vandalisme). Σχολίασε: Je créai le mot pour tuer la chose «Δημιουργώ τη λέξη, για να σκοτώσω το πράγμα».

Όπως νιώθουμε πιο άνετα κοντά σε κάποιον όταν ξέρουμε το όνομά του, έτσι και για να εξοικειωθούμε με μια ιδέα ή έννοια, για να στοιχειοθετήσουμε τη φυσιογνωμία της, πασχίζουμε να της βρούμε όνομα. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να επινοεί ονόματα για τα πράγματα, καθώς μας το δείχνει ήδη η Βιβλική αφήγηση της Γένεσης. Χωρίς όνομα η έννοια παραμένει ρευστή ουσία, απροσδιόριστη, στην πραγματικότητα προγλωσσική. Στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων τού Νίκου Σαραντάκου τα εμπόδια έχουν όνομα και τα λάθη ταυτότητα. Στο προηγούμενο άρθρο μου ασχολήθηκα κυρίως με τον τρόπο γραφής αυτού του αξιοσημείωτου βιβλίου. Προσπάθησα να αναδείξω τα χαρίσματά του και να στηρίξω τη γνώμη μου ότι πρόκειται για υψηλής στάθμης ανάγνωσμα. Θα ήθελα τώρα να στρέψω την προσοχή σε δυο-τρία θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο, μπαίνοντας στο μονοπάτι που προτείνει και εξετάζοντας αν τα ονόματα αντιστοιχούν στα πράγματα.

Αν διάβασα σωστά, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων καταπιάνεται, μεταξύ πολλών άλλων, με μερικές βασικές έννοιες, τις οποίες τοποθετεί στη ρίζα διαφόρων γλωσσικών αντιλογιών. Κυρίαρχο ρόλο στην επιχειρηματολογία του παίζει η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, όρος που χρησιμοποιείται ενίοτε και από άλλους κριτικούς. Καταφανώς ο συγγραφέας δεν φρονεί ότι υπάρχει κίνδυνος αναβίωσης της καθαρεύουσας, όπως τη θυμούμαστε ή τη διαβάζουμε ακόμη σε κείμενα του παρελθόντος ή όπως τη χρησιμοποιούσαν στον δημόσιο λόγο. Εκτιμά, ωστόσο, ότι υπάρχει τάση για προσκόλληση ή επιστροφή σε μερικούς λόγιους ή λογιότροπους τύπους και στηλιτεύει την τακτική ορισμένων να κατακρίνουν κάθε τρέχουσα χρήση που δεν συμβιβάζεται με το πρότυπό τους. Επειδή μερικοί επικριτές κατέχουν θέσεις-κλειδιά και έχουν πρόσβαση σε δημόσιο λόγο, η παρουσία τους γίνεται περισσότερο αισθητή και οι απόψεις τους έχουν ίσως κάποια απήχηση στο κοινό που επηρεάζουν.

Εντούτοις, η λεπτομερής μελέτη των στοιχείων δεν επιβεβαιώνει, καθώς πιστεύω, τον φόβο ότι μπροστά μας έχουμε κάποιας μορφής «παλινόρθωση» της «φετιχιστικής νεοκαθαρεύουσας». Ίσως μερικοί διανοούμενοι ή λόγιοι, ακόμη και επιστήμονες, κατορθώσουν με το κύρος ή την επικοινωνιακή τους ικανότητα να αυξήσουν τη διάδοση λίγων τύπων ή δομών τής προτιμήσεώς τους, αλλά η μεγάλη μάζα των ομιλητών παραμένει αμέτοχη ή υφίσταται μόνο απειροελάχιστη την επιρροή αυτή (βλ. D. Bolinger, «Usage and acceptability in language», από τον πρόλογο του The American Heritage Dictionary, 2η έκδ., Boston 1982). Τρέφω συμπάθεια προς τις υγιείς ανησυχίες που εκφράζονται στη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων, φοβούμαι όμως ότι το όνομα που επιλέχθηκε δεν είναι σύστοιχο του φαινομένου για το οποίο δημιουργήθηκε. Συμβαίνει κάποτε να υιοθετούμε έναν όρο επειδή αποδίδει τη στάση μας προς το πράγμα· φρονούμε ίσως ότι η οικειότητα προς τη λέξη μάς προστατεύει από την πλάνη. Νομίζουμε ακόμη ότι ένα απωθητικό όνομα (όπως ο όρος νεοκαθαρεύουσα) μπορεί να συμπυκνώσει εντός του όλα τα ψυχολογικά βάρη τής παλαιάς καθαρεύουσας εντοπισμένα στη σύγχρονη γλώσσα. Και προσπαθούμε έτσι να τα αποδιώξουμε.

Ο αναγνώστης μου θα διερωτηθεί αν είναι σκόπιμο να σταθούμε τόσο στην ορολογία. Σε τελική ανάλυση, αν τα φαινόμενα που περιγράφονται είναι σωστά, η ονομασία τους θα πρέπει να κρίνεται ζήτημα δευτερεύον. Νομίζω πως δεν είναι έτσι. Αν ο γιατρός διαγνώσει σωστά τα συμπτώματα και την έκτασή τους, λίγα θα μπορούσε να προσφέρει αν αποτύγχανε να κατονομάσει επακριβώς ό,τι βλέπει. Οι φορτισμένες λέξεις μπορεί να διευκολύνουν την τοποθέτηση, σηκώνουν όμως συγχρόνως σύννεφα σκόνης πάνω από το φαινόμενο που αποσκοπούν να περιγράψουν. Έχω τη γνώμη, όπως και άλλοι γλωσσολόγοι, ότι αυτό συμβαίνει με τον όρο νεοκαθαρεύουσα.

Η συγκεκριμένη ετικέτα έχει χρησιμοποιηθεί από μερικούς έμπειρους εργάτες τής γλώσσας, όπως ο Ν.Σ., ως όρος-ομπρέλα, ο οποίος αποδίδει «ιδεολογική τρομοκρατία» ή «φετιχιστικά συμπλέγματα» στη διάδοση ή επικράτηση ορισμένων λόγιων τύπων ή δομών, κυρίως όταν η ισχύς τους απορρέει από την επιβολή μερικών που κατέχουν θέσεις εξουσίας. Κάνω μερικές φορές την πικρή σκέψη ότι, αν δεν προσέξουμε, γρήγορα μεταθέτουμε στη γλώσσα ιδιότητες των ανθρώπων. Εξηγούμαι: Ό,τι χαρακτηρίζεται από εκζήτηση, ξυπασιά, αλαζονεία, φετιχισμό, άγνοια και παρόμοια δεν είναι η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα, αλλά ομιλητές, συγγραφείς, μεταφραστές και διορθωτές: άνθρωποι με αδυναμίες, οι οποίοι αυτονοήτως δεν περιορίζονται σε μία πλευρά τού γλωσσικού φάσματος.

Αν και η στρωματογραφία των παραγόμενων κειμένων δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί, μπορούμε καλύτερα να υποστηρίξουμε ότι ορισμένα είδη γραπτού λόγου αποκαλύπτουν έντονη ροπή για ανανέωση των γλωσσικών τρόπων. Επειδή η καθημερινή γλωσσική χρήση φαίνεται ή ακούεται τετριμμένη και συχνά φορτισμένη συναισθηματικά, υπάρχει ανάγκη για λεξιλογικές διεξόδους περισσότερο αποχρωματισμένες, προκειμένου να ταιριάζουν σε δημόσιο λόγο. Οι διέξοδοι αυτές αναζητούνται κατ’ ανάγκη στον λόγιο δίαυλο της γλώσσας. Δεν χρειάζεται να νιώθουμε ένοχοι απέναντί του.

Επιπλέον, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αναλύει τις αιτίες των λαθών με βάση την προέλευση ή το κίνητρο: άγνοια, ακαταστάλαχτες περιοχές τής γλώσσας, εκζήτηση. Κατόπιν, ταξινομεί όσους επιδιώκουν να διορθώνουν τους άλλους σε α) λαθοθήρες, β) συντηρητές των λεπτών διακρίσεων και γ) κειτούκειτους (= που εξετάζουν αν η συγκεκριμένη χρήση υπάρχει ή κείται στα αρχαία κείμενα). Η εν λόγω διαίρεση περιλαμβάνει εύστοχες επί μέρους παρατηρήσεις. Αναφέρθηκα σε αυτές στο προηγούμενο άρθρο μου.

Θα περιοριστώ μόνο σε ό,τι κατά τη γνώμη μου φορτώνει το βιβλίο με περιττό υποκειμενισμό. Είναι σοφό να αναγνωρίσουμε ότι οι ρευστοί τομείς τής γλώσσας πιθανόν να παραμείνουν σε εξέλιξη σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και αυτό μας στερεί τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα ή να αποδείξουμε σωστή την πρόβλεψή μας. Είναι επομένως σπουδαίο να κατανοήσουμε ότι η επικρατούσα χρήση, την οποία εύλογα επικαλούμαστε, δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξακριβωθεί. Όταν ελέγχουμε την αποδεκτότητα (acceptability) ενός τύπου, έχουμε συγκεκριμένα ερωτήματα να αντιμετωπίσουμε: Σε ποιον τομέα ή πεδίο θεωρείται η εν λόγω χρήση αποδεκτή ή κυρίαρχη; Στον προφορικό ή στον γραπτό λόγο; Ποιες ηλικιακές ή κοινωνικές ομάδες την υιοθετούν και ποιες αμφιταλαντεύονται; Σε ποια λειτουργική εφαρμογή εντοπίζονται τα περισσότερα λάθη ή οι αποκλίσεις; Μήπως η χρήση που στιγματίζω (ή ενδεχομένως θωπεύω) αποτελεί μία ακόμη επιλογή ύφους, στοιχείο τής φυσικής ποικιλίας, που δεν είναι σκόπιμο να στερηθούμε; Μπορώ να ισχυριστώ με ειλικρίνεια ότι οι υποδείξεις μου δεν προβάλλουν απλώς τις προτιμήσεις ή τις διαισθητικές μου παρατηρήσεις;

Για να αξιώσουμε βάσιμα συμπεράσματα, συνετό είναι να μην εμπιστευτούμε μόνο το ένστικτό μας. Αν το πράξουμε, ενδέχεται να αστοχήσουμε στην κρίση μας και να συστήνουμε περιθωριακές χρήσεις όπως *η ταμία – της ταμίας, *η γραμματέα – της γραμματέας, *οι συγγράφισσες κτλ., παροτρύνοντας κατόπιν το κοινό να τις υιοθετήσει, προκειμένου «να τριφτούν στη χρήση» (σ. 213). Μπορεί επίσης να αφήσουμε την υποκειμενική μας προτίμηση να μας οδηγήσει να χαρακτηρίσουμε τη γενική της κυβερνήσεως τύπο «έξω από τη νόρμα» (σ. 195) ή να προτείνουμε ακόμη και τον άκλιτο τύπο ουδετέρου *του διαμπερέ (σ. 196). Τελικά, ίσως παρασυρθούμε να στηλιτεύσουμε τα λόγια επαγγελματικά θηλυκά σε –ος (π.χ. η υπουργός, η χημικός), επειδή παρατηρούνται λάθη σε συνεκφορές με επίθετα (σ. 211).

Θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι αυτός είναι ένας από τους λίγους τομείς που η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων σφάλλει στην κρίση. Τα πρόσφατα χρόνια έχουν διεξαχθεί συστηματικές και σταθμισμένες (= με υπολογισμό τής ηλικίας, του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης και του κειμενικού είδους) έρευνες για τον σχηματισμό των επαγγελματικών θηλυκών ονομάτων. Η πιο πρόσφατη είναι των συναδέλφων Άννας Ιορδανίδου & Ελένης Μάντζαρη: «Τα Θηλυκά Επαγγελματικά Ουσιαστικά: Γλωσσική Χρήση και Τυποποίηση» (5ο Συνέδριο, Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία, Λευκωσία 13-15/11/2005). Οι ερευνήτριες διαπιστώνουν (μεταξύ άλλων) κατόπιν μελέτης σε σώματα κειμένων ότι:

α) Τα επαγγελματικά σε –ος δύσκολα θηλυκοποιούνται (δηλ. δέχονται επιθήματα χαρακτηρισμένα: -ίνα, -ισσα) και αυτό γίνεται για γλωσσικούς λόγους (όχι κοινωνικούς ή από «μισογυνισμό», όπως καταλογίζει ο Ν.Σ., σ. 214). Αιτίες: Η εξοικείωση με την προϋπάρχουσα κατάληξη –ος, η ελαφρώς μειωτική χροιά τού επιθήματος –ίνα και η εντύπωση ότι τα λόγια μορφήματα είναι λιγότερο χαρακτηρισμένα και, ως εκ τούτου, καταλληλότερα για επίσημους επαγγελματικούς όρους.

β) Τα ουσιαστικά σε –της θηλυκοποιούνται με πολύ μικρή αντίσταση (π.χ. διευθύντρια, επιθεωρήτρια, αρμόστρια – προσθέτω ως μοναδική ιδιότυπη εξαίρεση τη λέξη βουλευτής).

γ) Τα ουσιαστικά σε –έας, -ίας, -ορας, -ονας εμφανίζουν μεγάλη αντίδραση λόγω της άσιγμης κατάληξης, η οποία οδηγεί σε αποκλίνοντες τύπους στη γενική πτώση (π.χ. *της συγγραφέας). Υπογραμμίζουν: «Η χρήση των λόγιων καταλήξεων –έως, -ορος, και –ονος φαίνεται ότι συμβάλλει στην αποτροπή αυτών των αποκλίσεων και γι’ αυτό η συστηματική περιγραφή τους είναι απαραίτητη σε οποιαδήποτε προσπάθεια τυποποίησης».

Οι ερευνήτριες καταλήγουν στην ακόλουθη εύστοχη διαπίστωση: «Η επικράτηση λόγιων στοιχείων, κυρίως στα ουσιαστικά σε –ας και –ης, αφορά ‘τοπικές’ και αυτόνομες διεισδύσεις, που δεν ανατρέπουν την ομαλότητα και την καθαρότητα του μορφολογικού συστήματος της Νέας Ελληνικής».

Από τη συνεξέταση των στοιχείων συνειδητοποιούμε ότι ορισμένοι λόγιοι μορφολογικοί τύποι αυτής της δομικής ισχύος αποτελούν απαραίτητες κλιτικές θυρίδες (slots) στο σύστημα και επικρατούν όπου δεν υπήρξαν ή δεν γενικεύτηκαν αντίστοιχοι δημοτικοί τύποι. Η λόγια προέλευσή τους δεν πρέπει να μας παρασύρει και να τους προσάπτουμε το σημάδι τού Κάιν. Αν θελήσουμε να στηρίξουμε τη θέση μας με το επιπρόσθετο επιχείρημα ότι ο τύπος η ταμία είναι αρχαίος (σ. 209), τότε παραχωρούμε το δικαίωμα στον αντίγνωμο να παρουσιάσει τον τύπο της γραμματέως, που μαρτυρείται ήδη στον Αριστοφάνη (Θεσμοφοριάζουσαι στ. 433). Αν επικαλεστούμε το κριτήριο της χρήσεως, θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι οι έρευνες (όπως αυτή που προανέφερα) πιθανόν να μην επιβεβαιώσουν τις θέσεις μας. Η πείρα έδειξε ότι αξιόλογες μελέτες σχετικά με το ζήτημα, όπως του Τριανταφυλλίδη, του Κριαρά, του Τσοπανάκη και του Φόρη (βιβλιογραφικά στοιχεία στο τέλος τού άρθρου), που επιχείρησαν να κανονίσουν τα θηλυκά επαγγελματικά και συνέστησαν χαρακτηρισμένα έμφυλα επιθήματα (π.χ. –ισσα, -ινα κτλ.), είχαν ρυθμιστικό χαρακτήρα και εν τέλει απέτυχαν να περιγράψουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ευτυχώς, ο Ν.Σ., παρ’ ότι συστήνει τους αποκλίνοντες τύπους *-έα, -έας και πληθ. –ισσες, μεταχειρίζεται στο βιβλίο του την επικρατούσα χρήση η συγγραφέας (σ. 44) και η γραμματέας (σ. 278). Οι αρχαίοι θα παρατηρούσαν καλόκαρδα: Μεταξὺ χειλέων καὶ κύλικος πολλὰ πέλει.

Το αξιόλογο βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου είναι γεμάτο χρήσιμες διαπιστώσεις, που μαρτυρούν εποπτεία των γλωσσικών πραγμάτων. Αξιοσημείωτες είναι ακόμη οι ορθογραφικές παρατηρήσεις του, που είναι συνεπείς και συστηματικές. Δεν θα τις συζητήσω εδώ ούτε θα επισημάνω πού διαφωνώ: ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τις θεωρητικές μου θέσεις για την ορθογραφία σε προηγούμενα κείμενά μου.

Κάποτε, σε λίγα μόνο σημεία, η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ίσως δεν καταλήγει στο σωστότερο συμπέρασμα. Αυτό είναι συγγνωστό και δεν μπορούμε να το απαιτήσουμε από ένα συγγραμμα γλωσσικής κριτικής, που προσπαθεί να επιπλεύσει στον ωκεανό τής γλώσσας, στις γκρίζες ζώνες και στις ακαταστάλαχτες περιοχές του. Είναι, όμως, βιβλίο που τροφοδοτεί τη σκέψη και που διδάσκει με τα απλούστερα εργαλεία τον ορθό επιστημονικό συλλογισμό. Είναι, με δυο λόγια, βιβλίο καμωμένο από ευφυΐα και κατανόηση.



Σημειώσεις: Οι παλαιότερες μελέτες των θηλυκών επαγγελματικών είναι του Τριανταφυλλίδη («Η ‘βουλευτίνα’ και ο σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών», Άπαντα Μ. Τριανταφυλλίδη, Θεσ/νίκη 1963, σ. 326-334), του Κριαρά (Τα Πεντάλεπτά μου, Θεσ/νίκη 1987, σ. 114-6), του Τσοπανάκη («Ο δρόμος προς την δημοτική: θεωρητικά, τεχνικά και γλωσσικά προβλήματα. Σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών», 1982, Νέα Εστία 1204, σ. 1120-42) και του Φόρη («Ένα πρωτότυπο και πολύτιμο λεξικό», 1968, Νέα Εστία 84, σ. 1365-79).

26/10/07

Νίκου Σαραντάκου: Γλώσσα Μετ' Εμποδίων (Αθήνα 2007: Εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου)

Βιβλιοκριτική παρουσίαση

Έχει γίνει συνήθεια τα τελευταία χρόνια να παρομοιάζουμε το καινούργιο βιβλίο με πλοίο. Ευχόμαστε να είναι «καλοτάξιδο», ίσως επειδή ενδομύχως αναγνωρίζουμε πως, αφού έφυγε από την πένα τού συγγραφέα, έχει μείνει πια μόνο του στο πέλαγος του δημοσιευμένου λόγου.

Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων του Νίκου Σαραντάκου ναυπηγήθηκε για τον «ωκεανό τής γλώσσας», όπως ρητά αναφέρεται στον πρόλογό της. Σε αυτό το περιβάλλον ο αναγνώστης μου πια το ξέρει πως πνέουν ισχυρά ρεύματα, τεταμένες αντίρροπες δυνάμεις, που εύκολα μπορούν να μετατρέψουν ένα βιβλίο γλωσσικής κριτικής σε ανεμοσκόρπισμα. Από την παρουσίαση που θα επιχειρήσω παρακάτω ευελπιστώ να φανεί γιατί το βιβλίο που συζητούμε δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ας προεκτείνουμε τώρα την παραβολή. Η λειτουργία ενός βιβλίου με το περιεχόμενο της Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων κρίνεται από τρεις κυρίως παράγοντες, τους οποίους θα ήθελα να έχουμε κατά νου: α) αν είναι στερεά διαρθρωμένο και πείθει με τη λογικότητα και με το ύφος του, β) αν έχει εκτιμήσει σωστά τις συνθήκες και το περιβάλλον, ώστε να προσλαμβάνει με ευαισθησία τη γλωσσική πραγματικότητα, γ) αν πλοηγείται με σωστές συντεταγμένες, εν ολίγοις αν οδηγεί σε ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.

Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω πώς το βιβλίο τού Νίκου Σαραντάκου ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις τρεις αυτές απαιτήσεις.

Πρώτα, όμως, θα ήθελα να μου επιτραπεί η εξής σύντομη παρέκβαση, που δεν είναι, νομίζω, άσκοπη: Η βιβλιοκριτική παρουσίαση έργων για τη γλωσσική χρήση εμπεριέχει τον διαρκή κίνδυνο της αυτοπαρατηρησίας. Ο απόηχος της δικής μας ιδιολέκτου μπορεί να αλλοιώσει την ικανότητά μας να συζητήσουμε με φωτισμένη κρίση. Επιπλέον, ο βολικός χωρισμός σε σχολές σκέψεως ή γλωσσικές παρατάξεις φέρνει άκοπα στην επιφάνεια συνειρμούς και ισχυρές πεποιθήσεις που τραυματίζουν την καλή θέληση. Θέλω να πω ότι σκοπός τής κριτικής δεν είναι να κάνει θόρυβο τέτοιον που να σκεπάζει το βιβλίο, αλλά να αναδείξει το αποτέλεσμα της στοχαστικής μελέτης του. Αν το παρόν και το επόμενο κείμενο ξεστρατίσουν από αυτό το αντικείμενο, το σφάλμα θα πρέπει να καταλογιστεί στον κριτικό, όχι στον συγγραφέα.


Με τη Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων ο φιλόλογος και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος μάς έδωσε βιβλίο ώριμο και καλοδουλεμένο. Ο αναγνώστης έχει στα χέρια του κείμενο με επιχειρήματα που έχουν ξανά και ξανά δοκιμαστεί στη γλωσσική πράξη. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι ολοφάνερα γραμμένη με πραγματικό μεράκι και γνήσια αγωνία για τη γλώσσα, αλλά όχι πανικό. Ακόμη και αν σε κάποια σημεία δεν συμφωνήσουμε με τον συγγραφέα (αναπόφευκτο άλλωστε), χρέος έχουμε να παραδεχτούμε αυτή τη στάση ως τη μόνη σωστή.

Ο Ν.Σ. ξεχωρίζει από την αρχή τέσσερα εμπόδια στη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα, που δικαιολογούν τον τίτλο τού βιβλίου. Αυτά είναι κατά τη γνώμη του: 1) Η αποκαλούμενη νεοκαθαρεύουσα (αλλού ονομάζεται νεοκαθαρευουσιάνικη αντεπίθεση, παλινόρθωση ή λαίλαπα), 2) Η λεξιθηρία (η εκζήτηση στον τομέα τού λεξιλογίου), 3) Η περιφρόνηση της χρήσης (κατ’ εξοχήν στην ορθογραφία), και 4) Ο γλωσσικός εθνικισμός (που εντοπίζεται ως επί το πλείστον στη γλωσσική μυθολογία). Αναλυτικό πίνακα περιεχομένων τού βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να δει στην ιστοσελίδα τού συγγραφέα.

Το βιβλίο επιδιώκει να συμβάλει στην απενοχοποίηση ορισμένων (επικρινόμενων) χρήσεων (λαθών ή «λαθών») και να μετατοπίσει τον άξονα της κριτικής αναλύοντας (τις περισσότερες φορές με επιτυχία) το ιδεολογικό πλαίσιο που υπόκειται σε αυτήν. Ίσως δεν ευστοχεί σε κάθε κρίση, αλλά είναι βιβλίο που πείθει και δημιουργεί: δεν αρκείται απλώς να απολαμβάνει ότι κατεδαφίζει την αντιγνωμία.

Ο Ν.Σ. έχει φανερά εργαστεί στο ύφος και στην τέχνη τού λόγου, όπως το μαρτυρούν ήδη τα απολαυστικά του σημειώματα στο διαδίκτυο. Εννοώ: Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων είναι βιβλίο που συναρπάζει και διαβάζεται σχεδόν μονορούφι. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να μεταχειριστεί καλοδιαλεγμένα παραδείγματα που υπηρετούν το κείμενο (π.χ. σ. 60: η πέτρα στο πηγάδι, σ. 73: ο εξηνταβελόνης δανειστής) και δεν χάνει την ευκαιρία να μας δώσει ενίοτε πινελιές από εύστοχο χιούμορ (π.χ. σ. 319 κ.εξ. το σημείωμα με τίτλο Δεν πληρώ, δεν πληρώ, σ.129-30: η πλειονότητα και η πλειοψηφία, σ. 344: οι «εδώδιμοι» τρομοκράτες). Το βιβλίο κινείται με άνεση και συναρπαστικό ρυθμό, χωρίς να αποποιείται την ευθύνη τής επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Αυτό ίσως οδηγεί στην εξής παρανόηση, που σπεύδω τώρα να προλάβω: Ότι ο Ν.Σ. μας έδωσε βιβλίο απολαυστικό δεν σημαίνει πως αμέλησε την αυστηρά γλωσσολογική του θεμελίωση. Στην πραγματικότητα, κείμενα όπως η πραγματεία για τη λόγια φράση και δη (σ. 117 κ.εξ.), η λεξικογραφική ανάλυση του επιθέτου έωλος (σ. 162-8) και η διερεύνηση του αντιγραφικού λάθους Κογξ Ομ Παξ (σ. 90 κ.εξ.) μπορούν άνετα να σταθούν σε οποιαδήποτε κριτική αντεξέταση: αποτελούν εξαίρετες φιλολογικές μελέτες.

Ο Ν.Σ. παραδέχεται στον πρόλογό του ότι έγραψε μερικές φορές με ύφος «πολεμικό» και δικαιολογεί την κάποτε δηκτική χροιά του, «επειδή συνηθίζεται» (σ. 17). Τα σχόλιά του (σπεύδω να το τονίσω) είναι πάντοτε επιστημονικώς έντιμα: δεν κρίνει αποσπασματικά, δεν αλλοιώνει τις παραθέσεις από τα έργα που συζητεί, δεν παραποιεί τις πηγές και συχνά αγωνίζεται να δώσει την πλήρη εικόνα τής αντίθετης άποψης.

Αναρωτιέμαι, όμως, αν το σκληρό ή ειρωνικό ύφος είναι συνήθεια που πρέπει να φυλάξουμε όταν συζητούμε ή γράφουμε. Δεν νομίζω ότι το βιβλίο κερδίζει σε πειστικότητα από εκφράσεις όπως «τρίψτε τους τον Μ. Βασίλειο και τον Ψελλό … στη μούρη» (σ. 125), από χαρακτηρισμούς όπως «καρακαθαρευουσιανιά» (στη σωστή κατά τα άλλα ανάλυση της φρ. στις καλένδες, σ. 113) ή από τον υπαινιγμό για «το μέρος εκείνο του σώματος με το οποίο γράφουν μερικοί» (σ. 235).

Σκοπός μου δεν είναι να αντιπαραβάλω εδώ αισθητικές προτιμήσεις. Εντούτοις, πρέπει να ξέρουμε ότι, αφού το βιβλίο είναι σύντροφος και συναναστροφή, θα απευθυνθεί σε ανόμοιας σύστασης αναγνωστικό κοινό. Η πείρα δείχνει ότι η οξεία ειρωνεία ή το δηκτικό ευφυολόγημα ίσως κολακέψουν όσους ήδη συμφωνούν μαζί μας, αλλά θα απωθήσουν οπωσδήποτε εκείνους που αμφιταλαντεύονται, που μας ζυγίζουν στο καντάρι τόσο της τεκμηρίωσης όσο και του ήθους γραφής, εν ολίγοις εκείνους που κυρίως επιδιώκουμε να πείσουμε. Φοβούμαι μήπως έτσι αδικήσουμε τις απόψεις μας και συρρικνώσουμε την απήχησή τους.

Ξέρω βέβαια ότι ο εκφραστικός τρόπος αρκετών κειμένων γλωσσικής κριτικής (επιφυλλίδων και άρθρων, ακόμη και βιβλίων) έχει δυστυχώς πολεμικό χαρακτήρα. Πεποίθησή μου είναι ότι δεν χρειάζεται να τον αναπαράγουμε στο διηνεκές. Η συνεισφορά μας στον διάλογο δεν πρέπει να επωμίζεται ρόλο αντηχείου που ανταποδίδει την ένταση. Η ευφυής γλώσσα τού Ν.Σ., που αναδεικνύεται πλούσια στο κείμενό του, θα κομίσει την επιστημονική γνώμη με τρόπο πολύ ελκυστικότερο αν αποφύγει το φορτίο τής οξύτητας.

Η αξιόλογη συμβολή τού βιβλίου στον διάλογο, όπως ανέφερα παραπάνω, έχει, καθώς νομίζω, τις ρίζες της στο εξαιρετικό γλωσσικό ένστικτο του συγγραφέα. Η Γλώσσα Μετ’ Εμποδίων αποκαλύπτει τη μακρά θητεία τού Ν.Σ. σε απαιτητικές γλωσσικές πράξεις όπως η μετάφραση και αποδίδει στη γνώμη του σεβαστή βαρύτητα. Είναι χάρισμα του βιβλίου ότι διαβάζει ως επί το πλείστον σωστά τις γλωσσικές τάσεις και, ακόμη περισσότερο, ότι δεν σπαταλά δυνάμεις σε επιπόλαιες περιγραφές λαθών ή κακής χρήσης τής γλώσσας. Αν μπορούσα να το εκφράσω με παράδειγμα: Ο Ν.Σ. δεν μας μιλάει για τη θάλασσα δείχνοντας μια τρικυμία. Απεναντίας, έχει διαλέξει τον δύσκολο δρόμο τής επιστημονικής ανάλυσης και της γλωσσολογικής θεμελίωσης.

Αυτό είναι ολοφάνερο από τον τρόπο χειρισμού των γλωσσικών μύθων, μερικοί από τους οποίους με απασχόλησαν σε προηγούμενα άρθρα. Ο Ν.Σ. εξετάζει, όχι μόνο τι είναι κίβδηλο και τι γνήσιο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό κατασκευής τού ψεύδους και σημειώνει βήμα προς βήμα πώς συγκροτείται ο μύθος από έναν και μόνο κόκκο αλήθειας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η κατασκευή τού μύθου ότι η Ελληνική δεν έγινε επίσημη γλώσσα των Η.Π.Α. για μία ψήφο (σ. 23) και η παραπλανητική παρουσίαση της ψήφισης του μονοτονικού συστήματος από οπαδούς τού πολυτονικού (σ. 269). Ο συγγραφέας παρακολουθεί διεξοδικά την τακτική των ερασιτεχνών (παρ)ετυμολόγων (σ. 78) και προσφέρει πραγματικά πολύτιμη υπηρεσία στην επιστημονική ετυμολογία, η οποία τόσα έχει υποστεί από ακατάρτιστους «ερευνητές» με πρόσβαση στα μέσα επικοινωνίας. Μια από τις πλέον εμπεριστατωμένες αναλύσεις τής ανάδυσης και απήχησης ενός εύηχου μύθου θα βρει ο αναγνώστης στην περιγραφή τού κειμένου για το υποτιθέμενο πρόγραμμα ελληνομάθειας Hellenic Quest (σ. 41 κ.εξ.). Πίσω από τους επινοητές τέτοιων μύθων βρίσκεται συχνά η πρόσληψη της αρχαιογνωσίας με νωχελική αυταρέσκεια ή ακόμη η ελλιπής γνώση. Στις ευστοχότερα διατυπωμένες κρίσεις τού βιβλίου ανήκει οπωσδήποτε ότι «όσο λιγότερες γλώσσες ξέρει κάποιος, τόσο περισσότερο ρέπει προς γενικεύσεις» (σ. 241).

Η αυθεντική ευαισθησία τού Νίκου Σαραντάκου φαίνεται επίσης από οξυδερκείς παρατηρήσεις του για τη γλώσσα, γνωστές σε όσους έχουν και στο παρελθόν συζητήσει μαζί του. Έχει δίκιο ότι πολλά ρήματα τείνουν να γίνονται μεταβατικά (σ. 146) και σωστά διαπιστώνει ότι ορισμένες χρήσιμες λεπτές διακρίσεις τείνουν να σαρώνονται από τη γενίκευση (π.χ. ήταν – ήσαν, ως – σαν, έκαμα – έκανα). Εύστοχη είναι επίσης η αρχή που εφαρμόζει, ότι αν ορισμένη γραφή ή διατύπωση έχει παγιωθεί από αιώνες (από τον μεσαίωνα ή ακόμη και από την αρχαιότητα), δεν είναι σκόπιμο να στιγματίζεται η χρήση της από τυχόν διαφορετική αφετηρία (π.χ. οι γραφές κροκόδειλος, πλημμύρα, οι φράσεις και δη, παν μέτρον άριστον).

Μία ακόμη οξυδερκής επισήμανση είναι η τάση να μην ακολουθείται συστηματικά ο αρχαίος κανόνας τής σίγησης του τελικού φωνήεντος των προθέσεων όταν το β΄ συνθετικό αρχίζει από φωνήεν (σ. 130-1, π.χ. παραϊατρικά, παραεμπόριο, παραεξουσία κτλ.). Επειδή ο Ν.Σ. γράφει ότι «αυτή είναι εξέλιξη της γλώσσας, που δεν μπορώ να αιτιολογήσω έτσι πρόχειρα», ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ότι οφείλεται στη μορφολογική αρχή τής λεξικής ακεραιότητας (lexical integrity, αναλυτικά στη S. Anderson, A-Morphous Morphology, 1992, Cambridge University Press), κατά την οποία ο ομιλητής νιώθει την ανάγκη να έχει εν συνθέσει πλήρεις λεξικούς τύπους.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η λέξη παρ(α)ολυμπιάδα, που απασχόλησε τον Ν.Σ. και έχει/είχε ταλανίσει αρκετά τον δημόσιο λόγο. Δεν κρίνω άσκοπο να μνημονεύσω εδώ ένα περιστατικό, μια και έχουν περάσει πλέον αρκετά χρόνια:

Ενώ προετοιμάζονταν οι Παρ(α)ολυμπιακοί Αγώνες, ένας από τους υπευθύνους είχε την ιδέα να τηλεφωνήσει στο γραφείο μου και να μου εκθέσει το πρόβλημα με την απόδοση του αγγλ. Paralympics. Ρώτησε ποια ελληνική μεταγραφή είναι σωστή. Του απάντησα ότι, αν και ο τύπος Παρολυμπιακοί συμμορφώνεται με τον αρχαίο κανόνα, ο τύπος Παραολυμπιακοί είναι εξίσου αποδεκτός. Άκουσα που δυσκολευόταν να πειστεί. Τον ρώτησα γιατί. «Ξέρετε», εξήγησε, «μας έχουν πει να μην αλλάξουμε καθόλου τον αγγλικό όρο, να γράψουμε Παραλυμπιακοί».

Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη για ομοιομορφία στις διάφορες γλώσσες, αλλά ο σχηματισμός συνθέτων δεν έχει σε κάθε μια τούς ίδιους περιορισμούς. Το ελληνογενές πρόθεμα para- στην Αγγλική απαντά σε αρκετά σύνθετα δηλώνοντας κάτι που υπάρχει παράλληλα ή παράπλευρα προς κάτι άλλο (π.χ. paramilitary «παραστρατιωτικός», paramedic «παραϊατρικός», parapsychology «παραψυχολογία» κτλ.). Το πρόθεμα αυτό χρειάζεται την πλήρη μορφή του για να αποδώσει αυτή τη σημασία στην Αγγλική, διότι τυχόν συγκεκομμένο αλλόμορφο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σε νεόπλαστα σύνθετα. Δικαιολογημένα ο Ν.Σ. απορρίπτει τον αγγλισμό *Παραλυμπιακοί. Και ευτυχώς, ο τύπος αυτός δεν υιοθετήθηκε από την επιτροπή των αγώνων.

Υπάρχουν δύο ακόμη τομείς που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τής Γλώσσας Μετ’ Εμποδίων: η ανίχνευση των λαθών και η ταυτότητα της γλωσσικής χρήσης. Οι αξιοσημείωτες ιδέες τού συγγραφέα αξίζουν οπωσδήποτε περαιτέρω συζήτηση, οι δε επί μέρους αντιρρήσεις μου πιστεύω ότι θα ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο με πραγματική προσδοκία.

Θα ασχοληθώ με αυτά τα αιτήματα στο δεύτερο άρθρο, το οποίο θα ολοκληρώσει τη βιβλιοκριτική παρουσίαση.

30/9/07

Paul Cartledge: Η Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας

Το 2005 παρουσιάστηκε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό η μετάφραση ενός από τα αξιολογότερα ιστορικά έργα στην επιστημονική βιβλιογραφία, ο συλλογικός τόμος Η Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας, τον οποίο συνέγραψε ομάδα ιστορικών υπό την κατεύθυνση του Paul Cartledge, καθηγητού τής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Είχα την επιστημονική επιμέλεια της μετάφρασης αυτού του εξαιρετικού έργου, πράγμα που μου έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστώ με τον καθηγητή Cartledge, καθώς και με τους υπευθύνους τής σειράς από τον οίκο Cambridge University Press.

Στις 23 Νοεμβρίου 2005 ο εκδοτικός οίκος Σ. Ζαχαρόπουλου οργάνωσε εκδήλωση στη Στοά τού Βιβλίου για την παρουσίαση αυτού του τόμου, στην οποία προσκλήθηκα να μιλήσω μαζί με την καθηγήτρια Ιστορίας κ. Ραμού-Χαψιάδη, τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Φαράντο, αλλά και τον ίδιο τον καθηγητή Cartledge. Σε αυτή την άκρως επιτυχημένη εκδήλωση αρκετοί ακροατές, συνάδελφοι και φίλοι ζήτησαν να έχουν γραπτώς όσα ελέχθησαν. Το κείμενο της ομιλίας μου, που ακολουθεί ευθύς αμέσως, δεν πραγματεύεται καινούργια στοιχεία, δείχνει όμως (ίσως ανεπαρκώς) πόσο εκτιμώ το αξιοσημείωτο αυτό έργο και την οπτική γωνία των συγγραφέων του.


Παρουσίαση του βιβλίου: Η Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας





Από τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Agatha Christie και τις ταινίες που σκηνοθετήθηκαν με βάση αυτά, νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε πως η ωραιότερη σκηνή είναι μία από τις τελευταίες: εκεί όπου ο Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό συγκεντρώνει σε ένα δωμάτιο όλους όσοι ενέχονται στην υπόθεση και τους ανακοινώνει ποιος είναι ο δολοφόνος και πώς τον βρήκε. Συχνά αναρωτιόμαστε: Αφού είχα όλα τα στοιχεία, γιατί δεν το είχα σκεφτεί έτσι;


Σε έναν τόμο μεσαίου μεγέθους, στην Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας, ο καθηγητής Paul Cartledge και οι ειδικοί συνεργάτες του κατορθώνουν δύο πράγματα θεμελιώδη για βιβλίο κλασικής ιστορίας: Πρώτον, να συγκεντρώσουν σε ένα βιβλίο σχεδόν όλους τους αξιόπιστους μάρτυρες σχετικά με τη μελετώμενη περίοδο και, δεύτερον, να μας κάνουν συχνά να διερωτηθούμε: Γιατί δεν το είχα σκεφτεί έτσι;

Αναφέρθηκα σε «μάρτυρες» και αυτό φέρνει στον νου μια φράση από τη Βίβλο και συγκεκριμένα από τον Ψαλμό 89:37. Εκεί η σελήνη χαρακτηρίζεται «μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός». Γιατί αποκαλείται μάρτυς πιστός; Επειδή οι άνθρωποι μπορούσαν να βασιστούν σε αυτήν για να ορίσουν τον χρόνο και να τον διαιρέσουν σε σεληνιακούς μήνες. Η σελήνη δεν χρειαζόταν να μιλήσει, για να είναι αξιόπιστος μάρτυς. Ήταν σιωπηλός μάρτυς.

Ξεφυλλίζοντας αυτόν τον θαυμάσιο τόμο που ετοίμασε ο καθηγητής Cartledge, είμαι βέβαιος ότι ο αναγνώστης θα προσέξει πόση προσπάθεια καταβλήθηκε να στραφεί η προσοχή σε μερικούς σιωπηλούς μάρτυρες, σε «ανύμνητους ήρωες», σε αφανείς συμμετόχους αυτής της ιστορίας. Συνήθως αυτοί οι σιωπηλοί μάρτυρες, μολονότι έχουν καθοριστικό ρόλο στα διαδραματιζόμενα, δεν έχουν την αναγνώριση που θα ήρμοζε σε αυτούς, που θα απέδιδε δικαιοσύνη στη συμβολή τους.

Προσέξτε το κεφάλαιο με τίτλο «Περιβάλλον». Ο όρος αναφέρεται στη διαμόρφωση του φυσικού χώρου, στην τοπογραφία και στο κλίμα, καθώς και στις δραστηριότητες που ο τόπος επέτρεπε ή ευνοούσε. Η συγγραφέας αυτού του κεφαλαίου, η καθηγήτρια Susan Alcock, κατευθύνει την προσοχή μας στο «σιωπηλό τοπίο», όπως το αποκαλεί. Θέτει ερωτήματα που εξηγούν γιατί πρέπει να ακούσουμε αυτόν τον σιωπηλό μάρτυρα: Πώς σχετίζεται το κλίμα μιας περιοχής με τις εμπορικές συναλλαγές και τις πολεμικές συγκρούσεις; Ποια ήταν η συμβολή των ορυχείων αργύρου και μολύβδου τού Λαυρίου στην ανάπτυξη της αθηναϊκής οικονομίας και ηγεμονίας; Έχει ο φόβος για πιθανή έλλειψη τροφίμων ή λιμό σχέση με την αστική συγκέντρωση, τις υπερπόντιες επαφές ή τον αποικισμό; Το περιβάλλον είναι αξιόπιστος —αν και σιωπηλός— μάρτυς τού πλαισίου στο οποίο διαβιούσαν οι αρχαίοι. Είμαι βέβαιος ότι ο αναγνώστης αυτού του κεφαλαίου και των ενημερωτικών ενθέτων πλαισίων του θα αναρωτηθεί: Γιατί δεν το είχα σκεφτεί έτσι;

Έπειτα, υπάρχει ένας ακόμη σιωπηλός μάρτυς: οι δούλοι. Στο κεφάλαιο «Εργασία και Ψυχαγωγία» ο Δρ Nick Fisher εκθέτει με θαυμάσιο αφηγητικό ύφος —το οποίο είμαι βέβαιος ότι θα απολαύσετε διαβάζοντας— πώς θα απαντούσε ένας νεαρός τής αρχαιότητας στο ερώτημα: «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» Παρ’ ότι περιβαλλόταν σε όλη τη νεαρή του ηλικία από δούλους, ποτέ δεν ήθελε να γίνει ένας από αυτούς. Ο βιαστικός αναγνώστης ή ακροατής θα σπεύσει αμέσως να καταδικάσει τη δουλοκτησία και τη σχετική πρακτική των αρχαίων, αλλά το βιβλίο δεν καταφεύγει σε εύκολα συμπεράσματα. Οι δούλοι ως σιωπηλός και σχεδόν «άφωνος» μάρτυς τής αρχαίας ιστορίας παρουσιάζονται ως συμμέτοχοι σε αυτήν και όχι απλώς αναξιοπαθούντες. Το βιβλίο φέρνει αυτούς τους σιωπηλούς μάρτυρες στο προσκήνιο και θέτει ερωτήματα: Τι αξία είχαν οι δούλοι ως περιουσιακό στοιχείο; Μήπως η κατοχή δούλων δρούσε ανασταλτικά στην εκμετάλλευση των ελεύθερων φτωχών; Είχαν οι δούλοι αίσθηση ταυτότητας; Ποιες εργασίες και ποια καλλιτεχνικά θαύματα οφείλουμε στη συμμετοχή τους; Και όσοι δυσκολεύονται να δεχτούν τον όρο «σιωπηλός μάρτυς» για όλους τους δούλους έχουν κάποιο δίκιο: δούλος ήταν και ο περίφημος Αίσωπος.

Στην Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας θα βρείτε και άλλους σιωπηλούς μάρτυρες: μετοίκους, γυναίκες, ελάσσονες συγγραφείς, εργάτες των αστικών εργαστηρίων (αγγειοπλάστες, κεραμοποιούς, οπλουργούς), φιλοσόφους που μνημονεύονται μόνο απαξιωτικά και ακροατές φιλοσόφων, οι οποίοι αποτελούσαν το κοινό τους και δεν έγραψαν τίποτε, ώστε να ακούσουμε τη φωνή τους. Με ισορροπημένο τρόπο και σε ένθετα που εξηγούν λεπτομερέστερα τα κεντρικά στοιχεία τής ιστορίας, το βιβλίο μας κατορθώνει να συγκεντρώσει αυτούς τους μάρτυρες και να μας βοηθήσει να δούμε τι αποκαλύπτουν (και μερικές φορές τι αποσιωπούν) για αυτούς οι πηγές. Η εικονογράφηση είναι εξαιρετικά πλούσια και επιμελημένη. Δεν περιλαμβάνει απλώς αυτά που αναμένει κάποιος να δει σε ένα βιβλίο κλασικής ιστορίας, δηλαδή μνημεία, ανδριάντες, αγγεία και χάρτες. Οι εικόνες συνοδεύονται από επεξηγητικά πλαίσια ή μεταφρασμένα κείμενα, τα οποία παρουσιάζουν τις μαρτυρίες απευθείας από τις πηγές.

Τέτοιες μαρτυρίες μάς παρουσιάζουν την ιστορία σαν έναν ζωγραφικό πίνακα. Παρακαλώ σκεφθείτε λίγο περισσότερο αυτό: Καθώς πλησιάζουμε έναν ωραίο πίνακα και βλέπουμε από κοντά πώς άπλωσε τα χρώματα ο καλλιτέχνης, μήπως διαπιστώνουμε ότι σχεδίασε το περίγραμμα με μια μονοκοντυλιά και κατόπιν άδειασε το χρώμα με τον κουβά; Οπωσδήποτε όχι. Καταλαβαίνουμε ότι απαιτήθηκαν εκατοντάδες, χιλιάδες μικρές πινελιές σε βάθος χρόνου. Ομοίως, το βιβλίο τού καθηγητού Cartledge και των συνεργατών του δείχνει ότι η ιστορία δεν διαμορφώνεται απλώς από μερικές ανδραγαθίες, από πράξεις γενναιοφροσύνης εκ μέρους των κραταιών ή από «βασιλείς και μάχες», όπως πολύ σωστά αναφέρει ο καθηγητής, αλλά από αμέτρητες, ασήμαντες και αφανείς πράξεις σε βάθος χρόνου. Το ότι η Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας επιτυγχάνει να φέρει στο φως τέτοιες πράξεις είναι από μόνο του αξιοσημείωτο.

Μέχρι τώρα αναφέρθηκα στον τρόπο γραφής τού βιβλίου, όπως ακριβώς ήταν και η πρόθεσή μου. Για τις ιδέες τού βιβλίου θα μιλήσουν άλλοι, αρμοδιότεροί μου: η καθηγήτρια κ. Ραμού-Χαψιάδη και ο καθηγητής κ. Φαράντος. Ως γλωσσολόγος, όμως, δεν θα αποφύγω τον πειρασμό για λίγα λεπτά να σας μιλήσω για λέξεις. Λέξεις-κλειδιά που θα βρείτε ή που περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο και οι οποίες στο πραγματολογικό τους περιεχόμενο δηλώνουν περισσότερα από όσα σημαίνουν.

Τέτοια είναι κατ’ αρχάς η λέξη δημιουργός. Η λέξη αυτή φέρνει στον νου τού σύγχρονου αναγνώστη τον Θεό ως Πλάστη τού κόσμου ή τους ασχολουμένους με την καλλιτεχνική παραγωγή. Όμως, σε ποιο κεφάλαιο της Ιστορίας θα τοποθετούσατε τις δραστηριότητες των αρχαίων δημιουργών; Στο κεφάλαιο για την αρχιτεκτονική και τις εικαστικές τέχνες; Στο κεφάλαιο περί λογοτεχνίας; Στο κεφάλαιο για την επιστήμη; Ο καταλληλότερος χώρος είναι το κεφάλαιο που πραγματεύεται την εργασία. Δημιουργός είναι ο τεχνίτης που κατασκευάζει πράγματα για τον δήμο, για το σύνολο. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι στον Όμηρο η λέξη έχει ευρύ σημασιολογικό πεδίο· με ευκολία δηλώνει τον ξυλουργό, τον πρακτικό γιατρό, όπως και τον μάντη ή τον κήρυκα. Στην κλασική Ελλάδα δεν έχει αποκτήσει ακόμη το κύρος που διαθέτει σήμερα. Μολονότι δεν αναφέρεται πλέον μόνο στους χειρώνακτες, μπορεί να δηλώσει τον χρυσοχόο, τον βυρσοδέψη, τον τεχνίτη, μέχρις ότου στο Συμπόσιον του Πλάτωνος συναντήσουμε τελικά τη φράση: ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσὶ καὶ οἱ τούτων δημιουργοὶ πάντες ποιηταί (205c). Μήπως αυτό παρέχει κάποια εξήγηση για τις αρχαίες αντιλήψεις περί εργασίας; Ο αναγνώστης έχει αρκετή τροφή για σκέψη.

Τώρα θέλω να στρέψω την προσοχή σας στη λέξη ιδιοσυγκρασία. Η ετυμολογική ανάλυση δείχνει ότι το β΄ συνθετικό προέρχεται από το ρήμα συγκεράννυμι «αναμειγνύω, ανακατεύω». Πώς αυτό συνδέεται με τον χαρακτήρα και την ιδιοσυστασία τής συμπεριφοράς κάποιου; Στην Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας ένα εξαιρετικό πλαίσιο που συνέγραψε η καθηγήτρια Leslie Dean-Jones πραγματεύεται τις αντιλήψεις των αρχαίων για το σώμα. Οι αρχαίοι γιατροί δίδασκαν ότι το σώμα αποτελείται από υγρά ή χυμούς. Η κατάλληλη ισορροπία τού μείγματος των χυμών εξασφάλιζε την υγεία και καθόριζε τη συμπεριφορά ή την ιδιοσυγκρασία. Τόσο ο Ιπποκράτης όσο και ο Γαληνός αναγνώριζαν τέσσερεις τέτοιους χυμούς: το φλέγμα, τη χολή, τη μέλαινα χολή και το αίμα. Μήπως τώρα κατανοούμε καλύτερα τη σημασία και τη χρήση των όρων φλεγματικός και μελαγχολία ή τη φράση τα λόγια του έσταζαν χολή; Νομίζω ναι.

Η τελευταία λέξη που διάλεξα να σας αναφέρω έχει σχέση με τον πόλεμο. Είναι ο όρος οπλίτης. Στο κεφάλαιο «Πόλεμος και Ειρήνη» ο καθηγητής Cartledge μας προσφέρει με γλαφυρό τρόπο την εικόνα τού αρχαίου οπλίτη. Ο οπλίτης τού πεζικού έφερε βαριά ασπίδα, συχνά από ξύλο αλλά και από δέρματα ζώου και με εξωτερική επιφάνεια από ορείχαλκο, η δε πανοπλία του (αν συμπεριλάβουμε την περικεφαλαία, που μείωνε σημαντικά την ορατότητα, τον θώρακα και τις περικνημίδες) ζύγιζε περίπου 34 κιλά. Αυτό είχε την εξής βασική συνέπεια: Δεν υπήρχε νόημα στη φράση «μοναχικός οπλίτης». Ο δυσκίνητος και κουρασμένος από την πεζοπορία και την πανοπλία στρατιώτης μπορούσε να δράσει μόνο μέσα σε φάλαγγα, στην οποία ο ένας οπλίτης θα κάλυπτε τον άλλον σε κλειστή διάταξη. Οι οπλίτες έπρεπε να μένουν στη θέση τους ή, όπως ήταν ο αρχαίος όρος, έπρεπε να είναι ἐν τάξει. Η ισχύς τους εξηρτάτο από τη δυνατότητα να δρουν ως πειθαρχημένη μονάδα. Μήπως αυτό καθόρισε επί δύο περίπου αιώνες την υπεροχή των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων σε μάχες με κλειστή φάλαγγα; Νομίζω ναι.

Στην Εικονογραφημένη Ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας θα βρείτε και άλλες λέξεις, οι οποίες αποτυπώνουν τμήματα ιστορίας και έχουν η καθεμιά τη δική της βιογραφία. Ο καθηγητής Cartledge και το εκλεκτό του επιτελείο έχουν συγκεντρώσει τις λέξεις και τα πράγματα, τους μάρτυρες και τα στοιχεία, ώστε να υπάρχει ενώπιόν μας μια πινακοθήκη τής αρχαιότητας προσιτή ακόμη και στον μη ειδικό. Η μεταφράστρια του έργου, κ. Βίκυ Κυριαζή, από τις πιο έμπειρες και προσεκτικές μεταφράστριες με τις οποίες έχω συνεργαστεί, αγωνίστηκε και απέδωσε με μεγάλη επιτυχία το συχνά υπαινικτικό ή ελαφρώς χιουμοριστικό ύφος τού πρωτοτύπου στον βαθμό που ήταν εφικτό. Αυτό δεν ήταν εύκολο και της αξίζει θερμός έπαινος.

Μια τελευταία σκέψη: Οι σιωπηλοί μάρτυρες, οι ανύμνητοι ήρωες και οι αφανείς τής ιστορίας, που αποτέλεσαν δεδηλωμένο στόχο αυτού του βιβλίου, μας αποκαλύπτονται με ορισμένο τρόπο από τις πηγές. Αν και οι πηγές μάς δείχνουν τι ή πώς συνέβη, ο ιστορικός έχει τη δυνατότητα να μας εξηγήσει γιατί. Σε αυτό το βιβλίο ιστορίας ο αναγνώστης θα έχει αρκετό υλικό για να κατανοήσει την αιτία που βρίσκεται πίσω από την αφήγηση και αρκετή τροφή για να θέσει νέα ερωτήματα.

Συχνά οι απαντήσεις έχουν πολλές πτυχές. Στο Έγκλημα στο Orient Express της Agatha Christie, ο Ηρακλής Πουαρό αποδεικνύει ότι στον φόνο είχαν στην πραγματικότητα συμμετοχή όλοι οι επιβάτες τού βαγονιού, αποκάλυψη που εκπλήσσει τον αναγνώστη και τον θεατή. Ο καθηγητής Cartledge και οι συνεργάτες του καταφέρνουν να μας δείξουν ακριβώς αυτό: ότι η ιστορία τής Αρχαίας Ελλάδας είναι πολύχρωμη και πολυπαραγοντική, πολύπλευρη και πολυδιάστατη. Είναι καιρός για το ελληνικό ευρύτερο κοινό να αντιμετωπίσει αυτή την εκδοχή, έστω και με κάποια έκπληξη.

Και για αυτή τη συμβολή ταιριάζει, νομίζω, στον προσκεκλημένο μας απόψε μια αρχαία ελληνική φράση: χάριν ἶσμεν, ή σε απλούστερα ελληνικά, ευχαριστούμε.

21/9/07

Γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία

Man talks in order to get something
George Zipf (1949)

Ανάμεσα σε μια παρτίδα τένις και σε ένα παιχνίδι με ρακέτες στην αμμουδιά υπάρχει η εξής θεμελιώδης διαφορά: Στο τένις ο ένας παίκτης αγωνίζεται να ξεγελάσει τον άλλον χτυπώντας τη μπάλα με τέτοιον τρόπο και τόση δύναμη, ώστε να καθιστά την απόκρουση αδύνατη. Στις ρακέτες οι παίκτες προσπαθούν να βρίσκουν ο ένας τον άλλον με στόχο να ανταλλάξουν όσο το δυνατόν περισσότερες μπαλιές. Με δύο λέξεις, στο τένις υπάρχουν αντίπαλοι, ενώ στις ρακέτες συμπαίκτες.

Αν η γλωσσική επικοινωνία πρέπει οπωσδήποτε να παρομοιαστεί με ένα από τα δύο παιχνίδια, αυτό ασφαλώς δεν είναι το τένις. Η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ πομπού και δέκτη προϋποθέτει συνεργασία με αυξημένο βαθμό αμοιβαιότητας. Δεν είναι παράξενο που αρκετοί γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η σημασία τού εκφωνήματος [utterance] είναι προϊόν διαπραγματεύσεως από τους συνομιλητές με επιτυχή κατά το πλείστον κατάληξη. Όπως στις ρακέτες, πασχίζουμε να βρούμε τη θέση τού συνομιλητή μας και μοχθούμε να συλλάβει, όχι μόνο το μήνυμα, αλλά και το συνοδευτικό του πλαίσιο.

Η παρατήρηση αυτή, κοινός τόπος σε κάθε σημασιολογική θεωρία, εγείρει ένα καίριο πρόβλημα: Εφόσον το γλωσσικό σύστημα και οι αρχές τής συνομιλίας εγγυώνται την επικοινωνιακή επάρκεια, γιατί να συμβούν αλλαγές που θα διατάρασσαν την ισορροπία και θα έπλητταν την επικοινωνία; Αν, όπως έγραψε ο Zipf, «ο άνθρωπος μιλάει για να αποκομίσει κάτι», γιατί να επέλθουν μεταβολές που θα διακινδύνευαν ό,τι προσδοκά από τη συνομιλία; Εν ολίγοις, γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία;

Οι σημασιολογικές αλλαγές συνιστούν ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα αντικείμενα της ιστορικής γλωσσολογίας. Επειδή είναι εύκολο να προσελκύσουν την προσοχή ακόμη και του μη ειδικού, τείνουν να συναρπάζουν τους μελετητές και τους αναγνώστες. Αν θελήσουμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον κάποιου στο πεδίο ερευνών τής ιστορικής γλωσσολογίας ή της ετυμολογικής λεξικογραφίας, αρκεί να ξετυλίξουμε ενώπιόν του μερικές βιογραφίες λέξεων. Εντούτοις, οι δυσχέρειες στην επιστημονική διερεύνηση των σημασιολογικών αλλαγών ίσως περνούν απαρατήρητες. Ξεκινώντας από το υλικό, ας εξετάσουμε λίγα παραδείγματα και ας προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε πού έγκειται η δυσκολία. Κατόπιν θα κάνουμε ένα βήμα πίσω και θα επιχειρήσουμε να συζητήσουμε αν είναι δυνατή η ένταξη των μεταβολών σε συστηματικό ερμηνευτικό πλαίσιο.

1) Στον Έμπορο της Βενετίας τού Σαίξπηρ διαβάζουμε: My ships are safely come to road. Το λεξιλόγιο εκπλήσσει τον σύγχρονο αναγνώστη. Πώς τα πλοία βγαίνουν στον δρόμο ― και τι δουλειά έχουν εκεί;

2) Σε μεσαιωνικά κείμενα διαπιστώνουμε ότι το αρχ. ρήμα ἐκπτύω «φτύνω – αποβάλλω» απαντά επίσης με τη σημασία «ξεβράζω – αποδιώχνω». Οι άοριστοι ἐξέπτυσαν, ἐξεπτύσθησαν, καθώς και η μορφολογία τού ρήματος, επιβεβαιώνουν την υποψία μας ότι από αυτό προήλθε το ν.ελλ. ξεφτύζω. Αναρωτιόμαστε: Πώς φτάσαμε στη σημασία «φθείρομαι» και πώς εξηγείται η αλλαγή;

3) Ο φυσικός ομιλητής τής Γαλλικής δεν δυσκολεύεται καθόλου με τον ενεστώτα τού ρήματος aller «πηγαίνω», τον οποίο εμείς πρέπει να μάθουμε με προσπάθεια: je vais – tu vas – il va – nous allons – vous allez – ils vont. Ο ιστορικός γλωσσολόγος γνωρίζει, ωστόσο, ότι οι τύποι vais, vas, va, vont έχουν εξελιχθεί από το λατ. vadere «πηγαίνω», ενώ τα α΄ και β΄ πρόσωπα του πληθυντικού allons, allez προέρχονται από το υστερολατινικό ambulare «περπατώ». Γιατί η γλώσσα ενσωμάτωσε κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ακατανόητη ανωμαλία;

Ενώ οι λύσεις σε αυτά τα αινίγματα είναι καθ’ αυτές άκρως ενδιαφέρουσες, συχνά απλώς αυξάνουν τη δυσπιστία μας ως προς τη δυνατότητα να εξηγήσουμε γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία, ενώ ήδη καλύπτουν ανάγκες επικοινωνιακές. Ακόμη και όταν καταφέρνουμε να ταξινομήσουμε με τρόπο λογικό τις μεταβολές, αστοχούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί ένα λειτουργικό σύστημα σημασιών επιδέχεται αλλαγές που μπορεί να το πλήξουν.

Η αιτιολόγηση των σημασιολογικών μεταβολών προκάλεσε ευθύς εξ αρχής αμηχανία. Ήδη από τον καιρό των Νεογραμματικών γλωσσολόγων καθιερώθηκε η εδραιωμένη πια συνήθεια να παραλείπεται οποιαδήποτε νύξη περί σημασιολογικής αλλαγής από τις ιστορικές γραμματικές των διαφόρων γλωσσών. Ο αναγνώστης που ανοίγει μια ιστορική γραμματική έχει προετοιμάσει τον εαυτό του για πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των φωνημάτων, την αλλαγή των μορφολογικών σχημάτων και τις μεταβολές στη σύνταξη· οι μεταβολές σημασιών, απεναντίας, δεν θεωρούνται αντικείμενο τέτοιων έργων και οι συγγραφείς τους δεν αισθάνονται προς αυτές καμμία οφειλή. Όπως τόνισε εύστοχα ο Yakov Malkiel, οι σημασίες αναφέρονται απλώς ως ερμηνεύματα των λέξεων, όχι ως στοιχεία προς επιστημονική έρευνα (Etymology, 1993).

Κάτι ακόμη που ενισχύει τις ανωτέρω διαπιστώσεις: Οι μελέτες ιστορικής σημασιολογίας συνήθως μοχθούν να ταξινομήσουν τις ήδη διαπιστωμένες αλλαγές σε συστήματα ή σχήματα με μεγαλύτερη ή μικρότερη αντιπροσωπευτικότητα. Παρά ταύτα, τα χρήσιμα συμπεράσματα τέτοιων μελετών δείχνουν να εξαντλούνται σε αυτό, έχουν μικρή προβλεψιμότητα και αποφεύγουν να ασχοληθούν με την κινητροδότηση του όλου σχήματος. Ως εκ τούτου, καλογραμμένα σύγχρονα εγχειρίδια, όπως το βιβλίο Γλωσσική Μεταβολή των συναδέλφων Ε. Καραντζόλα & Α. Φλιάτουρα (Αθήνα 2005), μνημονεύουν τα είδη και τους μηχανισμούς των σημασιολογικών μεταβολών, αλλά δεν πραγματεύονται καθόλου τις αιτίες τους.

Η στάση αυτή εμπεριέχει την άλλοτε έμμεση και άλλοτε απροκάλυπτη ομολογία ότι δεν είναι εφικτό να εξηγήσουμε γιατί οι λέξεις αλλάζουν σημασία. Ο R.S.P. Beekes, από τους αξιολογότερους ιστορικοσυγκριτικούς γλωσσολόγους, το διατυπώνει ως εξής: «Η επαρκής περιγραφή των σημασιολογικών αλλαγών και η εξακρίβωση των αιτίων που τις προκαλούν είναι ενασχολήσεις που δεν προσφέρουν καμιά ιδιαίτερη ικανοποίηση στον συγκριτικό γλωσσολόγο· πρέπει να παραδεχθούμε ότι ως τώρα κανείς δεν έχει βρει μια πραγματικά ικανοποιητική μέθοδο προσέγγισης αυτών των θεμάτων» (Εισαγωγή στη Συγκριτική Ινδοευρωπαϊκή Γλωσσολογία, ελλ. μτφρ. 2004, σελ. 140).

Αν δυσκολευόμαστε να συμφωνήσουμε με αυτή τη δήλωση, την οποία έχουν διατυπώσει επίσης σημασιολόγοι όπως ο St. Ullmann και ο H. Sperber, ας εξετάσουμε εν συντομία τι μπορούμε να προσδοκούμε από τις μέχρι τώρα προτάσεις.

Ο Antoine Meillet στο περίφημο μελέτημά του Comment les mots changent de sens «Πώς οι λέξεις αλλάζουν σημασία» (1921) αναγνώρισε τρεις κατηγορίες σημασιολογικών μεταβολών: α) δομικές [structurales], δηλ. οφειλόμενες στον τύπο τής λέξεως και στη θέση της στο λεξιλόγιο, β) αναφορικές [referentielles], δηλ. οφειλόμενες σε αλλαγή τού πράγματος (αντικειμένου αναφοράς), και γ) κοινωνικές [sociales], δηλ. οφειλόμενες στις μεταβολές των κοινωνικών ομάδων ή δικτύων, όπου ανήκουν οι ομιλητές.

Η περιγραφική αυτή ταξινόμηση άσκησε βαθιά επίδραση στη διερεύνηση της σημασιολογικής μεταβολής και περιέχει οξυδερκείς παρατηρήσεις. Ωστόσο, όταν καλούμαστε να την εφαρμόσουμε σε συγκεκριμένους τύπους αλλαγών, αμέσως αναρωτιόμαστε αν τα ερωτήματά μας βρίσκουν απάντηση.

Ας προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τη διαπίστωση εν σχέσει με τα παραδείγματά μας:

1) Η σαιξπηρική φράση My ships are safely come to road θα ήταν απολύτως λογική για τα ελισαβετιανά Αγγλικά. Η λέξη road σήμαινε «ασφαλές, υπήνεμο λιμάνι», στο οποίο μπορούσαν να καταφύγουν τα πλοία. Γιατί όμως κατέληξε να σημαίνει «δρόμος»; Ο αναγνώστης μου θα απαντήσει ίσως «Εδώ έχετε παράδειγμα αναφορικής σημασιολογικής αλλαγής (μεταβολή τού πράγματος)», αλλά εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε γιατί οι ομιλητές θεώρησαν εύστοχη τη μεταφορά.

2) Τα μεσαιωνικά κείμενα δείχνουν την πορεία αλλαγής τού ρήματος ἐκπτύω στον τύπο ξεφτύζω με τη νεοελληνική σημασία. Σε ιστορικό κείμενο διαβάζουμε: τὸ δὲ στέμμα τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀκοντισθὲν μέρος τῶν μαργαριτῶν ἐξέπτυσεν τῶν κεχαλασμένων (βλ. Γ. Χατζιδάκι, Ακαδημεικά Αναγνώσματα, τ. Γ: Γενική Γλωσσική, σελ. 216). Είναι προφανές ότι από τη σημασία «φτύνω – ξεβράζω» προέκυψε η κατοπινή «αποβάλλω, χάνω», που θα πρέπει να θεωρήθηκε αρκετά εκφραστική στην αφετηρία της. Σε ποια από τις κατηγορίες τού Meillet μπορείτε αιτιολογημένα να εντάξετε την αλλαγή;

3) Η αλλαγή στο κλιτικό παράδειγμα του ρήματος aller είναι ακόμη δυσκολότερη ως προς την ταξινόμησή της. Από την εποχή τής ύστερης Λατινικής το εν λόγω ρήμα παρουσιάζει ανάμιξη τύπων από τα ρήματα ire «πηγαίνω» και vadere «προχωρώ (γρήγορα), πηγαίνω (κάπου)»: vado – vadis – vadit – imus – itis – vadunt. Κατά τον 6ο αι. μ.Χ. οι τύποι τού α΄ και β΄ πληθυντικού αντικαθίστανται από αντίστοιχα πρόσωπα του μετακλασικού ambulare «περπατώ»: ambulamus – ambulatis, από όπου προήλθαν τα γαλλ. allons – allez. Ζητήματα προς εξέταση: Γιατί οι ομιλητές έκριναν εύχρηστο αυτό το μικτό σύστημα; Γιατί η ανάμιξη συνέβη μόνο στο α΄ και β΄ πληθυντικό πρόσωπο; Και γιατί, εν τέλει, επικράτησαν οι τύποι τού πολυσύλλαβου ambulare με αλλαγή σημασίας, η οποία «υποχρέωσε» τρόπον τινά τη Γαλλική να δανειστεί από την παλαιά Γερμανική το ρήμα marcher, προκειμένου να καλύψει τη σημασία «περπατώ»;

Οι παρατηρήσεις αυτές εκθέτουν ζητήματα πέρα από υποκειμενική κρίση. Δείχνουν γιατί προτιμούμε να μη μιλούμε για «νόμους» αλλά για τάσεις σημασιολογικής μεταβολής και εξηγούν ίσως γιατί δυσκολευόμαστε να τιθασεύσουμε το γλωσσικό υλικό που έχουμε συγκεντρώσει.

Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι τα στοιχεία που διαθέτουμε για ολοκληρωμένη, συνθετική ανάλυση του φαινομένου είναι τόσο ανεπαρκή, ώστε φαίνεται σαν να ζητούμε βοτανολογική ταξινόμηση όλων των φυτών από κάποιον που έχει μελετήσει μόνο τη μαργαρίτα, το μανιτάρι και τη λεύκα. Για να επιστρέψουμε στο παιχνίδι με τις ρακέτες, μοιάζει σαν να είμαστε θεατές μιας εξαιρετικά εκτελεσμένης παρτίδας, στην οποία οι συμπαίκτες αλλάζουν συνεχώς, χωρίς εμείς να βλέπουμε πότε η ρακέτα αλλάζει χέρια και, το κυριότερο, χωρίς ποτέ να πέσει κάτω το μπαλάκι.

Υπάρχει τρόπος να ερευνήσουμε βαθύτερα τις αιτίες των αλλαγών, χωρίς να χρειαστεί να σταματήσουμε τον χρόνο ή ενόσω ακόμη αποτελούμε μέρος του;

Με αυτό το ζήτημα θα ασχοληθώ σε επόμενο άρθρο.