21/9/11

Η προσωπογραφία τού αντιδανείου

Verba pereunt et imputantur

Παρατηρώντας πριν από λίγους μήνες στο κάστρο Schönbrunn της Βιέννης τις όμορφες άμαξες από τον καιρό τής Μαρίας Θηρεσίας, αναρωτιόμουν πώς εξηγούσαν οι άνθρωποι της εποχής την οπτική ψευδαίσθηση που συχνά προκαλεί η κίνηση του ακτινωτού τροχού: όταν στρέφεται γρήγορα, οι ακτίνες του φαίνονται να γυρίζουν αντίστροφα.

Η ψευδαίσθηση της λέξης που επιστρέφει στην αφετηρία της ασκεί στο κοινό τη γοητεία που ανέκαθεν συνδεόταν με τις περιπέτειες ενός ταξιδιώτη, ο οποίος γυρίζει πίσω αλλαγμένος, αφού πολλών λαών ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω. Τέτοιες πολυταξιδεμένες λέξεις, κρίκοι αλυσίδας που μοιάζει να ανοίγει και να κλείνει με την ίδια γλώσσα, προκάλεσαν στους ιστορικούς γλωσσολόγους ισχυρή την εικόνα τής επιστροφής μετά από μακρά περιπλάνηση. Ως αποτέλεσμα, στις πρώτες μελέτες ελληνικού ενδιαφέροντος συναντούμε τους (γερμανικούς) όρους Rückwanderer, Zurückwanderer, Rückwanderungen (Τριανταφυλλίδης 1905, Maidhof 1920 και 1931), πράγμα που αντανακλάται επίσης στον αγγλικό όρο reborrowing, καθώς και στον ελληνικό αντιδάνειο.

Αντιδάνεια: Ταξιδεύτρες λέξεις

Η κίνηση αυτή του αντιδανείου προξενεί την ισχυρή ψευδαίσθηση της λέξης που επιστρέφει, ενώ στην πραγματικότητα προχωρεί προς τα εμπρός. Αντί να παρομοιάσουμε τη διαδικασία με κλειστή αλυσίδα, θα πλησιάσουμε περισσότερο στην αλήθεια βλέποντάς την σαν επιβάτη που, μετά από μεγάλο ταξίδι, επιστρέφει σε έναν από τους προηγούμενους σταθμούς του και κατεβαίνει εκεί ― αλλαγμένος ο ίδιος, όπως και το περιβάλλον του. Δεν είναι παράξενο ότι στη γαλλική κυρίως βιβλιογραφία τα αντιδάνεια αποκαλούνται συχνά ταξιδεύτρες λέξεις (mots voyageurs).

Τα ταξίδια αυτά δεν έχουν συγκεκριμένο αριθμό σταθμών ούτε καθορισμένο τέρμα. Αποτελούν σειρά δανείων, περισσότερο ή λιγότερο χρωματισμένων από κάθε ενδιάμεσο σταθμό, την οποία ο γλωσσολόγος συνενώνει αναδεικνύοντας τη συνέχεια των επεισοδίων στην ιστορία τής λέξεως. Οι παρατηρήσεις αυτές βοηθούν να διαλύσουμε την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα αντιδάνεια ανήκουν σε ορισμένη γλώσσα par droit de naissance. Η λέξη αναπτύσσεται ξεχωριστά σε κάθε αποδέκτρια γλώσσα, σχηματίζοντας νέα λεξικά και σημασιολογικά δίκτυα. Ως εκ τούτου, το αντιδάνειο είναι ουσιαστικά ένα ακόμη είδος λεξικού δανείου και όχι φυλή τής Διασποράς που παλιννοστεί, έχοντας προηγουμένως περιπλανηθεί αλλού.

Η παρακολούθηση της περιπλάνησης των αντιδανείων γοητεύει τον μελετητή και αυξάνει την εκτίμηση του ομιλητή για τη ζωντάνια τής επικοινωνίας. Δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει τη γλωσσική συναλλαγή των λαών, των ταξιδιωτών, των τεχνιτών και των πραγμάτων, η οποία μετέτρεψε αρχαίους τεχνικούς όρους όπως π.χ. ο τῦφος σε νόμισμα επικοινωνίας, από το οποίο προέκυψαν ―με τη μεσολάβηση διαφόρων γλωσσών― το στιφάδο, η στόφα και η σόμπα. Ποικίλες σημασιολογικές αλλαγές στον χώρο τής Μεσογείου απέφεραν από το αρχ. χαλῶ ―με τη μεσολάβηση Ιταλών και Ενετών― αλιευτικούς όρους όπως οι λ. καλάρω και καλούμπα, ενώ από το αρχ. γῦρος τα σύγχρονα τζίρος και βίρα (τις άγκυρες, ως ναυτικό πρόσταγμα). Ελάχιστοι μη ειδικοί είναι σε θέση να ενώσουν τη γραμμή που συνέδεσε δύο κατηργημένες πια μονάδες, την αρχ. δραχμή και το μεσν. δράμι, με τη μεσολάβηση της Τουρκικής και της Αραβικής.

Αυτή η διαπιστωμένη κίνηση, που χαρακτηρίζει την επαφή των γλωσσών, συνιστά αυτοδικαίως και απόδειξη της ευρωστίας τους. Η μελέτη των αντιδανείων, αν πρόκειται να προσφέρει επιστημονικά τεκμηριωμένο όφελος, δεν αποσκοπεί στο να αναγάγει ακόμη μία λέξη στην αφετηρία της, αλλά κυρίως να καταδείξει με ποιον τρόπο τοκίστηκε το αρχικό κεφάλαιο και του δόθηκε καινούργια πνοή και ζωή.

Στο μελέτημά μου αυτό επιχειρώ να εξετάσω δύο πτυχές τής γοητευτικής προσωπογραφίας των αντιδανείων τής Ελληνικής: α) πώς ορίζονται, β) πώς ορθογραφούνται.

Πώς ορίζεται το αντιδάνειο

Ανεξάρτητα από όποια αυθόρμητη εντύπωση σχηματίζει ο μέσος ομιλητής για τις λέξεις και πέρα από τον αυθυπονόητο ενθουσιασμό που προκαλεί η αίσθηση βάθους τής ετυμολογικής αρχής, ο γλωσσολόγος χρειάζεται να λάβει υπ’ όψιν του δύο καίριες προϋποθέσεις:

Πρώτον, ότι ο αντιδανεισμός αφορά σε συνεχή αλυσίδα και όχι σε νεόπλαστους σχηματισμούς. Συνεπώς, τα αντιδάνεια δεν πρέπει να συγχέονται με τα νεοκλασικά σύνθετα (Ράλλη 2005) και ειδικότερα με τους ελληνογενείς ξένους όρους, δηλ. λέξεις που πλάστηκαν σε ξένες γλώσσες από ελληνικά συστατικά στοιχεία (π.χ. ηλεκτρισμός, βιολογία, όζον). Επιπλέον, δεν είναι αντιδάνεια λέξεις που αποτελούν αναβιωμένα αρχαία στοιχεία (προϊόντα λόγιου αναδανεισμού), τα οποία επανήλθαν σε χρήση μετά από απουσία αιώνων, για να αποδώσουν ξένους όρους ή να δηλώσουν εξ ολοκλήρου νέα αντικείμενα αναφοράς (π.χ. ανατομία, αεροπόρος, εφημερίδα). Με μία φράση, τα αντιδάνεια δεν είναι νεολογισμοί.

Δεύτερον, ότι ο αντιδανεισμός αποτελεί σύστημα ταξινομήσεως λεξικών δανείων με βάση τη μορφή, όχι τη σημασία (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1985, Βασμανόλη 2001). Εφόσον είναι βεβαιωμένο ότι μια λέξη έχει διατρέξει τη διαδρομή και επανέρχεται σε έναν από τους προηγούμενους σταθμούς της χωρίς να έχει μεσολαβήσει νεολογισμός, η σημασιολογική απόσταση δεν επηρεάζει την ένταξή της στην εν λόγω κατηγορία. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για δάνειο προσαρμοσμένο / μη προσαρμοσμένο (δηλ. ενταγμένο στο σύστημα της αποδέκτριας γλώσσας) ή κωδικοποιημένο / μη κωδικοποιημένο (δηλ. ενσωματωμένο στη γλωσσική νόρμα).

Στην πραγματικότητα, όπως καλά γνωρίζουν όσοι ασχολούνται με την ετυμολογία, η αλλαγή σημασίας αποτελεί συνήθως τον κανόνα κυκλοφορίας τού αντιδανείου. Μόνο η γνώση των ειδικών πραγματολογικών και συμφραστικών συνθηκών μπορεί να εξηγήσει τη σημασιολογική πορεία που οδήγησε το αρχ. κόλαφος στο ν.ελλ. αντιδάνειο κουπόνι, το αρχ. παραβολή στο ν.ελλ. παλάβρα ή το αρχ. κρίκος στο ν.ελλ. τσίρκο. Η μεσολάβηση διαφορετικών γλωσσικών συστημάτων εισάγει τη λέξη σε νέα δίκτυα παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων, με αποτέλεσμα οι κρίκοι τής αλυσίδας να σχηματίζονται ανόμοιοι.

Όταν οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούνται ή δεν έχουν αποσαφηνιστεί οι λεπτομέρειές τους, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί κάποιας μορφής σύγχυση ως προς το τι χαρακτηρίζεται αντιδάνειο. Εξετάστε δύο παραδείγματα:

Η λ. φαντομάς στη σημασία «ασύλληπτος κακοποιός» χαρακτηρίζεται μερικές φορές αντιδάνειο (π.χ. Ιορδανίδου 2009). Αν όμως προσέξουμε καλύτερα το χρονικό τού σχηματισμού της, θα διαπιστώσουμε ότι έχει μεσολαβήσει νεολογισμός. Το 1911 οι συγγραφείς M. Allain και P. Souvestre έπλασαν το όνομα Fantômas για τον μυθιστορηματικό τους ήρωα που είχε αναπτύξει την ικανότητα να ξεφεύγει από την αστυνομία. Ο νεολογισμός στηρίχτηκε στη γαλλ. λ. fantôme, η οποία έχει την απώτερη αρχή της στο αρχ. φάντασμα, όμως είναι προφανές ότι η αλυσίδα που οδηγεί στην Ελληνική είναι ατελής, διότι δεν έχει επιστρέψει λέξη προερχόμενη από το γαλλ. fantôme, αλλά ένας λόγιος σχηματισμός πλασμένος με αυτήν ως πρότυπο. Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα, ο ταξιδιώτης που κατέβηκε στην αφετηρία δεν ήταν αυτός που είχε αναχωρήσει, έστω αλλαγμένος, αλλά κάποιος άλλος που του έμοιαζε. Για την Ελληνική, η λ. φαντομάς δεν είναι αντιδάνειο αλλά ελληνογενής ξένος όρος.

Προσέξτε τώρα την περίπτωση του όρου πέναλτι, ο οποίος διαδόθηκε στην Ελληνική όταν έγινε γνωστό το ποδόσφαιρο και η αυτονοήτως αγγλική ορολογία του. Ορισμένες φορές παρατηρείται δισταγμός στον χαρακτηρισμό τού εν λόγω όρου ως αντιδανείου (π.χ. ΛΚΝ). Αν αυτό είναι εσκεμμένο, ίσως οφείλεται στην αμηχανία που προκαλεί ένα δάνειο μη προσαρμοσμένο και σχετικώς πρόσφατα κωδικοποιημένο. Εντούτοις, η λέξη penalty υπήρχε ήδη στο αγγλικό λεξιλόγιο με τη σημ. «ποινή, τιμωρία» και προήλθε (μέσω της αγγλονορμανδικής γλώσσας) από μεσν. λατ. επίθετο, το οποίο ανάγεται στο λατ. pœna και περαιτέρω στο αρχ. ποινή. Δεν έχει μεσολαβήσει νεολογισμός, αλλά η ίδια η αγγλ. λ. penalty εξειδικεύτηκε στην ποδοσφαιρική χρήση, για να δηλώσει την «εσχάτη των ποινών». Η μεταβολή σημασίας και η παρατηρούμενη στένωση αποτελούν μέρος των αναμενόμενων αλλαγών που συμβαίνουν όταν ένα λεξικό δάνειο κωδικοποιείται στην αποδέκτρια γλώσσα. Επομένως, η λ. πέναλτι είναι αναμφισβήτητα αντιδάνειο.

Ο αναγνώστης ή ο φοιτητής τής ιστορικής γλωσσολογίας που θα ήθελε να εμβαθύνει και να εξασκηθεί περαιτέρω στην αναγνώριση των αντιδανείων, θα μπορούσε να ελέγξει, χωρίς άλλα δικά μου σχόλια, αν αποτελούν αντιδάνεια περιπτώσεις όπως οι ακόλουθες, έχοντας κατά νου τα κριτήρια που αναλύθηκαν εδώ: βασάλτης, κρέμα, μασίφ, πατέ, μετρό, σομιέ, χαοτικός, παλάγκο.

Αν το αντιδάνειο περιλαμβάνει κάποιου είδους επιστροφή στην αφετηρία τής λέξης, αποτυπώνεται αυτό στη γραπτή μορφή του; Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την ορθογραφία τού αντιδανείου; Ποιον ρόλο παίζει η αναγνώριση του αντιδανείου από τους ομιλητές, καθώς και η προσαρμογή του στο κλιτικό σύστημα; Τα κριτήρια που απορρέουν από τις σημαντικές αυτές ερωτήσεις θα εξεταστούν στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.

[Στο τέλος τού δεύτερου άρθρου θα καταχωριστεί η σχετική βιβλιογραφία]

25/5/11

10ο Διεθνές Συνέδριο Γλωσσολογίας, Κομοτηνή, 1-4 Σεπτεμβρίου 2011


Το 10ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας διοργανώνεται εφέτος στην Κομοτηνή από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και θα πραγματοποιηθεί από 1 μέχρι 4 Σεπτεμβρίου 2011। Όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους σημαντικά συνέδρια, οι συμμετοχές καλύπτουν τόσο τη συγχρονία όσο και τη διαχρονία τής Ελληνικής, περιέχουν δε πολλές πρωτότυπες συνεισφορές και προσκεκλημένους ομιλητές εγνωσμένης κατάρτισης. Ολόκληρο το πρόγραμμα των ανακοινώσεων είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του συνεδρίου και μπορεί να αναζητηθεί στην ετικέτα Συνέδριο στην κορυφή τής σελίδας.

Σε αυτό το συνέδριο συμμετέχω με την ανακοίνωσή μου «Η αόριστη αντωνυμία κάποιος: Ο σχηματισμός και η λειτουργία της στη Μεσαιωνική Ελληνική». Ακολουθεί σύντομη περίληψή της για τους αναγνώστες που πιθανώς ενδιαφέρονται.

Η αόριστη αντωνυμία κάποιος: Ο σχηματισμός και η λειτουργία της στη Μεσαιωνική Ελληνική

Το σύνθετο σύστημα των αορίστων αντωνυμιών και επιρρημάτων τής Μεσαιωνικής Ελληνικής δομήθηκε σε δύο βασικές κατηγορίες: α) σε αοριστολογικούς τύπους που έχουν την αφετηρία τους στο αρχαίο μόριο κἄν, π.χ. κάποιος, κάπου, κάποτε, κανείς, κανένας κτλ., β) σε αοριστολογικούς τύπους που έχουν την αφετηρία τους σε αρχαία αναφορικά στοιχεία, όπως η αντωνυμία ὁποῖος, π.χ. ὅποιος, ὅπου, ὅποτε, ὅπως κτλ. Οι νέοι αοριστολογικοί τύποι αντικατέστησαν το αρχ. τις στις σημασίες «κάποιος» και «οποιοσδήποτε».

Στην ανακοίνωση αυτήν εξετάζονται:
1) Η βαθμιαία εμφάνιση των αοριστολογικών τύπων με αφετηρία το μόριο κἄν και η ανάληψη του αντωνυμικού τους ρόλου.
2) Το δυσεπίλυτο ετυμολογικό πρόβλημα της απουσίας οποιουδήποτε ίχνους τού -ν στους αοριστολογικούς τύπους κά-ποιος, κά-που, κά-ποτε, κά-τι κ.ά. (αλλά κάμ-ποσος).
3) Οι συγχρονικές ποικιλίες με προθεματικό ὁ-, π.χ. ὁκάποιος, ὁκάποτε, ὁκάτι, ὁκά(μ)ποσος κτλ.

Στην εξέταση αυτή λαμβάνονται υπ’ όψιν τόσο τα δημώδη κείμενα όσο και λογιότερα έγγραφα από τα αρχειακά στοιχεία τής μεσαιωνικής γλώσσας, που μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε καθαρότερη εικόνα τής λειτουργίας των αορίστων αντωνυμιών.

10/2/11

Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα

Μετά την ιδιαίτερα επιτυχημένη εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου τού Γ. Ρηγάτου Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα, αρκετοί φίλοι και μέλη τού ακροατηρίου ζήτησαν να έχουν γραπτώς το κείμενο της ομιλίας μου, μέχρις ότου τυπωθεί. Τους ευχαριστώ θερμά για το ενδιαφέρον τους. Η μικρή αυτή συμβολή ακολουθεί ευθύς αμέσως.





Μερικές φορές η ομορφιά μπορεί να ανακαλυφθεί. Άλλες παλι μπορεί να δημιουργηθεί. Συχνά όμως πρέπει και να ανακαλυφθεί και να δημιουργηθεί. Έτσι συμβαίνει π.χ. με τους πολύτιμους λίθους. Χρειάζεται τεράστια προσπάθεια για να ανακαλυφθούν. Όμως ακόμη και τότε, μοιάζουν με πρώτη ματιά σαν μια χούφτα γυαλί. Η κρυμμένη τους ομορφιά, η εσωτερική τους λάμψη, πρέπει να αναδειχθεί, να ξαναδημιουργηθεί από έμπειρο τεχνίτη.

Η ισχυρή παράδοση και η πλούσια γραμματεία προκαλούν αμηχανία με την κρυμμένη τους ομορφιά. Αντικρίζοντας τα ίχνη της, πολλοί δεν ξέρουν πώς να την αντιμετωπίσουν, πώς να τη διαβάσουν, τι να ζητήσουν.

Στο βιβλίο του Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα ο κ. Ρηγάτος ανακαλύπτει ένα προς ένα τα αποτυπώματα του πολιτισμού τής διατροφής και περιγράφει τη διαδρομή τους. Οι γνώσεις και οι αντιλήψεις των ανθρώπων για ό,τι μπαίνει στο τραπέζι τους έχουν αφήσει αναρίθμητα ίχνη στη γραμματεία, στη γλώσσα, σε εμάς τους ίδιους. Ο συγγραφέας, όμως, ξέρει πώς να τα διαβάσει. Τα ανακαλύπτει, τα αφήνει να ξετυλίξουν την ιστορία τους και αναδεικνύει το κρυμμένο τους φως, για να δείξει, όχι πώς να επιστρέψουμε εκεί, αλλά πώς έφτασαν στα πόδια μας. Αυτό εξάλλου συνιστά τη βασική διαφορά ανάμεσα στην αρχαιογνωσία και την αρχαιολατρία.

Έχοντας αυτό υπ’ όψιν, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σε τρία ουσιώδη ερωτήματα που απορρέουν, καθώς πιστεύω, από αυτό το αξιόλογο βιβλίο: Πρώτον, πώς σχηματίζονται αυτά τα πολιτιστικά αποτυπώματα και γιατί έχουν τέτοιο βάθος; Δεύτερον, τι μαθαίνουμε από αυτά για τους ανθρώπους που τα άφησαν; Τέλος, τι μαθαίνουμε από αυτά για εμάς, αν και ζούμε τόσους αιώνες αργότερα;


Για να μείνει ένα ίχνος στην αμμουδιά και να μην το σβήσει εντελώς η θάλασσα, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: να ξαναπατηθεί―πολλές φορές. Με αυτή την εικόνα μπορούμε να παραστήσουμε τη θεωρία που είχε αναπτύξει ο Αριστοτέλης σχετικά με τη διαμόρφωση της πολιτιστικής παράδοσης, τη θεωρία τής ανακυκλήσεως. Πίστευε ότι τα πολιτιστικά στοιχεία περνούν μέσα από τη διαδρομή τής φθοράς και της αναδημιουργίας, ότι οι γνώμες, οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις έχουν πλαστεί ξανά και ξανά. Έγραφε πως ό,τι βλέπουμε, όποια ίχνη συναντούμε, είναι κατάλοιπα, λείψανα ή εγκαταλείμματα που επαναλαμβάνονται όμοια ή αλλοιωμένα άπειρες φορές.

Εξετάστε ένα παράδειγμα. Ο κ. Ρηγάτος στρέφει επιδέξια τον φακό στη θεωρία τής χυμοπαθολογίας. Σύμφωνα με αντιλήψεις δημοφιλείς στην αρχαιότητα, ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά τού ανθρώπου ρυθμίζονταν από τον βαθμό αναμίξεως τεσσάρων βασικών χυμών τού σώματος. Αυτοί είναι το φλέγμα, η χολή, η μέλαινα χολή και το αίμα. Σκοπός τής διατροφής ήταν να διασφαλίσει την ισορροπία τους, που αν διαταρασσόταν προκαλούσε αδιαθεσία και αρρώστιες. Γι’ αυτό οι γιατροί συνέστηναν, από την αρχαιότητα μέχρι όχι πολύ παλιά, καθάρσεις, εφιδρώσεις και αφαιμάξεις, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία.

Ποιοι πάτησαν σε αυτό το ίχνος τόσο ώστε να ριζώσει στις πεποιθήσεις; Μεταξύ άλλων ο Ιπποκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης, ο Γαληνός, τα μηνολόγια του μεσαίωνα, πρακτικοί ακόμη γιατροί τού 17ου αι.

Μήπως σας φαίνονται μακρινές αυτές οι αντιλήψεις; Όμως, μερικές φορές δικαιολογούμε την καλή υγεία κάποιου λέγοντας ότι έχει γερή ή καλή κράση, χωρίς να αναλογιζόμαστε ότι κρᾶσις σήμαινε αρχικά «ανάμιξη, ανακάτεμα χυμών σώματος» και χωρίς ίσως να μας περνά από τον νου ότι αυτή η μικρή λέξη είναι καλά κρυμμένη στο σύνθετο ιδιοσυγκρασία, που δηλώνει τον χαρακτήρα κάποιου. Άλλοτε ονομάζουμε την κακή διάθεση ή τη σκυθρωπότητα μελαγχολία, σαν να νομίζουμε ότι κάποιος είναι γεμάτος από μέλαινα χολή. Ο απαθής ή ψύχραιμος λέγεται κάποτε φλεγματικός, σαν να αντηχεί ακόμη στα αφτιά μας ο λόγος τού Αριστοτέλη, ότι από τους ανθρώπινους χυμούς το φλέγμα είναι ο πιο ψυχρός. Ίσως τώρα κατανοούμε επίσης γιατί λέμε για κάποιον ότι στάζει χολή, όταν είναι πολύ θυμωμένος ή κάνει δηλητηριώδη σχόλια.

Η αντίληψη της χυμοπαθολογίας είναι πολυταξιδεμένη. Οι Ρωμαίοι την απέδωσαν με τη λατινική λέξη temperamentum «ανάμιξη – κράση, ιδιοσυγκρασία» και μέσω των ρομανικών γλωσσών ήρθε στα Ελληνικά ένα ακόμη συνώνυμο, το ταμπεραμέντο. Οι Ρωμαίοι είχαν μία ακόμη συνώνυμη λέξη, το λατ. umor «υγρό – (ειδικότ.) καθένας από τους τέσσερεις χυμούς τού σώματος». Τον 16ο αι. η αγγλονορμανδική τάξη στη Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποίησε ένα παράγωγο αυτής της λέξης, για να δηλώσει τη διάθεση, συγκεκριμένα την ευχάριστη, πρόσχαρη διάθεση που υποτίθεται ότι προκαλεί η ισορροπία των χυμών. Είναι το γνωστό μας χιούμορ.

Δεν συμφωνείτε ότι τα εγκαταλείμματα, αν και βασίζονταν σε εσφαλμένη αντίληψη, άφησαν βαθύ αποτύπωμα στον χρόνο;


Αποτυπώματα υπάρχουν επειδή κάποιοι τα άφησαν. Το βιβλίο έρχεται τώρα να μας τους συστήσει και να μας μιλήσει για τους φορείς τους, για τους ανθρώπους που τα είχαν υιοθετήσει.

Ό,τι υπήρχε στο τραπέζι απασχολούσε τις συζητήσεις και επηρέαζε τις ιδέες. Δεν απορούμε ότι στην εποχή τού Ιπποκράτη η λ. δίαιτα, που αρχικά σήμαινε «τρόπος ζωής», αρχίζει σταδιακά να σημαίνει «τρόπος διατροφής». Στο βιβλίο διαβάζουμε πώς ήταν οργανωμένα τα συμπόσια, τι καθόριζε την επιτυχία τους και γιατί μερικά στάθηκαν αφορμή για γόνιμες συζητήσεις ή λογοτεχνικές βραδιές. Συναντούμε έναν γιατρό από την Αλεξάνδρεια, σύγχρονο του Γαληνού, που ήταν χορτοφάγος και δεν άναβε ποτέ φωτιά ετοιμάζοντας φαγητό. Βλέπουμε γυναίκες τής ελληνιστικής εποχής να αλέθουν κουκκιά και κατόπιν να χρησιμοποιούν το αλεύρι τους ως καλλυντικό και καθαριστικό τού προσώπου. Παρακολουθούμε τον Ορειβάσιο, αρχίατρο του αυτοκράτορα Ιουλιανού, να συγκεντρώνει σε εβδομήντα βιβλία τις υπάρχουσες ιατρικές και διατροφικές γνώσεις, μένοντας ο ίδιος στο παρασκήνιο και αποταμιεύοντας σοφία που κινδύνευε να λησμονηθεί. Σχεδόν αισθανόμαστε τη λύπη τού Προδρόμου, επειδή δαπάνησε τη ζωή του για να μάθει γράμματα, απλώς για να διαπιστώσει ότι δεν του εξασφαλίζουν τον επιούσιο, σχεδόν τον ακούμε να παραπονείται ότι ἀφοῦ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης, ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν.

Ο κ. Ρηγάτος αφηγείται αυτές τις ιστορίες για ανθρώπους που μας έμοιαζαν τόσο πολύ, που είχαν τις ίδιες ανησυχίες με εμάς, χωρίς να τους κολακεύει ή να τους μειώνει. Αφήνει τα κείμενα να έρθουν στην επιφάνεια και να επιπλεύσουν, χωρίς να τα επιβαρύνει με άσκοπα ή βαρύγδουπα σχόλια.

Και αυτό μας φέρνει στο εξής ζήτημα. Στα κείμενα δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα τα ίχνη των ανθρώπων που τα άφησαν. Καθώς τα παρακολουθούμε, φαίνεται σαν να βρισκόμαστε σε μια πολυσύχναστη παραλία, με πολλές πατημασιές πάνω στην υγρή άμμο, ίχνη που διασταυρώνονται μεταξύ τους, μαζί και με τα δικά μας. Υπάρχει τρόπος να εξακριβώσουμε ποια είναι αυτά που παρακολουθούμε; Ναι, αν τα έχουμε μελετήσει τόσο συστηματικά, ώστε να γνωρίζουμε ή να μαντέψουμε σωστά πού κατευθύνονται, ποιος είναι ο στόχος τους.

Μερικά πολιτιστικά στοιχεία τής διατροφικής παράδοσης ενδέχεται να μας ξεγελάσουν αν δεν ξέρουμε πώς να τα παρακολουθήσουμε, προς τα πού να κοιτάξουμε.

Πάρτε ως παράδειγμα τις θυσίες ζώων ως λατρευτικό θεσμό, παράδοση ισχυρή με την οποία ασχολείται ο κ. Ρηγάτος στο βιβλίο του. Ίσως προξενεί απορία σε μερικούς ότι οι θυσίες αυτές σπανίως ήταν ολοκαυτωματικές, δηλ. προσφορές ολόκληρου του σφαγμένου ζώου. Σε πολλές περιπτώσεις, μέρος τού ζώου καιγόταν στη φωτιά, ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια τα έτρωγαν όσοι τα προσέφεραν. Αυτό συνέβη π.χ. στην εξευμενιστική θυσία που περιγράφει ο Όμηρος ότι προσέφεραν οι Αχαιοί προς τον Απόλλωνα, για να σταματήσει τον λοιμό εξαιτίας τής προσβολής τής Χρυσηίδας.

Το βιβλίο μάς δείχνει προς τα πού να κοιτάξουμε. Εξηγεί ότι σκοπός των θυσιών ήταν η δημιουργία, η διατήρηση ή η αποκατάσταση αγαθής σχέσης ανάμεσα στη θεότητα και στον άνθρωπο. Όταν, επομένως, κάποιος προσέφερε θυσία και κατόπιν έτρωγε το υπόλοιπο, στην ουσία προσκαλούσε τη θεότητα σε κοινό γεύμα, κάτι που υποδήλωνε ειρήνη, εμπιστοσύνη, φιλία. Πρόκειται για τον τύπο των προσφορών συμμετοχής, που μας είναι γνωστός και από την εβραϊκή Βίβλο. Μία σκέψη: Θα μας ήταν δύσκολο να φανταστούμε στενή φιλική σχέση με κάποιον με τον οποίο δεν έχουμε ποτέ μοιραστεί ένα γεύμα, δεν συμφωνείτε;


Αυτά τα ίχνη που περιγράφονται τόσο παραστατικά στο βιβλίο φτάνουν κάποτε και σε εμάς. Και εδώ βρίσκεται το τρίτο στοιχείο που δικαιούται λίγη από την προσοχή μας. Τι μπορούμε να μάθουμε από τα πολιτιστικά κρυσταλλώματα του παρελθόντος;

Ας γυρίσουμε τώρα τον φακό σε εμάς, χρησιμοποιώντας ένα από τα παραδείγματα που υπάρχουν στο βιβλίο.

Στην ελληνική διατροφική παράδοση έπαιζε ανέκαθεν σπουδαίο ρόλο το ψωμί. Τουλάχιστον δεκαπέντε είδη άρτου περιγράφει ο Ιπποκράτης στα έργα του και σε κάθε βήμα τού ανθρώπου το σιτάρι, το αλεύρι και το ψωμί βρίσκονται στη βάση τής διατροφής. Ποια όμως διατροφική ουσία νομίζετε ότι θεωρούσαν οι αρχαίοι μέτρο πολιτισμού; Μήπως κάποιο είδος κρέατος ή ψαριού; Κάποιον καρπό; Ίσως το γάλα ή το τυρί; Μήπως τον οίνο; Μήπως κάποιο από τα τριάντα λαχανικά που καταγράφει ο Μιχαήλ Ψελλός;

Στην Οδύσσεια διαβάζουμε ότι επρόκειτο για ένα απλό, ταπεινό κρυσταλλικό καρύκευμα, το αλάτι. Θεωρούσαν απολίτιστους όσους δεν το χρησιμοποιούσαν στο φαγητό.

Γιατί είχαν το αλάτι σε τόση υπόληψη; Όχι μόνο επειδή έδινε γεύση στα τρόφιμα. Κυρίως επειδή είναι συντηρητικό, επειδή προστατεύει από τη φθορά και τη σήψη. Δεν απορούμε ότι, εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών του, το αλάτι ως στοιχείο τής κοινωνίας τής τραπέζης (Ν. Πολίτης) συμβόλιζε σταθερότητα, μονιμότητα, αξιοπιστία. Γι’ αυτό, σε διάφορους πολιτισμούς, όταν συνάπτονταν συμφωνίες, οι συμβαλλόμενοι γευμάτιζαν μαζί τρώγοντας και αλάτι, έτρωγαν ψωμί και αλάτι, πράγμα που αποτελούσε υπόσχεση πιστότητας, αμοιβαία δέσμευση. Στη Βίβλο οι Εβδομήκοντα απέδωσαν αυτή τη διαδικασία με τη φράση διαθήκη ἁλός «συνθήκη αλατιού».

Όταν χρησιμοποιούμε λοιπόν τη φράση φάγαμε μαζί ψωμί και αλάτι, έχουμε στον νου μας, όχι ένα πλούσιο τραπέζι, αλλά κάποιον παλιό, δοκιμασμένο, έμπιστο φίλο. Αυτό το όμορφο ίχνος φέρνει μαζί του ένα ισχυρό μάθημα από το παρελθόν: ότι έχει πάντοτε σημασία να είμαστε αξιόπιστοι φίλοι και ότι η φράση αυτή αποκτά περισσότερο νόημα όταν την πουν για εμάς οι άλλοι…


Πράγματι, δεν είναι εύκολο να προσεγγίσουμε αμέσως κείμενα και πολιτιστικά στοιχεία που έχουν την αφετηρία τους σε τόσο ισχυρή παράδοση. Είναι σαν να προσπαθούμε να ανοίξουμε μια πόρτα που έχει πολύ καιρό να χρησιμοποιηθεί. Την πρώτη φορά χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, η πόρτα τρίζει και οι μεντεσέδες τρίβονται από τη σκουριά. Αν όμως τη χρησιμοποιούμε συχνά, αν τη συντηρούμε και λαδώνουμε τον μηχανισμό της, η πόρτα θα ανοίγει ευκολότερα.

Το βιβλίο τού κ. Ρηγάτου μάς πείθει ότι αυτή η δύσκολη επικοινωνία αξίζει την προσπάθεια, την επανειλημμένη προσπάθεια. Ότι με αυτή την επαφή ασκούμε την αισθητική αντίληψη, την ικανότητα της σκέψης και της καλής κρίσης. Και ότι ανακαλύπτοντας ξανά την κρυμμένη ομορφιά, μαθαίνουμε πώς να τη δημιουργούμε.

18/1/11

Γλώσσα και διατροφή

Erst kommt das Fressen, dann kommt die Moral, έγραφε ο Μπρεχτ στην Όπερα της πεντάρας. Αν μείνουμε μόνο στον χρονικό χαρακτήρα αυτής της πρότασης, οπωσδήποτε θα εκπλαγούμε παρατηρώντας πώς και σε ποιον βαθμό αυτή η βασική ανάγκη για τροφή έχει επηρεάσει τον τρόπο ομιλίας μας. Αν αναλογιστούμε ότι τα πρώτα γραπτά μνημεία τής Ελληνικής είναι κατάλογοι κυρίως τροφίμων (της Μυκηναϊκής εποχής, π.χ. μέλι, σίτος, λάδι), θα εντυπωσιαστούμε ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι το διατροφικό λεξιλόγιο έχει διεισδύσει σε αναρίθμητους τομείς τής ομιλίας, επεκτείνοντας το γνωσιακό του πεδίο και αφήνοντας το αποτύπωμά του στη σκέψη.

Στοιχεία για αυτή τη συναρπαστική πορεία παρουσιάζει ο καθηγητής κ. Γεράσιμος Ρηγάτος στο καινούργιο βιβλίο του Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα. Ιστορικές και πολιτιστικές διαδρομές (Αθήνα 2010, Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις). Οι διατροφικές αντιλήψεις και συνήθειες των ομηρικών χρόνων, της ιπποκρατικής εποχής, οι συμβουλές τού Γαληνού, του Ορειβασίου και μεταγενέστερων ιατρών, τα συμπόσια και οι παράσιτοι, τα μηνολόγια και τα προδρομικά τού μεσαίωνα συναθροίζονται σε ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, που ξεκινάει από τη διατροφή και καταλήγει πάντοτε στη γλώσσα.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2011, ώρα 20.00, το βιβλίο αυτό παρουσιάζεται σε εκδήλωση που πραγματοποιείται στη Στοά τού Βιβλίου. Αντιγράφω το δελτίο τύπου προς ενημέρωση των αγαπητών αναγνωστών, οι οποίοι είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτοι και θέλω να πιστεύω ότι θα θεωρήσουν πως αξίζει λίγο από τον χρόνο τους.


Η Διατροφική Παράδοση
στην Ελλάδα
IΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

του Γεράσιμου Α. Ρηγάτου,

την Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
και ώρα 20.00


στην Αίθουσα Λόγου και Τέχνης
στη Στοά του Βιβλίου
Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αθήνα


ΟΜΙΛΗΤΕΣ


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΟΥΣΟΣ
Καθηγητής Παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών,
Διευθυντής Κλινικής, Νοσοκομείο Παίδων «H Αγία Σοφία»


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ
Δημοσιογράφος, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΩΥΣΙΑΔΗΣ
Δρ Γλωσσολογίας, Κέντρο Λεξικολογίας


Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η ηθοποιός
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΛΕΞΑΝΙΑΝ

6/9/10

33ο συνέδριο της Διεθνούς Εταιρείας Λειτουργικής Γλωσσολογίας: Κέρκυρα, 11-16 Οκτωβρίου 2010

Στις 11-16 Οκτωβρίου 2010 θα διεξαχθεί στην Κέρκυρα το 33ο συνέδριο της Διεθνούς Εταιρείας Λειτουργικής Γλωσσολογίας (Société Internationale de Linguistique Fonctionnelle), το οποίο παρέχει για άλλη μια φορά την ευκαιρία επιστημονικών συζητήσεων υψηλού επιπέδου. Αυτή τη φορά η επιστημονική συνάντηση θα περιστραφεί σε τρεις βασικούς θεματικούς κύκλους, αντλημένους κυρίως από τον χώρο τής λειτουργικής γλωσσολογίας: 1) Γλωσσολογική μετάφραση και διερμηνεία, 2) Η δυναμική των αλλαγών στη σύνταξη, 3) Τα προσωπικά μονήματα στις πλέον ετερογενείς γλώσσες. Θα υπάρξουν επίσης μεμονωμένες ανακοινώσεις, οι οποίες δεν εντάσσονται στους παραπάνω θεματικούς κύκλους.

Ο ιστότοπος του συνεδρίου παρέχει ορισμένες γενικές πληροφορίες, τις οποίες ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει εδώ. Το πλήρες πρόγραμμα του συνεδρίου είναι τώρα διαθέσιμο σε αυτόν τον σύνδεσμο.

Σε αυτό το συνέδριο συμμετέχω με την ανακοίνωσή μου «Issues in methodology of etymological lexicography: The case of Modern Greek» (Ζητήματα μεθοδολογίας τής ετυμολογικής λεξικογραφίας: Η περίπτωση της Νέας Ελληνικής). Έχω επιλέξει μερικούς θεμελιώδεις τομείς τής ετυμολογικής λεξικογραφίας, οι οποίοι έχουν βαρύνοντα ρόλο για την ποιότητα του λήμματος και της πληροφορίας που παρέχεται σε αυτό. Για τον αναγνώστη που θα ήθελε ίσως να αποκτήσει τη γενική εικόνα τού θέματος, οι προγραμματικές αρχές στις οποίες κινείται η συγκεκριμένη ανακοίνωση περιέχονται στην περίληψή της, την οποία μπορείτε να διαβάσετε στη συνέχεια:


Issues in methodology of etymological lexicography:
The case of Modern Greek

Until recently the etymological lexicography of Modern Greek (M.G.) was limited to two concise dictionaries joined by the etymological components contained in general monolingual dictionaries. The growing attention to the requirements that emerge in compilation and use of etymological dictionaries raises some major issues concerning the quality and adequacy of older works in the field.

• Macrostructure
The vocabulary scope of older etymological dictionaries has been remarkably narrow. To save space, cognates, compounds and derivatives were in most cases either omitted or treated separately, leaving synchronic and diachronic interrelations out of observation. A distinctive improvement to the lexicographical approach would be the insertion of etymological fields followed by readable notes on word families.

• Word dating
Older projects provide only vague information about the actual first occurrence of most lexical items, undoubtedly confronted with the following obstacles: Double-source tradition of M.G. (oral and learned) – Lack of systematic source examination of learned vocabulary – A historical dictionary of M.G., including verified and diatopic material, remains a long-awaited venture.

• Morphological information
Head articles of older dictionaries offered only the minimal information, closing each lemma with an ancient Greek form appearing at the head of the chain (etymology-origin point of view). The etymologist cannot overlook fields of essential interest, such as reconstructed elements, loanwords and material that is of unknown origin.

• Semantic information
Establishing continuity has resulted to the inaccurate assertion that words retain their original or classical meanings. A significant step to ensure a high level of consistency would be to set a balanced boundary between word formation and semantic description and ensure that essential semantic shifts are confirmed, referenced and contextualised.

These issues are addressed with reference to articles of M.G. etymological dictionaries and to recent developments in etymological lexicography.

29/3/10

31η συνάντηση εργασίας τού Τομέα Γλωσσολογίας τού Α.Π.Θ. (17-18 Απριλίου 2010)

Η συμμετοχή σε ένα σημαντικό συνέδριο αποτελεί βασικό τρόπο να υποβάλει κανείς την πρότασή του στη σοφία των πολλών. Όσοι προσερχόνται στις επιστημονικές συναντήσεις έτοιμοι να ακούσουν και να ωφεληθούν από τις παρατηρήσεις των συναδέλφων τους κατορθώνουν να εμβαθύνουν περισσότερο και να ελέγξουν παράγοντες που ίσως είχαν διαφύγει την προσοχή τους.

Έχοντας πολλές φορές βρεθεί σε αυτή την ευεργετημένη θέση, εκτιμώ ιδιαίτερα τις προσπάθειες των διοργανωτών να συγκεντρώσουν και εφέτος στη Θεσσαλονίκη τόσα και τέτοια ενδιαφέροντα θέματα, όπως αυτά που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της 31ης συνάντησης εργασίας τού Τομέα Γλωσσολογίας τού Α.Π.Θ. (17-18 Απριλίου 2010). Το θέμα τού συνεδρίου είναι «Διδασκαλία και εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας», εμπίπτει δε στο γενικότερο πλαίσιο της εφαρμοσμένης γλωσσολογίας. Περιλαμβάνονται ελκυστικές ανακοινώσεις σχετικά με τη διδασκαλία τής γραμματικής, τη δίγλωσση εκπαίδευση, τον γραμματισμό και τις γλωσσικές στάσεις.

Σε αυτή τη συνάντηση παρουσιάζουμε μαζί με την αγαπητή μου συνάδελφο Γεωργία Κατσούδα (ερευνήτρια της Ακαδημίας Αθηνών) την εργασία μας «Ο ρόλος τής λαϊκής ετυμολογίας στη διδασκαλία τής ορθογραφίας». Είναι αρκετά χρόνια τώρα που ασχολούμαι θεωρητικά με την τυποποίηση της λαϊκής ετυμολογίας και ήθελα να προσθέσω εδώ μερικές λεπτομέρειες από την εισηγητική περίληψη της ανακοίνωσής μας (έχουν αφαιρεθεί οι βιβλιογραφικές παραπομπές).

Η λαϊκή ετυμολογία στηρίζεται εν πολλοίς στον μηχανισμό τής εικονικότητας, κατά τον οποίο η εγγύτητα στη μορφή οδηγεί σε επανερμηνεία ενός αδιαφανούς τύπου, προκειμένου να ταιριάζει με γλωσσικό υλικό οικειότερο στους ομιλητές. Η κινητροδότηση [motivation] των τύπων που επηρεάζονται δεν είναι αυθαίρετη, αλλά οφείλεται σε αναλογική μεταβολή που αποσκοπεί σε αυξημένη κανονικότητα.

Στις κοινωνίες υψηλού γραμματισμού η πρότυπη ορθογραφία επηρεάζει επίσης τη γλωσσική ικανότητα, καθώς φαίνεται ότι αποτελεί τμήμα τού νοητικού λεξικού. Επομένως, η αναγνώριση της έντυπης λέξης μπορεί να επιτευχθεί, όπως έχει αποδειχθεί ερευνητικά, με συνδυασμό πληροφοριών αντλημένων τόσο από το φωνολογικό όσο και από το ορθογραφικό λεξικό.

Εφόσον η διδασκαλία τής ορθογραφίας αποβλέπει σε προγραμματική επάρκεια, δηλαδή σε σχήμα προσιτό και διδάξιμο, σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάζεται ανάγκη να συγκερασθεί η ισχυρή έλξη τού επάγοντος στοιχείου (που λαμβάνει χώρα στη λαϊκή ετυμολογία) με τις αρχές τής γενίκευσης και της απλούστευσης. Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η λαϊκή ετυμολογία συνάπτει τις λέξεις προς άλλα συστήματα με αφετηρία τη φωνητική εγγύτητα, μερικοί εύλογοι στόχοι της (π.χ. απομονωμένες λόγιες λέξεις, δάνεια, δυσπρόφερτοι τύποι κ.ά.) παρουσιάζουν διπλή γραφή, κατ’ εξοχήν όταν δεν έχει επηρεαστεί αισθητά η φωνητική μορφή των τύπων.

Στην ανακοίνωση αυτήν αναλύεται η λειτουργία τής εικονικότητας στη λαϊκή ετυμολογία και εξετάζεται ο ρόλος της στη διδασκαλία τής ορθογραφίας. Διττογραφίες όπως πιλοτή / πυλωτή, πίρος / πείρος, κτήριο / κτίριο, ρεβίθι / ρεβύθι, λικουρίνος / λυκουρίνος, χλομός / χλωμός κ.ά., οι οποίες αποτελούν συχνά λεξικογραφικό πρόβλημα, αποδεικνύουν ότι ο βαθμός ανακλητικότητας του επάγοντος στοιχείου ποικίλλει, πράγμα που καθιστά την αποσαφήνιση αναγκαιότερη. Τέλος, προτείνονται τρεις αρχές για την τυποποίηση της ορθογραφίας των παρασυνδεδεμένων τύπων.

21/2/10

Νίκου Σαραντάκου: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία (Αθήνα 2009, Εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου)

Βιβλιοκριτική παρουσίαση


Σε μια από τις γλαφυρότερες ιστορίες τού Ηροδότου διαβάζουμε ότι ο Φαραώ Νεκώ (6ος αι. π.Χ.) οργανώνει στόλο φοινικικών πλοίων με σκοπό να κάνουν τον περίπλου της Αφρικής (αποκαλείται μετωνυμικά Λιβύη στο κείμενο). Ο περίπλους διήρκεσε τρία περιπετειώδη χρόνια και οι ναύτες επιστρέφοντας διηγούνταν έκπληκτοι «ὡς περιπλέοντες τὴν Λιβύην [= Αφρική] τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά» (4.42). Ο Ηρόδοτος αδυνατούσε να το πιστέψει («ἐμοὶ μὲν οὐ πιστά») και δικαιολογημένα. Έχοντας ζήσει βορείως του ισημερινού κύκλου, η οπτική γωνία των ναυτών που περιέπλευσαν τη Νότιο Αφρική τού ήταν εξ ολοκλήρου απροσδόκητη και, ως εκ τούτου, ασύλληπτη.

Η επιστήμη τής ετυμολογίας αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις άσκηση σωστής οπτικής γωνίας. Αφού συγκεντρώσει το υλικό και απευθυνθεί στις πηγές του, ο ετυμολόγος ξανακοιτάζει τα στοιχεία με επιστημονική μέθοδο, προκειμένου να διακρίνει ποια οπτική γωνία είναι τώρα η καλύτερη. Τότε ακριβώς, κάποτε όλως διόλου απρόσμενα, η ιστορία τής λέξης έρχεται να του παραδοθεί σαν ώριμος καρπός.

Τέτοιος καρπός ώριμης οπτικής γωνίας είναι το άρτιο βιβλίο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία τού φιλολόγου και μεταφραστή Νίκου Σαραντάκου. Το έργο περιέχει τριάντα μία ιστορίες λέξεων «που ίσως σας έχουν απασχολήσει» (όπως δηλώνεται εύγλωττα στον υπότιτλό του) και πρωτοδημοσιεύτηκαν είτε στο ιστολόγιο του συγγραφέα είτε στην κυριακάτικη εφημερίδα με την οποία συνεργάζεται. Αναλυτικό πίνακα των κειμένων τού βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να δει στον ιστότοπο του συγγραφέα.

Ο Ν.Σ. επιδίωκε να συνθέσει ένα λεξιλογικό οδοιπορικό σε γεγονότα τού προηγούμενου έτους, ορμώμενος από λέξεις τής επικαιρότητας, αλλά κατάφερε κάτι πολύ σπουδαιότερο: να δείξει πώς συναρμολογείται μια ετυμολογική ιστορία κατ’ ευθείαν από τις πηγές. Ο συγγραφέας έχει το ταλέντο και την επιμονή να ξεδιαλέγει μέσα από σωρούς λεξιλογικών καταλοίπων τούς κρίκους μιας ασχημάτιστης ακόμη αλυσίδας και μετά να την προσφέρει όμορφα ξετυλιγμένη στον αναγνώστη.

Χωρίς να το διατυμπανίζει και ενίοτε χωρίς καν να το δηλώνει, το βιβλίο συναθροίζει μερικές από τις θεμελιώδεις παραμέτρους τής επιστημονικής ετυμολογίας και τους δίνει μορφή, απτή εφαρμογή. Με ευσυνειδησία τονίζεται σε διάφορα σημεία η αξία που έχουν για την ετυμολογία:

(α) η εκτίμηση της μορφολογικής αλλαγής (π.χ. σ. 73, όπου αναλύεται ο σχηματισμός των ρημάτων χάνω, ξεχάνω),
(β) η εκτίμηση της σημασιολογικής αλλαγής (π.χ. σ. 39-40, η σημασία «ψέμα» τής λ. μούσι· σ. 101-2, όπου αναλύεται ωραία το σημασιολογικό πεδίο τής λ. παραβολή· σ. 174-5, εξαιρετική η εξήγηση της σημασίας «σοβαρό λάθος» της λ. μαργαριτάρι),
(γ) η χρονολόγηση των τύπων (π.χ. σ. 164-5, όπου με εργώδη φιλολογική αναζήτηση προσδιορίζεται ακριβέστερα η αφετηρία τής λ. γρίπη στην Ελληνική),
(δ) οι γραπτές μαρτυρίες σε αντιδιαστολή προς οποιαδήποτε πεποιημένη αναγωγή (π.χ. σ. 133-5, όπου καυτηριάζεται η ασύγγνωστη παρετυμολόγηση του debate από το ανύπαρκτο *δίβατον· σ. 62, όπου καταδεικνύεται αναντίρρητα γιατί η λ. κεφτές δεν μπορεί να έχει ελληνική αρχή· σ. 33-35, όπου στηλιτεύεται η αδικαιολόγητη εμμονή ορισμένων στη γραφή τού Βατοπεδίου με -αι-).

Από τη συνολική εικόνα τού βιβλίου είναι εμφανές ότι ο Ν.Σ. αναγνωρίζει την κοπιαστική λεξικογραφική εργασία, που έχει καθαρίσει το μονοπάτι από τα ξερόχορτα κάθε όμορφης ετυμολογικής ιστορίας. Το επιστημονικό του υπόβαθρο, όχι απλώς το ταλέντο, τον έχει βοηθήσει να αναγνωρίζει πώς συντελείται η γλωσσική αλλαγή, πότε μια λέξη αποτελεί δάνειο ή αντιδάνειο, πώς λειτουργεί το φαινόμενο της προφύλαξης και σε ποια πεδία βρίσκει πρόσφορο έδαφος η λαϊκή ετυμολογία. Ο Ν.Σ. αποδίδει αθροιστικό ειδικό βάρος στην ακρίβεια των στοιχείων, επικουρούμενος επίσης από ηλεκτρονικά και διαδικτυακά εργαλεία που δεν ήταν διαθέσιμα ή προσβάσιμα όταν συντάσσονταν τα λεξικά. Αντιλαμβάνεται επομένως ότι ένα λεξικό χιλιάδων λημμάτων δεν έχει τη δυνατότητα της εξονυχιστικής εμβάθυνσης σε κάθε λέξη (σ. 15), όπως συμβαίνει με μια μονογραφία.

Οι στόχοι τού βιβλίου υπηρετούνται επίσης από τη γραφή του. Ο Ν.Σ. δεν γράφει ερμητικά, αλλά προσπαθεί επίμονα να συνομιλήσει με τον αναγνώστη και, όταν το πετυχαίνει, τον αιχμαλωτίζει στο κείμενο. Ο αναγνώστης θα ελκυστεί οπωσδήποτε από το ρωμαλέο ύφος τού βιβλίου, που πείθει χρησιμοποιώντας τα απλούστερα υλικά: Αποφεύγει τον μονοκόμματο μακροπερίοδο λόγο, ξεκινά από το γνωστό και προσφέρει βήμα-βήμα πρόσβαση στο καινούργιο, δίνει τη δυνατότητα νοητικής ανάπαυλας με ελεγχόμενους πλατειασμούς, λιτές αφηγηματικές διεξόδους, που λειτουργούν μνημονικά όπως η coda σε μια μουσική φράση.

Δεν ριψοκινδυνεύω πολύ, νομίζω, αν υπογραμμίσω την υποψία μου ότι αυτή η καλαίσθητη γραφή έχει στηριχτεί εν πολλοίς στην εξοικείωση του Ν.Σ. με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Στα κείμενά του συναντά κανείς άφθονες αναφορές, παραθέσεις και γνώμες από λογοτέχνες όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Καραγάτσης, ο Σολωμός, ο Καρκαβίτσας, ο Σκαρίμπας και άλλοι, με επιστροφές κυρίως στη γενιά τού 30, που αποτελεί τον μετρονόμο τής λογοτεχνικότητας στη νεοελληνική γραμματεία. Η επαφή τού συγγραφέα με κείμενα τέτοιων υψηλών απαιτήσεων φανερώνεται, καθώς πιστεύω, ως αναχώνευση και όχι σαν απλή κατάρτιση.

Αυτός ο γόνιμος αντικατοπτρισμός επιτρέπει στον Ν.Σ. να συντάσσει γοητευτικές ιστορίες λέξεων, αναμφίβολα ξαναδουλεμένες στα χρόνια που πέρασαν, όπως τα κείμενά του για το χρήμα και τα νομίσματα (σ. 67 κ.εξ.), η ιστορία τής μπάλας (σ. 78 κ. εξ.), καθώς και η συνδυασμένη αφήγηση της πορείας των λ. κάλπη, ψήφος, κουκκιά και κύαμος (σ. 139-45). Ο καλλιεργημένος αναγνώστης μπορεί να αφεθεί στην ιστορία των ελεφάντων και των αξιωματικών, των πιονιών και των κομματιών τού σκακιού, βέβαιος ότι η εμπιστοσύνη του θα ανταμειφθεί πλούσια (σ. 117-8).

Σε διάφορα σημεία τού βιβλίου ο Ν.Σ. διατυπώνει το αξίωμα «λεξιλογώ, δεν πολιτικολογώ» και χαίρομαι ότι έχει στις περισσότερες περιπτώσεις ευθυγραμμιστεί με αυτη τη σοφή αρχή. Η πολεμική για γλωσσικά ζητήματα, αταίριαστη άλλωστε στο ίδιο το αντικείμενο του βιβλίου, θα αδικούσε την επίπονη εργασία που υπόκειται σε αυτό. Δεν κουράζει, ελπίζω, να ξανατονίσω ότι η καυστική ειρωνεία αποτελεί μορφή φιλοφρόνησης προς τον εαυτό μας, την οποία οφείλουμε πάση θυσία να αποφύγουμε.

Η ισορροπία, που φαίνεται ότι βρήκε ο Ν.Σ. σε αυτό το ζήτημα, άφησε χώρο για μερικές από τις ευστοχότερες κρίσεις που καταγράφονται στα κείμενά του. Προσυπογράφει κανείς τη γνώμη τού συγγραφέα ότι η ετυμολογία δεν είναι εργαλείο φρονήματος ούτε στοχεύει στην αποκατάσταση κάποιου είδους γλωσσικής καθαρότητας (σ. 12). Δύο από τις πιο μεστές δηλώσεις τού βιβλίου είναι ότι η στερεότυπη διατύπωση «μας γλιτώνει από την ανάγκη να σκεφτούμε» (σ. 29), καθώς και ότι «το να χρησιμοποιούμε βαριές και ηχηρές λέξεις σε κάθε χρήση τις φθείρει» (σ. 31). Δίκιο έχει επίσης στην παρατήρηση ότι το σύμπλεγμα -χτ-, άλλοτε απλωμένο και σε λόγιες λέξεις (π.χ. εχτίμηση, πραχτικός, απόχτημα), έχει πλέον υποχωρήσει (σ. 148), οριστικά όπως δείχνουν τα πράγματα. Καλοζυγισμένη είναι ακόμη η κρίση του, ότι αν υπάρχει εδραιωμένη ετυμολόγηση με ισχυρή εσωτερική αιτία, είναι μάταιο να αναζητείται άλλη αρχή, όπως συμβαίνει όταν ακατάρτιστοι ερευνητές ετυμολογούν απερίσκεπτά ξένες λέξεις από τα Ελληνικά (σ. 135).

Λίγες μερικότερες αντιρρήσεις μου, πάντοτε διατυπωμένες εν γνώσει τής υψηλής στάθμης τού βιβλίου, αποβλέπουν μόνο στην ιδέα που εκφράζουν οι στίχοι τού Πινδάρου: κέρδος δὲ φίλτατον, ἑκόντος εἴ τις ἐκ δόμων φέροι.

Δεν είναι απολύτως ακριβές ότι «τα παιδιά των αρχαίων προγόνων μας την εποχή του Περικλή είχαν δάσκαλο τον παιδαγωγό» (σ. 26). Στην αρχαία Αθήνα ο όρος παιδαγωγός είχε πολύ πιο περιορισμένη εφαρμογή, αφού δήλωνε τον οικέτη (οικιακό επιμελητή), ο οποίος οδηγούσε τον μαθητή από και προς το διδασκαλείο, φροντίζοντας κατόπιν να μελετά τα μαθήματά του. Η γενικότερη σημασία δεν φαίνεται να ανήκει στην Αθήνα τής κλασικής εποχής.

Ζήτημα οπτικής γωνίας, όπως συμβαίνει συχνά στην ετυμολογία, είναι η θεώρηση του σκίτσου ως αντιδανείου ή όχι, καθώς αμφότερες οι εκδοχές υπάρχουν στη βιβλιογραφία. Ο Ν.Σ. έχει υπ’ όψιν, ως φαίνεται (σ. 22), τους Cortelazzo & Zolli, αλλά οι περιπλοκές είναι άφθονες και η τελεία δεν έχει ακόμη τεθεί. Ζήτημα ορολογίας είναι, από την άλλη πλευρά, ο χαρακτηρισμός τού γαλλ. torneiement ως «ρηματικού ουσιαστικού» (σ. 21)· ο συγγραφέας έχει μάλλον μπερδέψει το nomen actionis, που ταιριάζει εδώ, με το ρηματικό ουσιαστικό όπως είναι π.χ. το γερούνδιο. Ακόμη, το υποκοριστικό τέρμα -άκι στο ουσιαστικό παραδάκι δεν «λειτουργεί επαυξητικά» (σ. 67), αλλά επιφέρει συναισθηματική σμίκρυνση, η οποία αποδίδει στην έννοια οικειότητα. Τέλος, δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα η απόλυτα διατυπωμένη δήλωση ότι το Λεξικό τής Κοινής Νεοελληνικής είναι «το μόνο που έχει συνταχθεί με βάση σώματα κειμένων» (σ. 55)· λεπτομερειακή παρουσίαση των ειδικών πηγών των λεξικών υπάρχει στο μελέτημα «Σύντομη ανασκόπηση της σύγχρονης νεοελληνικής λεξικογραφίας» (συνεδριακή ανακοίνωση, διαθέσιμη προς ανάγνωση εδώ).

Κάνοντας λόγο για λίγα επουσιώδη αστοχήματα του βιβλίου, θέλω να υπογραμμίσω ξανά τη συνολική του αρτιότητα. Μου δίνει γνήσια και ειλικρινή χαρά ότι βλέπω τον συγγραφέα να συναυξάνεται με κάθε βιβλίο του, διδάσκοντας και διδασκόμενος, και να αντιμετρείται με τα κρυμμένα οδόσημα της ετυμολογικής πορείας, μέχρι που τελικά mens agit molem. Το βιβλίο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία είναι μια ευφυής, μεθοδολογημένη μελέτη, που έχει ζυγίσει προσεκτικά τους όρους τής επιστήμης. Αλλά δεν κρύβει, καθώς πιστεύω, και τον ενθουσιασμό τού συγγραφέα για την ιστορία των λέξεων, ενθουσιασμό που φωτίζει χωρίς να τυφλώνει και ιστορία που μυεί χωρίς να εκθειάζει.